"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Γρηγόρης Ριζόπουλος


Σήμερα αποχαιρετήσαμε τον φίλο Γρηγόρη Ριζόπουλο, νέοι και γέροι, καλλιτέχνες, εργαζόμενοι, φίλοι, σύντροφοι και συναγωνιστές.

Σε αποχαιρετάμε και από εδώ με τις δέκα συγκλονιστικές αράδες του Τάσου Μανωλίτση:

"Ο Γρηγόρης δεν πέθανε. Πέρασε απέναντι στο νησί, με το βράχο στην πλάτη, συνεχίζοντας τον αγώνα για να μην υπάρξουν ποτέ ξανά Μακρονήσια"


Καλό σου ταξίδι.




Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Οι νεκροί της Χούντας των Συνταγματαρχών


Είτε είναι με τις σφαίρες των ακροβολισμένων αστυνομικών, είτε με το μαχαίρι του παρακρατικού, είτε με το γκλομπ των δυνάμεων καταστολής, είτε ακόμα δεμένους σε ράγες τραίνων, ή σε εκτελεστικά αποσπάσματα, η αλήθεια είναι ότι ο καπιταλισμός δολοφονεί. 

Οι δικτατορίες δε, ως αυταρχικότερος καπιταλισμός δολοφονούν, σε κλίμακα ευρύτερη και αγριότερη.

Σήμερα, παραμονές του Πολυτεχνείου, και μετά από σειρά επεισοδίων στο γνωστό ναζιστικό σόου, με το θάνατο του Κατσιφά και την απόπειρα να κρεμαστούν ναζιστικά σύμβολα έξω από το Πολυτεχνείο, καλούμαστε για μια ακόμα φορά να αποδείξουμε το αυτονόητο: Η Χούντα των Συνταγματαρχών δολοφόνησε ανθρώπους. 

Για μια ακόμη φορά τα διάφορα νεοναζιστικά και εθνικιστικά blog και site απλώνουν την "κόπρο του Αυγεία" στο διαδίκτυο επιχειρώντας να ισχυριστούν ότι αφενός το Πολυτεχνείο δεν είχε νεκρούς, καθώς, κατά το γελοίο του επιχειρήματος, οι νεκροί λέει δεν δολοφονήθηκαν εντός του χώρου της εξέγερσης, αλλά στους δρόμους της πόλης. 

Από τη δική μας μεριά, δεν θα ασχοληθούμε με την αποδόμηση της αθλιότητας, καθώς αυτή όντας άθλια από τη φύση της, δεν χωρά πολλών και εκτενών συζητήσεων. Από τη μεριά μας, θα θυμίσουμε πως και ποιους η Χούντα των Συνταγματαρχών δολοφόνησε, όχι μόνο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά και καθ' όλη την "εθνοσωτήριο" δράση της. 


Οι 24 επίσημοι νεκροί του Πολυτεχνείου



Αργυροπούλου Αικατερίνη σύζυγος Αγγελή, 76 ετών, κάτοικος Κέννεντυ και Καλύμνου, Άγιοι Ανάργυροι Αττικής. Στις 10.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της, τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρα. Διακομίστηκε στην κλινική «Παμμακάριστος» (Κάτω Πατήσια), όπου νοσηλεύτηκε επί ένα μήνα και κατόπιν μεταφέρθηκε στο σπίτι της, όπου πέθανε συνεπεία του τραύματος της μετά από ένα εξάμηνο (Μάιος 1974).

Γεριτσίδης Γεώργιος του Αλεξάνδρου, 47 ετών, εφοριακός υπάλληλος, κάτοικος Ελπίδος 29, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 12.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του στα Νέα Λιόσια, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά που διέσχισαν τον ουρανό του αυτοκινήτου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.

Θεοδώρας Δημήτρης του Θεοφάνους, 5 1/2 ετών, κάτοικος Ανακρέοντος 2, Ζωγράφου. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ διέσχιζε με τη μητέρα του τη διασταύρωση της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας με τη λεωφόρο Παπάγου στου Ζωγράφου, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά στρατιωτικής περιπόλου με επικεφαλής αξιωματικό (πιθανόν ο ίλαρχος Σπυρίδων Σταθάκης του Κ.Ε.Τ/Θ), που βρισκόταν ακροβολισμένη στο λόφο του Αγίου Θεράποντος. Εξέπνευσε ακαριαία και όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο των Παίδων, απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Καραγεώργης Στυλιανός του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 10.15 το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στην οδό Πατησίων, μεταξύ των κινηματογράφων «ΑΕΛΑΩ» και «ΕΑΛΗΝΙΣ», τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου που έριξε εναντίον τους περίπολος πεζοναυτών που επέβαινε ενός τεθωρακισμένου οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου πέθανε μετά από 12 μέρες, στις 30.11.1973.

Καράκας Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί), 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, ταχυδακτυλουργός, κάτοικος Μύρων 10, Άγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ βάδιζε με τον 13χρονο γιο του στη διασταύρωση των οδών Χέϋδεν και Αχαρνών, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από ριπή μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε απευθείας στο νεκροτομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Καραμανής Μάρκος του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Χίου 35, Αιγάλεω. Στις 10.30 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα πολυκατοικίας επί της πλατείας Αιγύπτου 1, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Νίκος Λυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Μεταφέρθηκε στην κλινική «Παντάνασσα» (πλατεία Βικτωρίας), όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Κολινιάτης Ευστάθιος, 47 ετών, από τον Πειραιά, κάτοικος Νικοπόλεως 4, Καματερό Αττικής. Χτυπήθηκε στις 18.11.1973 από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων πέθανε στις 21.11.1973.

Κομνηνός Διομήδης του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.30 και 21.45, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ & Μάρνη, τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά από πυρά που έριξαν εναντίον του άνδρες της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (όπως λεγόταν τότε το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο).

Κοντομάρης Σπυρίδων του Αναστασίου, 57 ετών, δικηγόρος (πρώην βουλευτής Κερκύρας της Ένωσης Κέντρου), κάτοικος Αγίου Μελετίου, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 20.30-21.00, ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση οδών Γεωργίου Σταύρου & Σταδίου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Κούμπος Ανδρέας του Στέργιου, 63 ετών, βιοτέχνης, από την Καρδίτσα, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Γύρω στις 11.00 με 12.00 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Γ' Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, τραυματίστηκε στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και τέλος στο Κ.Α.Τ., όπου και πέθανε στις 30.1.1974.

Κυριακόπουλος Δημήτριος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, από τα Καλάβρυτα, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Κατά τις βραδινές ώρες της 16.11.1973 ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια και στη συνέχεια χτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, με αποτέλεσμα να πεθάνει από οξεία ρήξη αορτής τρεις ημέρες αργότερα, στις 19.11.1973, ενώ μεταφερόταν στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ.

Μαρίνος Σπύρος του Διονυσίου, επονομαζόμενος Γεωργαράς, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Πεντέλης, όπου πέθανε τη Δευτέρα, 19.11.1973, από οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου στις 9.9.1974, έγινε τελετή στη μνήμη του.

Μαρκούλης Νικόλαος του Πέτρου, 24 ετών, εργάτης, από το Παρθένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια, Αθήνα, εργάτης. Κατά τις πρωινές ώρες της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στην πλατεία Βάθης, τραυματίστηκε στην κοιλιά από ριπή στρατιωτικής περιπόλου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε τη Δευτέρα 19.11.1973.

Μικρώνης Ιωάννης του Αγγέλου, 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Άνω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Χτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.

Μιχαήλ Σωκράτης, 57 ετών, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.00 και 22.30, ενώ βρισκόταν μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας και Σόλωνος, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί απόφραξη της αριστεράς στεφανιαίας. Μεταφέρθηκε ημιθανής στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. (F Σεπτεμβρίου), όπου και πέθανε.

Μπεκιάρη Βασιλική του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, από τα Αμπελάκια Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Μεταγένους 8, Νέος Κόσμος. Στις 12.00 το μεσημέρι της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της, τραυματίστηκε θανάσιμα στον αυχένα από πυρά. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και στη συνέχεια στον «Ευαγγελισμό», όπου πέθανε αυθημερόν.

Μυρογιάννης Μιχαήλ του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.

Παντελεάκης Κυριάκος του Δημητρίου, 44 ετών, δικηγόρος, από την Κροκέα Λακωνίας, κάτοικος Φερρών 5, Αθήνα. Στις 12.00 με 12.30 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, τραυματίστηκε θανάσιμα από πυρά διερχομένου άρματος μάχης. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου και πέθανε στις 27.12.1973.

Παπαθανασίου Αλέξανδρος του Σπυρίδωνος, 59 ετών, συνταξιούχος εφοριακός, από το ΚεράσοΒο Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Νάξου 116, Αθήνα. Στις 13.30 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε με τις ανήλικες κόρες του στη διασταύρωση των οδών Δροσοπούλου και Κύθνου, απέναντι από το ΙΣΤ' Αστυνομικό Τμήμα, βρέθηκε εν μέσω πυρών, προερχομένων από τους αστυνομικούς του Τμήματος, με αποτέλεσμα να πάθει συγκοπή. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Παπαϊωάννου Δημήτριος, 60 ετών, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, κάτοικος Αριστομένους 105, Αθήνα. Γύρω στις 11.30 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Ομονοίας, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του, συνεπεία εμφράγματος.

Σαμούρης Γεώργιος του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 γύρω στις 24.00, ενώ βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου (Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων), τραυματίστηκε θανάσιμα στον τράχηλο από πυρά της αστυνομίας. Μεταφέρθηκε στο πρόχειρο ιατρείο του Πολυτεχνείου, όπου απεβίωσε. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Χαμουρλής».

Σπαρτίδης Αλέξανδρος του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 10.30 με 11.00 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Νίκος Λυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Με διαμπερές τραύμα μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του.

Τόριλ Μαργκρέτα Ενγκελαντ, 22 ετών, φοιτήτρια από το Μόλντε της Νορβηγίας. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και αργότερα, νεκρή ήδη, στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Αιγυπτία Τουρίλ Τεκλέτ» και η παρεξήγηση αυτή επιβιώνει ακόμη σε κάποιους «καταλόγους νεκρών».

Φάμελλος Βασίλειος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών.



Νεκροί την ημέρα του πραξικοπήματος


Στις 21 Απριλίου 1967, ημέρα που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα που έφερε τη Χούντα των Συνταγματαρχών, ολόκληρη η επικράτεια της χώρας τέθηκε σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, κατόπιν καταστρατήγησης του Συντάγματος. Η Χούντα κατέβασε άρματα και στρατιωτικές δυνάμεις ενόπλων και αστυνομικούς στην Αθήνα και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, με ρητές εντολές να ανοίξουν πυρ εναντίον όσων παραβίαζαν την απαγόρευση της κυκλοφορίας. Έτσι, η Αθήνα θρήνησε δύο νεκρούς, ήδη από αυτή την πρώτη ημέρα της Χούντας:

Μαρία Καλαβρού: Την 21η Απριλίου, η 24χρονη Μαρία Καλαβρού στεκόταν με την αδελφή της στο πεζοδρόμιο της οδού Πατησίων, στο ύψος του “Ράδιο-Σίτυ”, και παρακολουθούσαν την πορεία των αρμάτων που πλησίαζαν.



Όπως ανέφερε αργότερα η αδελφή της: "Καθώς βαδίζαμε με την αδελφή μου, άκουσα έναν πυροβολισμό και μετά είδα την αδελφή μου να σωριάζεται στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως λιποθύμησε. Αλλά όταν έσκυψα είδα τα αίματα".

Σύμφωνα με κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα: "Αιφνιδίως, ο άνθρωπος που βρισκόταν στον πυργίσκο ενός από τα τανκς, μετακίνησε το πολυβόλο εναντίον των κοριτσιών και έριξε μια ριπή από απόσταση περίπου πέντε μέτρων. Ακούστηκαν ουρλιαχτά και τα τανκς προσπέρασαν".

Ο άνθρωπος που πυροβόλησε, ο δολοφόνος της Μαρίας Καλαβρού, ήταν ο ανθυπίλαρχος Ιωάννης Αλμπάνης. Αξιωματικοί που συνυπηρετούσαν τότε με τον Αλμπάνη, τον άκουσαν να δικαιολογεί την πράξη του όταν επέστρεψε στη μονάδα του λέγοντας: "Της έριξα της πουτάνας για να μάθει να φασκελώνει".


Βασίλης Πεσλής: Μαθητής, ετών 15, που δολοφονήθηκε στην Πλατεία Αττικής. 





Το πρωί της 21ης Απριλίου "στην πλατεία Αττικής είχε μαζευτεί κόσμος για να μάθει τι συνέβαινε. Ενας λοχίας πυροβόλησε με το αυτόματο όπλο και ο κόσμος διαλύθηκε τρομαγμένος. Τότε είδαμε πεσμένο στο έδαφος ένα άτομο και διαπιστώσαμε ότι ήταν ο Βασίλειος Πεσλής. Όταν σηκώσαμε το παιδί, είδαμε ένα τραύμα στο κεφάλι".

Αυτά μαθαίνουμε από την κατάθεση στη δίκη που έγινε το 1976 του αυτόπτη μάρτυρα Δημήτρη Τελώνη. Ο υπαξιωματικός που είχε πυροβολήσει ήταν ο έφεδρος λοχίας Λυμπέρης Ανδρικόπουλος και ο νεκρός ήταν ο 15χρονος Βασίλης Πεσλής.

Σύμφωνα, μάλιστα, με την κατάθεση ενός άλλου μάρτυρα – του αστυφύλακα Αθανάσιου Λιάσκα – μετά το φόνο ένας στρατιώτης ρώτησε το λοχία γιατί τον σκότωσε και ο λοχίας του απάντησε: "Γιατί με έβρισε, με αποκάλεσε μαλάκα".

Τις αμέσως επόμενες ημέρες, ο πατέρας του δολοφονημένου παιδιού απέστειλε δύο επιστολές, μία στον αντιστράτηγο Σπαντιδάκη και την άλλη στον ταξίαρχο Παττακό. Ο Σπαντιδάκης απάντησε ότι δε γνωρίζει τίποτα, ενώ ο Παττακός διέταξε να γίνει μια προσχηματική έρευνα. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, ο ιατροδικαστής Γεώργιος Αγιουτάντης συνέταξε ψευδή έκθεση νεκροψίας, αναφέροντας ότι ο θάνατος του παιδιού προήλθε από εξοστρακισμό σφαίρας, προκειμένου να φανεί σαν ατύχημα. Όπως αποδείχθηκε όμως αργότερα, το παιδί είχε χτυπηθεί με απευθείας βολή. 

Το 1977 αποδείχθηκε ότι ήταν ψεύτικη η ιατροδικαστική έκθεση του Αγιουτάντη, ο οποίος όμως δε δικάστηκε λόγω παραγραφής.


