"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Η "Ελένη" του Νίκου Γκατζογιάννη και ο βόρβορος της ιστορικής ανακρίβειας - Μέρος 1ο


Η παρακάτω σειρά άρθρων αποτελεί αποτέλεσμα μιας ερευνητικής προσπάθειας του αγωνιστή, κομμουνιστή και μετανάστη στο Σίδνευ Αναστάση Τάκα, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο του "Αντι-Ελένη". Πέραν των προσωπικών του σχολίων, μέρος του βιβλίου του δημοσιεύθηκε στην προοδευτική εφημερίδα "Νέα Πορεία" που εξέδιδε το Σωματείο "Άτλας" του Σίδνευ στην Αυστραλία. Όμως ας ξεκινήσουμε από την αρχή. 

Ο Νίκος Γκατζογιάννης ή Νικ Γκαίηζ, είναι ένας ελληνοαμερικάνος συγγραφέας και δημοσιογράφος, που κατάγεται από το χωριό Λια της Μακεδονίας. Μεγάλωσε εκεί, με τον πατέρα του μετανάστη και μεγαλέμπορο στις ΗΠΑ, έως το 1948, όπου φυγαδεύτηκε από τη μητέρα του, στο κυβερνητικά κατεχόμενο κορμό της χώρας κι έπειτα στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε δημοσιογραφία. 

Ο Νίκος Γκατζογιάννης εργάστηκε για τους New York Times, των οποίων μάλιστα υπήρξε και πολεμικός ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή. Επέστρεψε στην Ελλάδα μεσούσης της Χούντας για να πραγματοποιήσει, μνημόσυνο στη μνήμη της μητέρας του και μετά τη Μεταπολίτευση εξέδωσε ένα βιογραφικό βιβλίο για την περίπτωση της εκτέλεσης της μητέρας του από το ΔΣΕ. 

Ο τίτλος του βιβλίου ήταν "Ελένη" και σύντομα μεταφράστηκε σε πολλές χώρες του κόσμου, έγινε ταινία και γνώρισε αρκετά μεγάλη επιτυχία. 

Ωστόσο, το βιβλίο του Γκατζογιάννη, πέρα από τον εμφανή αντικομμουνιστικό του χαρακτήρα, βρίθει ανακριβειών, ψεμμάτων και μπόλικων ερωτηματικών, για τη διαδικασία της συγγραφής του, το επιστημονικό της αποτύπωσης των μαρτυριών και τα ιστορικά γεγονότα που αυτό περιγράφει. Στο βιβλίο του "Αντι-Ελένη", ο Αναστάσης Τάκας, γνώστης της περιοχής και της ιστορίας του Λια, χαρακτηρίζει λίγο πολύ, τον Γκατζογιάννη, ως έμμεσο συνεργάτη της CIA και αμερικανόδουλο υπερασπιστή του καπιταλισμού. Εμείς θα αποφύγουμε συνειδητά τέτοιους χαρακτηρισμούς και θα εξετάσουμε μόνο την ιστορική αλήθεια του βιβλίου του.





Ερευνητικά ερωτηματικά


Βρισκόμαστε στο έτος 1977, τρία μόλις χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, περίοδος οξυμένων πολιτικών τάσεων, όπου μόλις το ΚΚΕ έχει νομιμοποιηθεί και οι φάκελοι της Ασφάλειας δεν έχουν ακόμα καταστραφεί ή "καταστραφεί", όπως θέλετε. Ένας ουσιαστικά ξένος στην Ελλάδα, ο Γκατζογιάννης έχει, όπως δηλώνει ο ίδιος, έρθει στη χώρα για να εκδικηθεί το θάνατο της μητέρας του, σκοτώνοντας τους δικαστές του ΔΣΕ που την καταδίκασαν. Έτσι ξεκινά να ερευνά. Τελικά δεν θα σκοτώσει κανέναν, απλώς θα γράψει ένα βιβλίο.

