"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Μια εξαιρετική ταινία μικρού μήκους για τη Μακρόνησο


Τον Σεπτέμβριο του 2014 η κινηματογραφική κολεκτίβα «Λοκομοτίβα» σε συμπαραγωγή με το Εργατικό Κέντρο Λαύριου, πραγματοποίησε την no budget ταινία μικρού μήκους «Οι παλαιστές» σε σκηνοθεσία Κώστα Σταματόπουλου και Σήφη Στάμου. 

Ήταν η πρώτη φορά που καταγράφηκε ιστορικά στην ελληνική πραγματικότητα, Εργατικό Κέντρο να είναι συμπαραγωγός σε κινηματογραφικό έργο μυθοπλασίας κι αυτό το γεγονός  μας κάνει εξαιρετικά υπερήφανους, αφού σκοπός ίδρυσης της «Λοκομοτίβα» ήταν και παραμένει αυτός: Η παράγωγη ταινιών που καταπιάνονται με την Εργατική Τάξη, το Κίνημα και  την Ιστορία του,  με κοινή  αντίληψη ότι η τέχνη μας πρέπει να υπηρετεί την ιστορικά χρήσιμη αλήθεια.

Το σχέδιο μας ήταν φιλόδοξο. Ένα ανέκδοτο διήγημα του Θωμά Νανόπουλου, που έγινε σενάριο, τοποθετούσε την ιστορία στην περίοδο των αρχών του εμφύλιου πολέμου 46-49. Δυο φίλοι, Επονίτες, συλλαμβάνονται από την στρατολογία και οδηγούνται στην Μακρόνησο αφού αρνούνται να υπογράψουν δήλωση κοινωνικών φρονημάτων.  Αυτή η μικρή ιστορία των δυο φίλων και συντρόφων ενέπνευσε εμάς, τον πρόεδρο και τα μέλη του Εργατικού Κέντρου Λαυρίου. Το θέμα ακουμπάει ιδιαίτερα τον λαό του Λαυρίου, αφού ο «νέος Παρθενώνας» είναι το πρώτο πράγμα που φωτίζει η ανατολή και που αντικρίζουν οι κάτοικοι της πόλης.  

Η αρωγή του Εργατικού Κέντρου Λαυρίου, θα μείνει χαραγμένη στα καρέ αυτής της ταινίας  και στην καρδιά μας . Μέλη του Εργατικού Κέντρου, για τέσσερις συνεχόμενες μέρες, αποκτούσαν ειδικότητες που εκ των πραγμάτων, ο ανύπαρκτος προϋπολογισμός μας δεν μπορούσε να καλύψει. Όμως ποιές θα μπορούσαν να ήταν καλύτερες βοηθοί ενδυματολόγου από δυο εργάτριες και ποιος θα μπορούσε να ήταν καλύτερος ηλεκτρολόγος από έναν εργάτη ηλεκτρολόγο;

Έτσι, με τα πενιχρά μας μέσα αλλά με την βοήθεια πολύτιμων ανθρώπων, προσπαθήσαμε να γυρίσουμε μια ταινία εποχής. Αναγνωρίζουμε τις όποιες αδυναμίες μπορεί να έχει το αποτέλεσμα σε  ένα εγχείρημα που χρειάζεται λεφτά αλλά δεν τα έχει. Όμως δεν το μετανιώσαμε πότε, γιατί τα πρόσωπα που έλαμπαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, τα χαμόγελα τους, η πρωτοφανής ησυχία που γινόταν όταν ξεκίναγε η  λήψη, η αυτοθυσία των μελών του Εργατικού Κέντρου για να μας παρέχουν παραπάνω από τα απαραίτητα (τους χαρακτηρίζει σε όλες τις πτυχές της δράσης τους ), είναι από τα πράγματα που δεν θα ξεχάσουμε πότε…

Παραγωγή ομάδα “Λοκομοτίβα”, Χρήστος Γιάννου και Εργατικό Κέντρο Λαυρίου
Σκηνοθεσία: Κώστας Σταματόπουλος, Σήφης Στάμου | Σενάριο: Θωμάς Μανόπουλος | Φωτογραφία: Ακης Αποστολίδης | Μοντάζ: Γιώργος Διδυμιώτης | Ηχος: Γιώργος Μπιμπίκος | Μουσική: Τάσος Καρακατσάνης | Σχεδιασμός Ηχου: Γιάννης Μπαλλούς | Σκηνικά, Κοστούμια: Αντα Γόντικα | Ερμηνευτές: Γιώργος Πέππας, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, Δημήτρης Τζουμάκης, Κώστας Σαρδέλης, Γιάννης Λιόκαρης



