"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Συνέντευξη με τον Κώστα Ντάλλα

Ο Κόκκινος Φάκελος βρέθηκε στο όμορφο χωριό Παλιάμπελο Ξηρομέρου. Στο καφενείο του χωριού συναντάμε τον κύριο Κώστα Ντάλλα, γνωστό αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και των μετακατοχικών χρόνων. Συστηνόμαστε και δεν αρνείται να μας παραχωρήσει μια μικρή συνέντευξη. Κατεβαίνουμε στα «λημέρια» του, ένα μικρότερο καφενείο λίγο πιο πέρα, με πλούσια σκιά. «Κι εσείς κομμουνιστές;» μας ρωτάει χαμογελαστός ο σερβιτόρος.

Ο κ. Κώστας ξεκινά να μας διηγείται. Το θυμικό του μας ανοίγει ένα παράθυρο σε εποχές δυσκολότερες, γεμάτες αγώνες και πάλη για την επιβίωση και την ζωή.


Η Εθνική Αντίσταση

«Ο τόπος έβγαλε πολλούς αγωνιστές», μας εξηγεί, « Εδώ από το χωριό μας ήτανε οι οικογένεια των Κατσαρών, οι Πακογιώργηδες και ‘μεις οι Νταλλαίοι. Το χωριό συμμετείχε ενεργά και στην αλληλεγγύη. Μαζεύαμε ρούχα και τρόφιμα και τα στέλναμε στους αντάρτες. Στην περιοχή είχαμε το Σύνταγμα 2/39 του ΕΛΑΣ. Συμμετείχαν οι Βαλτινοί και οι Ξηρομερίτες αντάρτες. Η έδρα του ΕΛΑΣ ήταν το χωριό Κωνωπίνα. Εκεί μαζεύαμε τα υλικά και τα διαχειρίζονταν η ΕΤΑ (Επιμελητεία του Αντάρτη). Γύρω η περιοχή ήταν γεμάτη Γερμανούς και η  μεταφορά ήταν πολύ δύσκολη. Εγώ είχα ακόμα τρία αδέλφια, τον Νίκο, τον Χρήστο και τον Μιχάλη. Ήταν και οι τρεις μεγαλύτεροί μου και αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εγώ το 1943 εντάχθηκα στην ΕΠΟΝ και έδωσα τον αγώνα μου από εκεί. Αργότερα πέρασα και στο ΚΚΕ». Ο κ Κώστας χαμογελάει περήφανα και μας  τονίζει. «Ξέρεις έχω την πιο παλιά κομματική ταυτότητα σε όλο το Ξηρόμερο.»

Επιστρέφουμε στην περίοδο της εθνικής αντίστασης. «Επικεφαλής του 2/39 Συντάγματος ήταν ο Παντελής Κατσαρός, υπήρξε μεγάλο στρατηγικό μυαλό και ήταν και αξιωματικός του τακτικού στρατού πριν την κατοχή. Στο ΕΑΜ επικεφαλής ήταν κάποιος με το ψευδώνυμο «Ροβεσπιέρος». Σταματάμε γιατί το όνομα μας είναι γνωστό. Ο επονομαζόμενος ως Ροβεσπιέρος υπήρξε πραγματικά σκληρός με τον λαό. Παράπονα έφθασαν στο Γενικό Αρχηγείο και τον Άρη και μια αποστολή κατέφθασε για να ελέγξει την κατάσταση. Η αποστολή έμεινε μερικές ημέρες στον τόπο και συνέταξε έναν αρκετά μεγάλο φάκελο βάση του οποίου ο Ροβεσπιέρος διαγράφηκε και αποπέμφθηκε από το ΕΑΜ. Κατά τα δεκεμβριανά έγινε γνωστός ως καταδότης της Intelligence Service και μεταπολεμικά εργάστηκε ως στέλεχος μεγάλης αγγλικής πολυεθνικής. «Ναι», μας λέει ο κύριος Κώστας, «υπήρξε άδικος και σκληρός ο Ροβεσπιέρος, για αυτό και τον έδιωξαν.»