Ο νεκρός Μάρτυρας του Ιεχωβά στον Ελληνικό Στρατό



Εκτός των νεκρών του Πολυτεχνείου, η Χούντα των Συνταγματαρχών και τα γνωστά της όργανα του ΕΑΤ-ΕΣΑ, τουτέστιν άνθρωποι σαν τους χασάπηδες του Μουστακλή, του Παναγούλη και του Λεντάκη, βασάνισαν και δολοφόνησαν με μαρτύρια τον φαντάρο και μάρτυρα του Ιεχωβά, Βασίλη Καράφατσα, λόγω της άρνησής του να στρατευθεί και να κρατήσει όπλο. 




Στις 23/06/1971, το άψυχο σώμα του Βασίλη Καράφατσα βρίσκεται στις 18:00 στη σιδηροδρομική γραμμή της γέφυρας του Πηνειού, 5 χιλιόμετρα έξω από τα Τρίκαλα.

Ο δικηγόρος της οικογένειας Τσιτσιλίκης παραλαμβάνει την ιατροδικαστική έκθεση, η οποία εκτός από ελλιπής (απουσιάζει αυτοψία χώρου), κάνει λόγο για αυτοκτονία. Υποτίθεται ότι ο Καράφατσας έπεσε στις σιδηροδρομικές γραμμές, από παράθυρο του τραίνου.

Η αυτοψία του χώρου, σύμφωνα με το δημοσιογράφο Κώστα Τσαρούχα είναι αποκαλυπτική ενός εγκλήματος και όχι μιας αυτοκτονίας:

1) Το σώμα του Καράφατσα βρέθηκε σε γέφυρα, πάνω από τον ποταμό Πηνειό, όπου οι σιδηροτροχιές απέχουν 1,84 μέτρα, η μια από την άλλη. Ωστόσο, το σώμα του "αυτόχειρα" δεν είχε πέσει στο νερό.

2) Ένα διερχόμενο βαγόνι, απέχει από το κιγκλίδωμα της γέφυρας 85-90 εκατοστά, οπότε αν ο Καράφατσας έπεφτε από το παράθυρο, το κεφάλι του θα είχε σοβαρά χτυπήματα, αν δεν είχε πολτοποιηθεί. 

3) Το σώμα του Καράφατσα βρέθηκε σε λίμνη αίματος, χωρίς όμως η πτώση του να έχει αφήσει σημάδια αίματος σε άλλα σημεία των σιδηροτροχιών.

Επίσης, τα τραύματα του νεκρού, φαίνεται πως αναδεικνύουν το θάνατό του λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη και όχι λόγω πτώσης στις γραμμές του τραίνου. Η ιατροδικαστική έκθεση, αν και ελλιπής είναι αποκαλυπτική: Σοβαρά τραύματα βρέθηκαν στους γλουτούς και όχι στο κεφάλι του θανόντα. Πρόκειται για τραύματα που μοιάζουν με αυτά του Γιώργη Τσαρουχά, που και αυτός δολοφονήθηκε με βασανιστήρια από τη Χούντα. 



Πολιτικές δολοφονίες της Χούντας των Συνταγματαρχών.



Ανάμεσα στους 7840 εξόριστους της Γυάρου και της Λέρου, αλλά και άλλων τόπων εξορίας της Χούντας. Ανάμεσα ακόμα, στους χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους, στις διάφορες φυλακές της περιόδου, η Χούντα των Συνταγματαρχών και τα όργανά της στο στρατό, στην Αστυνομία και στην Ασφάλεια ευθύνονται για τη δολοφονία πολλών κομμουνιστών, αριστερών και δημοκρατικών πολιτών, που πολλές φορές δολοφονήθηκαν με φρικτά βασανιστήρια. 

Ο κατάλογος που ακολουθεί δεν μπορεί και δεν είναι πλήρης:


Γιώργης Τσαρουχάς: Στέλεχος του ΚΚΕ, πρώην βουλευτής της ΕΔΑ και μέλος της αντιδικτατορικής αντίστασης, ο Τσαρουχάς δολοφονήθηκε στις 09/05/1968, στα μπουντρούμια της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, το σημερινό Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ο Γιώργης Τσαρουχάς συνελήφθη στα διόδια της Λεπτοκαρυάς από όργανα της Ασφάλειας μαζί με άλλους τρεις συντρόφους του που κατέβαιναν στην Αθήνα με αυτοκίνητο, τη νύχτα της 8ης Μαϊου 1968. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να συναντηθεί με στελέχη του ΠΑΜ και να μεταφέρει στην Αθήνα, ως γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ Θεσσαλονίκης, της απόφαση της τοπικής οργάνωσης σχετικά με τη θέση της στο διασπασμένο κόμμα. Το χειρόγραφο σημείωμα –απόφαση της ΚΟΘ του ΚΚΕ που «εγκρίνει ανεπιφύλακτα την απόφαση του Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ για το Εσωτερικό με την οποία αρνείται την εγκυρότητα των αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας- ο Τσαρουχάς το κατάπιε κατά τη σύλληψή του για να μη πέσει στα χέρια των διωκτών του.




Ο Τσαρουχάς μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της ΚΥΠ, στο Γ’ Σώμα Στρατού και υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια από όργανα της χούντας, τα ονόματα των οποίων δεν αποκαλύφθηκαν ούτε στη δίκη που έγινε το 1979. Τα πολλά πλήγματα των βασανιστών στο σώμα του στάθηκαν μοιραία για τον Τσαρουχά που άφησε την τελευταία του πνοή τις πρώτες ώρες της 9ης Μαϊου. Το καθεστώς απέδωσε το θάνατό του σε καρδιακή προσβολή και η ταφή του έγινε εσπευσμένως, χωρίς να ανοιχτεί το φέρετρό του, στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Κάποια στιγμή μόνο, ο στρατιώτης φρουρός επέτρεψε στους οικείους του νεκρού να ανασηκώσουν το φέρετρο για να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό στην εκκλησία του νεκροταφείου και να διαπιστώσουν τις κακώσεις στο πρόσωπό του. Ο ιατροδικαστής Εμμ. Νόνας, που ενήργησε νεκροψία- νεκροτομή την επομένη του θανάτου του Τσαρουχά, απέδωσε το θάνατό του σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, αλλά ανέφερε στην έκθεση του ότι «διαπίστωσε πολυαρίθμους κακώσεις εξωτερικής επιφανείας, ποικίλης εκτάσεως και μορφής εις διάφορα σημεία του σώματος».


Παναγιώτης Ελής: Στέλεχος του ΚΚΕ, πρώην Μακρονησιώτης και μέλος της Εθνικής Αντίστασης, ο Παναγιώτης Ελής είχε συλληφθεί μαζί με 700 περίπου ακόμα κομμουνιστές και αριστερούς πολίτες, που στις 21 Απριλίου 1967 είχαν μεταφερθεί και κρατούνταν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Τη φύλαξη των κρατουμένων είχε αναλάβει στρατός, ενώ καθημερινά, μέλη της ΕΑΤ-ΕΣΑ επέβαλαν τους κρατούμενους σε ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια και καψόνια. 




Τέσσερις ημέρες μετά, στις 25 Απριλίου, ο ανθυπίλαρχος Κωνσταντίνος Κότσαρης πυροβόλησε με το υπηρεσιακό του περίστροφο τον Παναγιώτη Ελή, δολοφονώντας τον επί τόπου. Αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού υπήρξε ο Τάκης Βουρνάς, που το περιγράφει ως εξής:


"Είχαμε πια συνηθίσει τους ήχους, τις κραυγές και τις βρισιές, όταν ξαφνικά φάνηκε δύο βήματα έξω απο την πόρτα του θαλάμου ένας αξιωματικός με ροδαλό πρόσωπο καλοταισμένου μπεμπέ να κυνηγά έναν κρατούμενο, κρατώντας στο χέρι του ένα στρατιωτικό περίστροφο με σιγαστήρα.

-Τροχάδην! του φώναξε.
Ο κρατούμενος Παναγιώτης Ελής, άνθρωπος περασμένα τα 40 χρόνια του, φορούσε στα πόδια του και παντόφλες, πράγμα που τον υποχρέωνε να περπατά σιγότερα απ’ ό,τι αν φορούσε παπούτσια.

-Τροχάδην! του φώναξε και τον έσπρωχνε με την κάννη, αλλά ο Ελής εξακολουθούσε να βαδίζει κανονικά.

-Τρέξε, την Παναγία σου! του λέει μια στιγμή κι ο Ελής κάνει γρηγορότερα τα τελευταία βήματα.

-Τροχάδην το λένε αυτό στο χωριό σου; λυσσάει ο δεσμοφύλακας και έξαλλος καταφέρνει με την κάννη δυο απανωτά χτυπήματα στα πλευρά του Ελή.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας περίεργος διπλός κρότος, κατι σαν «φλοπ», «φλοπ», και μονομιάς ο Ελής σωριάστηκε στο κατώφλι της πόρτας. Και πριν καλά-καλά προφτάσουν να αντιληφθούν οι άλλοι κρατούμενοι τι συνέβη, ακούστηκαν τα ουρλιαχτά ενός αξιωματικού, που είχε τρέξει εκεί κίτρινος σαν λεμόνι. Πράγματι χαμηλά στα πλευρά βρήκαν την είσοδο δύο απανωτών βλημάτων που είχαν περάσει μέσα απο το θώρακα είχαν κόψει την αορτή στην περιοχή της καρδιάς και είχαν σταματήσει κάτω απο το δέρμα στην αριστερή μασχάλη του θύματος.

Δολοφόνος ο Ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος".


Νικηφόρος Μανδηλαράς: Νομικός, δημοσιογράφος και εκδότης εφημερίδας. Είναι περισσότερο γνωστός ως δικηγόρος υπερασπίσεως στη δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Σκοτώθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει από την Ελλάδα, όπου κινδύνευε να συλληφθεί από το καθεστώς της Χούντας.


Στις 17 Μαΐου 1967, ο Μανδηλαράς επιβιβάστηκε κρυφά στο πλοίο RITA-V με σκοπό να διαφύγει στην Κύπρο. Πέντε ημέρες αργότερα λιμενικοί βρήκαν το πτώμα του στην παραλία Γενναδίου της Ρόδου. 




Κατά την εκδοχή των αρχών, ο καπετάνιος του πλοίου Πέτρος Πόταγας έριξε τον Μανδηλαρά στη θάλασσα με ένα σωσίβιο, προκειμένου ο τελευταίος να κολυμπήσει ως την ακτή και να αποφύγει τη σύλληψη. Όμως ο δικηγόρος πηδώντας από το πλοίο, τραυματίστηκε στο κεφάλι και στη συνέχεια πνίγηκε και το πτώμα του ξεβράστηκε στην ακτή.

Υποστηρίζεται ωστόσο με βάση στοιχεία που υπάρχουν, ότι ο Νικηφόρος Μανδηλαράς πρέπει να βγήκε στην ακτή, όπου συνελήφθη και δολοφονήθηκε. Πρώτον ο Μανδήλαρας με τη σωματική διάπλαση που είχε ήταν απίθανο να τραυματιστεί πηδώντας από το πλοίο και να μην καταφέρει να κολυμπήσει μέχρι τη στεριά. Επίσης από φωτογραφίες του νεκρού Μανδηλαρά φαίνεται πως είχε δεχτεί χτυπήματα στο κεφάλι και είχε μια τρύπα στο θώρακα. Ακόμα όταν βρέθηκε το πτώμα του έτρεχε αίμα από το αυτί του, κάτι που δε θα μπορούσε να συμβεί αν είχε πνιγεί. Η δε έκθεση των γιατρών που εξέτασαν τη σορό του δεν υπεβλήθη άμεσα, αλλά αφού έφτασε από το εξωτερικό, λίγες μέρες αργότερα, ο ιατροδικαστής Καψάσκης.

Επιπλέον υπάρχει η μαρτυρία του Ροδίτη δικηγόρου Γιώργου Χιωτάκη, φίλου του Μανδηλαρά, δημάρχου Ρόδου το 1964 και πολιτευτή της Ένωσης Κέντρου, σύμφωνα με την οποία στις 18 Μαΐου τον πλησίασε μέσα στο δικαστικό μέγαρο ένας χωρικός και του είπε πως μεταφέρει μήνυμα του Μανδηλαρά που κρύβεται στην παραλία της Λάρδου. Ο Χιωτάκης με τον ίδιο χωρικό έστειλε μήνυμα στον Μανδηλαρά ζητώντας του να ορίσει τόπο συνάντησης, καθώς όμως δεν έλαβε απάντηση αποφάσισε την επομένη να ψάξει να τον βρει μόνος του. Στη διαδρομή με το αυτοκίνητο τον παρακολουθούσαν άνδρες της ασφάλειας και έμαθε ότι οι αρχές αναζητούσαν έναν δραπέτη. Δύο μέρες αργότερα ο Χιωτάκης έμαθε από τις εφημερίδες ότι ξεβράστηκε το πτώμα ενός αγνώστου άνδρα στην παραλία Γενναδίου.

Στη δίκη που ακολούθησε ο καπετάνιος Πέτρος Πόταγας καταδικάστηκε σε δώδεκα μήνες φυλάκιση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Αργότερα ο Πόταγας έφυγε οικογενειακώς για την Νότια Αφρική, όπου πολύ σύντομα απεβίωσε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Παρ' όλες τις προσπάθειες που έγιναν μετά την πτώση τις δικτατορίας για να γίνει αναψηλάφηση της υπόθεσης, δεν κατέστη δυνατή η επανάληψη της δίκης. Στις 7 Δεκεμβρίου 1984 η υπόθεση ανασύρθηκε από το αρχείο και η Ολομέλεια Εφετών Αθηνών αποφάσισε την άσκηση νέας ποινικής δίωξης, χαρακτηρίζοντας τον θάνατο του Μανδηλαρά ανθρωποκτονία από πρόθεση. Η ποινική δίωξη στράφηκε κυρίως κατά των Κ. Παπαδόπουλου, αδελφού του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου, και Ι. Λαδά, ενώ ανακριτής ορίστηκε ο Εφέτης Αθηνών Α. Φλούδας. Σύμφωνα με βούλευμα που εκδόθηκε δύο χρόνια αργότερα, για τους παραπάνω προέκυψαν στοιχεία για ηθική αυτουργία. Εν τέλει η διερεύνηση δεν τελεσφόρησε και η υπόθεση ξαναμπήκε στο αρχείο.


Γιάννης Χαλκίδης: Στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη των Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης και της ΕΔΑ και μέλος της αντιστασιακής-αντιδικτατορικής οργάνωσης Πατριωτικό Μέτωπο. Δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1967 στη Θεσσαλονίκη από άνδρες της Ασφάλειας.




Στις 2 Σεπτεμβρίου 1967, μέλη του Πατριωτικού Μετώπου που δρούσαν στην παρανομία, μεταξύ των οποίων και ο Γιάννης Χαλκίδης, σαμποτάρουν τα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Ανατινάζουν κολόνα της ΔΕΗ, προκαλώντας διακοπή του ρεύματος σε όλους τους χώρους της ΔΕΘ. Μετά από λίγα λεπτά η βλάβη αποκαταστάθηκε, αλλά η ενέργεια αυτή προκάλεσε μεγάλη επικοινωνιακή ζημιά στο χουντικό καθεστώς, που πάσχιζε να δείξει διεθνώς ότι στην Ελλάδα επικρατεί ηρεμία. Το σαμποτάζ έγινε παρουσία πολλών ξένων επισήμων και σχολιάστηκε εκτενώς στα διεθνή ΜΜΕ.

Ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου άνδρες της Εθνικής Ασφάλειας της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης (σημερινή Κρατική Ασφάλεια της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης της Ελληνικής Αστυνομίας) με επικεφαλής τους Τετραδάκο, Κουρκουλάκο και Καραμήτσο έκαναν έφοδο σε διαμέρισμα - γιάφκα στην τότε οδό Φιλελλήνων 55 (σήμερα ο δρόμος αυτός ονομάζεται Θεοδώρου Νάτσινα), στην περιοχή της Οσίας Ξένης, όπου βρίσκονταν τα μέλη Πατριωτικού Μετώπου Γιάννης Χαλκίδης, Γρηγόρης Παντής και Φερδινάνδος (Νάντης) Χατζηγιάννης. Τα τρία μέλη του ΠΑΜ προσπάθησαν να διαφύγουν αλλά ο Χαλκίδης δολοφονήθηκε με δυο σφαίρες στην πλάτη και οι άλλοι δύο συνελήφθησαν (ο Παντής επίσης τραυματίστηκε από σφαίρα). Οι συλληφθέντες καταδικάστηκαν από το έκτακτο στρατοδικείο στις 26 Νοεμβρίου του ίδιου έτους σε κάθειρξη 20 χρόνων.


Χ. Τσίγκας: Στέλεχος του ΠΑΜ και γνωστός συνδικαλιστής. Δολοφονείται κατά την ανάκρισή του από την Ασφάλεια Αθήνας, το Δεκέμβριο του 1968.


Πολύκαρπος Γιωρκάτζης: Συνεργάτης του Αλέξανδου Παναγούλη και υπουργός εσωτερικών και αμύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Γιωρκάτζης δολοφονήθηκε στις 15 Μαρτίου 1970, στο χωριό Μια Μηλιά, μια εβδομάδα μετά την δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου. Δολοφόνος του θεωρείται ο τότε εγκάθετος της Χούντας διοικητής καταδρομών στην Κύπρο.



Ο νεκρός της κατάληψης του Πανεπιστημίου Πατρών



Γιάννης Μικρώνης: 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Άνω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Κτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.





Νεκροί στις εξορίες και τις φυλακές της Χούντας


Ζαχαρίας Χατζηβασιλείου: Παλαίμαχος κομμουνιστής και αγωνιστής της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Πέθανε εξόριστος στο Λακκί της Λέρου, στις 30 Οκτώβρη 1967.

Κώστας Κατής: Μέλος του ΚΚΕ. Αυτοκτόνησε όντας εξόριστος στο Λακκί της Λέρου, στις 7 Γενάρη 1968.

Περικλής Καλαντζάκος: Μέλος του ΚΚΕ. Η υγεία του είχε επιδεινωθεί σημαντικά όντας εξόριστος στο Λακκί της Λέρου. Πέθανε στις 6 Μάη 1968.

Γιάννης Βαρούνης: Πρόεδρος των Μυλεργατών Ελλάδας, παλαίμαχος αγωνιστής του συνδικαλιστικού κινήματος. Πέθανε βαριά άρρωστος, κατά τη μεταφορά του στη Σύρο από το κάτεργο της Γυάρου, στις  27 Ιούλη 1968.

Ελευθερία Καλαμπόκη: Εξόριστη στη Γυάρο. Πέθανε στις 27 Ιούλη 1968.

Κώστας Παπαδόπουλος: Εξόριστος στη Λέρο. Πέθανε από τις κακουχίες στις 10 Αυγούστου 1968, στο Λακκί.

Τζαβαλάς Καρούσος: Ηθοποιός και μέλος του ΚΚΕ, πρώην μέλος της Εθνικής Αντίστασης και πρώην Μακρονησιώτης. Απολύθηκε από Γυάρο στα τέλη του 1968 και πέθανε από τις κακουχίες στο Παρίσι, στις 3 Γενάρη 1969.

Γεώργιος Χριστόπουλος: Εξόριστος που πέθανε στις 17 Μάη 1969.

Χρήστος Μπονάτος: Στέλεχος του ΚΚΕ στα Χανιά. Πέθανε στις 6 Σεπτέμβρη 1969, στο Λακκί της Λέρου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη της εποχής ο Χρ. Μπονάτος ήταν ο 15ος νεκρός πολιτικός κρατούμενος της Χούντας.

Στέφανος Λαφτσής: Στέλεχος του ΚΚΕ. Πέθανε στις 13 Σεπτέμβρη 1969, στις Φυλακές Αβέρωφ, όπου βρισκόταν κρατούμενος της Χούντας.

Νίκος Γαλάτης: Μέλος του ΚΚΕ και στέλεχος της  Ε. Π. Πειραιά της ΕΔΑ. Πέθανε στις 26 Δεκέμβρη 1969, στο Λακκί της Λέρου.

Μανώλης Σιγανός: Στέλεχος του ΚΚΕ και γιατρός. Πέθανε στις 7 Ιούνη 1972, στο σπίτι του, λίγο μετά την απόλυσή του, για λόγους υγείας, από τη Λέρο.



Νεκροί κατά την αντιδικτατορική δράση


Γιώργος Τσικουρής: Στέλεχος της Οργάνωσης Άρης, του ΠΑΜ, από την Κύπρο. Σκοτώθηκε σε απόπειρα ανατίναξης της αμερικανικής πρεσβείας με αυτοκίνητο-βόμβα, το Σεπτέμβριο του 1970.

Μαρία- Έλενα Αντζελόνι: Στέλεχος της Οργάνωσης Άρης, του ΠΑΜ, από την Ιταλία. Σκοτώθηκε σε απόπειρα ανατίναξης της αμερικανικής πρεσβείας με αυτοκίνητο-βόμβα, το Σεπτέμβριο του 1970.





Kώστας Γεωργάκης: Φοιτητής της Γεωλογίας στην Ιταλία. Αυτοπυρπολήθηκε στις 19/09/1970, στην πλατεία Ματεότι, κοντά στα σκαλιά του Παλάτσο Ντουκάλε, ως ένδειξη διαμαρτυρίας.


Ο σκιώδης θάνατος της Αν Τσάπμαν


Αν Τσάπμαν: Δημοσιογράφος από τη Μεγάλη Βρετανία που βρέθηκε δολοφονημένη τον Οκτώβριο του 1971, στο Καβούρι. Το έγκλημα, ενώ αρχικά αποδόθηκε στον Νίκο Μουντή, ο οποίος καταδικάστηκε, παραμένει μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστο, καθώς αποδείχτηκε ότι αυτός δεν ήταν ο πραγματικός ένοχος. Η υπόθεση αποδείχτηκε περίπλοκη και η έρευνα δημοσιογράφων και της οικογενείας της έδειξε ότι εμπλέκονται ακόμα και μυστικές υπηρεσίες με φόντο το πολιτικό περιβάλλον της εποχής και τις δραματικές εξελίξεις στο Κυπριακό. 

Η Βρετανή δημοσιογράφος  βρέθηκε στραγγαλισμένη στο Καβούρι. Η 24χρονη συνεργάτιδα του BBC βρισκόταν στην Ελλάδα για επαγγελματικούς λόγους. Το πτώμα της βρήκε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων σε μια απομονωμένη θαμνώδη περιοχή.

Το άψυχο σώμα της ήταν κακοποιημένο και μισόγυμνο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν: «η ομάδα με την οποία ταξίδευε έμενε στο Πέιν Οτέλ, στο Καβούρι, μια παραλία κοντά στην Αθήνα. Το απόγευμα και το βράδυ της 15ης Οκτωβρίου δεν περιελάμβανε οργανωμένο πρόγραμμα, αλλά υπήρχε στο νυχτερινό πρόγραμμα μια ξενάγηση στο κέντρο της Αθήνας. Για λόγους που ακόμα δεν έχουν ξεκαθαριστεί, η Αν ήταν απασχολημένη κατά τη διάρκεια της ημέρας και έχασε την ξενάγηση στην Αθήνα. Είπε σε μια φίλη της, μέλος της ομάδας, ότι δεν είχε φάει από το πρωί και ότι θα έπαιρνε το επόμενο λεωφορείο. Περπάτησε από το ξενοδοχείο σε μια κοντινή στάση. Το πτώμα της βρέθηκε περίπου 50 γιάρδες από τη στάση. Ήταν στραγγαλισμένη, το σώμα της παρουσίαζε κακώσεις, τα πόδια της και τα χέρια της ήταν δεμένα με καλώδια.


Οι αρχές απέδωσαν το έγκλημα σε έναν ηδονοβλεψία που σύχναζε στην περιοχή και τον συνέλαβαν. Ήταν ο Νίκος Μουντής. Ο δράστης συνελήφθη από την ασφάλεια Πειραιά και «ομολόγησε» ότι βίασε και σκότωσε την Τσάπμαν. 

Ο Έντουαρντ Τσάπμαν, πατέρας της Αν διαπίστωσε ότι τόσο οι ελληνικές δικτατορικές αρχές όσο και οι βρετανικές, ήθελαν να μπει γρήγορα η υπόθεση στο αρχείο. Ο ίδιος δεν σταμάτησε να ψάχνει για στοιχεία που θα οδηγούσαν στον πραγματικό δολοφόνο της κόρης του, καθώς όπως υποστήριζε, ο Νίκος Μουντής ήταν αθώος. Το γεγονός ότι τα χέρια και τα πόδια του θύματος ήταν δεμένα με καλώδια, δείχνει ότι ο θάνατός της δεν ανήκει στην κατηγορία των εγκλημάτων ηθών, αλλά ήταν φόνος εκ προμελέτης, αναφέρει ρεπορτάζ εφημερίδας. Η αναπαράσταση που έγινε από τον Νίκο Μουντή στον τόπο του εγκλήματος ήταν, όπως αποδείχτηκε αργότερα, καθοδηγούμενη από τις αρχές και ο Τσάπμαν είχε εντοπίσει αντιφάσεις του δράστη.

Σύμφωνα με την κατάθεσή του, είχε δει την κοπέλα να περιμένει στη στάση του λεωφορείου αρκετές ώρες πριν τη σκοτώσει, ενώ η νεκροτομή ανέφερε πως η κοπέλα είχε φάει, μία ώρα πριν από τον θάνατό της. Ο Τσάπμαν έκανε συνεχώς ταξίδια στην Ελλάδα συλλέγοντας στοιχεία και προσπαθώντας να πείσει τις αρχές να επανεξετάσουν την υπόθεση. Στο πλευρό του είχε τους δικούς του ανθρώπους, αλλά και ειδικούς, οι οποίοι βοηθούσαν στην έρευνα. Σε δημοσίευμα ελληνικής εφημερίδας διαβάζουμε τη δήλωση του Ρόναλντ Γκρέι, ιδιωτικού ερευνητή από το Λονδίνο που υποστήριξε ότι το έγκλημα διέπραξε η αστυνομία της χούντας, που την υποψιαζόταν ως κατάσκοπο: «Συμφωνώ με τον κύριο Τσάπμαν ότι η Αν δεν σκοτώθηκε από τον Μουντή. Είναι πολύ πιθανόν ότι πέθανε κατά τη διάρκεια ανακρίσεως και ο θάνατός της εμφανίστηκε αργότερα σαν το έργο ενός σεξουαλικά ανώμαλου».





Από τα παραπάνω εντοπίζουμε συνολικά 48 νεκρούς που επίσημα μπορούν να αποδοθούν στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών και ακόμα 2 περιπτώσεις, που αν και όλα τα στοιχεία δείχνουν το δικτατορικό παρακράτος και την Ασφάλεια, παραμένουν ανεξιχνίαστες. 

Σε μια άλλη εκδοχή, οι επίσημοι νεκροί της Χούντας αγγίζουν τους 88:


Πεσλής Βασίλης, Ελής Παναγιώτης, Μανδηλαράς Νικηφόρος, Καλαντζής Δημήτρης, Ρίζος Τάκης, Καλαβρού Μαρία, Παναγούλης Γιώργος, Τσαρουχάς Γιώργος, Θεοδωρίδης Γιώργος, Κατσικογιάννης, Τζαβαλάς Καρούσος, Γεωργάκης Κώστας, Αντωνίου Ζήσης, Τσιτσιρίγκος Φώτης, Κούλης Γεώργιος, Πετρόπουλος Παναγιώτης, Βασιλόπουλος Γιάννης, Κωνσταντίνου Γιώργος, Αλβάνογλου Θεόδωρος, Σινόπουλος Πέτρος, Κομνηνός Διομήδης, Παντελεάκης Κυριάκος, Βάρσος Ιωάννης, Εγκελμαν Ντόρις Μαριέτε, Γεριτσίδης Γιώργος, Γεωργαράς Μαρίνος - Σπύρος, Παπαϊωάννου Δημήτρης, Καραμανής Μάρκος, Φαμέλης Βασίλης, Μαρκούλης Νίκος, Σαμούρης Γιώργος, Μυρογιάννης Μιχάλης, Καραγεωργίου Στέλιος, Φιλίνης Γιάννης, Δικάλφα Καλλιόπη, Τζιάνος Λάμπρος, Σταυρέλης Γιάννης, Αργυροπούλου Αικατερίνη, Δασκάλου Στέλιος, Θεοδώρας Δημήτρης, Σίμος Γεώργιος, Κυριακόπουλος Σάκης, Καζέπης Κώστας, Καΐλης Γιάννης, Αναγνωστόπουλος, Αντάρογλου, Αντζελόνι Ελενα Μαρία, Αργυρίου, Βρυώνης, Βυθούλκας, Γαλάτης Νίκος, Γιαννόπουλος, Γρέλλος, Δημόπουλος, Διαμαντάκος, Ευαγγελινός, Ζησιμόπουλος, Ηλιόπουλος, Ιωαννίδης, Ιωάννου, Κούμπουλος, Κρητικάκη, Λαγαριώτης, Μαντζώρος, Μαυρογιάννης, Μέξης, Μικρώνης, Μιχαηλίδης, Μπονάτος Χρήστος, Μώμος, Νικολάου, Παπαγεωργίου, Παπαδόπουλος, Ρακιτζής Αλέξανδρος, Ράμμος Βασίλειος, Σαρμαλής, Σπαρτίδης, Σταυρόπουλος, Σχίζας, Σωτηρόπουλος Ιωάννης, Τορίλ - Τεκλέτ (Αίγυπτος), Τσιγκούνης, Τσικουρής, Φραγκόπουλος Θεόφιλος, Χαλκίδης Γιάννης, Χαραλαμπίδης Γιώργος, Χατζηβασιλείου, Κατής Κώστας.













Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Μια αποκαλυπτική μαρτυρία του Μίκη Θεοδωράκη για τη Μακρόνησο


Από το βιβλίο του Θεοδωράκη, Οι δρόμοι του αρχάγγελου, τόμος Β΄, Κέδρος, Αθήνα 1985. 


