"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Από τη μυθιστορηματική ζωή της Κικής Τροχάτου- Πολυγένη - μέρος 2ο


Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος της σταχυολόγησης του εξαιρετικού βιβλίο για τη ζωή της Κικής Τροχάτου- Πολυγένη.


Αποτέλεσμα εικόνας για Κική Τροχάτου


Μέρος δεύτερο: Από την Κάμπροβα στην κόλαση των ναπάλμ


Μετά την κατασκοπευτική της αποστολή, η Κική Τροχάτου μεταβαίνει με το λόχο της στην Κάμπροβα, ένα ύψωμα κοντά στο δρόμο Σπάρτης- Καλαμάτας. Η επικοινωνία με τον Πάρνωνα γινόταν με σήματα καπνού, ακριβώς όπως επικοινωνούσαν οι Ινδιάνοι. Μια μέρα με συννεφιά, στην Κική ανατίθεται να μεταφέρει ένα μήνυμα στους αντάρτες του Πάρνωνα:

"Ετοιμάσου να φύγεις μου είπε και ότι θα έχω μαζί μου χαρτιά που έπρεπε  να  παραδώσω  στους  Παρνωνίτες.  Τα χαρτιά  και  τα  μάτια  σου,  συμπλήρωσε.  Αν  σε στριμώξουν  στρατός  ή  χίτες,  πρέπει  να  τα καταστρέψεις. Τα σκίζεις και τα πετάς σε νερό, σε λάσπη ή αν δεν προλαβαίνεις θα τα φας. Να τα φάω;, ρώτησα. Ναι να τα φας, όλα τα μπορεί ο άνθρωπος. Άνοιξε ένα χάρτη και μου έδειξε από που  θα  πήγαινα.  Ανάμεσα  Σουστιάνους  - Βορδώνια, έχουμε ρίξει ένα λεύκο στον Ευρώτα από τη μια στην άλλη όχθη. Από κει θα περάσεις το ποτάμι, όχι από γεφύρια γιατί τα κρατάει ο στρατός.  Μακρυά  από  δρόμους.  Στου  Τσιούνη στρατός, στον Κλαδά στρατός. Θα βγεις κάτω από τα Τσίντζινα, στην έχω δείξει την κορφή και θα δώσεις τα χαρτιά στη διοίκηση. Μου τα ξαναείπε και  με  άφησε  στην  αγωνία  μου,  ενώ  η  νύχτα βάραινε γύρω όσο εγώ έπαιρνα τα πράγματά μου. Όπλο  χιαστί,  σακίδιο,  και  ένα  φάκελλο  στο στήθος  μέσα  από  το  χιτώνιο.  Βγήκα  στο κατηφορικό μονοπάτι ενώ άρχισε να βρέχει".


Μετά από μια ολοήμερη και επικίνδυνη πορεία στα βουνά και στα δάση, η Κική θα παραδώσει το μήνυμα του λοχαγού της στον Μπασακίδη. Της δίνουν νέα ρούχα και φαγητό, καθώς τα δικά της έχουν σκιστεί στις πέτρες και τα πουρνάρια. Ο Μπασακίδης της ζητά να μεταφέρει έναν άλλο φάκελο και ένα προφορικό μήνυμα στο λοχαγό της:

"Όταν έφτασε η ώρα να φύγω, μου έδωσαν άλλα χαρτιά που τα φύλαξα πάλι κατάστηθα. Μου είπε ο υπεύθυνος και προφορικά το μήνυμα, ότι το καράβι με τον οπλισμό έχει έρθει ήδη, έχουνε πάρει  το  φορτίο  σε  κρύπτες  και  ότι  μας περιμένουν να πάμε να πάρουμε αυτό που μας αναλογεί.  Από  το  ίδιο  δρομολόγιο,  χωρίς  να συναντήσω  κανένα,  ξημερώθηκα  πάλι  στην Κάμπροβα που ήταν η ομάδα μου. Η χαρά του διμοιρίτη  μου  ήταν  απερίγραπτη,  ίσως  δεν περίμενε ότι θα τα κατάφερνα. Καμάρωνα και γω από μέσα μου γιατί έλεγε και τι δεν έλεγε και με εκθείαζε. Δυο φορές βγήκε καράβι στον Πάρνωνα στον  όρμο  του  Φωκιανού  και  μας  έφερε πολεμοφόδια."


Αργότερα με το λόχο της, θα λάβει μέρος σε πολλές ενέδρες και ορισμένες από τις γνωστότερες μάχες του Εμφυλίου στην Πελοπόννησο:

"Πήγαμε στη μάχη της Νέδουσας, στη Ζαχάρω, στη Θουρία, στη  μονή  Βλασίας,  στο  Μαλεβό,  Δρακοβούνι, Ανδρώνι, Κάπελλη, Γεωργίτσι και αλλού που δεν θυμάμαι τα ονόματα και τους τόπους πια. Πολλές πορείες  όλο  περικοπό,  ολονύχτιες.  Ο  Ταΰγετος έχει κόντρα ανηφόρες, είναι κουραστικό βουνό. Κάποιες  φορές  είχαμε  αποστολή  να εμφανιζόμαστε  σε  διάφορα  μέρη  για παραπλάνηση του στρατού. Το ίδιο τμήμα ,έκανε κύκλους με πορείες νυχτερινές για να εμφανίζεται τα πρωινά σε απίθανα μέρη που απείχαν μεταξύ τους  χιλιόμετρα.  Κάποτε  είχα  να  βγάλω  τα άρβυλα  δεκαπέντε  μέρες  γιατί  κάναμε  τέτοια παραπλανητική κίνηση συνεχώς. Όταν έβγαλα τις κάλτσες μου μετά από αυτό, βγήκε και σάρκα από τις πατούσες μου και έμεινε μια τρύπα."


Χαρακτηριστική είναι περιγραφή της Κικής για τις τεράστιες πορείες του ΔΣΠ, τις κακουχίες και την ατσάλινη αντοχή των μαχητών και των μαχητριών του:


"Βρεχόμαστε και στεγνώναμε πάνω μας περπατώντας, δεν αρρώστησα ούτε κρύωσα ποτέ. Κοιμόμαστε κατάχαμα στο χώμα, κάτω από ελάτια,  χωνόμαστε  να  κρυφτούμε  μέσα  σε λατσούφια, φίδι δεν είδα ποτέ όσο ήμουνα στο βουνό.  Πολλές  φορές στην  πορεία  κοιμόμαστε όρθιοι περπατώντας. Το πιο βαρύ πράγμα είναι τα βλέφαρα όταν νυστάζεις. Τις σκοτεινές νύχτες για να  μην  σπάσει  η  φάλαγγα,  βάζαμε  εφημερίδες στην  πλάτη  για  να  μας  βλέπει  αυτός  που ακολουθούσε."

Στα υψώματα της Λιποβοντάς, η Κική περιγράφει μια μάχη με τα ΛΟΚ και ένα εντυπωσιακό περιστατικό με έναν αξιωματικό του αστικού στρατού και έναν πεινασμένο αντάρτη:

"Στην Λιποβοντά, βρεθήκαμε σε ένα ύψωμα να  είμαστε  εμείς  με  τη  διμοιρία  μου  και  στο απέναντι  ύψωμα  λοκατζήδες.  Μας  χώριζε  ένα ρέμα. Τα προωθημένα φυλάκια που βγάζαμε τους άκουγαν καθαρά, το ίδιο και αυτοί φαντάζομαι. Αλλά, ούτε εμείς πηγαίναμε να τους βγάλουμε, ούτε αυτοί ερχόντουσαν σε μας. Ένα βράδυ, μας δώσανε  εντολή  να  τους  βγάλουμε  από  κει,  να πάρουμε  το  ύψωμα.  Ενεργήσαμε  τρεις  ομάδες, ανεβήκαμε από τρία σημεία με το χάραμα. Τα Μαμουτάκια  αρπάξανε  τους  σκοπούς  και επιτεθήκαμε. Αιφνιδιάστηκαν, παράτησαν όλα τα πράγματά  τους  και  έφυγαν.  Είχαν  κανονικό καταυλισμό,  σκηνές  κλπ.  Μαζέψαμε  ότι  είχαν αφήσει, σακίδια, ρούχα, τρόφιμα κλπ, όταν μας άρχισαν  με  τους  όλμους,  χτυπούσαν  τη  θέση τους. Αρχίσαμε να φεύγουμε και κατεβαίνοντας , διαπιστώθηκε ότι έλειπε ο Σφηνάς. Ο ομαδάρχης, μου  είπε  να  πάω  πίσω  να  τον  φέρω.  Βγήκα τρέχοντας στο πλάτωμα που ήταν οι σκηνές των λοκατζήδων και είδα το Σφηνά να είναι χωμένος μέχρι τη μέση σε ένα βαρέλι και να γεμίζει τσέπες και παντελόνι με κομμάτια τυρί. Του φώναξα, τον έβρισα, ρε γαιδούρι πάμε να φύγουμε, θα μας σκοτώσουν για το τυρί, όταν καμιά δεκαπενταριά μέτρα  πιο  πέρα,  μέσα  από  τα  δέντρα  , εμφανίστηκε ένας αξιωματικός του στρατού με το πιστόλι στο χέρι. Φορούσε το πηλίκιο και ήταν αναψοκοκκινισμένος. Δεν μου έριξε, αλλά έπιασα μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού του, που μου έλεγε ‘’φύγετε’’. Μπορούσε να μας σκοτώσει και τους δυο, δεν το έκανε ο καλός άνθρωπος, να είναι  καλά αν ζει.


Αργότερα, η Κική Τροχάτου θα τοποθετηθεί από τον λόχο της, σε επιτελική θέση στο χωριό Άκοβος, όπου εδραζόταν διοικητικό κλιμάκιο του ΔΣΠ, με ευθύνη πιθανότατα τις διαβιβάσεις. Εκεί, η Κική θα ξαναβρεί τον Παύλο Μπούσια, με τον οποίο ανέβηκε μαζί στο βουνό και θα γνωρίσει τον Κανελλόπουλο και τον Γκιουζέλη. Στον Άκοβο, η Κική θα εκπαιδευτεί στην αποκρυπτογράφηση σημάτων:

"Είχα ένα τετράδιο με χαράκια αριθμητικής που είχαμε στο σχολείο. Το σήμα καταγραφότανε από άλλο συναγωνιστή σε ένα ίδιο τετράδιο που το λέγαμε βιβλίο σημάτων. Το σήμα ήταν περίπου μισή  σελίδα,  άλλοτε  μικρότερο,  άλλοτε μεγαλύτερο. Από το τετράδιο αυτό απαγορευότανε να σκιστεί σελίδα. Ήταν γράμματα της αλφαβήτας ανακατωμένα  και  συνεχόμενα  που  δεν καταλάβαινες τι έλεγε. Ο Παύλος μου έδινε το βιβλίο σημάτων και αντέγραφα το σήμα στο δικό μου τετράδιο. Μου έδινε και την γκρούπα, μια ομάδα  από  πέντε  γράμματα,  διαφορετικά  κάθε φορά. Έπρεπε να ξαναγράψω το σήμα αφαιρώντας τα γράμματα της γκρούπας. Και τότε φαινότανε το κανονικό  κείμενο  του  σήματος  με  κόμματα, τελείες, αριθμούς. Το έγραφα σε ένα ειδικό χαρτί, σαν τα παλιά τηλεγραφήματα του ΟΤΕ ήταν και το έδινα στον Παύλο."

Με το διοικητικό κλιμάκιο του Γκιουζέλη, η Κική Τροχάτου θα λάβει μέρος στη μεγάλη μάχη της Δημητσάνας. Πρόκειται για μια από τις πιο πολύνεκρες μάχες του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο. Η Κική Τροχάτου την περιγράφει με λεπτομέρεια:

Ξεκινήσαμε από τον Ταΰγετο όλο το τάγμα με  προορισμό  το  Μαίναλο.  Πριν  ξεκινήσουμε κάναμε  προπαρασκευή.  Κάναμε  εμφανίσεις  σε διάφορα μέρη για παραπλάνηση του στρατού. Τη μια μέρα στην Αλαγονία, την άλλη στον Πάρνωνα, την  τρίτη  στο  Μαίναλο.  Συνέχεια  πορεία νυχτερινή  επί  δεκαπέντε  μέρες  για  να  πηδάμε από το ένα βουνό στο άλλο και να μην μπορεί να βγάλει  συμπέρασμα  ο  στρατός  τι  θέλουμε  να κάνουμε. Καταλάβαμε ότι πάμε για μάχη αλλά δεν ξέραμε που. Πήγαμε στο Μαίναλο στη θέση Ραπούνι. Εκεί είχαν έλθει δυνάμεις μας από τον Πάρνωνα και από την Κορίνθια, μαζί και οι του Μαινάλου με τον Πέρδικα. Μας έκαναν μάθημα για ένα όπλο που μας είχε έρθει με το καΐκι στο Φωκιανό,  το  Πάντζερ,  μπαζούκα  δηλαδή.  Μας κάνανε  επίδειξη  βολής.  Σε  ένα  καλύβι  είχανε βάλει ένα πρόβατο και χτύπησαν με το μπαζούκα. 

Το καλύβι διαλύθηκε και παρακολουθούσαν σε πόσο χρόνο θα συνέλθει το πρόβατο από το σοκ που δημιουργούν τα αέρια της έκρηξης. Έκανε κάνα τέταρτο να μπορέσει να πατήσει στα πόδια του και να φύγει. Βράδυ 29 Αυγούστου 1948, ξεκινήσαμε από το Ραπούνι να προσεγγίσουμε το στόχο μας που μας  είπαν  ήταν  η  Δημητσάνα.  Δύσκολο  μέρος, οχυρό από μόνο του, το κρατούσαν χωροφύλακες με αύρες και οι Δημητσανίτες. Κάποια στιγμή μας είπαν  να  βγάλουμε  τα  άρβυλα  και  να  τα κρεμάσουμε  στο  λαιμό.  Καταλάβαμε  ότι πλησιάζαμε.  Ένα  ένα  τα  τμήματα,  άφηναν  τη φάλαγγα και έφευγαν για τις θέσεις που είχαν ταχθεί. Τα πόδια μας είχαν γεμίσει τριβόλια και μας τρυπάγανε αλλά εμείς προχωρούσαμε για τις θέσεις μας. 

