"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Εκθεση ντοκουμέντων από την ηρωική δράση της ΕΠΟΝ


Πλευρές της ηρωικής και πολύμορφης παρουσίας της ΕΠΟΝ από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της μέχρι και την Απελευθέρωση αναδείκνυε η έκθεση που λειτούργησε στο πλαίσιο της εκδήλωσης, στο χώρο του φουαγιέ της Κεντρικής Επιτροπής, με ντοκουμέντα από το Αρχείο του Κόμματος, φωτογραφίες, έντυπα της εποχής.
Στα μάτια του επισκέπτη αναβίωναν στιγμές της δράσης της ΕΠΟΝ σε όλη την Ελλάδα, ξεκινώντας από τα πρώτα παράνομα τεύχη της «Νέας Γενιάς», του θρυλικού της εντύπου, το πρώτο τεύχος του οποίου κυκλοφόρησε ένα μήνα μετά την ίδρυσή της, δουλεμένο από την Ηλέκτρα Αποστόλου, η οποία την εποχή εκείνη ήταν μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΕΠΟΝ. Αλλά και έντυπα που επιμελούνταν και διακινούσαν οι οργανώσεις της ΕΠΟΝ σε διάφορες περιοχές της χώρας, παράνομες αφίσες, κουπόνια ενίσχυσης.

Η έκθεση περιλάμβανε μία αναφορά στην ηρωική πολεμική δράση της ΕΠΟΝ, με χαρακτηριστικές φωτογραφίες ανταρτών ΕΠΟΝιτών να πορεύονται τραγουδώντας, ομάδων της ΕΠΟΝ, ρεπορτάζ από μάχες που έγιναν στην Αθήνα το Δεκέμβρη του '44, αλλά και μία Διαταγή του Στρατηγείου Ηπείρου του ΕΛΑΣ με τιμητική αναφορά στο ρόλο των ΕΠΟΝιτών.



Τη δική τους ξεχωριστή θέση είχαν τα Αετόπουλα, τα παιδιά που πήραν μέρος στον αγώνα με την ΕΠΟΝ. Σε φωτογραφίες απεικονίζονται ξυπόλητα μπροστά στα οδοφράγματα το Δεκέμβρη του '44, να κάνουν έρανο για τα φτωχά παιδιά, αλλά και ντοκουμέντο από τη στήλη της «Νέας Γενιάς» για τα Αετόπουλα, που καταγράφει την ιστορία του 11χρονου Παύλου Μαχαιρόπουλου που τον δολοφόνησαν Χίτες γιατί αρνήθηκε να πετροβολήσει κρατούμενους αγωνιστές.

Η πολύπλευρη δράση της ΕΠΟΝ αποτυπώνεται και στα τεύχη νόμιμων ή μισονόμιμων εντύπων της «Νέας Γενιάς» που φιλοξενούν ρεπορτάζ για τα εργατόπαιδα του Πειραιά και της Καλογρέζας, για την κατάσταση στην επαγγελματική εκπαίδευση κ.ά., ενώ εκτέθηκαν εξώφυλλα του περιοδικού φιλοτεχνημένα από σημαντικούς δημιουργούς που ανήκαν στο καλλιτεχνικό επιτελείο της Οργάνωσης, όπως ο Γιάννης Στεφανίδης και ο Τάσσος. Αλλά και σε φωτογραφίες - ντοκουμέντα από διάφορες πλευρές της ζωής και δράσης, με εκείνη που δείχνει περήφανες ΕΠΟΝίτισσες στη συγκέντρωση στο Παναθηναϊκό Στάδιο για την επέτειο των 4 χρόνων του ΕΑΜ να ξεχωρίζει.

Ενα σπάνιο ντοκουμέντο παραχώρησε στην ΚΝΕ ειδικά για την εκδήλωση ο σκηνοθέτης Νίκος Καβουκίδης, το οποίο προέρχεται από το ντοκιμαντέρ του «Μνήμες». Μάλιστα, ο Ν. Καβουκίδης παραβρέθηκε και ο ίδιος και παρακολούθησε την εκδήλωση.
Τα γεγονότα της εποχής είχαν κινηματογραφηθεί από τους Φιλοποίμενα Φίνο, Γιώργο Καβουκίδη και Πρόδρομο Μεραβίδη. Ετσι, στην εκδήλωση είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ένα πραγματικά πολύτιμο κινηματογραφικό υλικό, που λειτουργεί ως παρακαταθήκη για την ιστορική μνήμη, ένα εργαλείο γνώσης και δράσης.