Πρώτο ερωτηματικό που προκύπτει εδώ, είναι πως το 1977, ο Γκατζογιάννης αποκτά ξαφνικά μια τεράστια, απεριόριστη πρόσβαση σε φακέλους της Ασφάλειας και του Υπουργείου Εσωτερικών του Ελληνικού Κράτους και μάλιστα απόρρητα. Πρόκειται για έγγραφα υψηλά διαβαθμισμένα, τα οποία παρέμεναν απολύτως κλειστά για οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο, φορολογούμενο πολίτη. Από τα έγγραφα αυτά, ο Γκατζογιάννης μαθαίνει τα ονόματα και τις διευθύνσεις των ανταρτοδικών της υπόθεσης της μητέρας του, όπως τον Αχιλλέα Λύκα, που έμενε τότε στην Κόνιτσα. Οι πληροφορίες αυτές, προφανώς και ευθέως παραπέμπουν σε φακέλους της Ασφάλειας και άρα απροσπέλαστους, από οποιονδήποτε "κανονικό" δημοσιογράφο ή ερευνητή. Το ερωτηματικό αυτό παραμένει αναπάντητο και ερμηνεύεται από τον Τάκα, ως κάποια παρέμβαση της CIA ή της Αμερικανικής Πρεσβείας, που επέτρεψε στον Γκατζογιάννη μια τέτοια πρόσβαση. Εμείς δεν θα προβούμε σε εκτιμήσεις χωρίς απόδειξη, όμως αναγνωρίζουμε αυτό το μεγάλο ερώτημα: Πώς ο Γκατζογιάννης είχε πρόσβαση και μάλιστα σε επικαιροποιημένα στοιχεία διαβαθμισμένων εγγράφων του Ελληνικού Κράτους;

Δεύτερο ερωτηματικό προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο ο Γκατζογιάννης αποτυπώνει τις συνεντεύξεις και τις μαρτυρίες, των ανθρώπων με τους οποίους μίλησε, για την υπόθεση της μητέρας του. Χαρακτηριστικό της απουσίας οποιασδήποτε επιστημονικής μεθόδου συλλογής μαρτυριών, αποτελεί, η διάνθιση των μαρτυριών με προσωπικές εντυπώσεις, οι οποίες πάντα είναι αρνητικές για τους πρώην αγωνιστές του ΔΣΕ. Για παράδειγμα, ο Γκατζογιάννης αναφέρει για το στρατηγό του ΔΣΕ Καλιανέση: "Μου θύμιζε ηλικιωμένο μπράβο συμμορίας"ή για τον αντάρτη Τάκη Κωτή, που αρνήθηκε ότι η μητέρα του Γκατζογιάννη βασανίστηκε αναφέρει: "Ήταν μικρόσωμος, καχεκτικός, ίδιο καρκατσέλι, ένα αποκρουστικό ανθρωπάκι".

Επίσης, και πάλι στο ζήτημα της συλλογής μαρτυριών, ο Γκατζογιάννης, που ισχυρίζεται ότι η μητέρα του βασανίστηκε πριν την εκτέλεσή της, από το ΔΣΕ, αποκαλύπτει ότι η μαρτυρία της συγκρατούμενης της μητέρας του, Ντίνας Βενέτη δεν επιβεβαίωσε κάποιο βασανισμό. Παρά του ότι δύο μαρτυρίες λοιπόν οδηγούν στο ότι ο ΔΣΕ δεν βασάνισε τη μητέρα του, ο Γκατζογιάννης επιλέγει συνειδητά, να εξάγει τα δικά του αυθαίρετα συμπεράσματα. 