Με την ομάδα μου ,θα προσβάλαμε τη  θέση  της  Αγ.  Παρασκευής.  Φτάσαμε  στη γραμμή εξόρμησης και περιμέναμε να έλθει πέντε η ώρα για να ξεκινήσει η επιχείρηση. Πέντε παρά, δεξιά από κει που είμαστε, προς την είσοδο της Δημητσάνας  ακούστηκαν  πυροβολισμοί  και καταλάβαμε ότι χάσαμε τον αιφνιδιασμό, ενώ το πυρ γενικεύτηκε.. Άρχισε να ξημερώνει. Είμαστε πίσω  από  κάτι  κοτρώνια,  μπροστά  ξεκίναγε κατηφορική  μια  μεγάλη  λάκα  με  χαμηλές πεζούλες, ίσιωνε στη μέση, ενώ στην άλλη άκρη της  υψωνότανε  ανηφορικά  και  εκεί  ήτανε  το εκκλησάκι  της  Αγ.  Παρασκευής  που  ήταν οχυρωμένο ταμπούρι με πολυβόλα, φωλιές και το κρατούσαν  χωροφύλακες.  Γυμνό  το  μέρος ανάμεσά μας, μόνο μια αγκοριτσιά υπήρχε στη μέση. Κάτω από την Αγία Παρασκευή, που δεν τα βλέπαμε  από  κει  που  είμαστε,  ήτανε  βράχος κοφτός,  παρακάτω  ο  δρόμος  Δημητσάνα  –Στεμνίτσα. Το λέγανε το μέρος Καλλιθέα, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο. Πιο πέρα και λίγο πάνω από το δρόμο, δεξιά προς τη Δημητσάνα ήτανε το γυμνάσιο. Όλα τα καμπαναριά και τα σπίτια με χτισμένα τα παράθυρα, οχυρωμένα με χωροφύλακες  και  Δημητσανίτες.  Πιο  μέσα  και αριστερά σε μια συνοικία που τη λέγανε Κάστρο, πάνω από τις γκρεμίλες στον ποταμό Λούσιο, ήταν οχυρή  θέση  με  βαρύ  πολυβόλο.  Αυτά  δεν  τα βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τα γενικευμένα πυρά που χάλαγε ο τόπος. Μια ομάδα δικιά μας ,είχε προωθηθεί μέσα στη λάκα προς το ταμπούρι της Αγ. Παρασκευής και είχε καθηλωθεί πίσω από μια  χαμηλή  πεζούλα.  

Ο  χρόνος  πέρναγε,  είχε φωτίσει για τα καλά, αλλά δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Ήμουνα στο σταθμό διοικήσεως και έβλεπα τους  αξιωματικούς  μας  να  είναι προβληματισμένοι  και  να  συζητάνε  έντονα. Θυμάμαι τον Κανελλόπουλο, τον Κονταλώνη, τον Ξυδέα,  τον  Χριστόφορο.  Από  κάτω,  από  την καθηλωμένη  ομάδα,  άκουγα  το  Μαμουτάκι  να φωνάζει να του πάμε το μπαζούκα να χτυπήσει το ταμπούρι.  Ήτανε  δυο  αδέλφια  τα  Μαμουτάκια,  που  πάντα  αναλαμβάνανε  δύσκολες  αποστολές, αρπάζανε  τους  σκοπούς  και  μας  άνοιγαν  το δρόμο. Οι χίτες είχαν κακοποιήσει τη μάνα τους και  τα  δυο  παιδιά  είχαν  γίνει  παράτολμα  για λόγους  εκδίκησης.  Κατάλαβα  ότι  κανένας  δεν ρισκάριζε  να  κατέβει  με  το  μπαζούκας  στην ακάλυπτη  λάκα,  τα  δυο  πολυβόλα  απέναντι σαρώνανε  όλο  τον  τόπο.  Κάποια  στιγμή  με πλησίασε ο μπάρμπας μου ο Χριστόφορος. Με ζώσανε τα φίδια. 

-Κική, δεν το παίρνεις εσύ να το πας κάτω;

Είσαι  καλά  μπάρμπα  του  είπα,  είναι σίγουρος θάνατος να βγει κάποιος στη λάκα. Μου είπε  ότι  έχουν  δώσει  εντολές  σε  άντρες  να κατέβουν, αλλά κανένας δεν εκτελεί. Φοβούνται. Θα χάσουμε τη μάχη αν δεν πάει το μπαζούκα κάτω, κρίμα για τους νεκρούς που έχουμε. Με έριξε στο φιλότιμο,με πίεσε και του είπα θα πάω. Αλλά  θέλω  να  μιλήσω  στους  δικούς  μας πολυβολητές, του ζήτησα. Πήγαινε μου είπε. Πήγα στα  πολυβόλα  και  τους  είπα,  όταν  θα σταματήσουν να αλλάξουν ταινίες οι απέναντι, να βουλώσουνε με πυρά τις τρύπες τους. Τότε θα κατέβαινα  εγώ.  Έβαλα  το  όπλο  χιαστί  και κράτησα το μπαζούκα στην αγκαλιά μου. Όταν σταμάτησαν  τα  εχθρικά  πυρά,  ξεχύθηκα  στον κατήφορο, ενώ γύρω μου άκουγα να σφυρίζουν σφαίρες  από  τα  ατομικά  τους  όπλα.  Έφτασα παρακάτω από τη μέση πίσω από μια πεζούλα. 

Εκεί  βρήκα  μια  αντάρτισσα,  τη  Λεωτσάκου, κουκουλωμένη με μια κουβέρτα πίσω από μια αφάνα. Την τράβηξα να καλυφθεί σίγουρα πίσω από  την  πεζούλα.  Ο  Μπελεσέας  ,ήταν  κιαυτός εκεί με το πολυβόλο. Σήκωσε το κεφάλι του να δει μπροστά και μια ριπή του έκοψε το κεφάλι από τα  ματιά  και  πάνω.  Έπεσε  δίπλα  μου  και σφάδαζε, ήταν νεκρός και έβλεπα τα πόδια του να κινούνται  και  πανικοβλήθηκα.  Το  Μαμουτάκι, πιο μπροστά και πιο ψηλά, μου φώναζε να μην φοβάμαι για να με συνεφέρει. Ο χώρος μεταξύ μας  χτυπιότανε  από  το  πολυβόλο  τους.  Με καθοδήγησε από που να τον πλησιάσω έρπωντας, καλυμένη  πίσω  από  πεζούλια  και  κοτρώνια. Κάποτε τον έφτασα. Τον είδαν από τις θέσεις μας και άρχισαν να βάζουν όλοι μαζί για να μπορέσει να  σκοπεύσει  με  το  μπαζούκα.  Έριξε  και  το ταμπούρι ανατινάχτηκε. Τα πυρά σίγασαν.

Αμέσως  σχεδόν  έφθασαν  και  οι  άλλες ομάδες από το χώρο κάλυψής τους. Μπήκαμε στο ταμπούρι. Είχε μερικούς νεκρούς χωροφύλακες, αλλά οι περισσότεροι είχαν φύγει από σκαλάκια που  είχαν  φτιάξει  στο  βράχο.  Μέσα  ήτανε στρωμένα με φλοκάτες και γλάστρες με βασιλικά. Είχε διαδρόμους και δωμάτια. Είχαν αφήσει όλα τους τα πράγματα. Βαλίτσες με ρούχα, στολές, κουστούμια πολιτικά. Ενώ οι υπόλοιποι μάζευαν με  προτεραιότητα  όπλα,  σφαίρες,  ρούχα,  εγώ βρήκα και πήρα ένα τόπι ύφασμα λαδί για στολή, ένα πουλόβερ στρατιωτικό με ψηλό ζεστό γιακά και μια δερμάτινη εξάρτηση αξιωματικού μαζί με τη θήκη για το πιστόλι. Το ύφασμα το έδωσα στην επιμελητεία, το πουλόβερ στον Χριστόφορο γιατί τον έπιανε το κρύο. Την εξάρτηση τη φόρεσα και ένας αξιωματικός μας, μου την πήρε γιατί ήτανε για  αξιωματικό  μου  είπε.  Αυτά  αργότερα,  όταν φύγαμε από τη Δημητσάνα. Γιατί όταν βγήκα από το ταμπούρι, μπήκα στην κόλαση. 

Είχαν  έρθει  αεροπλάνα  τα  όποια  κάνανε μεγάλη  ζημιά  στα  τμήματά  μας.  Εφορμούσαν σταυρωτά  και  πολυβολούσαν,  πέφτανε  κάτι τεράστιοι κάλυκες, έριχναν ρουκέτες και βόμβες που άναβαν φωτιά ακόμα και στο χώμα. Αργότερα έμαθα πως ήταν δοκιμαστικές ναπάλμ. Τις έριξαν και στο Γράμμο και το Βίτσι και αργότερα στο Βιετνάμ. Πρώτα τις δοκίμασαν σε μας. Όσοι από ένστικτο  πήγαιναν  στην  αγκοριτσιά  να καλυφθούν,  αμέσως  πέθαιναν,  γιατί  εκεί χτυπούσαν  εύκολα  τα  αεροπλάνα.  Κάτω  είχε αποθεριά που είχε ανάψει από τις βόμβες, όλη η λάκα  έκαιγε  και  μεις  τρέχαμε  σαν  τρελοί  να κρύψουμε κάπου το κεφάλι μας. Τα αεροπλάνα κατέβαιναν τόσο χαμηλά, που ο πιλότος έβγαζε το κεφάλι του έξω και μας φώναζε: 

-Θα πεθάνετε κουμούνες.

Εγώ έτρεχα από δω και από κει ,να βρω δίοδο να κατέβω κάτω να αποφύγω τα πυρά. Με φώναξε ένας που κουβάλαγε έναν τραυματία και μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Ήρθε ένα αεροπλάνο και  μας  πολυβόλησε,  ενώ  η  ριπή  γάζωσε  το έδαφος μπροστά μας. Ειρωνεία τραγική, έκοψε τα δάχτυλα  στα  πόδια  του  τραυματία  που μεταφέραμε  και  ήταν  στη  μέση.  Εμάς  τους ακριανούς  δεν  μας  πείραξε  καθόλου.  Πέσανε φωτοβολίδες  λήξης  και  σύμπτυξης  στα καθορισμένα  σημεία  για  την  υποχώρησή  μας. 

Είχε περάσει μεσημέρι πια. Κατηφορίζοντας  βγήκαμε  αποκάτω  στο δρόμο της Στεμνίτσας, μετά ακόμα πιο κάτω στα αμπέλια  τα  Δημητσανίτικα,  περάσαμε  το φουσκωμένο  Λούσιο  και  φτάσαμε  στο  χωριό Μάρκου. Είμαστε όλοι σε τραγική κατάσταση. Τα πρόσωπά  μας  ήταν  μαύρα  από  τη μπαρουτόσκονη  της  Δημητσάνας  και  τους καπνούς.  Η  χλαίνη  μου  ήταν  διάτρητη  από σφαίρες  που  την  τρύπαγαν  όταν  κατέβαζα  το μπαζούκα.  Η  απογοήτευση  γραμμένη  στα βλέμματά μας για το χαμό των συντρόφων μας."


Συνεχίζεται




Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ για τη Συνθηκολόγηση της Βάρκιζας






Ένα από τα θέματα που σίγουρα κεντρίζουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη στο νέο δοκίμιο ιστορία τους ΚΚΕ, είναι σαφώς η αποτίμηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Προφανώς η αποτίμηση αυτή δεν έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά στη βάση αναλύσεων που είναι γνωστές και υπό επεξεργασία εδώ και χρόνια μέσα από τα κομματικά έντυπα. Η αυτοκριτική διάθεση, μακριά από τη λαθολογία, η ανάδειξη του ρόλου του διεθνούς παράγοντα με προεξάρχουσα την ΕΣΣΔ και η προβολή της εναλλακτικής που είχαν ΚΚΕ και ΕΑΜ – ΕΛΑΣ αποτελούν βασικούς άξονες της σημερινής κομματικής θεώρησης, που γλαφυρά και τεκμηριωμένα αποτυπώνεται στο σχετικό κεφάλαιο από τον τόμο Β1 του δοκιμίου, το οποίο και παρατίθεται παρακάτω:

Η δυσμενής έκβαση της μάχης στην Αθήνας και τον Πειραιά και η ανακωχή της 11ης Γενάρη κάθε άλλο παρά σήμαινε και ήττα συνολικά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ διατηρούσαν επιρροή στην πλειοψηφία των λαϊκών μαζών, ενώ ο ΕΛΑΣ συνέχιζε να συσπειρώνει τον κύριο όγκο των δυνάμεών του.

Ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Στ. Σαράφης αναφέρει ότι τις παραμονές της Συμφωνίας της Βάρκιζας “άρχισε μια εντατική δουλειά ανασυγκρότησης των μονάδων και τακτοποίησής τους με νέα διάταξη, ώστε στις αρχές του Φλεβάρη ο ΕΛΑΣ ήταν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει οποιοαδήποτε νέα επίθεση”.

Ήδη από τις 22 Γενάρη, το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ ζητούσε από την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας λεπτομερείς αναφορές για την κατάσταση των δυνάμεων, τόσο της ίδιας όσο και του εχθρού, “εις Μακεδονία και ιδιαιτέρως περιοχήν Θεσ/νίκης και Καβάλας”.