«Μας κατέβασαν στο λιμανάκι του Αη-Γιώργη και μας διέταξαν να καθίσουμε. Ο μοίραρχος στάθηκε απέναντί μας. Ήταν η στιγμή του. Το ‘βλεπες καθαρά. Μας έβγαλε έναν δεκαρικό, με όλα τα σχετικά της εποχής. Στο τέλος σαν επιμύθιο μας προσκαλεί να πού με όλοι μαζί: “ΝΑΙ στο Έθνος, ΝΑΙ στο Βασιλιά και ΟΧΙ στους Βουλγάρους, ΟΧΙ στον κομμουνισμό” Και τελείωσε λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να μείνει κανένας ζωντανός. Εκείνοι εκεί που μας περιμένουν δεν αστειεύονται. Και ρώτησε: “Ποιος από σας θα πάει με το κεφάλι ψηλα;” Αυτομάτως, τα κεφάλια μας έκαναν όλα μαζί κλίση προς τα κάτω. Λες και ήμασταν συνεννοημένοι. Κοιτάζαμε το λευκό χαλικάκι. Και μας κοίταζε κι αυτό, άσχετο και αμέριμνο. Εγώ τουλάχιστον, άκουσα δυνατά την καρδιά μου να χτυπάει σαν τύμπανο. Μου φάνηκε πως η παραλία γέμισε από ήχο τυμπάνων. Γκαπ-γκουπ-γκαπ-γκουπ. Λύσσαξε ο μοίραρχος και διατάζει: “Απάνω τους!” Μας ήρθε απότομα αυτή ημετάλλαξη, από το λυρισμό στην πεζή πράξη και δεν προφτάσαμε να προφυλαχτούμε από τα πρώτα χτυπήματα. Δεν είχαν άλλο μέσον παρά τον υποκόπανο του όπλου, που όπου πέσει σιοπεδώνει. Σαν ένας βράχος πάνω σε καλύβι. Ώμοι, πλάτες, χέρια συντρίφτηκαν στο πι και φι από τη μανιώδη δύναμη του βασανιστή χωροφύλακα. Ακούστηκαν ουρλιαχτά, βόγγοι, φωνές. Όμως δεν είχαμε καιρό για να κλάψεις. Αυτό ήταν το ορντέβρ. Υο κύριο πιάτο μας περίμενε. Γι’ αυτό έπρεπε να βιαστούμε. Ξαναμπήκαμε στο μονοπάτι με κατεύθυνση το Δεύτερο Τάγμα. [...]


Φτάσαμε στη βόρεια πύλη του Δεύτερου Τάγματος και το ξύλο σταμάτησε. Είδαμε τους βλοσυρούς αλφαμίτες. Είδαμε παντού τη γαλανόλευκη. Είδαμε και τα πορτραίτα των βασιλέων δαφνοστεφή και σκεφτήκαμε. Εδώ είναι που θα πέσει το μεγάλο ξύλο. Χθες είχαμε την εθνική μας γιορτή. Και, όπως μάθαμε, η Φρειδερίκη τίμησε με την παρουσία της τα στρατιωτικά τάγματα στη Μακρόνησο. Ο μοίραρχος διέταξε να συγκεντρωθούμε. “Σχηματίστε τριάδες.” Όταν ετοιμαστήκαμε, μπήκε μπροστά κι ακολουθούσαν οι εκατό τριάδες των κρατουμένων με τους φρουρούς στο πλαι. Όλο το τάγμα είχε παραταχτεί. Όλα ήταν ακίνητα, σαν εφιάλτης. Με τη φαντασία μας, γιομάτη από απίθανες ιστορίες των πογκρόμ, περιμέναμε όλος αυτός ο σιωπηλός όγκος να ορμήσει ξαφνικά πάνω μας και να μας κατασπαράξει. Ο αίθριος ουρανός γέμιζε με λευκά σύννεφα, που φτάνανε τρέχοντας από τον Όλυμπο και την Πίνδο. Τα πρόσωπα των αξιωματικών τσιτωμένα. Των φαντάρων αντίθετα, πλαδαρά, κουρασμένα, αδιάφορα. Προχωρούσαμε και δε γινόταν τίποτε. Αυτό ήταν το κολαστήριο; Τέλος, όπως μπήκαμε, βγήκαμε από την αντίθετη πύλη. 

[...]

Τέλος φτάσαμε στη χαράδρα. Όταν σταματήσαμε, τότε αντίκρισα το πιο εφιαλτικό θέαμα της ζωής μου. Στους λόφους, ένα γύρω από το γούπατο ήταν παρατεταγμένοι εκατοντάδες φαντάροι με μπαμπού, ο ένας δίπλα στον άλλο. Το μυαλό μουπήγε στα χολυγουντιανά φιλμ, όπου ξαφνικά ο ορίζοντας γεμίζει με ερυθρόδερμους και κοντάρια. “Ώστε αυτό είναι”, είπα μέσα μου. Τότε μονάχα αντικρίσαμ ετην κουστωδία των αξιωματικών, που μας περίμενε στο μέσον της χαράδρας. Καθώς μας σπρώχνανε, βρέθηκα στην πρώτη γραμμή, φάτσα με τους αξιωματικούς. Την επιχείρηση διήυθυνε ένας ηλικιωμένος ανθυπολοχαγός που συνεχώς έδινε χαμηλόφωνα οδηγίες. Φέρανε μια καρέκλα. Δεξιά είχε τραπεζάκια με χαρτιά, καρέκλες, στάμνες με νερό και τενεκεδένια ποτήρια. Μιλάει ένας υπολοχαγός: “Είμαι ο υπολοχαγός Ιωαννίδης και σας καλωσορίζω στον Εθνικό Στρατό. Η πατρίς μάχεται κατά των προδοτών. Καλείσθε να ενώσετε την ψυχήν και το σώμα σας εις τον αγώνα κατά των εαμοβούλγαρων. Να δώσετε όρκον πίστεως εις την Αυτού Μεγαλειότητα, τον βασιλέα ημών Παύλον. Να αποκηρύξετε τον εθνοκτόνον κομμουνισμόν και να αναφωνήσετε μετ’ εμού: Ζήτω ο Εθνικός Στρατός! Ζήτο το Έθνος! Ζήτω ο Βασιλεύς! Κάτω οι Βούλγαροι! Κάτω οι κομμουνιστές! Κάτω το ΕΑΜ!” Δεν κουνήθηκε φύλλο. Θύμωσε ο υπολοχαγός. “Ρε τσογλάνια, ρε αλήτες, ξέρετε τι σας περιμένει ρε; Εμπρός να συντομεύουμε. Εκεί είναι οι δηλώσεις μετανοίας. Όποιοι θα υπογράψουν τώρα να τρέξουν. Οι υπόλοιποι θα πεθάνετε!” Βγήκαν 13, 12 βρακοφόροι Κρητικοί. 

Όλοι τους άσχετοι ή επιτρατευμένοι απ’ τους αντάρτες. Τους κάθισαν μπροστά στα τραπεζάκια. Τους δώσανε πένα για την υπογραφή και μετά τους τρατάρανε νερό και λουκούμι. Λέει ο συμβουλάτορας στον Ιωαννίδη: “Τώρα πες τους το άλλο.” Κορδώθηκε αυτός. Έγινε ησυχία. Μάνιζε η θάλασσα. Τα σύννεφα κατέβαιναν να μας φτάσουν. Τέλος μιλά: “Όποιος από εσάς είναι άντρα. Όποιος από εσάς έχει αρχίδια. Όποιος από εσάς δεν θέλει να κάνει δήλωση, τότε να προχωρήσει ένα βήμα μπορστά.” Αστραπιαία ρίξαμε όλοι ματιές. Συννενοηθήκαμε και σε τρία δευτερόλεπτα κάναμε ένα βήμα μπροστά. Όσοι ήταν μπροστά μας, αξιωματικοί, χωροφύλακες, αλφαμήτες, άρχισαν να μας χτυπούν μανιωδώς. Ο υπολοχαγός βγάζει τη σφυρίχτρα. Μαζί με το σφύριγμα άκουσα κάτι περί “μονάδων ξυλοδαρτικής.” Όμως η προσοχή μου τραβήχτηκε από θέαμα φαντασμαγορικό. Χιλιάδες φαντάροι με τα κοντάρια μπροστά, άρχισαν να κατρακυλούν απ’ το λόφο σαν κοπάδι βουβάλια σε φιλμ γουέστερν. Το ποδοβολητό τους σκέπασε κάθε ήχο της φύσης. Και σε λίγο προστέθηκε και το ουρλιαχτό τους. Αυθόρμητα, γυρίσαμε την πλάτη κι αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη θάλασσα. Όσο προχωρούσαμε όμως τα βράχια μεγάλωναν και μας εμπόδιζαν. Πέφταμε επάνω ο ένας στον άλλο. Τέλος, καταματωμένοι, ξεσκισμένοι από αιχμηρές πέτρες και χτυπήματα, βρεθήκαμε οι πιο πολλοί στη θάλασσα. Το κύμα δυνατό, πανύψηλο, μας έπνιγε και μας πετούσε εδώ κι εκεί. Το πρώτο κύμα των βουβαλοειδών είχε πέσει πάνω στους καθυστερημένους. Τα κοντάρια μυτερά μπήγονταν με ορμή στις σπονδυλικές στύλες και στις σάρκες. 

Άφηναν παράλυτα τα θύματά τους. Εμείς μέσα στο νερό ήμασταν αναγκασμένοι να επιλέξουμε ανάμεσα στο βέβαιο πνιγμό και ξύλο. Κάποτε βγήκα κι εγώ στη στεριά. Με περιμένανε μια ομάδα με ρόπαλα που έπεσε πάνω μου. Ως συνήθως, τα χτυπήματα στο κρανίο ηχούν σαν γιγάντιες καστανιέτες. Ένας ξερός ήχος πολύ κοντά στον εγκέφαλο. Καθώς με χτυπούσαν με ρωτούσαν: “Θα υπογράψεις ρε;” Λες και με γνώριζαν και είχαν παρτίδες μαζί μου. Δε μιλούσα. Τόσα πολλά χτυπήματα δεν μπορείς τελικά να τα συνειδητοποιήσεις. Μέσα στην ποσότητα, χάνεται η ποιότητα ενός ειδικού πόνου. Πιο πολύ πονάς όταν το χτύπημα είναι κοντά στο κόκαλο. Χέρια και κνήμες. Κουράστηκε η ομάδα που με χτυπούσε. Άκουσε τότε ευκρινώς πάλι το “μονάδα ξυλοδαρτικής” και είδα να εξορμούν καινούρια λεφούσια. Πως βρέθηκε αυτός με το ακόντιο μπροστά μου. Μου πήρε ξόφαλτσα τον κοιλιακό χώρο. Έσκισε ρούχα και γυμνώθηκε στο στομάχι μου. Του έπιασα το ακόντιο και βρεθήκαμε μούρη με μούρη. Έκανε μα με δαγκώσει αλλά δεν πρόλαβε γιατί η καινούργια ομάδα, ξεκούραστη άρχισε νέο λουτρό ξύλου. Ήμουν πάντα όρθιος κι έβλεπα τι γινότανε γύρω μου. Έβλεπα ανοιγμένα κρανία, ματωμένα γεννητικά όργανα, παραμορφωμένα πρόσωπα. Και δυστυχώς άκουγα. Λέω δυστυχώς γιατί αυτό με βασάνιζε πάνω απ’ όλα. Τα θύματα βγάζανε άναρθρες κραυγές. Σαν ζώα που τα σφάζουν. Το ίδιο σκούζανε κι οι θύτες. Βλαστήμαγαν, βρίζανε, προστάζανε. Ξευτελίζανε με τις χυδαίες τους λέξεις την ανθρώπινη φύση. Σε μια στιγμή έπεσα κάτω. Από πάνω μου με κλωτσούσαν όλο και πιο πλαδαρά. Κατάλαβα ότι κουράστηκαν κι αυτοί κι έπρεπε να περιμένω την τρίτη ομάδα ξυλοδαρτικής. Πράγματι φτάσανε φουριόζοι. Με σηκώσανε όρθιο. Άλλοι με πιάνανε κι άλλοι μου ρίχνανε γροθιές στο στομάχι και στο πρόσωπο.

[...]

Βλέπω σε κάποια στιγμή κάποιον να προχωρά σ’ εμένα και να φωνάζει: “Μίκη! Μίκη!” Είχα θολώσει αλλά γνώρισα τον Νάκο, φοιτητή ιατρικής. Κρατούσε στη φούχτα τα γεννητικά του όργανα λες και κρατούσε συκωταριά. Έσταζαν αίματα. Μου τα ‘δειχνε και μου ‘λεγε με βογκητά: “Δες τι μου ‘καναν!” Σκέφτηκα, μες στο χάλι μου πονηρά. “Δες που το πάει. Δεν τον νοιάζει για τον πόνο του. Κοιτάζει που θα μείνει ανίκανος.” Και χαμογέλασα, ξεχνώντας τη δική μου κατάντια. Έκλεισα τα μάτια. Κάποιος μου σκουπίζει το αίμα και ψιθυρίζει: “Παιδί μου, παιδί μου, είναι κανίβαλοι, είναι κανίβαλοι.” Μα ποιος μιλά; Με κόπο άνοιξα τα μάτια και βλέπω το μοίραρχο, τον κακό, να τα ‘χει χαμένα. Μόλις με είδε να συνέρχομαι χάρηκε. “Μπράβο, παιδί μου. Ζεις. Κάνε δήλωση. Σε παρακαλώ, Αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Είναι κανίβαλοι.” Συγκινήθηκε. Απέκλεισα το ενδεχόμενο να είναι βαλτός. Ο άνθρωπος είχε κρίση. Έτρεμε. Φοβόταν κιόλας. Τι να του πω; Αντικομμουνιστής αυτός, κομμουνιστής εγώ. Συναντηθήκαμε στο σύνορο του ανθρώπινου πόνου. Σκέφτηκα προσπαθώντας να αρθρώσω τις λέξεις μου, τι το αίμα πλημμύριζε το στόμα μου. Του λέω: “Σας ευχαριστώ. Ξέρετε είμαι Κρητικός. Δε μ’ αρέσει το ζόρι”». 

«Έφυγε» ο κομμουνιστής γλύπτης Γρηγόρης Ριζόπουλος


Mε μεγάλη μας λύπη πληροφορηθήκαμε, στον Κόκκινο Φάκελο για την απώλεια του κομμουνιστή και αγωνιστή Γρηγόρη Ριζόπουλου, προέδρου της ΠΕΚΑΜ, αρχιτέκτονα και γλύπτη.






Ο Γρηγόρης Ριζόπουλος γεννήθηκε στη Λάγκα Καστοριάς, στις 24/5/1929, παιδί πολυμελούς οικογένειας αγωνιστών της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, που έδωσε πολλά θύματα στον αγώνα του ελληνικού λαού εκείνη την περίοδο.

Την περίοδο της ανάπτυξης της ηρωικής εποποιίας του ΔΣΕ, συμμετέχει στη δράση του και γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Λόγω της δράσης που ανέπτυξε, εξορίστηκε το 1947 στη νήσο Αλόννησο και το 1948 μετέβη ως εξόριστος στο Καραβόσταμο Ικαρίας. Από το 1949 έως το 1953 βρίσκεται εξόριστος στο Μακρονήσι. Από το 1949 στο ΑΕΤΟ και ΕΣΑΙ και το 1952 στο ΒΕΤΟ. Κράτησε αλύγιστη στάση απέναντι στα βασανιστήρια και τις πιέσεις που ο ταξικός αντίπαλος επέβαλε.