Το σπίτι που μορφοποιήθηκε για τις ανάγκες του συγγραφέα



Ένα άλλο χωροταξικό ζήτημα προέρχεται από τον τρόπο που ο Γκατζογιάννης περιγράφει το πατρικό του σπίτι. Ο Γκατζογιάννης ισχυρίζεται ότι το πατρικό του σπίτι χρησιμοποιήθηκε από τον ΔΣΕ ως έδρα της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, τόπος εκτελέσεων, νεκροταφείο και προσέξτε το αυτό, κρατητήρια. Γράφει ο Γκατζογιάννης στην "Καθημερινή":"Όταν το ξαναφτιάχναμε, βρήκαμε θαμμένες βόμβες, χειροβομβίδες κι ένα πολυβόλο. Ίσως είναι αυτό με το οποίο έγιναν οι εκτελέσεις. Στον μικρό κήπο υπήρχε ομαδικός τάφος εκτελεσμένων." Παρόλα αυτά, στο διαδίκτυο υπάρχουν σήμερα φωτογραφίες του εν λόγω σπιτιού:




Με το εξωτερικό μπαλκόνι να έχει προφανώς προστεθεί μεταγενέστερα στο σπίτι, άποψή μας είναι ότι ένα τέτοιο επαρχιακό, αγροτικό σπίτι είναι αδύνατο να χώραγε: οπλοστάσιο της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, κοιτώνες των ανδρών της, τουαλέτες και λουτρά, γραφεία για τις υπηρεσίες της και όχι κρατητήριο, αλλά κρατητήρια αιχμαλώτων, καθώς παράλληλα να αποτελεί και νεκροταφείο και τόπο εκτελέσεων, που απαιτεί τουλάχιστον μήκος έξι μέτρων για τη βολή. Πρόκειται λοιπόν για μια κατάφορη παραβίαση του φυσικού νόμου του αδιαχώρητου. Επίσης, πιστεύουμε ότι ο κύριος Γκατζογιάννης, όταν θα διαμόρφωνε το σπίτι του ξανά, καθώς όπως λέει το βρήκε ερείπιο, θα κάλεσε ιατροδικαστή και τις σχετικές υπηρεσίες του κράτους, για την εκσκαφή των πτωμάτων του νεκροταφείου. Κάτι τέτοιο, το δίχως άλλο θα έβρισκε τη θέση του στον Τύπο, έστω και τον τοπικό. Κανένα σχετικό δημοσίευμα δεν υπάρχει σήμερα...



Η αμαύρωση της μνήμης και των αγώνων, των αδελφών Σκεύη



Στο βιβλίο του, ο Γκατζογιάννης αναφέρεται με τα μελανότερα των χρωμάτων στους αγωνιστές του ΕΛΑΣ και μέλη του ΚΚΕ, Σπύρο και Προκόπη Σκεύη, δασκάλους του χωριού Λια. Για τα αδέλφια, έναν εκ των οποίων χαρακτηρίζει αυθαίρετα παντελώς ως "τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο που γνώρισε στη ζωή του", ο Γκατζογιάννης γράφει ότι με το "γλύψιμο" του πατέρα τους στον μητροπολίτη της περιοχής πέρασαν στη Σχολή Βελλάς. Στο ζήτημα αυτό να κάνουμε μερικές διορθώσεις: Ο Σπύρος Σκεύης υπήρξε αριστούχος μαθητής και με τους βαθμούς του εισήχθη στη Σχολή Βελλάς, στην οποία μάλιστα, η εισαγωγή μαθητών περνούσε μέσα από το Διοικητικό Συμβούλιο της σχολής. 

Επίσης, ο Προκόπης Σκεύης ουδέποτε υπήρξε φοιτητής της Σχολής Βελλάς. Ενδεχομένως δεν είχε περάσει ποτέ απ' έξω. Συγκεκριμένα, ο Προκόπης Σκεύης φοίτησε στο Εθνικό Οικοτροφείο Αρρένων Φιλιάτων, από όπου εισήχθη το 1929, στο πεντατάξιο Διδασκαλείο Ιωαννίνων. Άποψη δε, του Αναστάση Τάκα, που προσωπικά γνώριζε τα δύο αδέλφια είναι ότι ουδέποτε, ο πατέρας τους Σόλης Σκεύης "φιλούσε κατουρημένες ποδιές", όχι για τα παιδιά του, αλλά για τον οποιονδήποτε.