Μπροστά στα μάτια μας πέρασαν εικόνες από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τις μέρες της απελευθέρωσης της Αθήνας τον Οκτώβρη του 1944. Η υποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, η υποστολή της σημαίας με τον αγκυλωτό σταυρό μετά από 1.264 μέρες φασιστικής κατοχής και η έπαρση της ελληνικής σημαίας στις 13 Οκτώβρη στην Ακρόπολη από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ, πέντε μέρες πριν έρθει ο Γεώργιος Παπανδρέου στην Αθήνα. Συγκλονιστικές εικόνες, με έναν ολόκληρο λαό να γιορτάζει. Μπροστά στα μάτια μας περνούν οι παρελάσεις των ΕΛΑΣιτών, των ΕΠΟΝιτών, ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης στις ηρωικές φτωχογειτονιές της Αθήνας, τα Αετόπουλα...

Μεταφερόμαστε στις 17 Νοέμβρη του 1944 και παρακολουθούμε εικόνες από τον εορτασμό των 26 χρόνων του ΚΚΕ στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου στον Πειραιά και στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Στην πλατεία Συντάγματος, εκεί που βρίσκεται τώρα το συντριβάνι, είχε στηθεί άγαλμα με έναν νέο και μια νέα να κρατούν το σφυροδρέπανο. Και δίπλα επιτύμβια στήλη με τους νεκρούς ήρωες του λαού. Προλαβαίνουμε να διαβάσουμε: «Δόξα και τιμή στα στελέχη που αφιέρωσαν τη ζωή τους στον αγώνα για τη λευτεριά και τη λαοκρατία». Και από κάτω αναφέρονται τα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ που έδωσαν τη ζωή τους την περίοδο της Κατοχής.

Ακολουθούν οι πρώτες μέρες της ταξικής αναμέτρησης του Δεκέμβρη του 1944 και το συγκλονιστικό στιγμιότυπο με τους εργάτες του καπνεργοστασίου στη Λένορμαν να βγαίνουν συγκροτημένα από το εργοστάσιο, με μια τεράστια κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο μπροστά και να κατευθύνονται συντεταγμένα για την πορεία, στις 3 του Δεκέμβρη.
Και, τέλος, η συγκέντρωση για τη συμπλήρωση των 4 χρόνων από την ίδρυση του ΕΑΜ στο κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο, με ομιλητή τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη.

Το βίντεο κλείνει με το ποίημα - υπόμνηση του Γιάννη Ρίτσου: «Εμείς / μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνον / θυμηθείτε το: αν η ελευθερία / δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, / εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας».


Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Κώστας Κουβαράς- Ένας άγνωστος φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης



Ο ελληνοαμερικάνος Κώστας Κουβαράς κατατάχθηκε στον Αμερικανικό Στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και υπηρέτησε αρχικά στο πεζικό και πυροβολικό και κατόπιν στις Υπηρεσίες Πληροφοριών. Το 1944 το εργατικό Τμήμα της υπηρεσίας πληροφοριών του Στρατού (OSS) τον στέλνει στο Κάιρο και του αναθέτει την σύνδεση και παρακολούθηση των ελληνικών κινημάτων Αντίστασης. Ο Κουβαράς διαλέγει ο ίδιος να ηγηθεί αυτής της αποστολής και έτσι την άνοιξη του 1944 ξεκινά για την Ελλάδα με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του αμερικανικού στρατού. Έχει προηγηθεί σύνδεση με το ΕΑΜ μέσω αντιπροσώπου του κινήματος της ΑΣΟ στην Αίγυπτο. Φτάνει στις 30 του Απρίλη στην Εύβοια με καΐκι, συνδέεται με τοπική μονάδα του ΕΛΑΣ και οδηγείται στην έδρα της ΠΕΕΑ στους Κορυσχάδες, όπου συναντάται με τους ηγέτες του ΕΑΜ που του δίνουν θέση αρχηγού ξένης αντιπροσωπείας, με σύνδεσμο το Γιάννη Ιωαννίδη. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά, Ιωαννίδης και Κουβαράς θα συναντηθούν για ακόμα μια φορά στα Τρίκαλα στις 2/2/1945.