Όσον αφορά την πρωτεύουσα, στις αρχές Φλεβάρη στάλθηκε πολυάριθμη ομάδα κομματικών στελεχών με επικεφαλής τον Σπ. Καλοδίκη, με σκοπό την ανασυγκρότηση των οργανώσεων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Έως τα μέσα-τέλη Φλεβάρη είχαν ανασυσταθεί η Επιτροπή Πόλης της ΚΟΑ, όλες οι Αχτιδικές Επιτροπές και τα Γραφεία των περισσότερων ΚΟΒ. Με γοργούς ρυθμούς ακολουθούσε η ανασυγκρότηση των ΕΑΜικών και ΕΠΟΝίτικων οργανώσεων”.

Σχετικά με τη συνέχιση ή μη της ένοπλης σύγκρουσης μετά από την ήττα του ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη, ο Π. Ρούσος αναφέρει:

“Τις μέρες της ανακωχής έγιναν στην ηγεσία του αγώνα σκέψεις για ενδεχόμενη συνέχιση του πολέμου κατά των επεμβάσεων. Ο ΕΛΑΣ διατηρούσε ακόμα σημαντικές, τις περισσότερες δυνάμεις ανέπαφες. Στη μάχη της Αθήνας είχαν δοκιμασθεί και χτυπηθεί 3 μεραρχίες 20.000 ανδρών περίπου. Διαθέταμε ακόμα 7 μεραρχίες, δύναμης περίπου 40.000. Ο ΕΛΑΣ μπορούσε να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα του, μάλλον σαν αγώνας τριβής, με την πιθανότητα να πετύχει ευνοϊκούς όρους για το κίνημα. Μα σε κάθε περίπτωση είχαμε ανάγκη από βοήθεια, τουλάχιστον σε πολεμοφόδια. Από πού όμως; Μην ξεχνάμε πως συνεχίζεται η μεγάλη προσπάθεια των Σοβιετικών για τη συντριβή του Χίτλερ και την κατάληψη του Βερολίνου. Ο Χίτλερ μπορεί ακόμα να κάνει ζημιά στους συμμάχους (Αρδέννες). Χρειάζεται η μεγαλύτερη ενότητα των συμμάχων. Και στερέωση των νέων λαϊκών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη.

Για να ‘χει κάποια σαφήνεια και προοπτική σ’ ένα νέο ένοπλο αγώνα που θα αναλάμβανε κατά των Άγγλων, την ώρα που ο παγκόσμιος πόλεμος βάδιζε προς το τέλος του, το Πολιτικό Γραφείο έστειλε ένα τηλεγράφημα προς το Γ. Ντιμιτρόφ για να βολιδοσκοπήσει ξανά τις δυνατότητες που θα υπήρχαν στη νέα διεθνή κατάσταση και ιδιαίτερα στην κατάσταση των Βαλκανίων, που ήταν ακόμα λεπτή”.

Σε συνάντησή του με τον Κοστόβ στη Σόφια, αρχές του 1945, ο Ζέβγος έθεσε ευθέως το ζήτημα της διεθνούς υλικοστρατιωτικής ή έστω πολιτικής στήριξης προς το λαϊκό κίνημα της Ελλάδας για τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα. “Αν θα είναι αδύνατο να έχουμε μια τέτοια ηθική υποστήριξη, πρέπει ή να συνθηκολογήσουμε, πράγμα που θα σήμαινε καταστροφή για το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, ή να αρχίσουμε πάλι τον πόλεμο. Εμείς θα προτιμήσουμε το δεύτερο”. Ωστόσο πρόσθεσε:

“Ο λαός μας κουράστηκε (…) οι άνθρωποι πεινούν. Αυτές οι δυσκολίες έχουν αντανάκλαση στο ηθικό των συμμάχων μας, μικροαστικών ομάδων, που θέλουν να επιτευχθεί ομαλότητα με συμφωνία (…) Ο στρατός μας αριθμεί 50-60.000, το ηθικό του είναι υψηλό, θέλει να συγκρουστεί, όμως δεν έχει εξπλισμό, κυρίως αντιαεροπορικά, πυροβόλα, τανκς και αντιαρματικά πυροβόλα (…) Χρειαζόμαστε αρβύλες -το 1/2 του στρατού μας είναι ξυπόλητοι- ψωμί, ο στρατός μας πεινά”.

Με τη σειρά του ο Κοστόβ απάντησε:

“Πολιτική υποστήριξη μπορεί να έχει η Ελλάδα μόνο από τη Σοβιετική Ένωση. Εμείς θα συνεχίσουμε να εκφράζουμε στον Τύπο τις συμπάθειές μας προς εσάς, όμως μεγάλη βοήθεια δεν μπορούμε να δώσουμε (…) Μεγάλες ελπίδες δεν μπορείτε να έχετε ούτε στη Σοβιετική Ένωση, διότι η διεθνής κατάσταση είναι δυσμενής για σας. Η Γερμανία δεν έχει ακόμη συντριβεί. Είναι ανάγκη να διατηρηθεί η συμμαχία με την Αγγλία. Αν αυτή η συμμαχία καταρρεύσει, η Γερμανία μπορεί να σηκώσει και πάλι κεφάλι. Ακριβώς γι’ αυτό οι Άγγλοι επέλεξαν τη στιγμή αυτή να σας επιτεθούν. Υποθέτω ότι η Σοβιετική Ένωση δε θα μπορούσε να σας δώσει αποφασιστική βοήθεια, όμως, εννοείται, αυτό είναι υπόθεση της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης”

Στις 15 Γενάρη 1945, ο Λεωνίδας Στρίγκος, όντας στη Θεσσαλονίκη, απέστειλε τηλεγράφημα προερχόμενο από τη Σόφια προς το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που τότε βρισκόταν στα Τρίκαλα.

Ανάμεσα σε άλλα ανέφερε:

“Σας μεταδίδουμε τηλ/μα που στάλθηκε από… στοπ. Αρχίζει στοπ. Ο Παππούς (Ντιμιτρόφ) νομίζει ότι με τη σημερινή διεθνή κατάσταση η ένοπλη ενίσχυση προς τους Έλληνες συντρόφους απ’ έξω γενικά αδύνατη. Βοήθεια από μέρους της Βουλγαρίας ή Γιουγκοσλαβίας, η οποία να τους δέσμευε με το μέρος του ΕΛΑΣ εναντίον ενόπλων αγγλικών δυνάμεων, σήμερα λίγο θα βοηήσει τους ΈΛληνες συντρόφους, ενώ πάρα πολύ θα μπορούσε να βλάψει τη Γιουγκοσλαβία ή τη Βουλγαρία. Όλα αυτά πρέπει να τα υπολογίζουν οι φίλοι μας οι Έλληνες. Έλληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω βήματά τους, ξεκινώντας απ’ αυτή ακριβώς την κατάσταση, όχι ευνοϊκή γι’ αυτούς. Δεν πρέπει τραβήξουν σχοινί. Αλλά να δείξουν εξαιρετική ευλυγισία και ικανότητα χειρισμών για να διατηρήσουν όσο το δυνατόν δυνάμεις τους και να περιμένουν ευνοϊκότερη στιγμή για πραγματοποίηση δημοκρατικού τους προγράμματος. Για Ελληνικό Κόμμα το σπουδαιότερο είναι να μην επιτρέψει να απομοωθεί από μάζες ελληνικού λαού και από δημοκρατικές ομάδες που ανήκουν στο ΕΑΜ. Γιατί ΕΑΜ, ΓΣΕΕ και χωριστές προσωπικότητες ηγέτες δεν απευθύνονται επίσημα στα Συνδικάτα και Εργατικό Κόμμα Αγγλίας, στις αμερικανικές μαζικές οργανώσεις και Συνδικάτα και κοινή γνώμη εξωτερικού για να διαφωτίσουν για σκοπούς και χαρακτήρα πάλης τους, για να ξεσκεπάσουν ελληνική αντιδραστική κλίκα και τους καλέσουν ενίσχυσή τους; Αυτό θα ‘πρεπε να κάνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους και μέσα ακατάπαυστα στοπ. Πρωτότυπο στείλαμε με σύνδεσμο στοπ”.

(Κατά το Χατζή, το παραπάνω τηλεγράφημα είχε σταλεί με ημερομηνία 19 Δεκέμβρη 1944 και το είχε παραλάβει στη Μακεδονία ο Λ. Στρίγκος στις 20 Δεκέμβρη. Όμως, από λάθος στον κώδικα, ήταν αδύνατη η αποκρυπτογράφησή του, οπότε ο Στρίγκος ζήτησε επανάληψη. Το νέο τηλεγράφημα, αφού αποκρυπτογραφήθηκε, στάλθηκε στο ΠΓ με ημερομηνία 15 Γενάρη 1945, όπως προαναφέρεται. Δεν είναι γνωστό αν το δεύτερο τηλεγράφημα ήταν επανάληψη του πρώτου ή αν είχε τροποποιηθεί, με δεδομένο ότι η κατάσταση το Γενάρη είχε αλλάξει δραματικά για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το τηλεγράφημα παραθέτει και ο Ιορντάν Μπάεφ, ο οποίος αναφέρει ότι είχε ημερομηνία 12 Γενάρη και έφτασε στο ΠΓ στις 15 Γενάρη).
Είχε προηγηθεί συνομιλία του Ντιμιτρόφ με το Στάλιν, στις 10 Γενάρη 1945. Σύμφωνα με το Ντιμιτρόφ, ο Στάλιν του είπε:

“Συμβούλεψα την Ελλάδα να μην αρχίσουν αυτόν τον αγώνα. Τα μέλη του ΕΛΑΣ δεν έπρεπε να βγουν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Καταπιάστηκαν με μια δουλειά για την οποία δεν αρκούν οι δύναμεις τους. Φαίνεται υπολόγιζαν ότι ο Κόκκινος Στρατός θα κατέβαινε ως το Αιγαίο”. Αυτό δεν μπορούμμε να το κάνουμε. Δεν μπορούμε να στείλουμε και στην Ελλάδα δικά μας στρατεύματα. Οι Έλληνες έκαναν βλακεία”.

Το παραπάνω τηλεγράφημα της 15ης Γενάρη αναμφίβολα άσκησε επίδραση στην πολιτική του ΚΚΕ.

Κατά το Θ. Χατζή, στο ΠΓ και στην ΚΕ διεξαγόταν διαπάλη. Οι Σιάντος και Ζέβγος, στηριζόμενοι και στις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, υποστήριζαν τη συνέχιση του αγώνα εναντίον της Αγγλίας, ενώ η πλειοψηφία του ΠΓ ήταν υπέρ της εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Ο Σιάντος τελικά υποχώρησε, ενώ ο έβγος παρέμεινε αμετακίνητος.

Στις 2 Φλεβάρη 1045 ξεκίνησαν στη Βάρκιζα διαβουλεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων του ΕΑΜ και της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα που στις 12 του μήνα κατέληξαν σε συμφωνία. Η Συμφωνία της Βάρκιζας προέβλεπε την αποστράτευση και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής. Ακόμα: τη διασφάλιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, την άρση του στρατιωτικού νόμου, την άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων ΕΑΜιτών, με το άρθρο 3 την αμνήστευση των “πολιτικών αδικημάτων” που διαπράχτηκαν κατά τις μάχες του Δεκέμβρη (εξαιρούνταν τα “κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας”, καθώς και όσοι δεν παρέδιδαν τα όπλα έως την προκαθορισμένη ημερομηνία της 15ης Μάρτη), την απελευθέρωση των ομήρων του ΕΛΑΣ (όσοι κατηγορούντα ως δωσίλογοι θα παραδίδονταν στη Δικαιοσύνη για να δικαστούν), τη συγκρότηση εθνικού στρατού, την εκκαθάριση των κρατικών υπαλλήλων και των σωμάτων ασφαλείας από δωσιλογικά στοιχεία και, τέλος, τη διενέργεια το “ταχύτερο δυνατόν” ελεύθερων και γνήσιων εκλογών και δημοψηφίσματος για το πολιτειακό.

Μιλώντας στην ΚΕ του ΚΚΕ στις 14 Φλεβάρη 1945, όπου συζητήθηκε η Συμφωνία, ο Γ. Ιωαννίδης τόνισε μεταξύ άλλων:

“Η γραμμή του Πολιτικού Γραφείου ήταν να συνάψουμε κάθε είδους σμυωνία, εκτός από μια τέτοια συμφωνία που δε θα μας άφηνε κανένα ίχνος ελεύθερου πολιτικούβίου ή θα απαιτούσε να παραδοθούμε χωρίς όρους. Ήταν απαραίτητο να συνάψουμε τη συμφωνία. Η συμφωνία συνάφθηκε στις βάσεις που προβλέψαμε. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένα σημεία της συμφωνία θα μπορούσαν να αποσαφηνιστούν περισσότερο, αλλά αυτό δεν είναι η ουσία του όλου ζητήματος (…) Η σημερινή συμφωνία είναι αποτέλεσμα της διεθνούς κατάστασης της Ελλάδας (…) Δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Διεξάγουμε πόλεμο. Θα κερδίσουμε, αν θέσουμε σωστά αυτό το πράγμα. Είχαμε και έχουμε σωστή πολιτική, αλλά οι σημερινές συνθήκες δε μας επιτρέπουν να την εφαρμόσουμε. Αν αύριο οι συνθήκες αλλάξουν, θα νικήσουμε. Οι εσωτερικές αντιφάσεις της μπουρζουαζίας μας θα οξυνθούν περισσότερο και πρέπει να τις εκμεταλλευτούμε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Μπροστά στο Κόμμα τίθενται σήμερα τα ακόλουθα καθήκοντα:

1.Να υποστηρίζουμε το συμμαχικό μέτωπο (τη συμφωνία) και να το επεκτείνουμε. Να δημιουργήσουμε πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων. Να συσπειρώσουμε στο μέτωπο αυτό όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις, που δεν είναι φασιστικές, ακόμα και τον ίδιο τον Πλαστήρα. Θα οργανώσουμε γρήγορα το συνέδριο του ΕΑΜ.

