Με την εισβολή των δυνάμεων του Άξονα, ο Αλκιβιάδης Λούλης ανέπτυξε πλούσια κοινωνική δράση ενισχύοντας με χρήματα και επιρροή την αντιστεκόμενη στον κατακτητή Ελλάδα. Με την επιβολή της τριπλής κατοχής, ήρθε στην θέση του γραμματέα στο Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα και επιδίωξε την επαφή με τους πρώτους οργανωμένους πυρήνες αντίστασης του ΚΚΕ. Ερχόμενος σε συνεννόηση με τον Σιάντο, περνά στο ΕΑΜ του οποίου τίθεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και αργότερα και πρόεδρος της Εθνικής Αλληλεγγύης. Ο Λούλης με το ευρύτατο δίκτυο γνωριμιών του στο εσωτερικό και εξωτερικό, με την σεμνή του φυσιογνωμία και τα άλλα κοινωνικά του χαρίσματα ενισχύει την επίδραση του ΕΑΜ εντός και εκτός των συνόρων.
Θα εκπροσωπήσει το ΕΑΜ σε πολλές διπλωματικές αποστολές στην Αγγλία, την Γαλλία και την Ρωσία και θα γνωρίσει πολλές διώξεις και φυλακές κατά την περίοδο 1944-1945. Φανατικά ταγμένος με τα συμφέροντα του λαού, ο Λούλης θα κρατηθεί από το 1947 μέχρι και το 1950 στην ΣΦΑ της Μακρονήσου όπου θα υποστεί μυριάδες εξευτελισμούς, ξύλο και βασανιστήρια. Η αμνηστία του Σοφούλη θα τον βρει και πάλι εκτός των τειχών της εξορίας. Αλλά και σε αυτούς τους τόσο δύσκολους μετεμφυλιακούς καιρούς ο Λούλης θα βρει τον τρόπο να υπηρετήσει όσο καλύτερα μπορεί την χώρα και τον λαό του.Το 1951 και μετά από συνομιλίες με το ΣΚΕΛΔ θα τεθεί υποψήφιος της ΕΔΑ στην περιφέρεια της Ηπείρου. Οι ταλαιπωρία της εξορίας και της φυλακής έχει όμως κλονίσει σοβαρά την υγεία του. Θα φύγει από την ζωή το 1953.
Αν υπάρχει ένα ορισμένο χαρακτηριστικό που θα πρέπει να εκτιμηθεί περισσότερο στην ζωή του Αλκιβιάδη Λούλη είναι αυτό. Υπήρξε άνθρωπος της αστικής πολιτικής σκηνής και αγαπημένο παιδί της εγχώριας αστικής τάξης. Παρόλα αυτά το εθνεγερτήριο σάλπισμα της Εθνικής Αντίστασης τον βρίσκει αηδιασμένο από τον ραγιαδισμό και τον οσφυοκαμπτισμό της τάξης αυτής μπροστά στους Ναζί. Αναγεννιέται θα λέγαμε ένας άλλος άνθρωπος που θα αφουγκραστεί τον πόνο ενός λαού, θα σκύψει πάνω από τα προβλήματά του με πραγματικό ενδιαφέρον και θα δεχτεί να ακολουθήσει τους λαϊκούς αγωνιστές μέχρι το τέλος του, μέσα από τις βαριές ήττες του 44, του 45 και του 49. Ο Λούλης που το 47 θα μπορούσε να δειπνεί με τους βασιλικούς ακολούθους, επέλεξε την Μακρόνησο, κι ήταν θα λέγαμε τούτη του η επιλογή συνειδητή.