Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Mας άφησε ο Παναγίωτης Μακρής

«Έφυγε» από τη ζωή ο Παναγιώτης Μακρής, παλαίμαχος κομμουνιστής, αγωνιστής του εργατικού λαϊκού κινήματος, και δήμαρχος Καισαριανής επί σειρά ετών.

Η κηδεία του θα γίνει την Τρίτη στις 19.00 στο νεκροταφείο Καισαριανής και θα είναι πολιτική.

Τον Παναγιώτη Μακρή αποχαιρετά η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, η οποία σε ανακοίνωσή της σημειώνει:

«Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ με μεγάλη θλίψη αποχαιρετά τον παλαίμαχο αγωνιστή κομμουνιστή σ. Παναγιώτη Μακρή, που έφυγε σήμερα πλήρης ημερών, από τη ζωή.
Ο σ. Παναγιώτης Μακρής γεννήθηκε το 1917 στους Σχίνους (Μπισχίνι) Ολυμπίας, κατάγεται από πολυμελή αγροτική οικογένεια, η οποία κατά τη διάρκεια της Εαμικής Αντίστασης είχε ενεργό δράση.

Το 1935 τελείωσε το Γυμνάσιο Κρέσταινας Ολυμπίας. Από μαθητής ακόμη, συνδέθηκε με το κίνημα, και το 1935 γίνεται μέλος της ΟΚΝΕ και ξεκινάει να δουλεύει κομματικά στην περιοχή της Ζαχάρως. Το 1937 παίρνει μέρος στη Συνδιάσκεψη της Κομμουνιστικής Νεολαίας (ΟΚΝΕ) των Νομών Μεσσηνίας, Αρκαδίας και Λακωνίας, με θέμα την αντιμετώπιση του φασισμού. Δουλεύει δραστήρια, και πολύ σύντομα φτιάχνει τον πρώτο πυρήνα στην περιοχή. Την ίδια χρονιά ανεβαίνει στην Αθήνα, όπου εγκαθίσταται στην Καισαριανή, γίνεται μέλος του ΚΚΕ  και γράφεται στη Νυχτερινή Σχολή Ασυρματιστών στον Πειραϊκό Σύνδεσμο. Λίγο πριν την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο σ. Παναγιώτης Μακρής -με προτροπή της οργάνωσης- μετά από διαγωνισμό εισάγεται στη σχολή ασυρματιστών της αεροπορίας. Στη σχολή ανέπτυξε πρωτοπόρα δράση, και σύντομα δημιουργήθηκε ευρύς κύκλος αεροπόρων ενάντια στον φασισμό, με μεγάλη προσφορά στην ΕΑΜική αντίσταση του λαού και στον πόλεμο ενάντια στους κατακτητές.

Η κήρυξη του πολέμου τον βρήκε στην 13η Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας, όπου ο ίδιος έτυχε τιμητικής διάκρισης για επιτυχία απέναντι σε ιταλικό υποβρύχιο. Με την επίθεση των Γερμανών και την κάθοδό τους προς την Αθήνα, πρωτοστάτησε μαζί με άλλους αντιφασίστες στη διάσωση των αεροπλάνων. Χωρίς ανάπαυλα, συμμετείχε στη Μέση Ανατολή στις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο σ. Παναγιώτης Μακρής ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Αντιφασιστικής Οργάνωσης της Αεροπορίας (ΑΟΑ) στη Μέση Ανατολή. Συμμετείχε ενεργά στην Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση της Μέσης Ανατολής (ΑΣΟ), η οποία χτυπήθηκε από την κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου και κατόπιν από την κυβέρνηση Παπανδρέου και τους Εγγλέζους. Μαζί με χιλιάδες στρατιώτες, ναύτες, σμηνίτες, υπαξιωματικούς και αξιωματικούς, κλείστηκε στις φυλακές Αμπασιάς του Καΐρου και στα στρατόπεδα της Ερυθραίας. Τα Χριστούγεννα του 1945 επιστρέφει στην Αθήνα, και από το 1946 ως το 1948 δουλεύει στην οργάνωση του ΚΚΕ για τον ΔΣΕ.