2. Πρέπει να στρέψουμε την προσοχή στο Κόμμα μας. Πρέπει να ενσιχύσουμε και να εξασφαλίσουμε τη δράση του κάτω από κάθε όρους. Το Πολιτικό Γραφείο πρέπει να μελετήσει το οργανωτικό ζήτημα και να βρει τις μεθόδους για την ποιοτική βελτίωση του Κόμματος.

3. Πρέπει να οργανώσουμε διαφωτιστική και προπαγανδιστική δραστηριότητα του Κόμματος στις τάξεις των κομματικών μελών και στο λαό (…)

Για το ζήτημα των Άγγλων: δεν πρέπει να ξεχνάμε το ζήτημα της ανεξαρτησίας της χώρας. Κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα από τη σκοπιά αυτή, πρέπει να υπογραμμίζουμε ότι η αγγλική επέμβαση δεν εξυπηρετεί την ομαλή πολιτική ανάπτυξη της χώρας”.

Την ίδια μέρα συνεδρίασε και η ΚΕ του ΕΑΜ, η οποία ενέκρινε ομόφωνα τη Συμφωνία.

Στις 15 Φλεβάρη η ΚΕ του ΕΛΑΣ εξέδωσε προκήρυξη για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. «Η συμφωνία της 12ης Φλεβάρη», τόνιζε η προκήρυξη απευθυνόμενη στους μαχητές του ΕΛΑΣ, «τερματίζει τον ένοπλο αγώνα σας. Τώρα ήλθε η ώρα να καταθέσετε με τιμή τα δοξασμένα όπλα σας. Όμως το έργο σας δεν ολοκληρώθηκε. Ο δεύτερος μεγάλος σκοπός του αγώνα μας, η κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και η δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που δεν εξασφαλίζουν την ανεμπόδιστη δημοκρατική εξέλιξη του τόπου, περιμένει την πραγματοποίησή του».

Την ίδια μέρα εκδόθηκε και η σχετική Ημερήσια Διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.

Όπως αναφέρει ο Στ. Σαράφης, ο Άρης Βελουχιώτης, αρνήθηκε αρχικά να υπογράψει τη διαταγή. Τότε ο Σαράφης του είπε ότι, αν δεν την υπογράψει αυτός, δε θα την υπέγραφε ούτε και ο ίδιος, ζητώντας του να αποταθεί στο Κόμμα. Τελικά, ο Βελουχιώτης συνυπέγραψε τη διαταγή.

Τα άμεσα καθήκοντα των ΚΟ του ΚΚΕ τέθηκαν τηλεγραφικά στις 15 Φλεβάρη ως εξής:

«Σ’ όλα τα μέλη μας, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ αναλυθεί συμφωνία και λόγοι που επέβαλαν υπογραφή της στοπ. Βασικές κατευθύνσεις στοπ. Πάλη για δημοκρατικές ελευθερίες και εξέλιξη Χώρας στοπ. Διατήρησε ενότητας συμμαχικά αγώνα γραμμές ΕΑΜ και δημιουργία πλατιού πανδημοκρατικού μετώπου στοπ. Διαφώτιση Κόμματος και λαού σημερινές συνθήκες πρώτιστο καθήκον στοπ. Οργανωτικά προβλήματα αποκτούν σήμερα αποφασιστική σημασία στοπ. Ανάγκη εξασφαλιστεί λειτουργία και προφύλαξη οργανώσεων και τεχνικού μηχανισμού στοπ. Πάρουμε μέτρα σ’ επιστράτευση οργανώνοντας εθνοφυλακή, κομμ. Δυνάμεις κατά υπόδειγμα παλιού ΑΜΙ στοπ. Βασική προϋπόθεση πραγματοποίησης καθηκόντων μας είναι η σύνδεσή μας με τις μάζες στοπ. Συγκεκριμένες πράξεις τρομοκρατίας κυβέρνησης Πλαστήρα πρέπει να ξεσκεπάζονται καθημερινά από οργανώσεις στοπ. Χαρακτηρισμός κυβέρνησης Πλαστήρα φασιστικής σήμερα όχι ορθός στοπ. Οργανώσεις μας με προσωπική ευθύνη γραμματέων περιοχής και σε συνεργασία καπεταναίους διαφυλάξουν σημαντικό μέρος οπλισμού στοπ. Επίσης διαφυλάξουν τρόφιμα και άλλη περιουσία ΕΛΑΣ λ/σμο Πολ. Γραφείου στοπ. Πρέπει γίνουν συνελεύσεις ανταρτών όπου εξηγηθεί γιατί διαλύθηκε ΕΛΑΣ και καθήκοντα ΕΛΑΣιτών με γυρισμό τους πόλεις και χωριά στοπ. Εξηγηθεί ΕΛΑΣίτες ότι θα δημιουργήσουμε συλλόγους αγωνιστών εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου 1941 – 1944 όπου θα μπούνε όλοι ΕΛΑΣίτες φαντάροι αξιωματικοί.

Στις 18 Φλεβάρη η καθοδήγηση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ επέστρεψε στην Αθήνα. Στα Τρίκαλα παρέμειν η ΚΕ του ΕΛΑΣ για την τήρης των στρατιωτικών όρων της Συμφωνίας. Στις 20 Φλεβάρη κατέφτασε εκεί και βρετανική αντιπροσωπία. Ο Ριζοσπάστης, που ως τότε εκδιδόταν στα Τρίκαλα, άρχισε να τυπώνεται και πάλι στην πρωτεύουσα στις 20 Φλεβάρη (από τις 3-18 Φλεβάρη κυκλοφορούσε τοπική έκδοση Αθήνας του Ριζοσπάστη).

Η συγκέντρωση των όπλων του ΕΛΑΣ πραγματοποιήθηκε σε 32 πόλεις, όπου ο ΕΛΑΣ παρέδωσε περισσότερα όπλα απ’ όσα είχε δεσμευτεί: «Από τα 42.500 όπλα που είχε αναληφθή υποχρέωσε παραδίνονται 49.200». Υπήρχαν και άλλα όπλα, τα οποία έκρυψε ο ΕΛΑΣ σε διάφορες τοποθεσίες ανά την Ελλάδα, σύμφωνα και με τις παραπάνω οδηγίες προς τις ΚΟ του κόμματος.

Στις 28 Φλεβάρη 1945, ο ΕΛΑΣ αποστρατεύτηκε.

Πέντε χρόνια αργότερα, κατά την ομιλία του στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το Μάη του 1950, ο Δ. Παρτσαλίδης αναφέρθηκε στην 3η σύσκεψη που είχε γίνει στη Μόσχα το Γενάρη του 1950 ανάμεσα στις ηγεσίες του ΚΚΣΕ (Στάλιν, Μολότοφ, Μαλένκοφ, Σουσλόφ) του ΚΚ Αλβανίας (Χότζα, Σέχου) και του ΚΚΕ (Ζαχαριάδης, Παρτσαλίδης). Σε αυτή τη σύσκεψη συζητήθηκε και η Συμφωνία της Βάρκιζας. Γι’ αυτό το θέμα ο Δ. Παρτσαλίδης ανέφερε:

«Η συφωνία της Βάρκιζας. Ο σ. Στάλιν είπε: «Είτανε λάθος, δεν έπρεπε να παραδώσετε τα όπλα.» Όταν ο σ. Ζαχαριάδης ανέφερε πως δεν παραδώσαμε όλα τα όπλα και ‘γω ότι πολεμήσαμε στην Αθήνα και ότι είχαμε και την υπόδειξη του σ. Ντιμιτρόφ για συμφωνία, ο σ. Στάλιν απάντησε: «Έπρεπε να πολεμήσετε έξω από την Αθήνα. Ο σ. Ντιμιτρόφ δεν είναι ΚΕ του Μπολσεβίκικου Κόμματος»

Η τοποθέτηση του Στάλιν το 1950, ότι το ΚΚΕ έπρεπε αν μην παραδώσει τα όπλα και να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα έξω από την Αττική, ήταν απόλυτα σωστή, αλλά δεν υπάρχει αρχειακό εύρημα για ανάλογη τοποθέτηση το 1945. Και αυτό το ζήτημα υπάγεται σε εκείνα που παραμένουν σχετικά ανοιχτά στην παραπέρα μελέτη τους, σε συνδυασμό με πρόσβαση στο σχετικό αρχειακό υλικό.

Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας βαραίνει την ηγεσία του ΚΚΕ. Ανεξάρτητα από τις όποιες διεθνείς παραινέσεις για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, έπρεπε να απορρίψει και την παραμικρή σκέψη για την παράδοση των όπλων και διάλυση του ΕΛΑΣ. Έπρεπε το κόμμα να ανασυνταχτεί και ο ΕΛΑΣ να συνέχιζε τον αγώνα έξω από την Αθήνα. Αυτή η στάση ήταν η μοναδική που θα βοηθούσε και το ΔΚΚ και πρωταρχικά τη Σοβιετική Ένωση. Η απαράδεκτη υποχώρηση, όντας σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος και γενικά του λαού, απέβαινε σε βάρος και του ΔΚΚ.

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, πέρα από την υποτίμηση της δύναμης του λαϊκού κινήματος και την υπερτίμηση του αντιπάλου, ήταν πρωταρχικά: Η εμμονή στον κοινοβουλευτικό στόχο της «ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης», σε συνάρτηση και με την πίεση που ασκούσαν στο ΚΚΕ οι σύμμαχοί του στο ΕΑΜ να υπογραφεί συμφωνία. Η υποχώρηση στην πίεση ήταν απόρροια της οπορτουνιστικής άποψης ότι σε αντίθετη περίπτωση το ΕΑΜ θα διαλυόταν και το ΚΚΕ θα οδηγούνταν στην απομόνωση.

Πηγή: εδώ

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Από τη μυθιστορηματική ζωή της Κικής Τροχάτου- Πολυγένη - μέρος 1ο


Έφυγε από τη ζωή πρόσφατα, η αγωνίστρια του ΔΣΕ Πελοποννήσου, Κική Τροχάτου- Πολυγένη, που δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε παρά μόνο μέσα από το βιβλιαράκι, που ο γιος της μας έστειλε. Ένα βιβλίο με κτερίσματα της ζωής και του αγώνα της, που γράφηκε ως "χοή" όχι μόνο για τη μάνα, αλλά και για τη μαχήτρια και την αντάρτισσα, που ήταν η Κική Τροχάτου- Πολυγένη.

Πριν ξεκινήσουμε το αφιέρωμα αυτό στη μυθιστορηματική ζωή και τον αγώνα της Κικής Τροχάτου, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Νίκο, γιο της Κικής, για την τιμή που μας έκανε να μοιραστεί αυτό το πλούσιο υλικό για τη μητέρα του.


Μαχήτρια στο ΔΣΠ.

Μέρος πρώτο: Από την Κατοχή στην Άρνα, στα βουνά με τον Ξυδέα


Γεννημένη στο χωριό Άρνα της Λακωνίας, το 1931, η Κική μεγάλωσε στους κόλπους μιας οικογένειας που  ήταν δοσμένη ολόψυχα στον αγώνα για την αποτίναξη του κατοχικού ζυγού. Το χωριό της, υπήρξε στόχος πολλών επιδρομών των Γερμανών, με τους κατοίκους του να τρέχουν να κρυφτούν στα γύρω υψώματα για να ξεφύγουν από τις επιδρομές τους. 

Θυμάται η Κική:

"Σε  μια  τέτοια  επιδρομή  φορτώθηκα "αμπλέτσια", στην πλάτη μου δηλαδή, τη μικρή μου  ξαδελφούλα  και  τρέχοντας  όσο  μπορούσα βγήκα στην ανηφόρα πάνω από το σπίτι μου, με κατεύθυνση  το  αμπέλι  του  πατέρα  μου  για  να κρυφτούμε. Φτάνοντας εκεί ,το μονοπάτι χωρίζει δεξιά για την Κερασίτσα, αριστερά για τη μεγάλη Μούσγα,  ακριβώς  μπροστά  στη  περίφραξη  από ξερολιθιά  του  αμπελιού.  Εκεί  ακριβώς  τρεις Γερμανοί  στρατιώτες  είχαν  στήσει  το  βαρύ πολυβόλο τους. Με τη σκοτεινή κάννη να κοιτάει εμάς τα δυο κοριτσάκια, προχώρησα και έκανα αριστερά στον ανήφορο, λέγοντας μέσα μου μη φοβάσαι, μη φοβάσαι. Δεν μας πείραξαν, γέλασαν μόνο και μας άφησαν να περάσουμε, ενώ έβαλαν κατά τα καταράχια της Κοτσατίνας, πού μια γριά –η μάνα του μπάρμπα Χρήστου του Κιτσιού- "τσο τσο" σαλάγαγε τις γίδες της να τις βγάλει από τον 
κλοιό."

Ο αδελφός της Κικής, Δημήτρης ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξη Άγγλων πρακτόρων του Συμμαχικού Στρατηγείου, όντας οργανωμένος στον ΕΛΑΣ. Η μικρή Κική τους πήγαινε τακτικά φαγητό, όντας και αυτή μυημένη στον κοινό αγώνα. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943, όλο το χωριό Άρνα, μαζί και η οικογένεια της Κικής πήραν στο σπίτι τους 2-3 Ιταλούς στρατιώτες, για να τους γλιτώσουν από τους Γερμανούς πρώην συμμάχους τους.

Στις πικρές μέρες του 1945, ο αδελφός της Κικής Δημήτρης, που έλαβε μέρος στη μάχη της Μηλιάς δέχθηκε επίθεση παρακρατικών του Παυλάκου, που τον τραυμάτισαν στην κοιλιά. Πέθανε λίγο μετά τον Απρίλιο ή Μάιο του ίδιου έτους:

"Τον φέραμε τον αδελφό μου στο χωριό που τώρα  είχαν  εγκατασταθεί  οι  χίτες  του  Μπογέα. Βγάλανε ανακοίνωση να μην πάει κανένας στην κηδεία, ούτε να τον κλάψει κανείς. Παρόλα αυτά βρεθήκανε Αρνιώτισσες που κλάψανε τον αδελφό μου το Μήτσο. Οι χίτες τις περιποιήθηκαν με ένα χέρι ξύλο για αυτή τους την σπονδή στο νεκρό αδελφό  μου.  Άγρια  τα  χρόνια  εκείνα  και  η τρομοκρατία  έδινε  και  έπαιρνε."