Μετά την εξορία, σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, ως αρχιτέκτων μηχανικός.

Κατά την περίοδο 1989-1991 έδωσε μάχη για την επικράτηση των επαναστατικών δυνάμεων στις γραμμές του ΚΚΕ.

Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας, με πάρα πολλές διακρίσεις. Σε διάφορους διαγωνισμούς, που έλαβε μέρος, με τα γλυπτά του έργα, έλαβε Α’ και Β’ βραβεία. Ανάμεσα στα πιο σπουδαία έργα, που φιλοτέχνησε, ήταν το άγαλμα του “Μακρονησιώτη Αγωνιστή”, που σήμερα δεσπόζει στη Μακρόνησο.

Θα τον θυμόμαστε πάντα για την ευγένεια, την αγωνιστικότητα, τη διαύγεια και τη σεμνότητά του. Υποσχόμαστε να κρατάμε τη σημαία ψηλά, ακριβώς όπως μας την άφησε και να θυμόμαστε πάντα τις ουσιώδεις και αγωνιστικές συμβουλές του και τη δράση του.

Θα λείψει σε όλους μας.

Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 14 Νοέμβρη, στις 14.00, από το Νεκροταφείο Παπάγου.


Ο Γρηγόρης Ριζόπουλος με ένα από τα "παιδιά" του, στα Τρίκαλα

Το μνημείο του Μακρονησιώτη αγωνιστή, που στέκει τη Μακρόνησο, από τα χέρια του Γρηγόρη Ριζόπουλου.


Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Ο Βασίλης Ρώτας, το «Θεατρικό Εργαστήρι» και ο «Θίασος της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας»






Συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο κομμουνιστής ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής και αγωνιστής του ΕΑΜ Βασίλης Ρώτας.

Ο Βασίλης Ρώτας γεννήθηκε το 1889. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Στη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό «Νουμάς» το 1908. Άρθρα, διηγήματα, κριτική θεάτρου και μαρτυρίες του δημοσιεύθηκαν στον παράνομο Τύπο στη διάρκεια της Κατοχής, στα «Ελεύθερα Νέα», στη «Βραδυνή», στην «Πρωία», στην «Εστία» και στο περιοδικό «Θέατρο» (1961-1965) και στον «Λαϊκό Λόγο» (1965-1967). Υπήρξε βασικός συνεργάτης του περιοδικού «Ελληνικά Γράμματα» και ίδρυσε μαζί με άλλους φοιτητές τη Φοιτητική Συντροφιά.

Στην πολιτιστική και ειδικά στη θεατρική δραστηριότητα που ανέπτυξε το ΕΑΜικό κίνημα, με την Παιδεία και την Τέχνη να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ιδεολογική και πολιτική διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων προς την κοινωνική αλληλεγγύη και ισότητα, τη συλλογική και εθελοντική δράση εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η συμβολή του Βασίλη Ρώτα υπήρξε καθοριστική. Με σύμφωνο το ΕΑΜ, το 1942, ίδρυσε το Θεατρικό Σπουδαστήριο, «νόμιμο καταφύγιο» για τους ΕΠΟΝίτες.

Το θέατρο του Ρώτα έγινε βήμα προβληματισμού και συνειδητοποίησης, όπου νέοι μάθαιναν για το θέατρο και συμμετείχαν σε αντιστασιακές εκδηλώσεις, με παραστάσεις σε θέατρα, πλατείες, δρόμους, και κείμενα που εξύψωναν το λαϊκό φρόνημα, ενώ οι εισπράξεις πήγαιναν στο ταμείο του αγώνα.

Την ίδια εποχή, στην ελληνική επαρχία αναπτύσσεται ένα νέο είδος θεάτρου, που υπηρετεί τους σκοπούς του αντιστασιακού αγώνα. Το «Θέατρο του βουνού». Το καλοκαίρι του 1944 ο Βασίλης Ρώτας μεταφέρει το πνεύμα θεάτρου στα βουνά. Με υπόδειξη της ΠΕΕΑ ιδρύει το «Θεατρικό όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας», ανταποκρινόμενος στο επίμονο αίτημα των αγωνιστών για θέατρο.

Τεράστια στάθηκε η προσφορά του Ρώτα στη μετάφραση Ελλήνων και ξένων κλασικών αλλά ο μεγάλος άθλος του ήταν πως δόθηκε σύψυχα στη μετάφραση του σαιξπηρικού έργου και μπόρεσε ν’ αποδώσει στη γλώσσα μας όλα τα δράματα, κωμωδίες, τραγωδίες του, όπως και όλα τα ποιήματα και σονέτα του. Από το 1927 ως τα τελευταία χρόνια του έστησε «ναόν περικαλλή», με την απόδοση των έργων του Σαίξπηρ, κρατώντας πιστά τη μορφή τους και με χυμώδη ποιητικό λόγο.

Ο Βασίλης Ρώτας πιστοποιούσε με όλο του το έργο ότι μια τέχνη που αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο και δε συμβάλλει στη δημιουργία ενός κόσμου καλύτερου, πολλές φορές, άθελά της, λειτουργεί σύμφωνα με τις επιταγές της μειοψηφίας των κοινωνικά προνομιούχων.*

Έφυγε από τη ζωή στις 30 του Μάρτη 1977.


 Βασίλης Ρώτας ανέβηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα στις αρχές Μαρτίου του 1944. Όταν ιδρύθηκε η ΠΕΕΑ, τοποθετήθηκε υπεύθυνος της Γραμματείας Γραμμάτων και Τεχνών. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να συγκεντρώσει γύρω του εκείνους που μπορούσαν να προσφέρουν κάτι στον τομέα του θεάτρου, που το θεωρούσε σημαντικό στοιχείο πολιτισμού και αγώνα. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο Γεράσιμος Σταύρου, ο Νίκος Ακίλογλου, ο Χάρης Σακελλαρίου, οι ηθοποιοί Γιώργος Δήμου και Στέλιος Μήτρου, και δύο σπουδαστές θεατρικής σχολής: ο Βάσος και η Άννα (ψευδώνυμα). Με τη βοήθειά τους συγκρότησε το «Θίασο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας», με τον οποίο άρχισε δοκιμές στο Νιοχώρι της Καστανιάς με δυο έργα: ένα δικό του, τον Ρήγα τον Βελεστινλή, και ένα του Γεράσιμου Σταύρου, την επιθεώρηση Xθες, σήμερα, αύριο.

Πάντα είχε στο νου του να γράψει ένα καινούργιο αντιστασιακό έργο, αλλά οι ανάγκες του αγώνα δεν του άφηναν χρόνο γι’ αυτό. Μόνο όταν ο θίασος έδινε παραστάσεις στο Πήλιο, άρχισε να γράφει ένα δραματικό έργο με τίτλο Τα ελληνικά νειάτα, αλλά το τελείωσε μετά την απελευθέρωση και παίχτηκε από το θίασο των «Ελεύθερων Καλλιτεχνών».


ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ


Για την προσφορά του στο θέατρο της Αντίστασης ―της πόλης και του βουνού― γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του θέατρο και Αντίσταση, που εκδόθηκε από τη «Σύγχρονη Εποχή». Το πρώτο μέρος το αφιερώνει στο «Θεατρικό Εργαστήρι» με το οποίο τάραξε τα νερά στην Αθήνα του 1942 ― 1943 και το δεύτερο στο «Θίασο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας» που συγκρότησε στην Ελεύθερη Ελλάδα το καλοκαίρι του 1944.

«Το Θεατρικό Εργαστήρι», στα σκαριά από πριν το 1942, ήταν σε όλη του τη δράση. Είχε στεγαστεί στο οίκημα του «Συλλόγου Βυζαντινής Μουσικής» που λειτουργούσε κάτω από την εποπτεία και με τον μόχτο του Σίμου Καρά. στην οδό Λέκα 26). Μια φλογερή νεολαία πλημμύριζε τις σάλες του, έφτασε να ’χει γραμμένους πεντακόσιους μαθητές. Είχε γίνει κατά κάποιο τρόπο νόμιμο καταφύγιο για πλήθος οργανωμένους νέους, ήταν κυριολεκτικά ένα φυτώριο της ΕΠΟΝ. Το γραφείο το κρατούσε ο μακαρίτης Κώστας Ζαΐμης με έξοχο οργανωτικό και διοικητικό πνεύμα. Τη γενική κατεύθυνση έδινε η διοικητική επιτροπή από τον Μέμο Μάκρη, τον διάσημο γλύπτη που μένει στη Βουδαπέστη, τον Κώστα Ζαΐμη που μνημονέψαμε και τον Ρώτα.

Στο «Θεατρικό Εργαστήρι» δίδασκαν οι Γιαννούλης Σαραντίδης, σκηνοθέτης, μακαρίτης ήδη, υποκριτική και σκηνοθεσία. Ο αείμνηστος Μάρκος Αυγέρης ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή―Παπαδάκη δραματολογία. Ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης ιστορία της τέχνης, σκηνογραφία. Ο γλύπτης Θανάσης Απάρτης αισθητική και σχέδιο. Ο γλύπτης Μέμος Μακρής σχέδιο. Ο Αντώνης Φωκάς ενδυματολογία. Ο Σίμων Καράς μουσική και δημοτικό τραγούδι. Η Μιράντα Βούλγαρη χορό. Ο Χαράλαμπος Σακελλαρίου ελληνικούς χορούς.

Το «Θεατρικό Εργαστήρι», συνεχίζοντας τα μαθήματά του και λαβαίνοντας μέρος με τους μαθητές του σε διάφορες εκδηλώσεις αντιστασιακές μέσα στην Αθήνα, σε διάφορα πάρτυ που οργάνωσε η ΕΠΟΝ στις συνοικίες, βοηθούσε με την συνεργασία του, καθαρά καλλιτεχνική, τον αγώνα, ηθικά με έργο αντιστασιακό που ετόνωνε το λαϊκό φρόνημα και υλικά με τις εισπράξεις που όλες επήγαιναν στο ταμείο του αγώνα […]

Η πρώτη συνταραχτική εκδήλωση που ’κανε το «Θεατρικό Εργαστήρι» ήταν η ομιλία του Ρώτα για το δημοτικό τραγούδι, που έγινε στο θέατρο «Βρετάνια». Όπου οι μαθητές τραγούδησαν και χόρεψαν δημοτικά τραγούδια και λαϊκούς χορούς με τη συνοδεία λαϊκιάς ορχήστρας. Το θέατρο κατάμεστο από λογής κόσμο, διανοούμενους, υπάλληλους, εμπόρους, νεολαία […]


|…| Τόση ήταν η επιτυχία της εκδήλωσης εκείνης με τα τραγούδια της και τους χορούς της, που συνεχίστηκε πολύ καιρό και πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό. Έγινε τρεις φορές στο θέατρο «Βρετάνια», άλλες τρεις στο Πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχνείο, στη Ν. Σμύρνη, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στον Χολαργό κι αλλού. Πολύ γρήγορα το πρόγραμμα συμπληρώθηκε με Το πιάνο… και με την κωμωδία Γραμματιζούμενοι.

Το πιάνο παιζόταν από μαθητές του «Εργαστηρίου» που απ’ αυτούς πρέπει να μνημονέψουμε με όλο το πένθος: την Καίτη Κοσκινά, που έπαιζε στο χορό και τον Δημήτρη Δημητριάδη, που έπαιζε τον Γαρδέλη. Η πρώτη σκοτώθηκε μαζί με τον αρραβωνιαστικό της στα Δεκεμβριανά από όλμο στην Κυψέλη. Ο Δημητριάδης εκτελέστηκε στην εποχή του εμφύλιου πολέμου. Ας είναι πάντα χλωρή η ιερή τους μνήμη.

Καταλαβαίνει κανείς πως αυτή η δραστηριότητα δεν μπορούσε να βαστήξει πολύ. Σε λίγο μας έδιωξαν από τη στέγη της οδού Λέκα. Βρήκαμε καταφύγιο στην οδό Σόλωνος 100 στη «Στέγη Εργαζόμενου Κοριτσιού». Αλλά κι από κει μας έδιωξαν, ώσπου δεν είχαμε πού να μείνουμε.

Τα πράγματα έσφιξαν στην Αθήνα τόσο, που μόνο πια οι τολμηροί μαχητές με τις μπογιές και τα πινέλα, με τους πολύγραφους και τις προκηρύξεις, με τα χωνιά και με τα όπλα, συνέχιζαν τον αγώνα. Τα παιδιά του «Εργαστηρίου» έμπαιναν σε άλλη μορφή παράνομη του αγώνα κι εμείς ανηφορίσαμε στο βουνό για να μεταφέρουμε τη δραστηριότητα του «Εργαστηρίου» εκεί όπου η ελευθερία είχε μέρος να πατήσει […]

|…] Στο βουνό, όταν ανεβήκαμε στην Ευρυτανία και στη Θεσσαλία, είδαμε οργασμό από πολιτιστικές εκδηλώσεις που γίνονταν με πρωτοβουλία και οργάνωση της ΕΠΟΝ. Μέσα σε σχολεία, σε αυλές, σε αλώνια, σε περιτοιχισμένες μάντρες, μπροστά σ’ εκκλησίες, είδαμε αυτοσχέδιους χορούς κι ακούσαμε ομιλίες και τραγούδια λαϊκά, παλιότερα και συγκαιρινά (…)


Ο ΘΙΑΣΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ






Ο Βασίλης Ρώτας συνεχίζει:

[…] Στη Βίνιανη, όπου η παραμονή μας εμάκρυνε περισσότερο και σε άλλα χωριά γύρω, μαζεύαμε τα παιδιά και κάναμε γιορτές, όπου θαυμάσαμε αυτά τα κοριτσάκια και τα’ αγοράκια, ψωριασμένα, πεινασμένα, αδύναμα, να χορεύουν μολοντούτο και να τραγουδάνε και να παίζουν στη σκηνή με τόση προσήλωση σ’ αυτό που έκαναν, με τόση πεποίθηση πως ήταν ιερό και ανώτερο, που τα θυμόμαστε σήμερα και τα μάτια μας δακρύζουν. Τα παιδιά χόρευαν και τραγουδούσαν με τόση χάρη και λεβεντιά που ο λαός, οι ακροατές ξεσπούσαν αυθόρμητα σε χειροκροτήματα κι όλες οι αθλιότητες, οι κουρελαρίες, και οι αδυναμίες χανόντουσαν κι έμενε εκείνη η ομορφιά λαμπρή, φωτισμένη από το πνεύμα του αγώνα. Τόση ήταν η λαχτάρα που είχαν τα ίδια τα παιδιά για να πάρουν μέρος, που θυμάμαι ακόμα ένα αγοράκι τεσσάρων χρονών που με τραβούσε στο δρόμο από το παλτό και μου ’λεγε:

— Ρε συναγωνιστή, ρε Ρώτα, βάλε και μένα.