Περαιτέρω, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι σε κάποια στιγμή, εντός του 1943, ο Προκόπης Σκεύης "είχε πέσει σε δυσμένεια στο ΚΚΕ" και τη θέση του στον τοπικό ΕΛΑΣ είχε αναλάβει, κάποιος Σλαβομακεδόνας με το ψευδώνυμο "Ινόης". Παρακάμπτοντας το γεγονός ότι ο τοπικός ΕΛΑΣ στη Μουργκάνα ουδέποτε είχε αξιωματικό με τέτοιο ψευδώνυμο, η αλήθεια είναι ότι ο Προκόπης Σκεύης, όχι μόνο δεν είχε πέσει το 1943 σε δυσμένεια, αλλά είχε αναλάβει την θέση τεράστιας ευθύνης, του νομαρχιακού γραμματέα του ΕΑΜ της περιοχής.

Ο Σπύρος Σκεύης, συνταγματάρχης του 15ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και ταξίαρχος του ΔΣΕ, σκοτώθηκε το Δεκέμβρη του 1948.

Ο Προκόπης Σκεύης, στέλεχος του ΚΚΕ και της Εθνικής Αντίστασης και μαχητής του ΔΣΕ, σκοτώθηκε το 1948.


Ο Σπύρος Σκεύης


Ο άγνωστος ΕΔΕΣ Βόρειας- Δυτικής Μακεδονίας



Σε άλλο σημείο του βιβλίου του Γκατζογιάννη γίνεται αναφορά σε μια μάλλον φανταστική μάχη ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ της περιοχής των Φιλιάτων. Ως γνωστόν, η παρουσία του ΕΔΕΣ στη Μακεδονία υπήρξε αμελητέα, ενώ ιδιαίτερα στη Βόρεια και Δυτική Μακεδονία ανύπαρκτη. Ωστόσο, εν έτη 1943 και πάντα κατά τον Γκατζογιάννη, ο τοπικός ΕΛΑΣ αποτραβιέται από την περιοχή του Λια, για περίπου έναν μήνα, καθώς ο ΕΔΕΣ, με επικεφαλής τον ταγματάρχη Σαράντη νικά κατά κράτος τον ΕΛΑΣ. 

Το περίεργο στην υπόθεση αυτή είναι καταρχήν το γεγονός ότι η παραπάνω σύγκρουση δεν έχει καταγραφεί ποτέ και πουθενά, παρά μόνο στο βιβλίο του Γκατζογιάννη. Η μάχη δεν τοποθετείται στρατιωτικά ή χρονικά σε καμιά γνωστή σύγκρουση ή επιχείρηση των δύο αντάρτικων στρατών, ενώ ούτε ο ίδιος ο Θεόδωρος Σαράντης αναφέρει κάτι σχετικό στα βιβλία του. 



Η προσπάθεια αμαύρωσης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ



Στο βιβλίο του Γκατζογιάννη γίνεται μια εκτενέστατη απόπειρα αμαύρωσης της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, που αγγίζει τα όρια του ακραίου, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας εμπίπτει, άθελά του, σε πολλές και διάφορες αντιφάσεις, τις οποίες θα δούμε αναλυτικά. Πάντως, η αντίληψη του συγγραφέα για το έργο και τις ημέρες του Εθνικοαπελευθερωτικού Μετώπου εξαντλείται περίπου στο τρίπτυχο: Εκτελέσεις- Κλοπές- Τρομοκρατία.