Σύντομα, το ανταρτοχώρι Άρνα γνώρισε το ζόφο του μεταβαρκιζιανού παρακράτους:

"Το ξύλο και οι βιασμοί αφήσανε το στίγμα τους  στο  χωριό.  Μανάδες  εξαναγκάστηκαν  να είναι παρούσες στο βιασμό των θυγατέρων τους από χίτες, όλο το περιθώριο και το κατακάθι της Μάνης, πήρε ένα όπλο και απόκτησε δικαίωμα στη ζωή και στην ψυχή των ανθρώπων. Θυμάμαι ένα  βράδυ,  που  χίτες  έδερναν  στο  αλώνι  μια κοπέλα και οι κραυγές της ακούγονταν σε όλο το χωριό, βάζανε τα άλογα να την πατήσουν και αυτά πέρναγαν  από  πάνω  της.  Σκεφτόμουνα  δεν υπάρχει  ένας  πατέρας,  ένας  αδελφός,  ένας χωριανός ,να τη λυτρώσει με κάποιο τρόπο από το μαρτύριο."

Το 1946 βρίσκει την Κική Τροχάτου μαθήτρια γυμνασίου στο Γύθειο. Το χιταριό του Γυθείου έκανε αφόρητη τη ζωή των κατοίκων. Ακόμα και οι καθηγητές και ορισμένοι μαθητές του Γυμνασίου ήταν ένοπλοι. Η Κική εναλλάσσει τις μέρες της ανάμεσα στο σχολείο του Γυθείου και στο οικογενειακό της σπίτι στο χωριό. Στο ίδιο έτος θα βιώσει ένα ακόμα φοβερό περιστατικό θηριωδίας:

"Όταν τέλειωσαν με το γλέντι, ο Γερακάρης μάζεψε  το  συρφετό  του,  έδωσε  μερικά παραγγέλματα,  κάποιες  εντολές  τους  και  τους ρώτησε  αν  θέλει  κάποιος  να  πει  κάτι.  Βγήκε μπροστά ένας ξάδελφος του, απ' ότι μάθαμε μετά και του ζήτησε άδεια να πάει στο χωριό τους στη Μάνη,  για  κάποιο  οικογενειακό  του  θέμα.  Ο Γερακάρης  τράβηξε  το  πιστόλι  του,  τον πυροβόλησε  στο  κεφάλι  και  τον  άφησε  νεκρό, κεραυνόπληκτο μπροστά σε όλους." 

Το 1947, η Κική Τροχάτου θα γίνει μάρτυρας της σφαγής των πολιτικών κρατουμένων στις Φυλακές Γυθείου, από τις παρακρατικές συμμορίες, που αφηνιασμένες από την εκτέλεση του Κατσαρέα αιματοκύλησαν το Γύθειο. Το ίδιο έτος, η Κική στέλνεται από τους γονείς της στη Σπάρτη για να γλιτώσει από τους διώκτες του αδερφού της, που τώρα είχαν στοχεύσει αυτήν. Εκεί θα βιώσει ένα απίστευτο περιστατικό:

"Μια  μέρα  ένας  μαθηματικός,  Δεμέστιχας λεγότανε, με ρώτησε από ποιο χωριό είμαι. Πάλι εγώ άρχισα να απαντάω με ασάφεια, ένα μικρο χωριό, πέντε σπίτια είναι, δεν το ξέρετε και τέτοια λόγια. Αυτός όμως επέμενε και επιτακτικά ρώταγε και ξαναρώταγε. Αναγκάστηκα να του πω ότι είμαι από την Άρνα. Το κομμουνιστοχώρι ,μονολόγησε εκείνος  και  με  κοίταγε  καλά  καλά.  Εγώ φοβήθηκα αλλά δεν ήξερα τι να κάνω. Με ρώτησε πως με λένε και όταν του είπα Τροχάτου, πήδηξε από την έδρα και ήρθε μπροστά μου ,ρωτώντας με αν ξέρω την Βαγγελιώ Τροχάτου. Είπα μέσα μουτετέλεσται και άρχισα να τρέμω μη μπορώντας να μιλήσω. Με ξαναρώτησε και τότε του είπα ότι η Βαγγελιώ  Τροχάτου  είναι  μάνα  μου.  Αυτός σοκαρίστηκε,  με  αγκάλιασε  ,μου  είπε  να  μη φοβάμαι  και  είπε  σε  ένα  συμμαθητή  μας,  τον καλό  μαθητή,  να  κρατήσει  την  τάξη  μέχρι  να γυρίσει. Εγώ ήμουνα αποσβολωμένη. Μου είπε να μαζέψω τα πράγματα μου και να πάω μαζί του. Έτσι έκανα, με πήρε από το χέρι και φύγαμε από την τάξη και από το σχολείο. Εγώ πήγαινα και δεν πήγαινα,  δεν  ήξερα  τι  να  υποθέσω,  που  με πήγαινε. Κοντοστάθηκα και αυτός κατάλαβε τους φόβους  μου  και  μου  είπε  ότι  αν  μείνω  στο σχολείο κινδυνεύω. Να του έχω εμπιστοσύνη και ότι θα μου εξηγήσει γιατί πρέπει να φύγουμε από το σχολείο. Με πήγε σε ένα παλιό χαμηλό σπιτάκι στο  λοφάκι  της  Πυροσβεστικής  της  Σπάρτης. Άνοιξε μια γριούλα που την έλεγε θεία και της είπε να  με  κρατήσει  μαζί  της  για  τρεις  μέρες, μέχρι να με ξαναπάρει μαζί του. Να μη βγούμε από  το  σπίτι,  ούτε  να  έρθουν  επισκέπτες.  Τη ρώτησε αν έχει τρόφιμα και έφυγε λέγοντας ότι θα ξανάρθει. 

Έτσι έμεινα με τη γιαγιά κλεισμένη στο σπίτι, χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει και πως πρέπει να ενεργήσω. Την  άλλη  μέρα  ήρθε  ο  καθηγητής Δεμέστιχας και μου είπε τι συνέβαινε. Σε κάποια μάχη  μεταξύ  ανταρτών  και  χιτών,  οι  αντάρτες φέρανε  στο  χωριό,  στο  σχολείο,  κρατούμενους χίτες τραυματίες. Αυτούς πάλι οι μάνα μου τους γιατροπόρεψε  ,τους  έπλυνε  και  τους  τάισε. Έστελνε και μένα και πήγαινα στους τραυματίες φαΐ.  Ανάμεσά  τους,  ήταν και  δυο  αδέλφια  του καθηγητή. Είχε έρθει από τη μέσα Μάνη και η γριά μάνα τους να βρει τα παιδιά της και η δική μου  μάνα,    περιποιήθηκε  την  ταλαιπωρημένη γριά,  την  κοίμισε  σπίτι  μας  και  την  κράτησε μέχρις ότου πάρει τα παιδιά της και φύγει. Έτσι ο καθηγητής ένοιωσε ότι πρέπει να με προστατέψει. 

Να με προστατέψει από τι τον ρώτησα. Μου είπε ότι είναι δεξιός φανατικός. Με ρώτησε αν ξέρω έναν Παυλάκο από το χωριό μου και του είπα ναι και ότι μου σκότωσε τον αδελφό. Αυτός λοιπόν, με είδε  μια  μέρα  να  μπαίνω  στο  σχολείο  και γνωρίζοντας  τον  καθηγητή,  του  μήνυσε  να  με βγάλει έξω από το σχολείο για να με πάει στο χαρέμι στα Λεβέτσοβα. Εκεί οι αλήτες, μάζευαν τα  απροστάτευτα  κορίτσια  των  αριστερών  που είχαν σκορπίσει και είχαν φτιάξει χαρέμι. Μου είπε λοιπόν ο Δεμέστιχας ότι έπρεπε να φύγω από τη  Σπάρτη  για  την  Αθήνα  και  ότι  θα  κανόνιζε αυτός  να  φύγω  μαζί  με  νεοσύλλεκτους  που πήγαιναν  Τρίπολη,  για  προστασία."

Έτσι, η Κική Τροχάτου διέφυγε στην Αθήνα, όπου διέμεινε σε σπίτι οικογένειας γνωστών του εξαδέλφου της, που υπηρετούσε στη Χωροφυλακή. Στην Αθήνα, η διαμονή της Κικής θα διαρκέσει τέσσερις μήνες. Το 1948, ο πατέρας της θα της μηνύσει να επιστρέψει στο χωριό, που η κατάσταση ήταν ελαφρώς καλύτερη. Το Πάσχα του 1948, αντάρτες του ΔΣΠ θα κατέβουν στο χωριό και θα επιστρατεύσουν νέους και νέες. Μαζί τους θα επιστρατευθεί και η Κική Τροχάτου. Ξεκινά μια δύσκολη πορεία στο χιονισμένο Ταϋγετο, που θα καταλήξει μέρες μετά στα Ριζάνια, ένα μεγάλο οροπέδιο, στο οποίο ο ΔΣΠ είχε οργανώσει στρατόπεδο.

Η Κική τοποθετείται σε ομάδα γυναικών μαχητριών, με επικεφαλής την Πίτσα Καστάνη. Οι γυναίκες την υποδέχονται με στοργή. Σύντομα, η Κική θα ξεκινήσει τη στρατιωτική εκπαίδευση:

"Ο  διμοιρίτης,  δεν  θυμάμαι  το  όνομά  του πια, ήταν καλός άνθρωπος και καλός επικεφαλής. Φρόντιζε για τη διμοιρία μας, για το φαγητό μας, για την εκπαίδευσή μας. Μας μάθαινε να μετράμε αποστάσεις  με  το  δάχτυλο,  λύναμε  και  δέναμε όπλα,  πως  σημαδεύουμε  με  το  όπλο,  πόσο μακρυά  βαράει  το  κάθε  όπλο,  δραστικό βεληνεκές το λέγαμε, κάναμε σκοποβολή. Κάποια φορά, ζωγράφισε ένα κύκλο σε ένα χαρτί και το κάρφωσε σε ένα δέντρο. Ρίξε και συ Κική, μου είπε. Ο πατέρας μου, ήταν δεινός κυνηγός και μου  είχε  μάθει  να  σκοπεύω.  Έτσι  πήρα  την αραβίδα, σημάδεψα στον πόδα του στόχου και έριξα. Κέντρο. Σούσουρο έγινε από τους αντάρτες που  έβλεπαν,  ενώ  ο  διμοιρίτης  μου  είπε  να ξαναρίξω. Πάλι κέντρο έριξα, ενώ ο επικεφαλής έλεγε ότι δεν είναι δυνατόν. Με έβαλαν να ρίξω και  τρίτη  φορά,  πάλι  κέντρο  πήγα,  ενώ  ο διμοιρίτης ,με ρώτησε που έμαθα να σκοπεύω. Του είπα βέβαια."

Μετά την εκπαίδευση, η Κική και οι άλλοι νεοσύλλεκτοι θα τοποθετηθούν σε διάφορες ομάδες, λόχους και τάγματα. Η Κική θα μείνει στα Ριζάνια, στο τάγμα του Κώστα Ξυδέα. Συνεχίζει τη στρατιωτική της εκπαίδευση, με εκπαιδευτή τον Μπουραζάνη. Αργότερα, θα παραλάβουν στολές, οπλισμό και θα ορκιστούν τον όρκο του ΔΣΕ.

Η Κική θα περάσει κατόπιν στη μάχιμη δράση, μαζί με το τάγμα Ξυδέα:

"Είχαμε και τις πρώτες μας αψιμαχίες. Χίτες του Καμαρινέα ερχόντουσαν επιδρομικά από τη μεριά  της  Καλαμάτας,  ή  στρατός  με  πολίτες οδηγούς ανέβαιναν για να μας διώξουν από τη θέση  μας,  γιατί  ήταν  πολύ  ισχυρή  και  έλεγχε μεγάλη περιοχή γύρω της. Τότε βγάζαμε ενεδρικά δυνάμεις  μας,  μια  ομάδα  ή  δυο  και  τους εμποδίζαμε  με  πυρά  απαγορεύσεως  να προχωρήσουν. Κάποια φορά, ήμουνα γεμιστής σε πολυβόλο με τον Μπελεσέα. Σκοτώθηκε στη μάχη της Δημητσάνας. Είχε ομίχλη και ακούγαμε τις ομιλίες τους μπροστά μας, έτσι γίνεται όταν έχει ομίχλη,  τους  ακούς  δίπλα  σου.  Ξαφνικά τραβήχτηκε  η  ομίχλη  και  είδαμε  την εμπροσθοφυλακή  τους  στα  τριάντα  μέτρα.  Ο Μπελεσέας πήρε το πολυβόλο, εγώ τα σακίδια με τις ταινίες, ενώ με τράβηξε να φύγουμε γρήγορα από  κει."

Μετά τη μάχη αυτή, η Κική Τροχάτου συναντά ξανά τους μαχητές του Ξυδέα που ανασυγκροτούνται στην περιοχή Μούζια. Αργότερα, θα λάβει μέρος σε μια μυθιστορηματική επιχείρηση κατασκοπευτικής φύσης:

"Την Αρτεμησία μεγάλο και όμορφο χωριό, την είχαν πιάσει οι χωροφύλακες. Αποφασίστηκε να τους βγάλουμε από κει για να μεγαλώσουμε το ζωτικό  μας  χώρο.  Πράγματι  με  ευκολία  τους διώξαμε,  μαζέψαμε  και  ότι  άφησαν  πίσω  τους. Εκεί, μια παλιότερη αντάρτισσα ήρθε και με πήρε κατά  μέρος.  Θα  πάμε  αποστολή  μου  είπε. Ενημέρωσα την ομάδα μου και μαζευτήκαμε 7 αντάρτισσες να μας πει τι θα κάναμε. Θα κάναμε κατασκοπεία μας είπε και γελάσαμε όλες. Μόλις σουρούπωσε  ξεκινήσαμε  τον  κατήφορο  και φτάσαμε γρήγορα έξω από την Καλαμάτα, προς τη μεριά της Μάνης. Εκεί μέσα σε ένα μπαξέ με πορτοκαλιές και λεμονιές ήταν ένα σπιτάκι. Μας άνοιξε  μια  μεγαλύτερη  κοπέλλα,  ήταν  η Χρυσούλα  η  Κουτίβα.  Ήταν  από  πλούσια 
οικογένεια και πολύ οργανωμένη. 