Ο Κώστας Κουβαράς δεν υπήρξε φωτογράφος αλλά στρατιωτικό στέλεχος της OSS. Παρόλα αυτά απαθανάτισε σειρά φωτογραφιών με μέλη και στελέχη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ και τις εξέδωσε μεταπολεμικά σε φωτογραφικό άλμπουμ.

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε ορισμένες εξ αυτών.

Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Αντί Τεύχος 56
Πηγή φωτογραφιών: Από τον καλό φίλο κ. Σιούλα.



Ο καπετάνιος Μανώλης και ο μηχανικός Βαφειάδης του καϊκιού, με το οποίο πέρασε η "Αποστολή Περικλής" στην Ελλάδα από την Τουρκία. Περιοχή Κάλαμος απέναντι από την Οθονιά.

Μέλη της αποστολής "Περικλής" και ο μηχανικός και καπετάνιος του καϊκιού.
Επάνω στο καΐκι, δεξιά ο Κώστας Γαβριηλίδης και αριστερά ο Σιάντος.
Επάνω στο καϊκι, αριστερά ο σοβιετικός σύνδεσμος Ποπόφ και δεξιά ο Σιάντος.
Στο κέντρο ο Γιάννης Ιωαννίδης, στέλεχος του ΚΚΕ, τέρμα δεξιά, ο Γιάννης Ζέβγος και δεύτερη από αριστερά η Χρύσα Χατζηβασιλείου.
Αντάρτης του ΕΛΑΣ.

Γυναίκα με μουλάρι.

Φωτογραφικό πορτραίτο του Γιάννη Ιωαννίδη.

Αγρότες ή αντάρτες.
Αλώνισμα.

Ο Κώστας Κουβαράς (καθιστός αριστερά) στα βουνά των Αγράφων.

Πορτραίτο αγνώστου.

Πορτραίτο του Κώστα Κουβαρά.
Στο κέντρο ο Κώστας Κουβαράς.
ΕΛΑΣίτες και ΕΛΑΣίτισσες
Μαυροσκούφης αντάρτης.
Αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Νεαρός αντάρτης
Αντάρτης με λάφυρο, ένα γερμανικό καπέλο.
Φόρτωμα μουλαριού.

Τμήμα του ΕΛΑΣ σε ομαδική φωτογραφία.
Αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Αντάρτης του ΕΛΑΣ.
Αντάρτης του ΕΛΑΣ.
Αντάρτης του ΕΛΑΣ.

Αντάρτες σε συζήτηση.
Ο μάχιμος ιερέας του ΕΛΑΣ, Παπα-Χολέβας).


Ο Παπα-Χολέβας με αντάρτες του ΕΛΑΣ 
Με τον Άρη Βελουχιώτη μετά την Απελευθέρωση.


Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Η μάχη της Σπάρτης μέσα από μερικές αφηγήσεις


Μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες του ΔΣΕ Πελοποννήσου υπήρξε η επιτυχής είσοδός του στην πόλη της Σπάρτης, όπου εφοδιάστηκε με πυρομαχικά, ιματισμό και εφόδια και άνοιξε της φυλακές της πόλης απελευθερώνοντας τους πολιτικούς κρατούμενους εκεί και παίρνοντάς τους μαζί του στο βουνό.

Στο παρακάτω άρθρο μας θα δούμε ορισμένες αφηγήσεις για τη μάχη της Σπάρτης που φωτίζουν σημαντικές της πτυχές.

Αρίστος Καμαρινός (στέλεχος του ΔΣΕ και του ΚΚΕ)

"Τα μεσάνυχτα της 13ης Φλεβάρη του 1947, 200 περίπου αντάρτες του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου με επικεφαλής του Κονταλώνη, Πρεκεζέ και Μπασακίδη μπήκαν από διάφορες κατευθύνσεις στην πόλη της Σπάρτης και μετά από ολιγόωρη μάχη με κυβερνητικές δυνάμεις απαρτιζόμενες από στρατιώτες και χωροφύλακες επικράτησε στην πόλη. Απελευθέρωσαν 240 πολιτικούς κρατούμενους από τις φυλακές της πόλης, αφού εξουδετέρωσαν τη φρουρά των φυλακών, το τμήμα της Χωροφυλακής που φρουρούσε τον λόφο του Άγιου Σπυρίδωνα και έναν λόχο στρατού που φύλαγε το εργοστάσιο της ηλεκτροπαραγωγής. Η πόλη βυθίστηκε στο σκοτάδι, αμέσως μόλις ξεκίνησε η επίθεση στις φυλακές. Επακολούθησε πανικός στα κυβερνητικά τμήματα, καθώς πέτυχε απόλυτα ο αιφνιδιασμός, παρ' όλο που τα αντάρτικα τμήματα μπήκαν από διάφορα σημεία στην πόλη. 