— Πού να σε βάλω;

— Στο  Θέατρο…

Από την Ευρυτανία περάσαμε στη Θεσσαλία. Εκεί ανταμωθήκαμε με τους Γιώργο Δήμου, ηθοποιό, που ’χε πάρει το παράνομα Θέσπις, το Γεράσιμο Σταύρου, τον Αλέξη Ξένο και τη γυναίκα του και κάποια παιδιά της ΕΠΟΝ, που η μνήμη μου δεν κρατάει τα ονόματα τους. Καταρτίσαμε θίασο που τα εξαρτήματά του ήταν μια αυλαία από πανιά αλεξίπτωτου, ένα δυο σουρτούκα και μια λάμπα πετρελαίου. Για σκηνογραφία μας έφτανε το έτοιμο περιβάλλον, ένας τοίχος από καμένο σπίτι, τα προπύλαια της εκκλησίας. Είχαμε δραματολόγιο για δυο βραδιές. Τη μια παίζαμε το Ρήγα τον Βελεστινλή του Ρώτα και την άλλη σάτιρες του Γεράσιμου Σταύρου, συμπληρωμένες με απαγγελίες.


Τις δοκιμές μας τις εκάναμε στο Νιοχώρι της Καστανιάς πάνω απ’ την Καρδίτσα. Πρωτοπαίξαμε στο σχολείο, δώσαμε μερικές παραστάσεις. Στον Ίταμο, στο βουνό όπου έγινε το πανθεσσαλικό Συνέδριο του ΕΑΜ, μες στα έλατα ετοιμάστηκε θέατρο με κοίλον, όπου γινόντουσαν την ημέρα οι ομιλίες των αντιπροσώπων και το βράδυ οι παραστάσεις. Οι αντιπρόσωποι που ήρθαν από τα πέρατα της Θεσσαλίας είχαν δέσει ολόγυρα στον καταυλισμό μουλάρια και γαϊδούρια που γκάριζαν και χλιμίντριζαν κι είχα φοβηθεί πως θα μας χαλούσαν την παράσταση. Αλλά η αφοσίωση ήταν τέτοια που το ακροατήριο, ως δυόμισι χιλιάδες άνθρωποι, κρατούσε και την ανάσα του χωρίς να ενοχλείται από τίποτα.

Μετά το συνέδριο ο θίασος άρχισε την περιοδεία του στα θεσσαλικά χωριά. Κατέβηκε στο Παλιούρι, από κει στο Λεοντάρι, κι έτσι από χωριό σε χωριό προχωρούσε.

Ένας θίασος από καμιά δεκαριά άτομα που πορεύεται πεζή από χωριό σε χωριό είναι μια χαρούμενη συμφωνία, όταν την οδηγάει το πνεύμα της τέχνης και το πνεύμα του αγώνα. Γνωρίζαμε πως στην πορεία μπορεί να μας τύχαινε κανένα κακό συναπάντημα με περιπολίες του εχθρού, αλλά είμαστε αποφασισμένοι αγωνιστές και δε μας σκότιζαν τέτοιες έγνοιες. Ένας που έπαιζε τον πρίγκηπα στο Ρήγα είχε έρθει από αντάρτης στην ομάδα με όλον του τον οπλισμό, πιστόλι και χειροβομβίδες, κι άλλος ένας είχε μια ξιφολόγχη, αλλά ο καλύτερος οπλισμός μας ήταν η απόφασή μας. Πορευόμαστε σαν ψυχές ταμένες, σαν ψυχές με αποστολή. Με το βασταγό μας ή το μουλάρι μας που κουβάλαγε τα «σκηνικά», προχωρούσαμε διασκεδάζοντας και την πείνα και τους κόπους και την πεζοπορία.

Έτσι περάσαμε το θεσσαλικό κάμπο, περάσαμε μεσάνυχτα τη σιδηροδρομική γραμμή δυο φορές και φτάσαμε στα χωριά του Αλμυρού. Από κει περάσαμε στο Πήλιο και το γυρίσαμε όλο, ανατολικό και δυτικό, ώσπου καταλήξαμε στον Βόλο… Οι Γερμανοί φεύγανε και μεις μπαίναμε.

Στο κάθε χωριό που φτάναμε μας παραλάβαινε η ΕΠΟΝ του χωριού, που φρόντιζε για καταλύματα, το φτωχό φαΐ μας και για την παράσταση. Η αναγγελία για την παράσταση γινόταν από το καμπαναριό. Ένας ανεβασμένος απάνω βάραγε την καμπάνα, κι εξηγούσε στον κόσμο που μαζευότανε πως: το βράδυ με το ηλιοβασίλεμα θα ’χε θέατρο στο τάδε μέρος και να πάνε όλοι.

Την προσδιορισμένη ώρα ο λαός μαζευότανε, άντρες, γυναίκες και παιδιά, κουβαλώντας και καθίσματα και τα εισιτήρια τους στο χέρι. Τα εισιτήρια ήταν είδος: πατάτες, στάρι, καλαμπόκι, κάστανα, καρύδια, αβγά. λάδι. Και ταμίες και θυρωροί στεκόντουσαν δυο τρεις με τσουβάλια, και με δοχεία αυτός που είσπραττε το λάδι. Την είσπραξη την εμάζευε η ΕΠΟΝ για τον αγώνα κι εδώ όπως και στην Αθήνα.

Είπαμε για ταμίες και θυρωρούς, αλλά τους αναφέραμε καταχρηστικά, γιατί στην πραγματικότητα ήταν άχρηστοι. Ο λαός ήταν τόσο ανεβασμένος στο ύψος των περιστάσεων, που κανείς δεν μπορούσε ποτέ ούτε να το βάλει στο νου του να μπει λαθραία. Ακόμη και σε χωριά που το θέατρο ήταν ολότελα ξέφραγο κι ο καθένας μπορούσε να μπει και να πιάσει θέση όπου ήθελε, εντούτοις όλοι τραβούσαν γραμμή εκεί που έβλεπαν τους ταμίες με τα τσουβάλια τους, και τους έβλεπες να προχωρούνε στην ουρά υπομονετικοί, πολιτισμένοι, άλλος με τις πατάτες του, άλλος με το λάδι του, ή ό,τι άλλο, να τα παραδίνει και να περνάει κρατώντας το παιδί του απ’ το χέρι και την καρέκλα του να πάρει τη θέση του.

Σε όλες μας τις παραστάσεις φέρονταν με αξιοπρέπεια και θρησκευτική ευλάβεια και μ’ εντιμότητα παντού. Τόσο, που μας έκανε όλους να προσπαθούμε ν’ ανταποκριθούμε και να νιώθουμε δέος μπροστά σ’ αυτή τη λαϊκιάν ανωτερότητα.

Για ν’ αρχίσει η παράσταση έβγαινα πρώτα εγώ στο προσκήνιο, χτύπαγα με τη γκλίτσα μου το έδαφος και γινόταν ησυχία. Έλεγα μία προσλαλιά επαινετική για το χωριό που μας φιλοξενούσε. Έπειτα έβγαινε ο εξηγητής στεφανωμένος μ’ ένα πρόχειρο στεφάνι από κλαδί ή κλήμα, ή ό,τι άλλο πρόχειρο φύλλωμα. Φορούσε ένα μακρύ κομμάτι ύφασμα σαν πετραχήλι, που του έφτανε ως τα νύχια των ποδιών του και του ’δινε ένα ύφος, ενώ από πίσω του του ’φτανε μόνον ως τη μέση.

Τελειώνοντας το μέρος του, έφευγε προσκυνώντας και πισωπατώντας, ενώ το κοινό τον χειροκροτούσε πάντα με ξεχωριστή ευχαρίστηση, και γιατί ήταν παιδί και γιατί τα ’λεγε ωραία και επειδή εξηγούσε κάθε φορά τι θα γίνει παρακάτω.

Ο ρόλος αυτός είχε ανατεθεί στο γιο του Βασίλη Ρώτα, τον Νικηφόρο, που ήταν τότε δωδεκάχρονο παιδί και τώρα ένας από τους πιο σημαντικούς μας συνθέτες, με σπουδές στη Βιένη και εξαιρετικές συνθέσεις κλασικής μουσικής. Σύμφωνα με αφήγηση του Γεράσιμου Σταύρου, ο πρόλογος αυτός άρχιζε με τους παρακάτω στίχους:

Ω, να ’χαμε προσκήνιο την κορφή του Ολύμπου

και τη βροντή φωνή μας για να διαλαλούμε

της λευτεριάς το κήρυγμα στην οικουμένη!

[…]

Παρακαλούμε φίλοι κι ακριβοί θεατές μας

να δείξετε καλογνωμιά και συγκατάβαση

και με την πλούσια φαντασία σας να μπαλώσετε

τα φτωχικά μας μέσα. Στο πατάρι τούτο

να ιδείτε πολιτείες του παλιού καιρού κι ανθρώπους

πριν δυο αιώνες, όταν ο βραχνάς της βίας

πλάκωνε την Ελλάδα και τον κόσμον όλο…

Επακολουθούσαν στίχοι που αναφέρονταν στο περιεχόμενο του έργου και μετά απ’ αυτούς ο επίλογος:

Καλόβολοι φανείτε σας παρακαλούμε

γιατί όσο δε φαντάζεστε σας αγαπούμε

κι απ’ την καλή σας γνώμη κρέμεται η πνοή μας

στα χέρια σας είναι η χαρά μας κ’ η ζωή μας!

Και ο Β. Ρώτας συνεχίζει:

[…] Ύστερα ακολουθούσε η παράσταση και το ακροατήριο την παρακολουθούσε με τόσο πάθος, που τίποτα δεν μπορούσε να του χαλάσει την αφοσίωση.

Παντού έπρεπε να συμπληρωθεί ο θίασος με τ’ απαραίτητα πρόσωπα γιατί δεν είχε παρά μόνο πρωταγωνιστές, αλλά μας έλειπαν τα κοστούμια κι όλα τα εφόδια. Όμως ούτε οι εκτελεστές, ούτε το κοινό, σαν να ’χαν βγει απ’ το σχολειό του Σαίξπηρ, λογάριαζαν τα σκηνικά και τη φασαρία, κι ένας στη Ζαγορά αντάρτης πάνοπλος, που παρακολουθούσε την παράσταση, τόσο τον συνεπήρε η αγανάκτηση για τον προδότη Οικονόμου, που ’βγαλε το πιστόλι του και θα πιστόλιζε τον ηθοποιό, αν δεν πρόφταιναν οι διπλανοί του να τον συγκρατήσουν |… |

[…] Τέλος στο Βόλο δώσαμε μερικές παραστάσεις και ο «Θίασος της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας», που είχε συγκροτηθεί στο βουνό διαλύθηκε. Γυρίσαμε στην Αθήνα.**



(*) Βιογραφικά στοιχεία από άρθρο της Σοφίας Αδαμίδου στον Ριζοσπάστη (5/6/2011)

(**) Ευάγγελος Μαχαίρας, Η Τέχνης της Αντίστασης, εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα 2008

Πηγή: εδώ

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Οι Έλληνες πράκτορες των ναζί


Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 1944. Χιλιάδες Αθηναίοι συρρέουν στο κέντρο της πόλης για τη μεγάλη γιορτή της απελευθέρωσης από τους Ναζί κατακτητές. «Ανεβασμένοι στ' αυτοκίνητα ρίχνουν οι ΕΑΜίτες τα συνθήματα που τ' αρπάζει με μια φωνή ο κόσμος και τα κάνει βουή και σάλπισμα για να φτάσουν απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας: Κανένα άσυλο στους προδότες! Λευτεριά- Λαοκρατία!», διαβάζουμε στην ανταπόκριση του Ριζοσπάστη που κυκλοφόρησε στις 13 Οκτωβρίου 1944 ελεύθερα πλέον στο κέντρο της Αθήνας μετά από 8 χρόνια.





Σε αντίθεση με ότι συνέβη σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθ’ όλη τη διάρκεια των πανηγυρισμών επικράτησε τάξη. Η ηγεσία του ΕΑΜ τήρησε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, τιθασεύοντας τη μεγάλη δύναμή του κινήματος και διασκεδάζοντας τους φόβους των πολιτικών της αντιπάλων για «λουτρό αίματος», παρά τη διάχυτη επιθυμία για εκδίκηση απέναντι στους συνεργάτες των κατακτητών.

Την περίοδο 1945-1949, κάποιοι θα οδηγηθούν στα Ειδικά Δικαστήρια. Η συντριπτική πλειοψηφία θα αθωωθεί και πολλοί από τους καταδικασθέντες θα απελευθερωθούν τα επόμενα χρόνια. Αυτή είναι «η πιο μελανή περίοδος της ελληνικής δικαιοσύνης από σύστασης του ελληνικού κράτους»


H «βρώμικη δουλειά» που ανέλαβε η ελληνική Δικαιοσύνη


Την ίδια χρονική περίοδο ήταν συντριπτικές οι καταδίκες σε θάνατο, ισόβια και εξορία από παράλληλα δικαστήρια των ανθρώπων που συμμετείχαν στο αντιστασιακό κίνημα. Είναι εντυπωσιακή η δυσαναλογία και αφορά σε μια βρώμικη δουλειά που ανέλαβε να κάνει η ελληνική δικαιοσύνη, μεταπολεμικά όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανασυγκρότησης επέλεξαν να κλείσουν γρήγορα το θέμα και να περάσουν το συντομότερο δυνατόν σε μια ομαλή κατάσταση.

Αν έμπαιναν σε μια διεξοδική απόδοση δικαιοσύνης θα έπρεπε να έχουμε ειδικά δικαστήρια και εκτελέσεις τουλάχιστον για μια πενταετία μετά τη λήξη του πολέμου, άρα ανοιχτές πληγές. Επέλεξαν λοιπόν να κλείσουν το θέμα εκτελώντας παραδειγματικά κάποιους μεγαλοδωσίλογους.

Στην Ελλάδα βέβαια ούτε καν αυτό δεν έγινε, επειδή αμέσως μετά τη λήξη της Κατοχής ακολουθούν τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Οι δωσίλογοι και αυτοί που ήταν γύρω από τους δωσίλογους θα γίνουν στηρίγματα της μεταπολεμικής αντικομουνιστικής πολιτικής κατάστασης που επικρατεί.
Η έννοια της εθνικοφροσύνης κυριαρχεί τουλάχιστον μέχρι την πτώση της Χούντας το 1974... Οπότε αυτοί οι άνθρωποι που θα είναι οικονομικά και πολιτικά στηρίγματα των μετα-κατοχικών κυβερνήσεων έπρεπε με κάποιο τρόπο να προστατευθούν και αυτό ακριβώς έκανε η Δικαιοσύνη την περίοδο εκείνη, αφήνοντας ένα τεράστιο ερωτηματικό ως προς το λαϊκό αίσθημα δικαιοσύνης απέναντι στους συνεργάτες των Ναζί.