Ζητάμε από τον κ. Κώστα να μας περιγράψει ένα μέρος της δράσης του στο πλευρό της ΕΠΟΝ. « Μια φορά την εβδομάδα, ή και συχνότερα άμα γίνονταν, ξεκινούσαμε από την πλατεία του χωριού (Παλιάμπελο) με τέσσερα φορτωμένα άλογα, γεμάτα σταφύλια. Κάτω στο καλάθι βάζαμε τα τρόφιμα και τα εφόδια και τα πηγαίναμε στην Κατούνα. Εγώ πήγαινα συνοδεία με τα άλογα. Το δυσκολότερο κομμάτι ήταν η τεράστια διαδρομή. Φεύγαμε πρωί και φθάναμε στο φυλάκιο της Κατούνας αργά το βράδυ. Εκεί αφού ξεφορτώναμε, έπρεπε να γυρίσουμε από την πίσω μεριά, την περιοχή της Νήσσας, για να μην μας δει καμιά περίπολος των Γερμανών. Μιλάμε για ώρες πορείας μέσα στο σκοτάδι…»

Ρωτάμε για την συμπεριφορά των Γερμανών στο Παλιάμπελο. « Οι Γερμανοί το ξέρανε που το χωριό είχε ταχθεί με το ΕΑΜ, και ξέρανε και τις οικογένειες των ανταρτών που ζούσαν μέσα σε αυτό. Μια μέρα ήρθαν εδώ και έψαχναν τα σπίτια. Εμείς βέβαια είχαμε ειδοποιηθεί και φύγαμε. Έτσι αφού δεν βρήκαν κανένα άρχισαν και καίγανε τις περιουσίες και τα σπίτια των ανταρτών. Το δικό μας το σπίτι γλίτωσε από τύχη. Το οίκημα ήταν ενωμένο στον ένα τοίχο με το διπλανό σπίτι που έμενε μια γριά. Εκείνη όταν είδε τους Γερμανούς βγήκε έξω και φώναζε και έλεγε πως εκείνη δεν είχε καμιά σχέση με τους αντάρτες και πως θα καεί και το δικό της το σπίτι. Έτσι οι Γερμανοί έβγαλαν όλες τις πόρτες και τα παραθυρόφυλλά μας και τα έκαψαν μαζί με το μαγειρείο της αυλής που ήταν μια ξύλινη καλύβα.. Έτσι γλίτωσε το σπίτι.»

Ο εμφύλιος

Ξεκινάμε διστακτικά, λόγω των πολλών δυσάρεστων αναμνήσεων, να ανοίξουμε τον φάκελο του Εμφυλίου. Ο κ. Κώστας μας ξεσκεπάζει αργά το δράμα που παίχτηκε στην περιοχή. « Καταρχήν για να έρθουμε σε επαφή με την οργάνωση έπρεπε να πάμε στο Αγρίνιο με το λεωφορείο. Την περίοδο 45-46 είχαν κατέβει όλοι κατσαπλιάδες δεξιοί και χίτες, που κρύβονταν και απειλούσαν και έδερναν. Πολλούς τους συλλάμβαναν και τους έστελναν με την χωροφυλακή στα δικαστήρια. Εκεί σου φτιάχνανε κατηγορίες πλαστές με πόρνες και συνεργάτες των Γερμανών σαν μάρτυρες, και σε στέλνανε στις εξορίες ή το απόσπασμα. Έτσι εκτέλεσαν και τον Παπαζέκο. Στην στάση του λεωφορείου έξω από το χωριό, την είχαν στημένη οι παρακρατικοί και περίμεναν να συλλάβουν τους υπόπτους. Εγώ πήγαινα μακριά, στην παρακάτω στάση από το πρωί, και έπαιρνα από εκεί το λεωφορείο για το Αγρίνιο. Το βράδυ επέστρεφα κανονικά κι εκείνοι τρίβανε τα μάτια τους. Αργότερα το 1946 αγρίεψαν κι άλλο τα πράγματα.»