Από κάτω από το σπιτάκι είχε υπόγεια δωμάτια με κρυμμένες πόρτες, πίσω από ράφια, πίσω από ντουλάπες, καταπακτές  κλπ.  Είχε  τα  πάντα  εκεί  μέσα. Τρόφιμα,  ρούχα  στρατιωτικά,  ραδιόφωνα,  όπλα και  σφαίρες.  Κατά  τις  δέκα  βγάλαμε  τα στρατιωτικά  και  φορέσαμε  κανονικά  γυναίκεια φουστάνια.  Όχι  όλες  όσες  πήγαμε, τέσσερις ντυθήκαμε. Μας χτένισε η Χρυσούλα, μας έδωσε και κάτι δίσκους με γλυκά , πλαστές ταυτότητες και  ονομαστικές  προσκλήσεις  και  ξεκινήσαμε. 

Κατάσαρκα,  μέσα  από  τα  ρούχα  μας,  με επιμέλεια κρυμμένα πιστόλια, κολλημένα πάνω μας με λευκοπλάστ, για προστασία μας. Στο  λιμάνι  της  Καλαμάτας,  πάνω  σε  ένα πλοίο,  ο στρατιωτικός  διοικητής  στη  Μεσσηνία, για τη γιορτή του έκανε δεξίωση. Πηγαίναμε τάχα να συγχαρούμε και για τις επιτυχίες του κατά των ανταρτών.  Στη  σκάλα  του  πλοίου,  έλεγξαν  τις ταυτότητες,  τις  προσκλήσεις  και  περάσαμε  στο σαλόνι  του  πλοίου.  Είχε  στρογγυλά  στρωμένα τραπέζια  με  αξιωματικούς  και  πολίτες κουστουμαρισμένους  με  τις  γυναίκες  τους. Κράταγα την ανάσα μου για να δείχνω ψύχραιμη. Κάποια στιγμή μια ωραία κυρία, ήρθε και μας χαιρέτησε  και  είπε  στην  ομαδάρχη  μας,  την παλιότερη αντάρτισσα, να πάμε στην κουζίνα για 
να  σερβιριστούμε.  

Όταν  πήγαμε  και  ενώ κοιτάγαμε  τάχα  τους  δίσκους  με  τα  φαγητά, αστραπιαία η ωραία κυρία βγάζει κάτι χαρτιά από κάπου  που  είχε  κρυμμένα,  τα  δίνει  στην ομαδάρχη μας η οποία τα έκρυψε στο στήθος της. Μας είπε τότε η ομαδάρχης ότι η δουλειά μας έγινε και ξεκινήσαμε να φύγουμε. Η  όμορφη  κυρία,  ήταν  γυναίκα  του ανώτερου στρατιωτικού διοικητή. Τα χαρτιά ήτανε τα σχέδια των εκκαθαριστικών του στρατού κατά των  ανταρτών  που  τα  είχε  υποκλέψει  από  τον άντρα της. Ο λόγος, ήταν ο έρωτάς της για ένα αξιωματικό του στρατού που ήτανε στους αντάρτες μαζί μας. 

Αυτός της είχε πει ότι την αγαπάει και θα την παντρευτεί αν αφήσει τον άντρα της. Στο μεταξύ αυτή του έδινε σχέδια επιχειρήσεων του στρατού και παίρναμε τα μέτρα μας."


Συνεχίζεται

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Το υπέροχο πατριωτικό "ΟΧΙ" της ΕΠΟΝ στον αλυτρωτισμό


του Σπύρου Κουζινόπουλου

Μία υπέροχη πατριωτική στάση της ηγεσίας στη Βόρεια Ελλάδα της Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νεολαίας, της θρυλικής ΕΠΟΝ, τις πρώτες ημέρες της απελευθέρωσης της χώρας από τη ναζιστική σκλαβιά και το περήφανο "ΟΧΙ" που βροντοφώναξε, μέσα στα Σκόπια, πριν από 75 χρόνια, σε μία από τις πρώτες μεγάλες δημόσιες αλυτρωτικές επιδείξεις των θιασωτών του κατασκευασμένου "Μακεδονισμού".



Μία ιστορική φωτογραφία: Η αντιπροσωπεία της ΕΠΟΝ στον πύργο Νεμπόϊσα του Βελιγραδίου, 
όπου μαρτύρησε ο Ρήγας Βελεστινλής. Στο κέντρο ο Πάνος Δημητρίου, αριστερά ο Λευτέρης 
Ελευθερίου και δεξιά με τη στρατιωτική στολή του ΕΛΑΣ, ο Χάρης Αντωνιάδης


Ήταν η σθεναρή αντίκρουση από την ηγεσία της μεγαλύτερης στα χρονικά οργάνωσης της ελληνικής νεολαίας, των σχεδίων που είχαν αρχίσει από τότε να υλοποιούνται από τον Τίτο για την κατασκευή μιας πλαστής εθνότητας στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Κι όμως για τη στάση τους εκείνη τα στελέχη της ΕΠΟΝ και όλοι οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, καταδιώχτηκαν τα μετεμφυλιακά χρόνια, συκοφαντήθηκαν ως "προδότες" και ως "ΕΑΜοβούλγαροι", κλείστηκαν στις φυλακές και στα στρατόπεδα εξορίας και αρκετοί από αυτούς στήθηκαν και στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Είναι ζωντανό ακόμη στη μνήμη μου ένα περιστατικό που μου είχε περιγράψει πριν 36 περίπου χρόνια και το κατέγραψα στο δημοσιογραφικό μου μαγνητόφωνο, το ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ και της Αριστεράς, Πάνος Δημητρίου, που υπήρξε, ακόμη από την τελευταία περίοδο της Κατοχής, γραμματέας της ΕΠΟΝ Μακεδονίας. Το γεγονός εκείνο, μου το είχε επιβεβαιώσει πλήρως και ένας από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ιστορίας, ο Καλαμαριώτης Χάρης Αντωνιάδης, από τους επικεφαλής της ομάδας σαμποτέρ της εθνικοαπελευθερωτικής οργάνωσης «Ελευθερία» που είχε δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη τις πρώτες κιόλας ημέρες της χιτλερικής κατοχής και στη συνέχεια υπήρξε στέλεχος της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης και του ΕΛΑΣ.

Αποστολή στα Σκόπια

Στον Πάνο Δημητρίου, είχε ανατεθεί στις αρχές Δεκεμβρίου 1944 από την ηγεσία της «Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νεολαίας», να σχηματίσει μία αντιπροσωπεία και να μεταβεί στα Σκόπια, για να εκπροσωπήσει την ΕΠΟΝ σε ένα συνέδριο της λεγόμενης «Μακεδονικής Νεολαίας» που θα πραγματοποιούνταν εκεί. Κι αυτό γιατί στην Αθήνα είχαν ξεσπάσει τα Δεκεμβριανά και εν μέσω των συγκρούσεων ήταν αδύνατο να μετακινηθεί το προεδρείο της Οργάνωσης από την ελληνική πρωτεύουσα.

Κατόπιν αυτού, σχηματίσθηκε μία αντιπροσωπεία από τους Πάνο Δημητρίου, γραμματέα της ΕΠΟΝ Μακεδονίας, Λευτέρη Ελευθερίου γραμματέα της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης και Χάρη Αντωνιάδη, στέλεχος της ΕΠΟΝ και υπεύθυνο του μηχανισμού της οργάνωσης, βρέθηκε ένα αυτοκίνητο και εξασφαλίσθηκε μία μικρή ποσότητα βενζίνης, που ήταν δυσεύρετη εκείνη την πρώτη μετακατοχική περίοδο και έφτανε μέχρι να πάνε οδικώς μέχρι το Μοναστήρι, όπου θα τους περίμεναν εκπρόσωποι της Σκοπιανής νεολαίας. Η οποία μάλιστα, όταν είχε καλέσει την ΕΠΟΝ στο συνέδριό της, διαβεβαίωνε εγγράφως ότι θα εφοδίαζε την ελληνική αντιπροσωπεία με όσα υγρά καύσιμα χρειάζονταν.

«Πράγματι, φτάσαμε με το αυτοκίνητο μέχρι το Μοναστήρι. Περνώντας όμως τα σύνορα, μας προκάλεσε αλγεινή εντύπωση το γεγονός ότι οι υπερεθνικιστές των Σκοπίων είχαν αναρτημένα σε πολλά σημεία χάρτες που συμπεριλάμβαναν όλη τη Βόρεια Ελλάδα στην επικράτεια της λεγόμενης «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», καθώς και τεράστια πανό με αλυτρωτικά συνθήματα, που ευθέως στρέφονταν κατά της χώρας μας».


Τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας, αποφάσισαν να δώσουν τόπο στην οργή τους μέχρι να φτάσουν στα Σκόπια και να θέσουν το θέμα στους οργανωτές του συνεδρίου.

«Φτάνοντας όμως εκεί, συνέχιζε ο Πάνος Δημητρίου, διαπιστώσαμε ότι η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη. Δεδομένου ότι όταν άρχισαν οι ομιλίες των συνέδρων, οι περισσότεροι από αυτούς κατέληγαν με την παρότρυνση «να μπούμε στην Ελλάδα για να απελευθερώσουμε τους καταπιεσμένους Μακεδόνες αδελφούς μας».

Διάβημα διαμαρτυρίας

Στο πρώτο κιόλας διάλειμμα, οι αντιπρόσωποι της ΕΠΟΝ, κάνουν διάβημα έντονης διαμαρτυρίες στο προεδρείο του συνεδρίου, ζητώντας να σταματήσουν αυτές οι προκλητικές ανθελληνικές ομιλίες. Όταν όμως τα εμπρηστικά κηρύγματα των ομιλητών συνεχίστηκαν, τότε οι Έλληνες αντιπρόσωποι, παρουσιάστηκαν και πάλι στο προεδρείο του συνεδρίου δηλώνοντας ότι θα αποχωρήσουν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Μετά από αυτό, οι οργανωτές ζήτησαν να κάνει συνάντηση ο επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας με ένα ηγετικό στέλεχος του κόμματος και της κυβέρνησης της αυτοαποκαλούμενης «Μακεδονίας»

«Πράγματι, εξιστορούσε ο Πάνος Δημητρίου, με οδήγησαν στο κυβερνητικό κτήριο των Σκοπίων, όπου ο συνομιλητής μου, μόλις μπήκα στην αίθουσα, άρχισε να μου λέει: «Γιατί διαμαρτύρεστε; Θέλετε τους Άγγλους ιμπεριαλιστές να σκοτώνουν τους συντρόφους σας στην Αθήνα, ή να ενωθείτε με τα αδέλφια σας τους Μακεδόνες;»

Η απάντηση του γραμματέα της ΕΠΟΝ Μακεδονίας ήταν ξεκάθαρη: «Ούτε με τους Άγγλους, ούτε όμως και με τους προπαγανδιστές των ιδεών του αλυτρωτισμού, που με τη δράση τους υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία της Ελλάδος, τις σχέσεις καλής γειτονίας και της ειρήνης των λαών, αλλά και την ίδια την υπόθεση του σοσιαλισμού».

 Όταν ο Πάνος Δημητρίου επέστρεψε στο χώρο που γίνονταν το συνέδριο, διαπίστωσε ότι είχε ήδη δημιουργηθεί ένα καθαρά εχθρικό κλίμα για την ελληνική αντιπροσωπεία, ενώ οι ανθελληνικές προκλήσεις από τα μέλη του εθνικιστικού VMRO αντί να ελαττωθούν, κλιμακώνονταν. Τα στελέχη της ΕΠΟΝ πήραν τότε απόφαση να αποχωρήσουν από το συνέδριο, καταγγέλοντας τον ανθελληνικό χαρακτήρα που αυτό είχε πάρει. Όπως και έγινε.

«Το αποτέλεσμα ήταν η ηγεσία της «Μακεδονικής Νεολαίας», για … τιμωρία, να μην μας δώσει ούτε τη βενζίνη που είχε υποσχεθεί για την επιστροφή μας, με συνέπεια, στις κατηφόρες από τα Σκόπια και μέχρι να φτάσουμε στα ελληνικά σύνορα, να τσουλάμε το αυτοκίνητο για να μας φτάσει η βενζίνη», εξιστορούσε..

Λίγα βιογραφικά στοιχεία

Ο Πάνος Δημητρίου, μια από τις σημαντικότερες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος και της ανανεωτικής αριστεράς στη χώρα μας, γεννήθηκε το 1917 και  το 1933, στα 16 του χρόνια, οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ, παραμένοντας μέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στις ιδέες του για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη.

Το 1938, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, συνελήφθη από την ασφάλεια Θεσσαλονίκης, βασανίστηκε και αρνήθηκε να υπογράψει “δήλωση” με αποτέλεσμα να εξοριστεί στη Φολέγανδρο. Στην εξορία γνωρίστηκε με μια άλλη μεγάλη μορφή του κινήματος, το συνομήλικό του Μπάμπη Δρακόπουλο και γνώρισε σε βάθος τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού. Με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα δραπέτευσε και εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ.