Δείτε την εδώ



Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Ο ματωμένος Μάρτιος των γυναικών


Δεν είναι η γιορτή της γυναίκας ημέρα για λουδουδάκια, σοκολατάκια και συνάξεις γυναικοπαρεών για καλοπέραση. Είναι μια εργατική πρωτομαγιά που προηγήθηκε της γνωστής, διότι αν και οι γυναίκες ανήκαν στο ανθρώπινο είδος, επί αιώνες εργαζόταν πολλές φορές διπλάσια από ό,τι το "ισχυρό φύλο". Τα δικαιώματά τους ως ανθρώπινο είδος τα κατέκτησαν μετά από πολλά εργατικά "ατυχήματα", πολύ ξύλο και απίστευτη διαπόμπευση τόσο από την κοινωνία των ανδρών όσο και από το οικείο τους περιβάλλον. Ενώ τα πρώτα συνδικάτα στο Σικάγο εξεγέρθηκαν υπέρ των εργατικών δικαιωμάτων τους το Μάιο 1886, η πρώτη διαμαρτυρία εργατριών για τις άθλιες συνθήκες εργασίας τους στα κλωστοϋφαντουργεία της Αμερικής έγιναν 10 χρόνια νωρίτερα, το Μάρτιο του 1857.

Πριν λοιπόν, αρχίσουν τα "χρόνια πολλά" και οι ηλεκτρονικές καρδούλες να στέλνονται σε γυναίκες που ούτε καν γνωρίζουν τι αντιπροσωπεύει η 8η Μαρτίου, καλό θα είναι να διαβάσουν σελίδες ιστορίας του γυναικείου κινήματος.  Μία από αυτές είναι η ακόλουθη που δεν είναι ροζ αλλά κατακόκκινη όπως και το αίμα που έχυσαν για ένα κομμάτι ψωμί οι προγιαγιάδες όλων των γυναικών του κόσμου για να μην διανοηθεί κανείς ότι τις εγγόνες τους θα τις μεταχειρίζονται μόνο ως άξιες για ένα μπουκέτο λουλούδια σαν να είναι πραγματικά οι ασθενείς του ανθρώπινου είδους.


Μόνο όταν το ανθρώπινο μάτι βλέπει την φρίκη τότε αρχίζει η συνείδηση να αναζητά το δίκαιο. Η φρίκη που αντίκρισαν οι Νεοϋορκέζοι πριν ακριβώς 100 χρόνια ήταν η αιτία να αλλάξουν ριζικά στην Αμερική οι συνθήκες εργασίας αλλά και να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων.

Η πυρκαγιά στο εργοστάσιο γυναικείων πουκαμίσων της «Triangle Shirtwaist» είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους 131 εργάτριες και 17 εργάτες με τραγικό τρόπο. Οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου, Max Blanck και Isaak Harris, είχαν στήσει στο πολυόροφο κτίριο του Asch Building ένα σύγχρονο χώρο εκμετάλλευσης δούλων οι οποίοι ήταν όλοι τους μετανάστες στην χώρα της «επαγγελίας».

Στο εργοστάσιο δούλευαν 500 εργάτες ανάμεσα στους οποίους παιδιά που για ένα πενιχρό μεροκάματο έμπαιναν από την πόρτα το ξημέρωμα και έβγαιναν το βράδυ. Οι εργοστασιάρχες για να μην έχουν την έννοια ότι μπορεί κάποιος από τους εργάτες να κλέψει εμπόρευμα, αμπάρωναν τις πόρτες των ορόφων όταν οι μηχανές δούλευαν.

Το χρονικό

Το απόγευμα του Σαββάτου της 25ης Μαρτίου του 1911 ξεσπάει φωτιά στον όγδοο όροφο του εργοστασίου και εργάτες αρχίζουν να φωνάζουν στους συναδέλφους τους να εγκαταλείψουν το κτίριο. Όσοι βρισκόταν όμως στον ένατο και δέκατο όροφο ήταν κλειδωμένοι και ο επιστάτης που είχε τα κλειδιά είχε ήδη εγκαταλείψει το κτίριο.