Ας ξεκινήσουμε από τα όπλα του ΕΛΑΣ. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου (σελ 111), ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι το ΕΑΜ "μάζευε το τυρί των χωρικών και το πουλούσε στη μαύρη αγορά, από την οποία αγόραζε όπλα" (και το γνωρίζει αυτό αν και τότε ήταν μόλις τεσσάρων ετών). Πρόκειται για κατάφωρο ψέμα, καθώς ο ΕΛΑΣ είναι γνωστό πως αποκτούσε τον οπλισμό του, από τα όπλα που καταλάμβανε στις μάχες, αλλά όπως το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, έτσι και ο Γκατζογιάννης παραδέχεται στη ίδια σελίδα, ότι όταν ο ΕΛΑΣ θα κυρίευε κι άλλα όπλα, θα καλούσε και άλλους άνδρες από το χωριό, που ήθελαν να πολεμήσουν. 

Πιο πριν, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ είχαν ως πρώτη τους δουλειά "να ξεκαθαρίσουν τους συνεργάτες των κατακτητών και τους προδότες, γοργά και αδυσώπητα". Αν και ο Γκατζογιάννης δεν θα έπρεπε να έχει αντίρρηση με την εκκαθάριση των συνεργατών του κατακτητή, ο οποίος δεν μνημονεύεται καν στο βιβλίο του, λες και η χώρα δεν πέρασε τρία χρόνια κάτω από τη μπότα του κατακτητή, ωστόσο, ο παππούς του, που αναφέρεται ως "φιλοβασιλικός" δεξιός και εκδήλωνε τα φιλικά του αισθήματα, κατά την υποτιθέμενη περίοδο που ο Λιας βρισκόταν υπό την κατάληψη του ΕΔΕΣ, έμεινε απείραχτος όταν το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ θεωρητικά επανακατέλαβαν το χωρίο.

Σε άλλο σημείο, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι λόγω του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, "οι χαράδρες είχαν γεμίσει με πτώματα, κόσκινο από τις σφαίρες", τα οποία μάλιστα τα γνώριζε και ως τετράχρονο αγόρι. Θυμίζουμε ότι ο ΕΛΑΣ είχε το 1943 σοβαρό πρόβλημα πυρομαχικών και μέτραγε, ακόμα και στις μάχες, την κάθε σφαίρα που χρησιμοποιούσε. Όμως ακόμα κι αν για κάποιο λόγο, ο "τρομοκράτης ΕΛΑΣ του Λια" διέθετε άφθονα πυρομαχικά ώστε να τα χρησιμοποιεί για μαζικές εκτελέσεις, μένει ανεξήγητο το πώς η τρομοκρατία που επέβαλε στην περιοχή οδηγούσε σύσσωμο σχεδόν το χωριό του Γκαζογιάννη το πλευρό του. Μάλιστα ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει ότι κατά την απελευθέρωση του χωριού: "οι φαμίλιες, με την ξεγνοιασιά του ελεύθερου ανθρώπου, ετοίμαζαν τις σούβλες και καθάριζαν τα εντόσθια για το κοκορέτσι" προκειμένου να γιορτάσουν την είσοδο του ΕΛΑΣ. Επίσης, πιο κάτω, ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει ότι σύσσωμο πάλι το χωριό παρακολουθούσε τις ομιλίες του ΕΑΜ, στο αλώνι, εν έτη μάλιστα 1944. 

Άλλο σημαντικό υπολογιστικό λάθος στα "εγκλήματα του ΕΛΑΣ" στο χωριό που στήριξε το ΔΣΕ έως το 1949 εντοπίζεται σε κάποιο αληθινό ή φανταστικό περιστατικό ανάκρισης ορισμένων χωριανών από τον ΕΛΑΣ. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο ΕΛΑΣ είχε το 1943 συλλάβει τους χωρικούς:

  • Βασίλη Στρατή.
  • Κίτσο Χαϊδή (παππού του συγγραφέα)
  • Γιώργο Μουκουβάλα.
  • Βαγενά.
Οι συλληφθέντες μεταφέρθηκαν, όπως αναφέρει στο σχολείο του χωριού για ανάκριση. Μετέπειτα, ανάμεσα στους ανακρινόμενους εμφανίζονται ακόμη 25 κρατούμενοι, αγνώστων στοιχείων, οι οποίοι ήταν μάλιστα "από άλλο χωριό". Τα βασανιστήρια είναι δε τόσο φρικτά, που ο ΕΛΑΣ διατάζει τους κατοίκους να τραγουδούν δυνατά τον ύμνο του για να καλύψει τις φωνές τους (με τη γνωστή τεχνική του Μανιαδάκη, παραδόξως). Ωστόσο, τέτοια είναι η έκταση των βασανιστηρίων, που όπως αναφέρει ο συγγραφέας, μόνο οι Βασίλης Στρατής και Γιώργος Μουκουβάλας αφήνονται από το κρατητήριο, με μερικούς μώλωπες, ενώ οι Χαϊδής και Βαγενάς αφήνονται απείραχτοι... Τελικώς οι άλλοι 25 κρατούμενοι είναι άγνωστο στο συγγραφέα τι απέγιναν; Είναι άγνωστο και στους χωρικούς και πιθανότατα, γιατί ποτέ δεν υπήρξαν, αλλά εμφανίστηκαν στη φαντασία του συγγραφέα, που τότε θυμίζουμε ήταν μόλις τεσσάρων. 


Συνεχίζεται




Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ιστορικός πατριωτισμός της Χρυσής Αυγής


Πόσο πατριώτες είναι οι φασίστες; 


Το παραπάνω ερώτημα δεν χρειάζεται μεγάλη ιστορική ανάλυση αλλά αρκεί μια ματιά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, αλλά και ολόκληρου του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Ωστόσο, εκεί εξώ υπάρχουν ακόμα φωνές που διατείνονται για το αντίθετο. Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από τα ντοκουμέντα της Δίκης της Χρυσής Αυγής και αποτελεί πνευματικό παιδί, του Ν. Μιχαλολιάκου. Πρόκειται για μια ιστορική ανάλυση, βγαλμένη ακριβώς μέσα από το σκοτάδι της καρδιάς του ναζιστικού φιδιού, που αφορά στη Μάχη της Κρήτης ενάντια στο ναζί κατακτητή. Ας δούμε λοιπόν πως αναλύεται ο τιτάνιος αγώνας του Κρητικού λαού.

«1987 1941: Σαρανταέξι Χρόνια από τις φονικότατες μάχες στο νησί που δίκαια χαροκτηρίστηκε σαν το "κλειστό σταυροδρόμι" της Μεσογείου, τον τόπο δηλαδή, που πολλά "εισέρχονται" και τίποτα δεν "βγαίνει", ή τουλάχιστον "βγαίνει" όταν δεν είναι η ώρα του.

Φαίνεται πως ο "μύθος" του Μίνωα και του Μινώταυρου έχει οριοθετήσει την μοίρα του νησιού, τόσο στον τύπο, όσο και στην ουσία, τόσο στο "ένδυμα" όσο και στην "ψυχή" του. Μονάδες του Ελληνικού στρατού, βρέθηκαν στο πλευρό των Αγγλων της ιντέλλιτζενς και του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Πολεμούσαν, πιστεύοντας πως, κατά βάθος, έρχονταν πίσω τους η ατέλειωτη Βρετανική αυτοκρατορία. Πόσο ενάντιοι ήσαν οι Ελληνες τότε στο Γ Ράιχ;

Αντιπαρερχόμενοι τις πρόσφατες τότε ιστορικές συγκυρίες, παρατηρούμε τα εξής: Πρώτον, τον παρέλκυσμα τμημάτων των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τις Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Στο σημείο αυτό, πρωτεύοντα ρόλο έπαιξαν οι άνθρωποι ταυ παλατιού, οι οποίοι, χειροπάδαρα δεμένοι στο Βρετανικό άρμα εξετέλεσαν κατά γράμμα τις εντολές των πατρόνων τους. Η άσκοπη θυσία πολλών νεαρών Ελλήνων, που από αφέλεια τους ακολούθησαν, φυσικά δεν τους ενδιέφερε. Εκείνο που προείχε, ήταν να ικανοποιηθούν οι ισχυροί προστάτες, οι οποίοι, κάποτε θα τους αντάμειβαν.

Δεύτερον, την μακρόχρονη και σαφή δράση των πρακτόρων και πρακτορίσκων των δυτικών συμμάχων στο "κλειστό αυτό σταυροδρόμι". Εκμεταλλευόμεναι την de φάκτο αγγλόφιλη και συνάμα αντιγερμανική τοποθέτηση και παράδοση του νησιού αυτού κυρίως λόγω Βενιζέλου, είχαν προετοιμάσει τέλεια τα έδαφος για ολόπλευρη και συνεχή αντίδραση κατά των Γερμανών. Οι αφελείς Κρήτες, εύκολα έπεσαν θύματα στον Δούρειο ίππο του αντιγερμανισμού. 'Ηδη, από τις πρώτες ώρες των επιχειρήσεων, αναφέρονται περιστατικά εκτελέσεως αιχμαλώτων Γερμανών αλεξιπτωτιστών από τους "οπλαρχηγούς" και τους εκ του ασφαλούς πάντοτε, πολέμαρχους μαχαιροβγάλτες.

Πόσο εύκολη επιχείρηση ήταν η κατάληψη της Κρήτης; Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, πως οι αμυνόμενοι, ήσαν πολλαπλάσιοι, πλέον του ότι ευνοούνταν από τον περιβάλλοντα χώρο. Είναι εξ ίσου αναμφισβήτητο, το ότι με τα δεδομένα τεχνικής υποστηρίξεως των πρώτων ημερών του πολέμου, η από του αέρος κατάληψις ενός τέτοιου στόχου, άγγιζε τα όρια του εξωπραγματικού. Οι επιτιθέμενοι όμως, τα κατάφεραν. Εις πείσμα των περιστάσεων, των μακρόχρονα στημένων σκηνικών, και των σάπιων συμφερόντων της Βρετανικής τότε υπερδυνάμεως, ο αγκυλωτός σταυρός, υψώθηκε εκεί που δεν τον ήθελαν... Και ο Βρετανικός στόλος και ο Βρετανικός στρατός, που από τον Αύγουστο του 1940 παραθέριζαν στα Κρητικά παράλια, πήραν το δρόμο του γυρισμού, για πάντα. Τίμημά τους ο αργός θάνατος, ο θάνατος εκείνου που ακολουθεί χωρίς να βλέπει τον "Αγνωστο αφέντη".

Εκεί κοντά στο Μάλεμε, υπάρχει η τελευταία κατοικία, εκείνων που αψήφισαν τις εξωτερικές πραγματικότητες και νίκησαν. Αναγνωρίζοντας την πραγματική εικόνα και σημασία των γεγονότων της εποχής εκείνης, τους απευθύνουμε έναν ακόμη Χαιρετισμό.

Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι ο "εξτρεμισμός" της Χρυσής τομής».



Αυτή, όσο καλά και αν επιχειρείται να κρυφτεί, είναι η σχέση  των νεοναζί συμμοριών με τον πατριωτισμό και αυτή είναι η ιστορική τους ανάλυση. Ακριβώς, όπως ο αρχιγός τους είπε, είναι στην ουσία τους, η σπορά των ηττημένων του 1945. Και τούτες οι θέσεις, δεν απέχουν πολύ από τις θέσεις γνωστών ακαδημαϊκών που μιλούν σήμερα για "γερμανικό ιπποτισμό" που φθάρηκε λόγω της βίας των Κρητικών.