Τον Απρίλη του 1948, ο σ. Παναγιώτης συλλαμβάνεται και οδηγείται στην ασφάλεια, όπου βασανίζεται. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει τον μακρύ δρόμο της εξορίας. Πρώτα εξορίζεται στον Εύδηλο της Ικαρίας, με την ένδειξη πάνω στην απόφαση «εκτόπιση και επικίνδυνος για δραπέτευση». Τον Οκτώβρη του 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο στον Τρίτο Κλωβό, και τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς -μαζί με άλλους 650 περίπου νεολαίους- μεταφέρεται στο Πρώτο Τάγμα. Έπειτα από φριχτούς βασανισμούς μεταφέρεται στο Νοσοκομείο της Μακρονήσου, για να επιστρέψει πάλι στο σύρμα, όπου θα βασανιστεί εκ νέου. Τον Αύγουστο του 1950 εξορίζεται στον Άη Στράτη, όπου εκεί δούλεψε σε όλη την κλίμακα της οργάνωσης. Τον Γενάρη του 1960 επιστρέφει με προσωρινή άδεια στην Αθήνα, και τοποθετείται Γραμματέας της ΚΟ της ΕΔΑ Καισαριανής. Τον Οκτώβρη όμως του ίδιου έτους, ξανασυλλαμβάνεται και στέλνεται στον Άη Στράτη. Τον Ιούνη του 1961 μετάγεται στο Νοσοκομείο Αθήνας μετά από το στρατόπεδο, όπου μετά από διάβημα διαμαρτυρίας αφήνεται ελεύθερος, και αναλαμβάνει πάλι γραμματέας της Οργάνωσης Καισαριανής.

Το 1964 εκλέγεται Δήμαρχος της Καισαριανής έως το 1967. Με το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη του 1967, συλλαμβάνεται από τη Χούντα και κλείνεται στον Ιππόδρομο, όπου από εκεί γίνεται η μεταγωγή του στα Γιούρα και μετά στο Παρθένι. Τα Χριστούγεννα του 1970 αποφυλακίζεται και δουλεύει στην παράνομη οργάνωση του Κόμματος. Το 1973 διέφυγε παράνομα στο εξωτερικό, και πήρε μέρος στο 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ, όπου εκλέχτηκε αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ, ιδιότητα που διατηρεί ως το 11ο Συνέδριο. Τον Αύγουστο του 1974 επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε κομματική δουλειά ως μέλος της ΚΟ της Καισαριανής, της Αχτιδικής Επιτροπής ανατολικών συνοικιών, και της ΕΠ της ΚΟΑ. Εκλέγεται Δήμαρχος Καισαριανής το 1975, το 1978, το 1982 και το 1986. Δούλεψε στον χώρο της Τοπικής Διοίκησης, και ήταν μέλος του Τμήματος της ΚΕ. Πήρε μέρος σε σειρά διεθνών συνδιασκέψεων και κινητοποιήσεων.

Ο σ. Παναγιώτης Μακρής στάθηκε ακλόνητος και αταλάντευτος απέναντι στις ατελείωτες διώξεις και βασανισμούς. Υπερασπίστηκε με όλες του τις δυνάμεις την κοσμοθεωρία μας, την πολιτική και το πρόγραμμα του ΚΚΕ, τον σοσιαλισμό,  κάτω από όλες τις συνθήκες και τους δύσκολους καιρούς. Συνέβαλε αποφασιστικά να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια διάλυσης του ΚΚΕ από τους λεγόμενους ανανεωτές το 1968 και αυτούς της περιόδου '89-'91.

Αποτελεί παράδειγμα δουλειάς για το δίκιο του λαού, δέθηκε με ισχυρούς δεσμούς με τους εργαζόμενους, τη νεολαία, και εξέφρασε το γνήσιο πατριωτισμό στη διάρκεια του πολέμου και της ΕΑΜικής αντίστασης στον χώρο των ενόπλων δυνάμεων. Κατόρθωνε ακόμη και στις δύσκολες συνθήκες των διώξεων, να επικοινωνεί, να συνδέεται με τον λαϊκό κόσμο. Αγάπησε τον τόπο του, δέθηκε με τον λαό και πάλεψε μαζί του. Με τη στάση του αναδείχτηκε σε πραγματικό σύμβολο της πόλης της Καισαριανής και των αγώνων της, ολόκληρου του λαϊκού κινήματος της χώρας μας.

Η ΚΕ του ΚΚΕ εκφράζει τα πιο θερμά της συλλυπητήρια στους οικείους του, στους συντρόφους του και συναγωνιστές του.

Η κηδεία του θα είναι πολιτική και θα γίνει την Τρίτη 28 Ιούλη  στις 7.00 μ.μ. από το Νεκροταφείο Καισαριανής».