Από τον οικονομικό στον πολιτικό και ένοπλο δωσιλογισμό


Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, το 1941-1942, όπου κυριαρχούν απόλυτα οι δυνάμεις του Άξονα σε όλη την Ευρώπη, στην Αθήνα έχει δημιουργηθεί ένα ευρύ δίκτυο Ελλήνων συνεργατών του κατακτητή που έχει κυρίως οικονομικό υπόβαθρο.
Μην ξεχνάμε ότι μεσολαβεί ο φονικός κατοχικός λιμός, οπότε έχουμε πολλούς εμπόρους,  βιομηχάνους και ανθρώπους που κινούνται γύρω από την αγορά γενικότερα, τη μαύρη αγορά αφού η επίσημη αγορά έχει καταρρεύσει.
Στα δίκτυα της μαύρης αγοράς ξεχωρίζουν κάποιοι μεγαλομαυραγορίτες, οι οποίοι συνεργάζονται στενά με τους Γερμανούς.

Είναι οι άνθρωποι που δημιουργούν μεγάλες περιουσίες από αυτή τη συνεργασία, είναι οι άνθρωποι που κρύβουν τρόφιμα σε παράνομε αποθήκες για να δημιουργήσουν τεχνητή άνοδο της τιμής και να αποκομίσουν παράνομα κέρδη παρά το γεγονός ότι συνάνθρωποί τους πεθαίνουν από την πείνα, αυτό δεν τους απασχολεί καθόλου.

Αυτό το ευρύ δίκτυο προσπαθεί να διατηρήσει τα κεκτημένα του όταν πλέον το 1943 και κυρίως το 1944 φαίνεται ότι η αντίσταση και κυρίως το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ενισχύεται διαρκώς και υπάρχει περίπτωση να παίξει ρόλο στη μεταπολεμική Ελλάδα, καθώς φαίνεται πλέον καθαρά ότι οι Γερμανοί θα χάσουν τον πόλεμο.

Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν προσπαθούν να στρατευθούν πίσω από τον μπαμπούλα του αντικομουνισμού για να αντιμετωπίσουν το ΕΑΜ, καθώς γνωρίζουν παρά πολύ καλά ότι αν μετά τη λήξη του πολέμου κυριαρχήσει πολιτικά το ΕΑΜ στην Ελλάδα, θα χάσουν τις περιουσίες τους και θα λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη.

Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν χρηματοδοτούν μέσα από τα παράνομα κέρδη τους τις ποικίλες αντικομουνιστικές ομάδες που εμφανίζονται στην Ελλάδα και βέβαια τους πράκτορες των γερμανικών αρχών ασφαλείας και της γερμανικής αντικατασκοπείας, οι οποίοι πληρώνονται σε μεγάλο βαθμό όχι από το Βερολίνο αλλά από τις παράνομες δράσεις της μαύρης αγοράς. Συνεπώς από το '43 και μετά αυτό που αρχικά ήταν οικονομική κυρίως συνεργασία λαμβάνει και τη μορφή της πολιτικής και της ένοπλης συνεργασίας.


Οι ρουλέτες της Κατοχής





Παράνομα καζίνο - τόποι συνάντησης οικονομικού και ο ένοπλου δωσιλογισμούΗ σύνδεση της κερδοσκοπίας των μαυραγοριτών με την εξόντωση των μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αναδεικνύεται μέσα από τη λειτουργία των κατοχικών ρουλετών. Αυτά τα μικρά καζίνο ήταν τόποι συνάντησης των «επιχειρηματιών» της μαύρης αγοράς και των συνεργατών των κατακτητών, ενώ με τα έσοδά τους οι κατακτητές χρηματοδοτούσαν Έλληνες και Γερμανούς πράκτορες των ναζιστικών υπηρεσιών ασφαλείας.

Το μεγαλύτερο παράνομο καζίνο της Αθήνας με 12 ρουλέτες και 3 τραπέζια σεμέν ντε φερ, ήταν η ρουλέτα του «Μαυροκέφαλου». Απασχολούσε περίπου 100 άτομα προσωπικό και τα κέρδη κάθε βραδιάς ξεπερνούσαν το ιλιγγιώδες ποσό των 100 χρυσών λιρών. Συνολικά στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής λειτούργησαν 21 τέτοιες ρουλέτες. Γνώρισαν ιδιαίτερη άνθιση στα τέλη του 1943, όταν ο πληθωρισμός, τα έσοδα από τα οχυρωματικά έργα των κατακτητών και η μαύρη αγορά, είχαν δημιουργήσει τεράστιο πλούτο στα χέρια εργολάβων και μαυραγοριτών, οι οποίοι «επένδυαν» τα παράνομα κέρδη τους στις ρουλέτες. Οι κατακτητές χρησιμοποιούσαν τις ρουλέτες για να χρηματοδοτούν τις υπηρεσίες τους, καθώς πουλούσαν πανάκριβα τις άδειες στους Έλληνες «επιχειρηματίες» και είχαν ποσοστά στα κέρδη.

Η μεγαλύτερη ρουλέτα υπό τον έλεγχο των Γερμανών ήταν το Femina στην οδό Βουκουρεστίου, όπου λειτουργούσε και ακριβό εστιατόριο. Παράλληλα στους χώρους αυτούς οι Γερμανοί στρατολογούσαν Έλληνες πληροφοριοδότες που σύχναζαν εκεί ως πελάτες, συγκεντρώνοντας πολύτιμες πληροφορίες.

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του δικηγόρου Γ. Εμμανουήλ. Αφού πρώτα απέκτησε ένα σημαντικό χρηματικό κεφάλαιο κερδοσκοπώντας στο χρηματιστήριο Αθηνών, επένδυσε τα κέρδη του στη μαύρη αγορά τροφίμων. Μέσα από τα δίκτυα της μαύρης αγοράς ήρθε σε επαφή με τους καπνέμπορους αδερφούς Νικολαΐδη από τη Θεσσαλονίκη που ήταν υπεύθυνοι σε δύο από τα καζίνο που έλεγχαν τα S.D., η υπηρεσία ασφαλείας των Ες-Ες. Δουλεύοντας λοιπόν στην υποδοχή του καζίνο Femina γνωρίστηκε με αξιωματικούς των Ες-Ες και στρατολογήθηκε σε αυτά. Ακολούθησε μετάβασή του στο Βερολίνο όπου εκπαιδεύτηκε για μία εβδομάδα σε ειδικό σχολείο πρακτόρων και η επιστροφή του στην Αθήνα για την ανάληψη δράσης.
Δεκάδες άλλοι Έλληνες πράκτορες των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας συγκρότησαν ομάδες εφόδου με στόχο την εξόντωση των μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι ομάδες αυτές που συνελάμβαναν, βασάνιζαν και δολοφονούσαν αντιστασιακούς πληρώνονταν από τα κέρδη των ελληνικών καζίνο. Συνδέοντας έτσι με έναν ακόμα τρόπο την κερδοσκοπία των μαυραγοριτών με την εξόντωση των μελών της αντίστασης.

Το Φεβρουάριο του '46 έγινε η μεγάλη δίκη των πρακτόρων που εργάζονταν στις κατοχικές ρουλέτες. Δικάστηκαν 46 άτομα οι 35 αθωώθηκαν, από τους 11 που καταδικάστηκαν παρόντες ήταν οι 5 οι οποίοι έλαβαν ποινές από 10 μήνες έως 6 χρόνια φυλάκιση.


Ας δούμε αναλυτικά, τις ελληνικές φιλοναζιστικές και αντικομμουνιστικές οργανώσεις και τις ελληνικές ομάδες πρακτόρων των Ναζί.


S.D. Η Υπηρεσία Ασφαλείας των Ες-Ες και οι Έλληνες πράκτορές της


Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στο κτίριο της οδού Σανταρόζα 3 ήταν η έδρα της υπηρεσίας Sicherheitsdienst ή S.D., που ήταν η Υπηρεσία Ασφαλείας των ναζιστικών Ες-Ες. Στο ίδιο κτίριο στεγάζονταν και η ομάδα αντικατασκοπίας Dienststelle 3000. Οι υπηρεσίες αυτές είχαν ως στόχο τη διενέργεια αντικατασκοπίας και τη δημιουργία ομάδων Ελλήνων σαμποτέρ, που θα ανατίναζαν βασικές υποδομές της πόλης αμέσως μετά την αποχώρηση των Ναζί από την Αθήνα.

Η ομάδα σαμποτάζ έφτασε να αριθμεί 50-60 έλληνες πράκτορες. Οι δολιοφθορές που έγιναν μετά την αποχώρηση των Γερμανών για να δημιουργήσουν μια κατάσταση χάους στην πρωτεύουσα ήταν η ανατίναξη του φράγματος του Μαραθώνα, των εγκαταστάσεων ηλεκτρικού ρεύματος σε Αθήνα και Πειραιά, καταστροφές στο λιμάνι του Πειραιά, στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά και σε πολλές άλλες υποδομές.
Η “αντιστασιακή” ομάδα δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1943 υπό τον Έλληνα αξιωματικό Γ. Παντέλογλου, αρχηγό της ΟΕΔΕ (Οργάνωση Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδας), η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του υπό συγκρότηση αντάρτικου -όπως τον ονόμαζαν- στρατού, ο οποίος καταλαμβάνοντας θέση στην ορεινή Ελλάδα θα πολεμούσε ενάντια στον ΕΛΑΣ και στους συμμάχους όταν αυτοί θα εισέβαλαν στη χώρα. Μέσω της ΟΕΔΕ ο Παντέλογλου στρατολογούσε αντικομμουνιστές και γερμανόφιλους διευρύνοντας τον αρχικό πυρήνα των 70 περίπου ανδρών σε μια ομάδα 2500 περίπου ατόμων. Εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ στην οδό Μάρνης στις 26 Σεπτεμβρίου 1944.

Η οργάνωση 3000 είχε επίσης ομάδα πρακτόρων με αποστολή τον εντοπισμό των ελληνικών δικτύων διαφυγής προς τη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό το λόγο πράκτορες της είχαν μισθώσει βενζινοκίνητα καΐκια όπως το Αγία Μαρίνα, Άγιος Δημήτριος και Ευαγγελίστρια, τα πληρώματα των οποίων αποτελούνταν από “έλληνες” ναυτικούς – πράκτορες της 3000. Αυτοί υπόσχονταν σε Εβραίους και αξιωματικούς του ελληνικού στρατού ότι θα τους φυγάδευαν στη Μέση Ανατολή. Λάμβαναν εξαιρετικά υψηλή αμοιβή ανά άτομο συνήθως σε χρυσές λίρες Αγγλίας και στη συνέχεια συνελάμβαναν αυτά τα άτομα και τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.

Το Δεκέμβριο του 1947 έγινε η μεγάλη δίκη της οργάνωσης 3000. Η απόφαση του δικαστηρίου ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων που αποτυπώθηκε ακόμα και σε εφημερίδες της εποχής. Από τους 70 κατηγορούμενους οι 64 αθωώθηκαν. Αλλά και από τους μόλις 6 που δικάστηκαν μόνο ο ένας ήταν παρών. Συνεπώς από τα 70 άτομα που δικάστηκαν ως πράκτορες της ναζιστικής οργάνωσης 3000 καταδικάστηκε μόλις ένα σε ποινή φυλάκισης 9 ετών.


«Μπουντ», «Ένωσις Φίλων Χίτλερ» ή τα «Ελληνικά Ες-Ες»


Στα κτίρια της οδού Παπαρηγοπούλου 5 και 7 στεγάστηκαν την περίοδο της Κατοχής η ναζιστική οργάνωση αντικατασκοπίας «Μπουντ» και οι έλληνες πράκτορές της. Στα κτίρια αυτά βασανίστηκαν δεκάδες αντιστασιακοί κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, πριν σταλούν στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία ή στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής προς εκτέλεση.

Η Μπουντ (που σημαίνει σύνδεσμος) ιδρύθηκε πριν τον πόλεμο και ήταν υπηρεσία αντικατασκοπείας. Οι ελληνικές αρχές γνώριζαν τη δράση της για λογαριασμό της ναζιστικής Γερμανίας αλλά δεν παρεμπόδισαν το έργο της. Όταν κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου αποφάσισαν να συλλάβουν κάποια από τα μέλη της ήταν πλέον αργά. Μετά την είσοδό τους στην Αθήνα, οι Ναζί αποφυλάκισαν τους έμπειρους κατασκόπους τους, οι οποίοι ανέλαβαν την ανασυγκρότηση της οργάνωσης.

Η οργάνωση είχε δικό της δίκτυο κατασκόπων που έδρασε στην Αθήνα και τη Μέση Ανατολή. Το δίκτυο αυτό ήταν υπό τις διαταγές του Γερμανού φρουράρχου Αθηνών Φρίτσε. Έργο τους ήταν να εντοπίζουν τις διαδρομές διαφυγής Ελλήνων πολιτών και στρατιωτικών προς τη Μέση Ανατολή. Δεκάδες από αυτούς πιάστηκαν εν πλω και παραδόθηκαν στους Γερμανούς προς εκτέλεση. Επίσης, μέλη της Μπουντ εντόπιζαν Έλληνες πράκτορες που υπηρετούσαν στις συμμαχικές δυνάμεις. Ήταν άτομα που επιχειρούσαν να φέρουν ασυρμάτους στην κατεχόμενη Ελλάδα με στόχο την επικοινωνία της ελληνικής Αντίστασης με τους Βρετανούς και την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το φθινόπωρο 1943 η δράση της Μπουντ αναβαθμίστηκε με τη συγκρότηση ομάδων κρούσης που έκαναν συλλήψεις και εκτελέσεις. Στο σκέλος της δίωξης των κομμουνιστών πρωτοστάτησε ο Α. Αγήνορας. Ο Αγήνορας είχε εμπλοκή σε τουλάχιστον 25 υποθέσεις που δικάστηκαν μεταπολεμικά και αφορούσαν σε καταδόσεις και δολοφονίες μελών του ΕΑΜ, ληστείες περιουσιών Εβραίων εμπόρων, συλλήψεις ατόμων και αποστολή τους στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία. Η τύχη του Αγήνορα είναι άγνωστη. Κατά μία εκδοχή εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ στη Μακεδονία κατά μια άλλη εκδοχή έφυγε στη Γερμανία.

Οι ομάδες κρούσης της Μπουντ είχαν καθαρά αντικομουνιστική δράση. Συνέλεγαν στοιχεία για τις κινήσεις μελών του ΕΑΜ από διάφορους μυστικούς πληροφοριοδότες που είχαν στις συνοικίες. Προτιμούσαν περιπτεράδες, θυρωρούς, οδηγούς ταξί και ιδιοκτήτες κουρείων. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής και τη Γκεστάπο, πράκτορες της Μπουντ έκαναν εφόδους σε σπίτια και καταστήματα πραγματοποιώντας συλλήψεις. Ακολουθούσαν ανακρίσεις και βασανιστήρια στα γραφεία της Μπουντ στην Παπαρηγοπούλου ή σε αυτά της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν.
Οι πληροφορίες που αντλούσαν μετά από σκληρά βασανιστήρια που πολλές φορές οδηγούσαν στο θάνατο των συλληφθέντων τους επέτρεπαν να οργανώνουν ακόμα μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατά μελών του ΕΑΜ και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων όπως τα μπλόκα ολόκληρων συνοικιών. Μεταξύ των θυμάτων της Μπουντ ήταν και η 17χρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου.