Ρωτάμε για την δημιουργία και την δράση του Δημοκρατικού Στρατού στην περιοχή. « Εδώ το 1946 είχαμε το κίνημα του Ξηρομέρου. Μαζεύτηκαν οι κυνηγημένοι αντάρτες από όλο το Ξηρόμερο και με επικεφαλής τον Παντελή Κατσαρό και έναν δάσκαλο Λευκαδίτη ανέβηκαν στο βουνό Περγαντί. Δώσανε διάφορες μικρές μάχες, αλλά το Περγαντί ξέρεις πως είναι: γυμνό και άνυδρο. Το μόνο δάσος να αποκάμεις είναι μικρό σαν την αυλή που καθόμαστε. Τελικά έδωσαν μια μεγάλη μάχη σε ενέδρα της χωροφυλακής και σκόρπισαν να κρυφτούν στις γύρω περιοχές. Ο φουκαράς ο Κατσαρός κρύβονταν με τον αδερφό μου τον Χρήστο και έναν ακόμα αντάρτη ονόματι Καρούζο στην περιοχή της παραλίας της Ρούγας σε μια καλύβα. Μια μέρα βγήκανε για κυνήγι στην περιοχή οι χωριανοί Περέλης και Φούντας και μαζί τους ήταν κι ένας χωριανός μας από το χωρίο Άγιος Βασίλειος. Όταν τους είδανε να πλησιάζουν, ο Κατσαρός βγήκε και τους είπε ότι ήταν αντάρτες που κρύβονταν και ζήτησε απλά να τους μιλήσει. Ξέρετε, θα είχαν πάει να μιλήσουν οι άλλοι αν ο κυνηγός από τον Άγιο Βασίλειο δεν είχε φύγει επί τόπου να πάει στην χωροφυλακή. Τέλος πάντων, κινητοποιήθηκε ολόκληρη η χωροφυλακή της Βόνιτσας και των γύρω χωριών και τους περικύκλωσαν. Αυτοί ήταν τρεις χωρίς όπλα και τους σκότωσαν έτσι, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι… Τους θάψανε λίγο παραπέρα. Έτσι χάθηκε ο Κατσαρός κι έτσι έχασα και τον αδερφό μου…»

Ρωτάμε για τα υπόλοιπα αδέρφια της οικογένειας. «Τον αδερφό μου τον Νίκο τον πήρανε στην εξορία στην Μακρόνησο. Ήταν και στρατεύσιμος όπως κι εγώ και τον στείλανε στο ΒΕΤΟ (Β’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών) Εκεί πέρασε κι αυτός πολλά. Και ξύλο και στερήσεις. Ευτυχώς δεν ήταν στο ΑΕΤΟ (Α’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών) και δεν σκοτώθηκε με τους 300 στην χαράδρα. Τότε που σχηματίστηκε η Κυβέρνηση του βουνού (ΠΔΚ το 1947) τους στήσανε σε μια χαράδρα και τους θέρισαν με τα πολυβόλα... Εγώ στρατεύτηκα στο τέλος του 1950 στην Πελοπόννησο…»