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Νίκος Μπελογιάννης: Το αντάρτικο στην Πελοπόννησο

Ο Δημ. Στρατός στην Πελοπόννησο αντρώθηκε κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, πιο δύσκολες ίσως απ’ αυτές που συνάντησαν οι άλλες περιοχές της χώρας.

 Μια πρώτη δυσκολία στεκόταν το γεγονός ότι ο Μωριάς ήταν από παλιά το πιο γερό κάστρο της αντίδρασης και του φαυλοκρατικού παλαιοκομματισμού, και το λαϊκο-δημοκρατικό κίνημα, μετά την απελευθέρωση από τους γερμανούς, παρ’ όλο του το πλάτος, δεν είχε ακόμη καταχτήσει αποφασιστικά την πλειοψηφία του λαού. Εμπόδιο σ’ αυτό είχαν σταθεί και ορισμένες αδικαιολόγητες υπερβασίες, που διαπράχτηκαν στη διάρκεια της κατοχής.

 Άλλη δυσκολία βρισκόταν στο ότι με τη μεταβαρκιζιανή τρομοκρατία όλα τα ζωντανά και δυναμικά στοιχεία από τα περισσότερα χωριά κι από αρκετές πολιτείες σηκώθηκαν κι έφυγαν για την Αθήνα (πάνω από 15.000), αφήνοντας πέρα για πέρα ελεύθερο το πεδίο δράσης στις συμμορίες των λήσταρχων, που μαζί με τους ένοπλους φανατικούς χίτες και τους υπόλοιπους εξοπλισμένους δεξιούς των χωριών, έφταναν τις 12.000.

 Για τους λόγους αυτούς, η ανάπτυξη του αντάρτικού στην Πελοπόννησο στάθηκε στην αρχή κάπως δύσκολη και βασανιστική. Οι πρώτοι ένοπλοι καταδιωκόμενοι βασικά είχανε ν’ αντιμετωπίσουν δύο μεγάλα προβλήματα. Το πρόβλημα της συμφιλίωσης με τους φιλήσυχους δεξιούς και της απομόνωσης των τρομοκρατών, και το πρόβλημα της στρατολογίας.

 Μπορούμε να πούμε ότι και τα δύο μπήκαν εξαρχής σε σχετικά καλό δρόμο. Στο ζήτημα της συμφιλίωσης έλλειψαν οι αυταπάτες, σχετικά με τον τρόπο της πραγματοποίησής της εκείνη την εποχή. Το Σεπτέμβρη του’ 46, ένα συγκρότημα ανταρτών κύκλωσε ξαφνικά το μεσημέρι ένα χωριό της Μεγαλούπολης κι έπιασε όλους σχεδόν τους ενόπλους. Αφού τους πήρε τα όπλα, συγκέντρωσε όλους τους κατοίκους του χωριού, δήλωσε ότι δεν πρόκειται να πειράξει κανένα αν ζήσουν ήσυχοι και μονοιασμένοι και πάψουν να’ ναι όργανα των εχθρών του λαού, κι ύστερα μπροστά σ’ όλους έσπασε τα όπλα που είχαν παραδόσει οι δεξιοί. Με τον ίδιο τρόπο αιφνιδιάστηκαν μέσα σε λίγες μέρες αρκετά εξοπλισμένα χωριά σε διάφορες περιφέρειες της Πελοποννήσου. Αλλού χωρίς αντίσταση κι αλλού με μικροαντίσταση, αφοπλίστηκαν όλα, χωρίς να τιμωρηθούν ούτε εκείνοι που αντιστάθηκαν.

 Η τέτοια ταχτική είχε μεγάλον αντίχτυπο στις χιλιάδες των ένοπλων δεξιών, που ουσιαστικά εξουδετερώθηκαν. Ακόμα και αρκετοί από εκείνους που με την εμφάνιση των πρώτων ομάδων μας είχαν από φόβο καταφύγει στις πολιτείες, αρχίσανε να ξαναγυρίζουν στα χωριά τους. Έτσι απομονώθηκαν οι συμμορίες των τρομοκρατών κι ο αγώνας τώρα ενάντιά τους μπορεί να ήταν ακόμα πολύ σκληρός, αλλά πάντως ήταν πιο εύκολος από πρώτα, όταν οι συμμορίες στηρίζονταν στη μάζα των ένοπλων δεξιών και λίγο- πολύ και των άοπλων. Τέλος, η εξόντωση του Κατσαρέα υποχρέωσε τους περισσότερους ληστές να κλειστούν μέσα στις πολιτείες.

 Για τη λύση του προβλήματος της στρατολογίας, αποφασιστικό βήμα στάθηκε το χτύπημα της Σπάρτης και η απελευθέρωση των λαϊκών αγωνιστών. Από την περίοδο αυτή τα τμήματα του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο αντρώνονται κι αρχίζουνε να σημειώνουν μια σειρά αξιόλογες επιτυχίες, που κυριολεκτικά αναστάτωσαν τους μοναρχοφασίστες και τ’ αφεντικά τους. Πού οφείλονται αυτές οι επιτυχίες;
                                                                                     ***
Μια κύρια αιτία για αυτές τις επιτυχίες είναι η σωστή ταχτική που ακολούθησε το αντάρτικο στην Πελοπόννησο. Η ταχτική αυτή είναι καλά προσαρμοσμένη στις τοπικές συνθήκες και ιδιομορφίες και στηρίζεται στην αδιάκοπη κίνηση, τον ελιγμό και τον αιφνιδιασμό του αντίπαλου. Αντί να κολλήσουν κάπου και να τους βρίσκει όταν θέλει εκεί ο εχθρός, κινούνται και διεισδύουν αδιάκοπα στις πιο νευραλγικές εχθρικές περιοχές, υποχρεώνοντας τον εχθρό να τρέχει λαχανιασμένος από πίσω τους.

Άλλο χαρακτηριστικό της ταχτικής του αντάρτικου στην Πελοπόννησο είναι η προσεχτική εκλογή του στόχου και η συγκέντρωση πάνω σ’ αυτόν της πιο γερής και καλά οργανωμένης κρουστικής δύναμης, που μπορούνε να διαθέσουν. Γι’ αυτό και οι αποτυχίες τους, ακόμα και σε κατοικημένους τόπους, είναι ασήμαντες.

 Επίσης τρίτο χαρακτηριστικό της ταχτικής τους είναι η μαζική ενέδρα. Στον πόλεμο που κάνουμε σήμερα η ενέδρα στα χέρια μας αποτελεί ένα γερό όπλο και οι δυνατότητες που έχουμε σ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας είναι πολύ μεγάλες. Με την ενέδρα, όταν τη συνδυάσεις και με καλά μέτρα ασφαλείας, προξενείς στον εχθρό μεγάλη φθορά και παίρνεις λάφυρα, χωρίς να’ χεις ποτέ σοβαρές απώλειες. Παρ’ όλ’ αυτά, μέχρι σήμερα πολλές μονάδες μας υποτίμησαν πολύ αυτή τη μορφή πολέμου. Αντίθετα στην Πελοπόννησο μπαίνει στην πρώτη γραμμή. Εκεί τα τμήματά μας πολλές φορές λουφάζουν με πείσμα και υπομονή δύο και τρεις μέρες πάνω από τη δημοσιά, το υποχρεωτικό πέρασμα ή τη σιδηροδρομική γραμμή, περιμένοντας να φανεί η μοναρχοφασιστική φάλαγγα ή το τραίνο.

 Τέλος, κάτι άλλο που αξίζει ιδιαίτερα να τονιστεί είναι η πονηριά. Επανειλημμένα σχηματισμοί ανταρτών μεταμφιέστηκαν σε χωροφύλακες κι αιφνιδίασαν τους μοναρχοφασίστες μέρα μεσημέρι. Μια άλλη φορά πήραν ένα τηλέφωνο κι ενώνοντάς το με το τηλεγραφικό σύρμα στο δρόμο, πήραν σύνδεση με την Τρίπολη. Ζήτησαν αμέσως δήθεν βιαστικά τη διοίκηση της χωροφυλακής, είπαν (αυτός που τηλεφωνούσε), ότι είναι ο αρχηγός της Χ ενός γνωστού χωριού κι ότι στο χωριό τους μπήκαν αντάρτες. Σε λίγο μερικά αυτοκίνητα γεμάτα χωροφύλακες ξεκινούσαν από την Τρίπολη βιαστικά βιαστικά για ενίσχυση. Λίγο παραέξω τους είχαν στήσει καρτέρι οι αντάρτες και τους περιποιήθηκαν όλους. Αυτό το φιάσκο το’ παθαν αρκετές φορές οι μοναρχοφασίστες και κατάντησε στο τέλος να μην πιστεύουν κανένα, που τους ειδοποιούσε για μια εμφάνιση των ανταρτών, έστω κι αν αυτή ήταν σωστή.

Τέτοια παραδείγματα θα μπορούσαμε ν’ αναφέρουμε πάρα πολλά.
                                                                                      ***
 Δεύτερη βασική αιτία για τις βαθιές και γερές ρίζες που’ πιασε το αντάρτικο στην Πελοπόννησο είναι η σωστή πολιτική του και οι καλές σχέσεις του με το λαό. Δημιουργώντας όπου μπορούσαν τη λαϊκή εξουσία και συγχρόνως καίγοντας όπου μπορούσαν μέσα στις φωλιές του εχθρού τις τράπεζες, εφορίες, αγρονομεία, ειρηνοδικεία, χωροφυλακές κλπ, που τόσο τα μισεί ο κόσμος, έκαναν όλο το λαό να νιώσει το βαθύτερο λαϊκό επαναστατικό περιεχόμενο του αγώνα μας και να τον βλέπει με συμπάθεια.

Φροντίζουνε να μην επιβαρύνουν ή να μη ζημιώνουν άσκοπα το λαό. Πολλές φορές έτυχε σε αυτοκίνητα ή σε τραίνα να πιάσουν μαζί με τ’ άλλα λάφυρα και το μοναρχοφασιστικό ταχυδρομείο. Μέσα στην αλληλογραφία βρέθηκαν και επιταγές ή δολάρια, που’ στελναν έλληνες της Αμερικής σε φτωχούς συγγενείς τους. Αυτά τα ξανάκλειναν σε καινούργιο φάκελο και φροντίζανε να τα στείλουν ταχυδρομικώς στον παραλήπτη, που κατάπληχτος αλλά κι ευχαριστημένος έβλεπε να παίρνει τα λεφτά μέσω του Δημοκρατικού Στρατού.
                                                                                     ***
Μιλώντας εδώ για τα θετικά σημεία της δράσης του αντάρτικου στο Μωριά, πρέπει επίσης ιδιαίτερα να τονίσουμε τους αδιάσπαστους δεσμούς, που σφυρηλατούνται αδιάκοπα ανάμεσα στα στελέχη και στους απλούς μαχητές. Οι αντάρτες λατρεύουν τους διοικητές τους, μοιράζονται μαζί τους και τις χαρές και τις λύπες τους. Κι οι διοικητές δείχνουν μια απέραντη στοργή και φροντίδα για τους άντρες τους. Κάθε μαχητή τον θεωρούν σαν ένα πολύτιμο κεφάλαιο και ανάμεσα στ’ άλλα φροντίζουν ώστε στις επιχειρήσεις να’ χουν όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες.
                                                                                     ***
Το αντάρτικο στην Πελοπόννησο αντιμετωπίζει κι αυτό μεγάλες δυσκολίες στα πυρομαχικά και στο επιμελητειακό. Κάθε σφαίρα για να τη ρίξουν πρέπει να είναι βέβαιοι ότι θα πάρουν από τον εχθρό τουλάχιστον μια άλλη. Ο εχθρός για να δικαιολογήσει κι εκεί τις αποτυχίες του μιλάει, όπως παντού, για έξωθεν ενίσχυση κλπ. Όμως στις διαταγές επιχειρήσεων των τμημάτων μας της Πελοποννήσου θα συναντήσετε πάντοτε προς το τέλος και τις δύο γραμμές που γράφουν: Ανεφοδιασμός σε πυρομαχικά: Από τον εχθρό. Επιμελητεία: Από τον εχθρό.
                                                                                     ***
 Η αλήθεια είναι ότι για τα τμήματά μας της Πελοπονννήσου οι δυσκολίες όσο πάνε και γίνονται μεγαλύτερες. Το γεγονός όμως ότι μέχρι σήμερα τα κατάφεραν καλά, γεννάει τη βεβαιότητα ότι και τώρα θα τα καταφέρουν έτσι ώστε ν’ αποτελούν μια εξαιρετικά υπολογίσιμη δύναμη του ΔΣΕ, που αδιάκοπα αναπτύσσεται και κοντά στ’ άλλα ξεκουρελιάζει και τα μοναρχοφασιστικά παραμύθια για έξωθεν ενίσχυση κλπ.

Νίκος Μπελογιάννης 

Από το περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός» Ιούνης 1948 σελ. 201-202