Τα 3 Έψιλον

Η Εθνική Ένωσής Ελλάς, γνωστή ως 3Ε, ήταν μια αντισημιτική και αντικομμουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1927 στην Θεσσαλονίκη και στράφηκε εναντίον της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μέλη της δραστηριοποιήθηκαν και στην Αθήνα καταδίδοντας εβραϊκές οικογένειες και μέλη του ΕΑΜ στους Ναζί. Τα γραφεία της οργάνωσης ήταν στο κτίριο της οδού Σίνα 8.


Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ)


Η Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις (ΕΣΠΟ) ήταν μια ελληνική φιλοναζιστική και αντικομουνιστική οργάνωση που ιδρύθηκε τον Οκτώβρη του 1941 με πρωτοβουλία του γιατρού Γ. Βλαβιανού, διορισμένου κατοχικού προέδρου της κοινότητας Κηφισιάς. Χρηματοδοτούνταν από τους Ναζί με στόχο τη στρατολόγηση ατόμων για τη δημιουργία ελληνικού στρατιωτικού σώματος που θα πολεμούσε στις γραμμές της ναζιστικής Βέρμαχτ κατά των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο. Για να το πετύχει αυτό είχε οργανώσει συσσίτια στα γραφεία της και προπαγανδιστικά μαθήματα σχετικά με τον κίνδυνο του μπολσεβικισμού. Επίσης, η οργάνωση συνέβαλε στην προσπάθεια των Γερμανών να προσελκύσουν Έλληνες εργάτες προς αποστολή στα εργοστάσια της Γερμανίας. 

Σε μια περίοδο που ο κατοχικός λιμός αποδεκάτιζε τους Αθηναίους, η ΕΣΠΟ συντάχθηκε με το ελληνικό υπουργείο Εργασίας παρουσιάζοντας την εργασία στα γερμανικά εργοστάσια ως ευκαιρία που έδινε η χιτλερική Γερμανία στους Έλληνες. Όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές οι άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των Ελλήνων -και όχι μόνο- εργατών στη Γερμανία και οι θάνατοί τους από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, το υπουργείο Εργασίας επιδόθηκε σε έναν αγώνα προπαγάνδας προς διαστρέβλωση της πραγματικότητας. 

Η εκμετάλλευση του εξαθλιωμένου εργατικού δυναμικού της χώρας από τους Ναζί αλλά και από το ελληνικό υπουργείο Εργασίας ήταν ο λόγος που οδήγησε στην εκτέλεση του υπουργού Εργασίας Νικόλα Χαλύβα από την ΟΠΛΑ στις 27 Ιανουαρίου 1944 στην πλατεία Κολωνακίου.

Στην αρχή της η ΕΣΠΟ αριθμούσε περίπου 2500 άτομα στην πλειοψηφία τους νεαροί πρώην μέλη της μεταξικής νεολαίας. Για να καταστείλουν το αντιστασιακό κίνημα στους χώρους εργασίας, μέλη της ΕΣΠΟ προσλαμβάνονταν ως εργάτες στις επιταγμένες από τους Ναζί μονάδες παραγωγής. Έργο τους ήταν η εξάρθρωση των αντιστασιακών δικτύων μέσα στα εργοστάσια. Ήταν οι άνθρωποι που σε συνεργασία με την εργοδοσία παρέδιδαν στη Γκεστάπο ονομαστικές καταστάσεις οργανωμένων κυρίως του εργατικού ΕΑΜ. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Χαλυβουργίας Σταυριανού στο Κερατσίνι όπου εργάτης μέλος της ΕΣΠΟ κατέδωσε 18 συναδέλφους του ως μέλη του εργατικού ΕΑΜ.

Στις 17 Ιουνίου 1948, στη μεγαλύτερη δίκη μελών της ΕΣΠΟ δικάστηκαν 31 άτομα. Από τους 8 που καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές παρόντες στη δίκη ήταν μόνο οι 3.


G.F.P. Η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ και η δράση των Ελλήνων πρακτόρων της

Την περίοδο της Κατοχής στο κτίριο στη συμβολή των οδών Πατησίων 32 και Καποδιστρίου ήταν η έδρα της Geheime Feldpolizei (G.F.P.) που ήταν η Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία της Βέρμαχτ. Στο κτίριο αυτό οδηγήθηκαν, προς ανάκριση, πολλοί αντιστασιακοί που πιάστηκαν από τους Έλληνες πράκτορες της υπηρεσίας κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, απεργιών και άλλων αντιστασιακών ενεργειών.

Η υπηρεσία αυτή ασχολούταν με θέματα κατασκοπείας, αντικατασκοπείας, προπαγάνδας και καταπολέμησης της αντίστασης. Οι Γερμανοί και έλληνες πράκτορες της G.F.P. κυκλοφορούσαν με πολιτικά, συγκέντρωναν πληροφορίες για τη δράση διάφορων ατόμων και έκαναν αιφνιδιαστικές συλλήψεις. Ακολουθούσε ανάκριση στα γραφεία της και εγκλεισμός στις φυλακές Αβέρωφ.
Ένας από τους φανατικούς πράκτορες της G.F.P. ήταν ο χωροφύλακας ειδικής ασφάλειας Θ. Μπουρτζάλας. Ήταν ένας από τους λίγους έλληνες εθελοντές που πολέμησαν με τη στολή της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο ενάντια στον Κόκκινο Στρατό. Πολέμησε στο Στάλινγκραντ και κατάφερε όχι μόνο να επιζήσει αλλά και να επιστρέψει στην Αθήνα συνεχίζοντας τον αγώνα του κατά των Κομμουνιστών αυτή τη φορά ως πράκτορας της G.F.P. Αν και καταδικάστηκε σε τρεις φορές ισόβια αποφυλακίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’50.

Πέρα όμως από την αντικατασκοπεία και τον εντοπισμό των αντιστασιακών η δράση όλων αυτών των οργανώσεων στόχευε στο να πλήξει το ηθικό των Ελλήνων. Εξίσου αν όχι πιο σημαντική με την εξάρθρωση μιας αντιστασιακής ομάδας ήταν η τρομοκράτηση των κατακτημένων. Οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους έδιναν μεγάλη δημοσιότητα στις φρικαλεότητες τους. Οι μαζικές εκτελέσεις στο σκοπευτήριο της Καισαριανής διαφημίζονταν στον ελεγχόμενο Τύπο και οι απαγχονισμένοι αντιστασιακοί σε διάφορα μέρη της Αθήνας παρέμεναν για ώρες κρεμασμένοι από δέντρα για να τους δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι πολίτες. 
Στο έργο που βασίστηκε στη μελέτη κλινικών περιπτώσεων στα νοσοκομεία της κατοχικής Αθήνας, τέσσερις Έλληνες νευρολόγοι ψυχίατροι αναφέρουν ότι βασική επιδίωξη των κατακτητών ήταν να επιβάλουν ένα καθεστώς τρόμου, να δημιουργήσουν για τον πληθυσμό τέτοιες συνθήκες ώστε κάθε αίσθημα ασφάλειας να εξαφανιζόταν και τη θέση του να έπαιρνε ένας διαρκής αγχώδης φόβος που δεν θα επέτρεπε καμία άλλη σκέψη και κανένα άλλο συναίσθημα. Έτσι θα οδηγούνταν ο λαός σε μια πραγματική ψυχική οπισθοδρόμηση.


Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής

Η αιχμή του αντικομμουνιστικού μετώπου στην Αθήνα


Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η Ειδική Ασφάλεια της Ελληνικής Χωροφυλακής υπήρξε ο κύριος οργανωτής των ένοπλων επιχειρήσεων (κατοχικά μπλόκα, έρευνες σε σπίτια) ενάντια στα μέλη του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος. Στα κτίρια της οδού Ελπίδος 3 και 5 βρίσκονταν οι χώροι ανάκρισης και τα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας, τόποι μαρτυρίου για εκατοντάδες αντιστασιακούς. Στα κτίρια αυτά έχασαν τη ζωή τους από τα σκληρά βασανιστήρια τουλάχιστον 28 αντιστασιακοί.

Η Ειδική Ασφάλεια ιδρύθηκε το 1929 από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου με κύριο έργο την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος απέναντι στον κίνδυνο του κομμουνισμού. Από την αρχή η δράση της έλαβε χαρακτήρα παρακρατικής οργάνωσης στην καρδιά του κρατικού μηχανισμού. Τον Ιούνιο του 1933 ο διοικητής της ταγματάρχης Α. Δικαίος οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον ιδρυτή της Ελευθέριο Βενιζέλο.

Την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά κάτω από την πολιτική δ/νση του περιβόητου Κων/νου Μανιαδάκη οι άνδρες της εφάρμοσαν εξαιρετικά σκληρές και παράλληλα πρωτότυπες πρακτικές δίωξης κατά των κομμουνιστών. Την τεχνογνωσία αυτή εκμεταλλεύτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο υπουργός Εσωτερικών Αναστάσιος Ταβουλάρης και ο πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης για να μετατρέψουν την Ειδική Ασφάλεια από κρατική υπηρεσία σε ένοπλη αντικομουνιστική ομάδα κρούσης.

Το 1943 επανέφεραν στην υπηρεσία τον απόστρατο ταγματάρχη Α. Λάμπρου τον οποίον διόρισαν διοικητή της Ειδικής Ασφάλειας. Ο Λάμπρου προσλαμβάνοντας ως χωροφύλακες άνευ θητείας φανατικούς αντικομουνιστές, πράκτορες των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας αλλά και άτομα του υποκόσμου συγκρότησε ομάδες κρούσης σε όλη την Αθήνα.
Συνολικά σε μπλόκα, ενέδρες, βασανιστήρια, εκτελέσεις σε σπίτια και χώρους εργασίας οι άνδρες της ειδικής σκότωσαν οι ίδιοι ή παρέδωσαν στους Ναζί προς εκτέλεση περισσότερα από 300 άτομα.

Η πιο πολύτιμη συνεισφορά της ειδικής στον κοινό αγώνα με τους Ναζί ενάντια στον κομμουνισμό ήταν αυτή της οργάνωσης των κατοχικών μπλόκων. Τα μπλόκα σχεδιάζονταν από άνδρες της ειδικής ασφάλειας και υλοποιούνταν από τα τάγματα ασφαλείας με την εποπτεία ολιγάριθμων Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών. Η διαδικασία ήταν η εξής. Πρώτα δυνάμεις των δυνάμεων ασφαλείας αναπτύσσονταν στη συνοικία κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η απαγόρευση κυκλοφορίας τους επέτρεπε να κινηθούν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους κατοίκους. Μόλις ξημέρωνε καλούσαν με τηλεβόες τους άνδρες ηλικίας 15 έως 65 ετών να συγκεντρωθούν σε κάποιο κεντρικό σημείο προς έλεγχο ταυτοτήτων. Στη συνέχεια κατέφθαναν Γερμανοί και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας συνοδεύοντας τους περίφημους κουκουλοφόρους, άτομα δηλαδή που έχοντας καλυμμένο το πρόσωπό τους κατέδιδαν μέλη των ΕΑΜικών οργανώσεων. Αρχικά ο Γερμανός αξιωματικός καλούσε ονόματα μελών του ΕΑΜ βάση ονομαστικής κατάστασης που του είχαν παραδώσει άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας. Αυτές τις πληροφορίες είχαν συλλέξει οι άνδρες της Eιδικής ανακρίνοντας και βασανίζοντας διάφορους αντιστασιακούς. Όσοι εντοπίζονταν οδηγούνταν σε ξεχωριστή ομάδα και στη συνέχεια εκτελούνταν από γερμανικό απόσπασμα αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και από άνδρες των ταγμάτων ασφάλειας. Στη συνέχεια κουκουλοφόροι αναλάμβαναν να εντοπίσουν όσους δεν εμφανίστηκαν οικειοθελώς κατά τη ανάγνωση των ονομάτων αλλά και άλλους που δεν υπήρχαν στην ονομαστική κατάσταση και ήταν μέλη του ΕΑΜ.

Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Τζώρτζη Μαράτου όταν κατά τη διάρκεια μπλόκου στου Ζωγράφου οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στο υπαίθριο κέντρο Γαρδένια στην κεντρική λεωφόρο:
«Οι τσολιάδες μας έβαλαν στη σειρά και δεν έλεγαν κουβέντα. Κατά τις 11 φάνηκε ένα γερμανικό αυτοκίνητο με Γερμανούς και έλληνες αξιωματικούς και κάποιον που φορούσε στο κεφάλι μια μαύρη κουκούλα. Και άρχισε η επιθεώρηση. Μπροστά πήγαινε αυτός με την κουκούλα για να μην αναγνωρίζεται και με δύο τρύπες στα μάτια για να βλέπει. Νεκρική σιγή. Κάποια στιγμή σηκώνει το δάχτυλο και δείχνει τον Νίκο του κουρέα. Όλοι ξέρουμε ότι ήταν ΕΑΜίτης. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Αμέσως τον πιάνουν δύο και τον πάνε στην άκρη. Πιο πέρα δείχνει τον κύριο Ιωάννου τον δικηγόρο. Έπειτα τον κύριο Αγησίλαο τον δάσκαλο του δημοτικού. Έρχεται κοντά μας και μου φαίνεται ότι αναγνωρίζω τον παραγιό που δούλευε στον φούρνο του Πανταζόπουλου. Σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι μπορεί να του είχα πει καμιά άσχημη κουβέντα όταν μου ζύγιζε το ψωμί...»

Σε Καλογρέζα, Καισαριανή, Βύρωνα, Νέο Κόσμο, Δάφνη, Καλλιθέα, Περιστέρι, Κοκκινιά και Ταμπούρια (αυτά ήταν τα μεγάλα μπλόκα αλλά έγιναν και χιλιάδες μικρότερα) εκτελέστηκαν περίπου 500 άτομα επί τόπου ενώ άλλα 11000 οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι και από εκεί προς εργασία στη Γερμανία ή στις φυλακές Αβέρωφ και Χατζηκώστα.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μεταπολεμικές δίκες ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν με διαφορά οι περισσότερες από κάθε άλλη δωσιλογική οργάνωση. Αν και δικάστηκαν περισσότερα από 60 μέλη της και κάποια από αυτά καταδικάστηκαν σε θάνατο ή ισόβια κανένα δεν εκτελέστηκε και τα περισσότερα είχαν αποφυλακιστεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο ίδιος ο διοικητής της Α. Λάμπρου. Αν και δικάστηκε 13 φορές, στις 10 δίκες αθωώθηκε. Καταδικάστηκε συνολικά 7 φορές σε θάνατο αλλά αποφυλακίστηκε με απανωτές χάρες του βασιλιά το Φεβρουάριο του 1952.

Η σύνδεση της Ειδικής Ασφάλειας με τον αντικομουνιστικό αγώνα των Ναζί αποτυπώθηκε και στις απώλειες που είχε. Η αστυνομία είχε μόλις 9 θύματα εκτελεσμένα από τη ΟΠΛΑ ή τον ΕΛΑΣ ενώ αντίστοιχα η Χωροφυλακή 177 εκ των οποίων οι 102 ανήκαν στην Ειδική Ασφάλεια


Πηγή: εδώ