Η περίοδος μετά τον εμφύλιο και η δικτατορία

Συνεχίζουμε την συνέντευξή μας με τον κ. Κώστα ρωτώντας τον για την μετεμφυλιακή περίοδο. « Τότε ξεκινήσαμε μια ομάδα αγωνιστών και κομμουνιστών που γλίτωσαν και στήσαμε σε πολύ δύσκολο κλίμα τα πρώτα γραφεία της ΕΔΑ στο Αγρίνιο. Εκεί συνάντησα και τον Νίκο Διαμάντη. Το κλίμα ήταν δύσκολο και οι απειλές και οι αντικειμενικές δυσκολίες πολλές και μεγάλες. Θυμάμαι τότε είχαν φτιάξει και τα ΜΕΑ και τα ΤΕΑ (Μονάδες και Τάγματα Εθνικής Ασφάλειας) και οι επικεφαλείς τους περιδιάβαιναν τα χωριά και έκαναν τους καμπόσους. Όταν έρχονταν στο Παλιάμπελο τους έστελναν απευθείας σε μένα για να με βάλουν στην θέση μου. Μια φορά καθόμασταν στην ταβέρνα του χωριού, εδώ πιο κάτω, και μπήκανε αυτοί μέσα με ύφος. Μας λέγανε ότι ο τόπος δεν είναι πλούσιος και δεν έχει αναπτυχθεί, γιατί εμείς οι χωρικοί είμαστε τεμπέληδες. Καταλαβαίνεις προκαλούσαν τον κόσμο. Μας έλεγαν πως στην Πελοπόννησο ο κόσμος είναι εργατικός και έχει γεωργική ανάπτυξη. Τότε εγώ σηκώθηκα απάνω και του είπα: « Μιλάτε για τα παράλια και την Πάτρα, εγώ υπηρέτησα πιο μέσα στην ορεινή Πελοπόννησο, εκεί ο κόσμος μιλάει ακόμα τσακώνικα και τρέφεται με χαρούπια.» Του είπα κι άλλα πολλά για την φτώχεια των αγροτών και τις αιτίες της και εκείνος δεν έβρισκε τι να απαντήσει. Έτσι τον έβαλα στην θέση του και δεν μας ξανάρθε. Μέχρι ένας δεξιός ανιψιός μου, που με άκουσε, είχε να το λέει τι περήφανα που ένιωσε εκείνη την μέρα.»

«Μετά ήρθε η δικτατορία. Ήρθανε μια μέρα του 1967, κάτι χωροφύλακες στο χωριό και κάνανε συλλήψεις. Έπιασαν εμένα, τον Τάσο Κατσαρό και τον Πακογιώργο. Μας έβαλαν σε ένα ΡΕΟ και μας μετέφεραν στο τμήμα Αγρινίου. Εκεί μας ρίξανε σε ένα μπουντρούμι και το άλλο πρωί μας μετέφεραν μαζί με όλους τους αγωνιστές, αριστερούς και δημοκράτες από τις γύρω περιοχές στην Αθήνα. Από τον τόπο μας πιάσανε και δύο χιλιάδες! Μας έμπασαν σε ένα πλοίο και μας πήγαν γραμμή στην Γυάρο. Ήμασταν χιλιάδες κρατούμενοι ο ένας πάνω στον άλλο. Η συμφόρηση ήταν τεράστια. Έμεινα εκεί τέσσερα χρόνια οπότε και με απελευθέρωσαν όταν για να αποσυμφοριστούν οι φυλακές, ο Παπαδόπουλος άφησε μερικούς να φύγουν.» Τον ρωτάμε για τις συνθήκες στην εξορία «Δύσκολες. Πολύ δύσκολες κακό φαγητό, αρρώστιες, τα περισσότερα έχουν γραφεί από αυτά. Ξύλο μόνο δεν είχαμε. Τα βασανιστήρια τα κάνανε στα υπόγεια των κρατητηρίων, στην Μπουμπουλίνας και το ΕΑΤ-ΕΣΑ. Στην Γυάρο δεν χτύπησαν όχι γιατί δεν ήθελαν αλλά γιατί εκεί δεν μπορούσαν. Ήμασταν χιλιάδες και οργανωμένοι, φοβήθηκαν και δεν μας πείραξαν…»

Αποχαιρετάμε τον κύριο Κώστα με ανάμεικτα συναισθήματα. Συγκίνηση για το κομμάτι αυτό της ζωής του μοιράστηκε μαζί μας, αλλά και μια βαθύτερη χαρά. Ο κύριος Κώστας είναι αγωνιστής και συνεχίζει. «Άντε!  Καλούς αγώνες!» μας λέει χαμογελαστός, και κατεβαίνει αργά τον δρόμο προς την πλατεία. Όπως τον βλέπουμε, δυο στοίχοι ξεπηδάνε στο μυαλό: « Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα, εμπρός ακόμα μια φορά…»
 
                                 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου