Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Ομάδες Πολιτικών Επιτρόπων Πόλεων - Καρδίτσα


Ήδη από το Μάη του 1948, με διαταγή του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ καθιερώθηκε ο θεσμός των ομάδων πολιτικών επιτρόπων πόλεων (ΟΠΕΠ) και αργότερα της υπαίθρου. Με βάση τη διαταγή αυτή, σε κάθε περιοχή συγκροτήθηκαν τέτοιες ομάδες που, ανάλογα με την αποστολή τους, πήραν το όνομα της πόλης που προορίζονταν να δράσουν. Επρόκειτο για μικρές επίλεκτες ομάδες, κυρίως από παλιούς και έμπειρους αντάρτες που γνώριζαν καλά την περιοχή γύρω και μέσα στην πόλη, έχοντας επικεφαλής αξιωματικούς που στις περισσότερες περιπτώσεις, κατάγονταν από τη δοσμένη πόλη.

Διοικητικά οι ΟΠΕΠ υπάγονταν απ' ευθείας στη διοίκηση της πιο κοντινής Μεραρχίας του ΔΣΕ, η οποία τις καθοδηγούσε και σε πολλές περιπτώσεις, συντόνιζε τη δράση τους με τις γενικότερες επιδιώξεις της. Βασική αποστολή των ΟΠΕΠ είναι η δράση στα μετόπισθεν του αντιπάλου και ανάλογα με τις συνθήκες, παίρνει ποικίλες μορφές: Σαμποτάζ οχημάτων, τηλεφωνικού δικτύου, κρούσεις σε φυλάκια, συγκέντρωση πληροφοριών, συλλήψεις μεμονωμένων στρατιωτών, διοχέτευση προπαγανδιστικού υλικού κλπ.

Το καλοκαίρι του 1948, συγκροτούνται δύο ομάδες του ΠΕΠ Καρδίτσας. Στην πρώτη, ομαδάρχης τέθηκε ο Λάμπρος Φιλομούζης (Ταρζάν), οικοδόμος, στέλεχος της ΕΠΟΝ, ο οποίος είχε υπηρετήσει και στον ΕΛΑΣ. Στην δεύτερη που ήταν ολιγομελής και με ειδική αποστολή επικεφαλής ήταν ο Μανώλης Τολάκης (Φάνης), επίσης στέλεχος της ΕΠΟΝ, απόφοιτος γυμνασίου και εργάτης. Η ομάδα του Ταρζάν, από τη φύση της αποστολής της δεν άργησε να γίνει πολύ γνωστή για τη δράση της. Συχνά εισέρχονταν στην Καρδίτσα. Συγκρούονταν με περιπόλους του αντιπάλου, διέλυσε στρατιωτικά οχήματα και σε κάποιες περιπτώσεις συνέλαβε πληροφοριοδότες της Ασφάλειας τους οποίους εκτέλεσε έξω από την πόλη. Η ομάδα του Ταρζάν διενέργησε επίσης αρκετές τοιχοκολλήσεις υλικού του ΔΣΕ που προορίζονταν για φαντάρους των κυβερνητικών δυνάμεων. Μέχρι τον Απρίλη του 1949, η ομάδα αυτή, την πολύπλευρη δράση της, προκάλεσε πονοκέφαλο στις κυβερνητικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα ο επικεφαλής της να επικηρυχθεί για πολλά εκατομμύρια δραχμές.

Η άλλη ομάδα του Μ. Τολάκη, είχε ειδική αποστολή. Ο "Φάνης" με ένα -δυο μέλη της ομάδας του εγκαταστάθηκε στην Καρδίτσα. Στόχος και καθήκον της ομάδας του ήταν η μελέτη της διάταξης του αντιπάλου, η συγκέντρωση και αποστολή διαφόρων πληροφοριών που είχαν σχέση με τις κινήσεις των στρατευμάτων κτλ. Ο "Φάνης" μπόρεσε για αρκετούς μήνες να οργανώσει καλά τη δουλειά του και με διάφορες διασυνδέσεις ενημέρωνε τακτικά τη διοίκηση του ΔΣΕ για τη διάταξη και τις κινήσεις του αντιπάλου μέσα κι έξω από την Καρδίτσα. Η ομάδα του "Φάνη" με τη δουλειά της συνέβαλε κατά πολύ στην επιτυχία της επιχείρησης του ΔΣΕ στην πόλη της Καρδίτσας.

Το Φλεβάρη του 1949, ένας νεολαίος που είχε ορισμένη σχέση με την ομάδα του "Φάνη" αναγνωρίστηκε από στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού κοντά σε καταυλισμό τους, όπου είχε τοιχοκολλήσει προκηρύξεις. Πιάστηκε λίγο αργότερα και μετά από βασανιστήρια ομολόγησε τον χώρο που κρύβονταν ο "Φάνης". Ισχυρή δύναμη Χωροφυλακής πολιόρκησε το σπίτι που βρίσκονταν στη συνοικία στρατώνων και μετά από μικρή συμπλοκή ο "Φάνης" έθεσε τέλος στη ζωή του με ένα περίστροφο αφού είχε καταστρέψει μέρος του έντυπου υλικού. Με το θάνατο του "Φάνη" έλαβε τέλος και η δράση της ομάδας του. Στη συνέχεια η Χωροφυλακή διενήργησε εκτεταμένες συλλήψεις αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης εμπλεκομένων και μη. Τον Αύγουστο του 1949 πολλοί από τους συλληφθέντες πέρασαν από Έκτακτο Στρατοδικείο και εκτελέστηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο μικρότερος αδελφός του "Φάνη" Αποστόλης Τολάκης.

Ύστερα από αυτό το σοβαρό χτύπημα, έγιναν προσπάθειες για εγκατάσταση άλλης ομάδας στην Καρδίτσα με επικεφαλής τον Τέρη Μουντούρη, χωρίς όμως σοβαρά αποτελέσματα. Για την κάλυψη των αναγκών σε πληροφορίες χρησιμοποιήθηκε εντατικά η ομάδα του "Ταρζάν" και οργανώθηκαν μερικές ακόμη νυχτερινές αποστολές άλλων μικροομάδων στην πόλη. Η συγκέντρωση όλο και περισσόετερων κυβερνητικών δυνάμεων στην Καρδίτσα σε συνδυασμό και με τα δρακόντεια μέτρα που πάρθηκαν από την πλευρά των κυβερνητικών, κατέστησαν τώρα την συγκέντρωση και διοχέτευση πληροφοριών εξαιρετικά δύσκολη αν όχι αδύνατη. Η δράση του "Ταρζάν" έλαβε τέλος το Σεπτέμβρη του 1949, όταν όλα τα μέλη της πέρασαν στο βουνό ως αντάρτες του ΔΣΕ.


Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Η διαθήκη του Κώστα Καρμάλη

Ο Κώστας Καρμάλης υπήρξε αντάρτης του ΕΛΑΣ και μετέπειτα του ΔΣΕ στην περιοχή της Μακεδονίας. Μετά τη σύλληψή του από τις κυβερνητικές δυνάμεις στάλθηκε στις Φυλακές της Κέρκυρας και του Ιντζεδίν. Το 1955 μετεφέρθηκε στο νοσοκομείο εγκλείστων στην Αθήνα όπου του διαγνώστηκε καρκίνος των πνευμόνων σε τελικό στάδιο. Εκεί οι κυβερνητικές αρχές τον άφησαν να ξεψυχήσει στο υπόγειο του νοσοκομείου. To εξαιρετικό μαρτυριακό και βιογραφικό βιβλίο του Γιάννη Μωραΐτη παραθέτει την διαθήκη του. Το παραθέτουμε εδώ γιατί παρουσιάζει γλωσσικό και αισθητικό ενδιαφέρον.


"Στερνό καθήκο τ' ανθρώπου που φεύγει είναι να αφήκει τη διαθήκη του. Ε, μη με παρεξηγάτε για τις ελληνικούρες μου κάτι έμαθα κι εγώ τόσα χρόνια στο κουρμπέτ. Να πει τη στερνή του πεθυμιά. Ν' αφήκει διάτες και ευκές στα παιδιά και τ' αγγόνια του. Να ξομολογηθεί τις αμαρτίες του. Εγω νε παιδιά, νε αγγόνια... Το καρμελαίικο έσβησε. Ούλα τα κακά πέσαν απάνου του και το ξεκάμαν. Απόμεινε μονάχα η σειρά της αδερφής του πατέρα μου, που πήρε τ' όνομα του παπα-Θάνου. Κι εγώ ο γέρος, ένας ξέρακας σαν τον πλάτανο της αυλής μας. Ο πλάτανος, κατά πως έμαθα ξεράθηκε κι αυτός από τα χρόνια και τους βοριάδες. Κρατάνε λίγο μονάχα οι ρίζες του. Κακό τσεκούρι έκοψε τα κλωνάρια του και μολεμένη κόφτρα τον κορμό του. Δεν άφηκαν ούτε τα αποκοντράδια που κρέμαε ο σχωρεμένος ο παππούς μου τους καργιοφλιάδες του. Άιτε καπετάν Κωσταντή Κάρμαλε! Ουδέ σε σένανε ψίχα σέβας. Ξύπνα να δεις. Σαν ήμαν νιος έριχνα με τον ογκρά στο σημάδι, ν' ακούς τις μπαταριές και να φραίνεται η ψυχούλα σου. 

Έχω όμως φίλους γκαρδιακούς, σταυραδερφούς που φάγαμε αντάμα ψωμί, αλάτι και μπαρούτι. Αφήνω συγγενολόι μπόλικο και καλούς πατριώτες. 'Υστερα ούλοι όσοι κρατάνε σφυριά, αλέτρια, κασμάδες, δρεπάνια, μηχανές, γκλίτσες, κουπιά, όσοι βγάνουν το ψωμί τους με το μόχτο τους, είναι δικοί μου. Είναι ο λαός ο αθάνατος, που με γέννησε απ' τα σπλάχνα του, που τον αγάπησα, που ποτέ δεν το πρόσωσα και που για αυτόν τα έδωκα ούλα. Έχω και φίλους μακρινούς. Δυο λόγια θέλω να πω όσο δύνομαι. Και τις αμαρτίες μου να τις φωνάξω. Να τις φωνάξω σ' ούλον το ντουνιά προτού πεθάνω. Αχ, να 'χα τη φωνή που 'χα στα νιάτα μου! Και κείνα τα φτερά. Να ανεβοκατέβαινα κατακόρυφα στον Πίνδο. 

Ξομολόηση θε να κάνω όσο με παίρνει η ώρα. Όμως αυτά που θα ακούσετε θέλω να τα καταγράψετε. Και να τα φωνάξετε οι τρεις σας. Να τα φωνάξετε ολούθε. Τίποτα κρυφό μωρέ! Τίποτα! Ξάστερος ουρανός αστραπές δε σκιάζεται. Μην τηράτε που μ' έκοψε κιόλας ψιλός ιδρώτας. Έχω αντοχή. Θα την παλέψω τη σκύλα την αρρώστια. Θα την πολεμήσω. Και τη σκρόφα τη ζωή θα τη ζήσω όσο παίρνει. Ποτέ δε σήκωσα ψηλάτ αχέρια να πω πως παραδίνομαι. Τέτοιο χατίρι δεν έκαμα σε κανέναν. Ουδέ σε Τούρκους, ουδέ σε Βούργαρους, ουδές σε Γερμανούς, Ιταλούς και Ιγγλέζους. Ουδέ και σε Ρωμιούς. Να η πρώτη μεγάλη αμαρτία μου. Γράψε αδερφέ όσο βαστάνε τα χέρια σου. Γεράσαμε δα , γεράσαμε και τρέμουν τα έρμα μας. Άντε καρντάση, γράφε εσύ, νιότερος είσαι, ακόμα δεν άσπρισες ολότερα, πάρε χαρτί. Να θυμάσαστε τον Καρμάλη. Γιατί μα θες ζόρικο θα ναι για μένανε να ξεκόψω ντιπ καραντίπ από σας. Και πεθαμένο θέλω να μ' έχετε ανάμεσά σας. Μη δα άλλοι δεν πέθαναν πριν από μένα και τους κρατήσατε δίπλα σας ζωντανούς? 

Από την αφεντιά σου παπα-Θάνο που με ξέρεις πλιό, θέλω... Κάτσε ντε γιατί σηκώθηκες? Και τι γλέπω ? Κλαις? Ξάδερφε! Ταιριάζουν μωρέ σε άντρες οι κλάψες? ... Θέλω να τρέξεις ολούθε και να φωνάξεις τα στερνόλογα του Καρμάλη. Να τα μάθει το χωριό, ούλος ο ντουνιάς, γνωστοί κι άγνωστοι. Να τ' ακούσουν! Κι απέ ο πασάς ένας ας πράξει κατά συνείδηση. Σε βγάνω από τον κόπο να με κοινωνήσεις. Ας πάω ακοινώνητος. Σάματις θα μ' αναστήσεις? Ποιος μετάλαβε τον απόστολο Πέτρο σαν τον σταύρωσαν ανάποδα? Μη σκιάζεσαι. Δε θα βρικολακιάσω... Αν είναι δα για το καλό των ανθρώπων, ας βρικολακιάσω κιόλας. Ποτέ ας μην λιώσω. Τι λες? Φεύγεις παπα-Θάνο. Γιατί? Τόσο ήταν η βίζιτα? Μέχρι να πούμε δόξα ο Θεός, βοήθα Παναγιά μου ? 'Εκαμες τόσο δρόμο να  'ρθεις. Τρόμαξες να τ' αποφασίσεις ύστερα από ολόκληρα χρόνια. Και τώρα? Τι? Χμ, κατάλαβα. Με Βαρέθηκες. Είπα κι εγώ θα σε έχω συντροφιά μέχρι να κλείσω τα μάτια. Ας είναι το λοιπόν. Σωστός ο λόγος. Η καρδιά δεν αντέχει. Κι ούλα τα βάσανα και τα μαράζια του ανθρώπου απάνου της πέφτουν και τη σακατεύουνε. Να ήταν από πέτρα... Στις περιστάσεις που ζούμε εμείς γέροντα χρειάζονται πέτρινες καρδιές. Αλλά τι ανθρώποι θα ' μασταν τότε? Μόλο που κι οι πέτρες καμιά βολά ραίζουνε και δακρύζουν."