Την Πρωτοχρονιά του 1944, αναλαμβάνει υπεύθυνος της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης,  και λίγο πριν την απελευθέρωση ανέλαβε γραμματέας της ΕΠΟΝ Μακεδονίας-Θράκης. Για να αρχίσει από εκεί μία ανοδική πορεία που τον οδήγησε να γίνει μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ. Μαζί με τους Μήτσο Παρτσαλίδη και Ζήση Ζωγράφο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κρίση και τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 στη 12η Ολομέλεια. Ηγήθηκε της ανανεωτικής πτέρυγας, αρχικά στο εξωτερικό και μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα, το 1974, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ εσωτερικού, ως μέλος της Κ.Ε. και του Ε.Ε. Παρέμεινε ενεργός στο χώρο της Αριστεράς μέχρι τις τελευταίες του στιγμές.
Ο Πάνος Δημητρίου έφυγε από τη ζωή στις 2 Φεβρουαρίου 2017, σε ηλικία 100 χρόνων.

Πηγή: εδώ

Ο Στάλιν φταίει για το Ολοκαύτωμα Εβραίων μας λέει η Athens Voice



Ολοκαύτωμα στα μυαλά μας από τον Κώστα Λεντάκη που εμφανίζει την ΕΣΣΔ ως υπεύθυνη για την εξόντωση των Εβραίων.


Πολλοί μπορεί να έχετε ακούσει τις θεωρίες περί του δήθεν “αντισημιτισμού” του Στάλιν, φέρνοντας ως απόδειξη τη διαβόητη “υπόθεση των γιατρών”, την ψύχρανση των σχέσεων με το Ισραήλ και τις διώξεις εναντίον γνωστών Σοβιετικών εβραϊκής καταγωγής, όπως η σύζυγος του Μολότοφ (που έκλαιγε γυρίζοντας από τα γκούλαγκ για το θάνατο του Στάλιν, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία). Οι καθαρά πολιτικοί λόγοι αυτών των μέτρων και η ανυπαρξία φυλετικών κινήτρων είναι κάτι που παραδέχονται ακόμα και αστοί ιστορικοί με στοιχειώδη εντιμότητα. Αλλά ακόμα και οι πλέον εμπαθείς εξ αυτών, ακόμα κι όσοι διατείνονται ότι ο Στάλιν “βοήθησε” το Χίτλερ με το Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ δεν έχουν φτάσει στο σημείο να ρίξουν ευθέως τις ευθύνες για το Ολοκαύτωμα στους Σοβιετικούς.

Ευτυχώς όμως που υπάρχουν οι χιπστεροφιλελέ της Athens Voice και λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Έτσι λοιπόν ο Κώστας Λεντάκης σε άρθρο του με τίτλο “Η ξεχασμένη συνενοχή του μαρξισμού στο Ολοκαύτωμα”, βρίσκει τον πραγματικό ένοχο της εβραϊκής εξόντωσης όχι στη ναζιστική κοσμοθεωρία και πρακτική, αλλά στο σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ και το “σοβιετικό επεκτατισμό”: “Η Σοβιετική επεκτατικότητα εις βάρος των γειτόνων της δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες, που θα εκμεταλλεύονταν στο έπακρο οι Εθνικοσοσιαλιστές, για να διαπράξουν το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα από την επομένη της Γερμανικής εισβολής στην ΕΣΣΔ, τον Ιούνιο του 1941.” Μπορεί λοιπόν κυρίες και κύριοι το ολοκαύτωμα να ξεκίνησε την επομένη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, δηλαδή όταν ΕΣΣΔ και Γερμανία ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, αλλά τους Εβραίους κατά βάση τους σκότωσε ο Στάλιν, γιατί έτσι μας αρέσει.

Η αήττητη λογική συνεχίζεται και παρακάτω: Η στοχοποίηση της πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας των Εβραϊκών κοινοτήτων (σ.σ εννοεί της ανατολικής Πολωνίας και των Βαλτικών χωρών) από τους Σοβιετικούς, κατέστησε αδύνατη την οργάνωση αντίστασης κατά των Γερμανών από τις Εβραϊκές κοινότητες, όταν εκείνοι εισέβαλαν με τη σειρά τους το 1941. Μιλάμε για τέτοια στοχοποίηση, που οι εβραϊκές κοινότητες, ειδικότερα της Πολωνίας, θεωρούνταν οι καλύτεροι συνεργάτες των Σοβιετικών, κάτι που τους έθετε και στο στόχαστρο των ντόπιων αντισημιτών και εθνικιστών, που περίμεναν τους Γερμανούς για τη ρεβάνς, με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο αρθρογράφος ωστόσο αποφασίζει απλώς να αντιστρέψει την πραγματικότητα, παρουσιάζοντας τους σφαγείς ως “πρώην συνεργάτες των Σοβιετικών” που “για να ξεπλύνουν από πάνω τους την ενοχή της συνεργασίας με τους Μπολσεβίκους εις βάρος της κοινωνίας τους, έριξαν την ευθύνη για τις δικές τους πράξεις πάνω στους Εβραίους συμπατριώτες τους και πήραν μέρος στη μαζική τους δολοφονία υπό Γερμανική καθοδήγηση”. Γνωστό τοις πάσι ότι οι συνεργάτες των Ες – Ες που τιμώνται σήμερα σε όλη τη Βαλτική ήταν προηγουμένως φανατικοί σοβιετόφιλοι εξάλλου.

Όσο προχωράει το πράγμα γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστικό: “Οι Σοβιετικές εθνικοποιήσεις των Εβραϊκών επιχειρήσεων και κτημάτων και οι εκτοπισμοί των Εβραϊκών οικογενειών στο Καζακστάν και στα γκούλαγκ, δημιούργησαν οικονομικά κίνητρα, ώστε να πάρουν μέρος στο Ολοκαύτωμα οι Σοβιετικοί πολίτες. Μετά την εισβολή των Γερμανών αυτές οι περιουσίες αναδιανεμήθηκαν στους ντόπιους, οι οποίοι πλέον είχαν οικονομικό συμφέρον να συνεργασθούν με τους Γερμανούς για να σιγουρευτούν, ότι οι αρχικοί Εβραίοι ιδιοκτήτες τους δε θα επιβίωναν για να  τις πάρουν πίσω.” Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας μολονότι παραδέχεται ότι οι εβραϊκές περιουσίες δόθηκαν σε ντόπιους (αν και τεχνηέντως αποφεύγει να πει “συνεργάτες”), επιλέγει να εμφανίσει τις εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων και γης- ό,τι κι αν εννοεί εν προκειμένω – , ως κίνητρο για την εξόντωση των Εβραίων. Αναρωτιέται βέβαια κανείς γιατί περίμεναν τους Γερμανούς να έρθουν και δεν σκότωναν τους ιδιοκτήτες κατευθείαν, αφού οι Σοβιετικοί ήταν τόσο φιλικοί προς την εβραϊκή εξόντωση.

Οι συκοφαντίες συνεχίζονται και για την μεταπολεμική περίοδο, όπου τάχα ΕΣΣΔ και Πολωνία “νομιμοποίησαν” τις συνέπειες του Ολοκαυτώματος, το οποίο λέει “δεν αναγνώριζαν κιόλας”. Το ότι από την πρώτη στιγμή υπήρξαν Εβραίοι επιζώντας που επέστρεψαν και στις δύο χώρες και ότι τα προβλήματα που πράγματι ανέκυψαν στις σχέσεις ενός τμήματος των κοινοτήτων αυτών με τις αρχές είχαν να κάνουν κυρίως με τις διακυμάνσεις των διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ (το οποίο βέβαια πρώτη η ΕΣΣΔ παγκοσμίως αναγνώρισε, αλλά ποτέ δεν αφήνουμε μια λεπτομέρεια να χαλάσει μια όμορφη ιστορία για κομμουνιστές αντισημίτες αγρίους) δεν είναι κάτι που απασχολεί το συγγραφέα. Ούτε φυσικά το ότι οι κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο ήταν από τους πρώτους που ανέδειξαν την εβραϊκή εξόντωση, ακόμα και μεσούντος του πολέμου. Το ότι δεν αναγνώριζαν την ιδιαιτερότητα του Ολοκαυτώματος, ήταν επειδή διέβλεπαν την πολιτική του χρήση για την υποτίμηση της θυσίας των κομμουνιστών και τη νομιμοποίηση της πολιτικής του Ισραηλινικού κράτους, κι όχι επειδή δεν τιμούσαν τους Εβραίους ως θύματα των ναζί.

Ως συνήθως, το καλύτερο έμεινε για το τέλος: “Σήμερα, η συμμαχία της αριστεράς με ισλαμιστές εις βάρος των φιλελεύθερων και των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων σε δυτικές δημοκρατίες, όπως των Βρετανών Εργατικών και των Αμερικανών Δημοκρατικών με τους Παλαιστίνιους, δημιουργεί μια δυναμική που θέτει εκ νέου σε κίνδυνο τους Εβραίους κατοίκους της Δύσης και στοχοποιεί το Ισραήλ” Κι άντε στο μπερδεμένο μυαλό του φιλελέ ο Κόρμπιν να θεωρείται γνήσιος απόγονος του Στάλιν, αλλά οι Δημοκρατικοί; Εκτός αν αναφέρεται σε ορισμένους βουλευτές που εμφανίζονται υποστηρικτικοί στην Παλαιστίνη, αλλά τι σχέση μπορεί να έχουν με το μαρξισμό μόνο μια Σώτη θα μπορούσε να ξέρει. Απορούμε δηλαδή πώς δεν εμπνεύστηκε πρώτη αυτό το αριστούργημα, αν μη τι άλλο όμως έχει “μαθητές” που τη βγάζουν ασπροπρόσωπη.

Πηγή: εδώ

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Δύο μάχες του ΔΣΕ Πελοποννήσου - Η μάχη του Λεωνιδίου


Στις 19 Ιανουαρίου 1949, ο Θεόδωρος Πρεκεζές, ταξίαρχος της 55ης Ταξιαρχίας του ΔΣΠ συγκάλεσε στην Τσιντζίνα πλατιά σύσκεψη των στελεχών της ταξιαρχίας, με συμμετέχοντες όσους κατείχαν το βαθμό του λοχαγού και άνω. Σε αυτούς συγκαταλέγονταν και τα πολιτικά στελέχη που είχαν τέτοιο βαθμό και εντάσσονταν στην 55η Ταξιαρχία.

Το θέμα της σύσκεψης ήταν ο σχεδιασμός επιχείρησης κατά του Λεωνιδίου Κυνουρίας. 

Έως σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί το κατά πόσο η επιχείρηση αυτή ήταν σύλληψη του Πρεκεζέ ή εντάσσονταν σε κάποιο γενικότερο πλάνο ενεργειών που προωθήθηκε σε αυτόν από τη διοίκηση της 3ης Μεραρχίας του ΔΣΕ. Σε κάθε περίπτωση, η επιχείρηση συζητήθηκε εκτενώς και τονίστηκε η μεγάλη της σημασία για την επιβίωση της 55ης Ταξιαρχίας και του ΔΣΠ εν γένει. Ο λόγος για αυτή της τη σημασία υπήρξε πολλαπλός:

  1. Τα πυρομαχικά της 55ης Ταξιαρχίας είχαν μειωθεί επικίνδυνα και στο Λεωνίδιο υπήρχαν μεγάλες αποθήκες πυρομαχικών του στρατού.
  2. Ο ιματισμός και ρουχισμός της ταξιαρχίας απαιτούσε αντικατάσταση.
  3. Το ηθικό της ταξιαρχίας ήταν ελαφρός πεσμένο μετά τις επιτυχίες της 9ης κυβερνητικής μεραρχίας στη Βόρεια Πελοπόννησο.
Το Λεωνίδιο ήταν περιφερειακή βάση ανεφοδιασμού των κυβερνητικών στρατευμάτων και η κατάληψή του θα σήμαινε πλούσιο ανεφοδιασμό της ταξιαρχίας σε παντός τύπου πυρομαχικά, ιματισμό, ρουχισμό, φάρμακα και τρόφιμα. Με τον τρόπο αυτό, η ταξιαρχία έλπιζε ότι θα μπορούσε να παρατείνει τη μάχιμη παρουσία της για τέτοιο διάστημα που θα εξανάγκαζε τον αντίπαλο να αλλάξει τακτική, με ευνοϊκές για το ΔΣΠ επιπτώσεις.

Γεωμορφολογικά, το Λεωνίδιο είναι χτισμένο στη μέση σχεδόν μιας κοιλάδας μερικών χιλιομέτρων μήκους και διαρκώς διευρυνόμενου πλάτους προς τη θάλασσα. Η κατεύθυνσή της είναι από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά όπου και καταλήγει. Το βορειοδυτικό της άκρο στενεύει για να γίνει τελικά μια βαθιά χαράδρα που διακλαδίζεται και αποχετεύει τα όμβρια ύδατα του δυτικού Πάρνωνα. Η κοιλάδα αυτή έχει απότομα σχεδόν κάθετα τοιχώματα στο μέγιστο του μήκους της και η προσέγγισή της είναι δυνατή ή από τη του μήκους της πλευρά ή από την παραπάνω χαράδρα. 

Στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης δεσπόζει ένα παλιό κτίσμα, ο Μύλος του Μανωλάκη, ένας παλιός ανεμόμυλος που το 1949 δεν λειτουργούσε πια. Ο μύλος είχε μετατραπεί σε ισχυρότατο οχυρό που έλεγχε απόλυτα την από τα δυτικά προσέγγιση της πόλης. Παράλληλα, ο μύλος δεν επέτρεπε ούτε την έξοδο από την πόλη προς τον Πάρνωνα. Επομένως κάθε ενέργεια ενάντια στο Λεωνίδιο είχε ως βασικό της προαπαιτούμενο την εξουδετέρωση της φρουράς του μύλου.