Κάποιες από τις εργάτριες κατάφεραν να προλάβουν να φύγουν από τους φλεγόμενους ορόφους από το ασανσέρ που μετέφερε μόνο εμπορεύματα και κάποιες από την σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτιρίου, αλλά η φωτιά πήρε τέτοιες διαστάσεις που και κι αυτές οι έξοδοι διαφυγής έκλεισαν για όσους απέμειναν πίσω.

Οι εργοστασιάρχες που εκείνη την μέρα ήταν με τα παιδιά τους στο εργοστάσιο ήταν οι πρώτοι που έφυγαν και στεκόταν έξω από το κτίριο παρακολουθώντας την φρίκη που οι ίδιοι προκάλεσαν.
Μέσα σε λίγα λεπτά οι Νεοϋορκέζοι μαζεύτηκαν για να δουν το πανδαιμόνιο που επικρατούσε αλλά και να αλλάξει την ήσυχη ζωή τους για πάντα. Στα παράθυρα των τελευταίων ορόφων οι εργάτριες στέκονταν όρθιες και κρατώντας η μία το χέρι της άλλης βουτούσαν στο κενό για να μην καούν ζωντανές.

Οι πρώτοι που έπεσαν στο κενό ήταν ένας νεαρός άνδρας και ένα κορίτσι που αφού φιλήθηκαν έκαναν μαζί το τελευταίο μοιραίο βήμα. Η λεωφόρος των καφέ, των καταστημάτων και των εστιατορίων μέσα σε λίγα λεπτά έγινε μία αρένα νεκρών και η φρίκη δεν σταματούσε εκεί. Κάποιες από τις εργάτριες παρά την μοιραία πτώση κείτονταν ζωντανές, ακόμα και για 2 ώρες, αφήνοντας τα ουρλιαχτά τους να σημαδέψουν για πάντα την μέχρι τότε ήσυχη ζωής των πολιτών της Νέας Υόρκης.


Η δικαιοσύνη δεν ήρθε ποτέ

Οι μετανάστριες εργάτριες και εργάτες δεν ήταν πια κάτι, αλλά ήταν άνθρωποι που πέθαιναν μπροστά τους για ένα μεροκάματο επιβίωσης. Από τους 148 μετανάστες εργάτες της πυρκαγιάς του «Triangle Shirtwaist Factory», οι έξι αναγνωρίστηκαν τον Φεβρουάριο του 2011.
Για εκατό χρόνια ήταν θαμμένοι το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς ταυτότητα και χωρίς δικαίωμα θρήνου συγγενών. Μόνο ένα θύμα ήταν 48 χρόνων, τα υπόλοιπα ήταν από 14 μέχρι 25 χρόνων.
Η δίκη των ιδιοκτητών ξεκίνησε 9 μήνες αργότερα και με δικηγόρο τον Max Steuer, εύπορο γιο μεταναστών από την Αυστρία, κατάφεραν να αθωωθούν υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζαν για το κλείδωμα των εξόδων φυγής ενώ πήραν από την ασφαλιστική εταιρεία 60,000 δολάρια για ζημίες.

Το 1913 ο Max Blanck, ο ένας εκ των συνεταίρων δολοφόνων, που συνέχιζε να είναι εργοστασιάρχης συνελήφθη για κλείδωμα πάλι των εργατών του νέου εργοστασίου του και το πρόστιμο που κλήθηκε να πληρώσει ήταν 20 δολάρια.

Μπορεί η δικαιοσύνη να πούλησε και μεταθανάτια τα θύματα αυτού του μεγάλου εργατικού δυστυχήματος αλλά ο λαός έκανε λάβαρο το θάνατό τους και μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στην Νέα Υόρκη.

Τον Οκτώβριο του 1911 ιδρύθηκε και η Αμερικανική Ένωση Ασφάλειας Μηχανικών η οποία είχε ως μέλημα την επιθεώρηση στους χώρους εργασίας της ασφάλειας του ανθρώπινου δυναμικού.
Ανάμεσα στους μάρτυρες θεατές εκείνου του ματωμένου Σαββάτου ήταν και ένα πρόσωπο το οποίο στιγματίστηκε τόσο από την εικόνα απόγνωσης του θανάτου των εργατών που άλλαξε, όταν ήρθε η ώρα, όλη την εργατική νομοθεσία της Αμερικής. Η Φράνσις Πέρκινς, η πρώτη γυναίκα Γραμματέας Εργασίας των ΗΠΑ. Μία γυναίκα που δεν ξέχασε τις γυναίκες που η ανάγκη της εργασίας τις έκανε μάρτυρες δουλείας εις το όνομα του κέρδους.



Πηγή: εδώ