Το σχέδιο της μάχης


Στη σύσκεψη καταστρώθηκε λεπτομερές σχέδιο μάχης. Αποφασίστηκε να επιχειρήσει κατά του μύλου ομάδα ανιχνευτών και ελεύθερων σκοπευτών, ότι καλύτερο σε ανθρώπινο δυναμικό διέθετε η ταξιαρχία. Την ομάδα αυτή αποτελούσαν οι εξής:

  • Γιώργος Κατσιμαντής, υπολοχαγός.
  • Χρίστος Αγλαμίτσης, υπολοχαγός.
  • Σωτήρης Κωστιάνης, ανθυπολοχαγός.
  • Τάκης Σταυρόπουλος, ανθυπολοχαγός.
  • Χρίστος Καστάνης, ανθυπολοχαγός.
  • Γιάννης Παπαδόπουλος, ομαδάρχης.
  • Σπύρος Φερίζης, ομαδάρχης.
  • Μανώλης Δρίβας, ομαδάρχης.
  • Γιώργος Κουτσοβασίλης.
  • Τάκης Χριστάκος, ομαδάρχης.
  • Δημήτρης Κώνστας, ομαδάρχης.
  • Νίκος Γιαννακόπουλος, ομαδάρχης.
  • 14 μαχητές με ακόμα δύο ομαδάρχες αγνώστων στοιχείων.

Ο Μύλος του Μανωλάκη σήμερα.

Κατά το σχέδιο, το τάγμα του Αλέκου Τσουκόπουλου θα έπαιρνε θέσεις αριστερά του Λεωνιδίου, κοντά στη θάλασσα. Ο ένας λόχος του Μπελά θα έπιανε το χωριό Μέλανα, όπου υπήρχαν έτοιμα παλιά ιταλικά χαρακώματα. Οι άλλοι δύο λόχοι του τάγματος του Δ. Κουτρουλάκη και του Παναγιώτη Σκάγκου, μαζί με το λόχο μηχανημάτων του Γκουβάτσου, που για την περίπτωση προσαρτήθηκε στο τάγμα, θα έπιαναν θέσεις στην ίδια πλευρά αλλά πλησιέστερα στην πόλη, πάνω στην αριστερή πλαγιά της κοιλάδας και κοντά στη θάλασσα. Ο λόχος του Γιώργου Ατζακλή, με τους υπόλοιπους μαχητές του Αρχηγείου Πάρνωνα θα λάμβαναν θέσεις στο χωριό Πουλίθρα, δεξιά του Λεωνιδίου και κοντά στην παραλία. Έτσι, η επιχείρηση θα ασφαλιζόταν από τη μεριά της θάλασσας.

Μέσα στην πόλη θα έμπαιναν δύο λόχοι από τα τάγματα του Βρεττάκου και του Μπουραζάνη. Ο δεύτερος λόχος του Βρεττάκου, με λοχαγό τον Γιάννη Τσελέκη θα έμενε σε εφεδρεία στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στα δυτικά του μύλου. Εκεί θα βρισκόταν επίσης και ο Βρεττάκος μαζί με τον Ανδρέα Βουθούνη επιτελάρχη της ταξιαρχίας. Ως σταθμός διοίκησης της ταξιαρχίας ορίστηκε το ύψωμα "Μερόχωρο", δυόμιση έως τρία χιλιόμετρα από το μύλο και επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με το Βρεττάκο και τον Βουθούνη. 

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα λανθασμένη επιλογή, η διεύθυνση της μάχης να βρίσκεται τόσο μακριά από το σημείο της μάχης και παραμένει άγνωστο εάν η διοίκηση της ταξιαρχίας κατέληξε ομαδικά σε αυτή την τοποθεσία ή ποιος ήταν ο ιθύνων νους μιας τέτοιας απόφασης, που όπως θα δούμε παρακάτω υπήρξε καταστροφική για την έκβαση της μάχης.

Θέσεις της μάχης σε κάθετη τομή.


Στο μέσο του πρωινού της 20ης Ιανουαρίου, όλα τα τμήματα της ταξιαρχίας, αλλά και οι ομάδες επιμελητείας συγκροτήθηκαν και ξεκίνησαν για το Λεωνίδιο. Οι οδηγίες τους ήταν ρητές, λιτές και σαφείς: Κανείς δεν θα ενεργήσει πριν την προκαθορισμένη ώρα, που ορίστηκε η 1:00 π.μ. τη νύχτα της 21ης Ιανουαρίου. Οι ομάδες που έμπαιναν στην πόλη δεν θα εκδηλώνονταν εάν πρώτα δεν έπεφτε ο μύλος. Η ομάδα κρούσης θα προσέγγιζε το μύλο χωρίς άρβυλα, αθόρυβα, για να επιτύχει τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου.


Το σχέδιο μάχης του Λεωνιδίου.


Η μάχη


Με την είσοδο των τμημάτων του ΔΣΠ στην πόλη, κάποιος θόρυβος χάλασε τον αιφνιδιασμό και τα πολυβολεία της πόλης ξεκίνησαν να βάλουν. 

Παράλληλα, η ομάδα κρούσης έλαβε θέσεις περίπου 50 μέτρα ανατολικά του μύλου σε μια μικρή χαράδρα, έχοντας εξασφαλίσει απυρόβλητο χώρο, όχι όμως τέτοιο που να της επιτρέπει τη χρήση των μπαζούκας που διέθεταν. Αυτό γιατί η χρήση τέτοιων όπλων απαιτεί την όρθια ή έστω τη γονατιστή θέση του σκοπευτή. Ο τόπος μπροστά στην ομάδα κρούσης ήταν τελείως αποψιλωμένος και τα πολυβόλα του αντιπάλου θέριζαν σε κάθε τους κίνηση. Παρόλα αυτά, δύο σκοπευτές κατόρθωσαν τραυματιζόμενοι και με μεγάλη αυτοθυσία να ρίξουν δύο βλήματα στο μύλο, προκαλώντας όμως ελάχιστε ζημιές. Η κατάσταση συνεχίστηκε ίδια, παρά το γεγονός ότι ο ΔΣΠ κατόρθωσε να ρίξει ακόμα δύο βλήματα στο μύλο, που παρέμενε απόρθητος. 

Στο μεταξύ η ώρα περνούσε και ο Πρεκεζές αγωνιούσε γιατί πλησίαζε η συμφωνημένη ώρα αναχώρησης- μια ώρα προτού ξημερώσει. Έπαιρνε διαρκώς τον Βρεττάκο για να μάθει αν έπεσε ο μύλος και λάμβανε διαρκώς την ίδια απάντηση: "Όχι συναγωνιστή ταξίαρχε". Ο Πρεκεζές τότε διέταξε να ρίξουν τις φωτοβολίδες της αποχώρησης. Ο Βρεττάκος στο εκκλησάκι είχε και αυτός εξαντλήσει τα όρια της δικής του υπομονής. Λίγο πριν πέσουν οι φωτοβολίδες είχε στείλει αυτοβούλως στην ομάδα κρούσης 4 ακόμα μπαζούκας με τους Μιχάλη Βουδούρη και Αντώνη Σαμαρτζή. Αποφασίστηκε να χτυπήσουν και οι τέσσερις μαζί ανά δύο, στο κάθε σημείο στόχευσης. Το αποτέλεσμα ήταν 4 ακόμα τραυματίες μαχητές και δύο μεγάλες τρύπες στο τοίχωμα του μύλου.

Αμέσως οι μαχητές πλεύρισαν τον τοίχο του μύλου και στη συνέχεια έκαναν έφοδο με αυτόματα και χειροβομβίδες. Με τις πρώτες ριπές τους, κατέφθασαν από το εκκλησάκι, ο Γιάννης Τσελέκης και ο Κώστας Κολοβός. Οι δύο αυτοί, αφού πρώτα βοήθησαν τους τραυματίες, δέκα από τους δεκατέσσερις της ομάδας κρούσης, μαζί με τους Κωστιάνη, Δρίβα, Σταυρόπουλο και Κατσιμαντή προσέβαλαν το φυλάκιο στα πρώτα σπίτια της πόλης, μαζί με τον υπόλοιπο λόχο του Τσελέκη.

Ο μύλος είχε πέσει και ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος.

Σε μισή ώρα, ολόκληρο το Λεωνίδιο είχε καταληφθεί και πολλοί μαχητές δεν αντιλήφθηκαν τις φωτοβολίδες της αποχώρησης. Όμως ο Πρεκεζές είχε ήδη προχωρήσει ήδη πολύ στο δρόμο της επιστροφής, όταν τον πρόλαβε γρήγορος σύνδεσμος και του ανακοίνωσε την κατάληψη του Λεωνιδίου. Η επιστροφή ήταν αδύνατη, καθώς με τη φωτοβολίδα είχαν αναχωρήσει και τα τμήματα της επιμελητείας που θα ασχολούνταν με τη μεταφορά των λαφύρων. Οι αντάρτες του Γιάννη Τσελέκη άλλωστε, αν και βρήκαν άφθονα υλικά στις αποθήκες, δεν πήραν τίποτε καθώς περίμεναν την επιμελητεία. Πήραν μόνο τον οπλισμό του μύλου που κατέλαβαν και δύο όλμους που βρήκαν μπαίνοντας στα πρώτα φυλάκια της πόλης. 

Έτσι παρά το γεγονός ότι η έκβαση της μάχης του Λεωνιδίου ήταν επιτυχής, επιμελητειακά, η επιχείρηση απέτυχε παταγωδώς. 


Απώλειες


Οι απώλειες του ΔΣΠ στη μάχη του Λεωνιδίου ανέρχονται στους 8-10 νεκρούς, μεταξύ των οποίων ο οπλοπολυβολητής Νίκος Καρκαμπάσης και η Διαμάντω Ματζαβράκου. Συνελήφθησαν επίσης δύο μαχητές, που εκτελέστηκαν δημόσια και χωρίς δίκη από τον ανθυπολοχαγό του ΕΣ, Δημήτρη Κατσικοκέρη. Από την πλευρά των κυβερνητικών, σκοτώθηκαν 5 στρατιωτικοί και 4 ΜΑΥ, ενώ οι αντάρτες συνέλαβαν στο μύλο 2 στρατιώτες και έναν ΜΑΥ, τους οποίους άφησαν ελεύθερους. 



  

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Δύο μάχες του ΔΣΕ Πελοποννήσου- Η μάχη του Αη-Θανάση



Στο παρακάτω άρθρο μας θα παρουσιάσουμε δύο από τις λιγότερο γνωστές μάχες του έτους 1949, που έδωσε ο ΔΣΕ Πελοποννήσου και η 3η Μεραρχία και προηγούνται της μεγάλης μάχης του Αγίου Βασιλείου που υπήρξε καταστροφική για το ΔΣΕ. Μέσω της παρουσίασης αυτής αναδεικνύεται η τεράστια πίεση στην οποία βρέθηκε ο ΔΣΠ με την έναρξη του σχεδίου "Περιστέρα", αλλά και ο ηρωισμός και η αυτοθυσία των μαχητών του.


Η μάχη του Αη-Θανάση


Μέχρι της 2 Ιανουαρίου 1949, η 55η Ταξιαρχία Πάρνωνα δεν είχε δεχθεί ακόμη επίθεση από τις δυνάμεις του Ε.Σ που πλημμύρισαν την Πελοπόννησο. Την ημέρα εκείνη μια διλοχία των ΛΟΚ υπό τον ταγματάρχη Πέτρο Κεφάλα εγκαταστάθηκε και οχυρώθηκε στη θέση Άγιος Αθανάσιος του ορίου Τσιντζίνων. Πρόκειται για ένα γωνιώδες ύψωμα, που η μια πλευρά του τελειώνει στην κορυφή Σταματήρα και η άλλη στον Άγιο Αθανάσιο.

Η θέση των ΛΟΚ βρίσκεται νοτιοδυτικά του χωριού, σε ευθεία απόσταση τριών χιλιομέτρων και τότε βρισκόταν ακριβώς μέσα στο ζωτικό χώρο της 55ης Ταξιαρχίας, σε σημείο στρατηγικής σημασίας. Η κατάληψη της θέσης έγινε γρήγορα αντιληπτή μέσω των ΚΠ και ενημερώθηκε ταχύτατα η διοίκηση της 55ης Ταξιαρχίας. 

Ο Πρεκεζές, διοικητής της 55ης Ταξιαρχίας εκείνη την περίοδο οργάνωσε μια ιδιαίτερα καλομελετημένη επίθεση εναντίον των ΛΟΚ, με τους λόχους του Μπελά, του Παναγιώτη Σκάγκου και του Τάκη Γεωργόπουλου, λόχους εμπειροπόλεμους, με επικεφαλής που γνώριζαν καλά να κινηθούν στην περιοχή. Μεσάνυχτα της 5ης Ιανουαρίου, η επίθεση εκδηλώθηκε στο ύψωμα του Αη-Θανάση. Στην πρώτη φάση της επίθεσης ο ΔΣΕ χρησιμοποήσε αντιαρματικές γροθιές και χειροβομβίδες για να διαλύσει τα πολυβολεία που τα ΛΟΚ είχαν στήσει στο ύψωμα και σε διάφορα παρακείμενα σημεία έως τη Γόγγαινα. Οι δυνάμεις των ΛΟΚ καταλαβαίνοντας την δεινή θέση στην οποία βρέθηκαν, καθώς και το ότι ο ΔΣΠ τους είχε σχεδόν περικυκλώσει, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και διολίσθησαν νότια, όπου οι μαχητές του ΔΣΠ δεν είχαν ακόμα ολοκληρώσει τον κλοιό. 

Αιτία για το ότι οι δυνάμεις των ΛΟΚ δεν εξολοθρεύτηκαν από τον κλοιό που επιχειρούσε ο ΔΣΠ υπήρξε η καθυστέρηση του Τάκη Γεωργόπουλου, που δεν κατόρθωσε με το λόχο του να κλείσει το πέρασμα, για άγνωστους λόγους. 

Την επόμενη ημέρα, οι δυνάμεις των ΛΟΚ αποσύρθηκαν εν τάχει στη βάση τους. 


Ο Αη-Θανάσης Τσιντζίνας