Επικεφαλής των διμοιριών και των ομάδων των ανταρτών που επιτέθηκαν σε διάφορες εστίες του αντιπάλου, μέσα στην πόλη και τον περίγυρό της ήταν οι Λεωνίδας Κωνστανταράκος, Γιώργος Πρεκεζές, Κώστας Ξυδέας, Τάκης Γεωργόπουλος και Μήτσος Καστάνης. Πήρε επίσης μέρος στη μάχη και ένα μικρό τμήμα ανταρτών του Μαινάλου, με επικεφαλής τους Μανώλη Σταθάκη και Πέρδικα. Έτσι, ο αντικειμενικός σκοπός πραγματοποιήθηκε χωρίς μεγάλη δυσκολία. Ας σημειωθεί επίσης, ότι η διοίκηση σε συνεργασία με τα στελέχη-εκτελεστές της επίθεσης, είχε προβλέψει κι όλες σχεδόν τις λεπτομέρειες του σχεδίου, καθώς και όλες τις πιθανές εξελίξεις της επιχείρησης."

Νίκος Μπελογιάννης (Στέλεχος του ΔΣΕ και του ΚΚΕ)

"Η επιχείρηση της Σπάρτης μπορεί εδώ να αναφερθεί σαν ένα καλό παράδειγμα από την πλευρά:

1) Της καλής εκλογής στόχου.
2) Της συγκέντρωσης πάνω σ' αυτόν υπέρτερων δυνάμεων με ταυτόχρονη απασχόληση και σύγχυση σε όλους τους άλλους τομείς της εχθρικής διάταξης.
3) Της παραπλάνησης του εχθρού.
4) Του αιφνιδιασμού.

Το κύριο πρόβλημα που απασχολούσε τότε το Αρχηγείο Πελοποννήσου ήταν η αύξηση της δύναμης των μαχητών της με εθελοντές μαχητές. Η καλύτερη λύση ήταν η απελευθέρωση των αγωνιστών από τις φυλακές της Σπάρτης. Το Αρχηγείο προσανατόλισε όλες τις δυνάμεις του αμέσως προς τη Σπάρτη. Το μεσημέρι της 12 Φλεβάρη, μια μικρή ομάδα ανταρτών εμφανίστηκε επιδεικτικά σε ένα χωριό 5 χιλιόμετρα προς το Νότο της Σπάρτης. Οι μοναρχοφασίστες κινητοποίησαν αμέσως δυνάμεις τους και άρχισαν να καταδιώκουν την ομάδα, που τους παρέσυρε δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από την πόλη. Τη νύχτα της ίδιας ημέρας εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά η επίθεση ενάντια στη Σπάρτη από τη Βόρεια κατεύθυνση. Οι κύριες δυνάμεις των ανταρτών επιτέθησαν στις φυλακές και οι υπόλοιπες απασχόλησαν τα άλλα τμήματα της εχθρικής άμυνας, ενώ άλλες μικροομάδες είχαν εισδύσει παντού στην πόλη και προκαλούσαν σύγχυση και πανικό στον εχθρό."


Αλέξανδρος Τσιγγούνης (στρατηγός του Ε.Σ., διοικητής της Θ Μεραρχίας)

"Περί το μεσονύκτιον της 12ης Φεβρουαρίου 1947, οι κομμουνιστοσυμμορίτες προσέβαλαν αιφνιδιαστικώς τας εις την Ανατολικήν παρυφήν της Σπάρτης φυλακάς προς απελευθέρωσιν των εν αυτή κρατουμένων. Ταυτοχρόνως ενήργησαν δευτερευούσης σημασίας κρούσεις εις άλλα σημεία της πόλεως προς παραπλάνησιν και καθήλωσιν των εν Σπάρτη διαμενόντων τμημάτων στρατού και χωροφυλακής. Εις την επιχέιρησιν ταύτην έλαβον μέρος και τα τρία συγκροτήματα δυνάμεως 170 συμμοριτών περίπου. 

Κατόπιν πείσμονος αντιστάσεως οι κομμουνιστοσυμμορίτες επεκράτησαν εξουδετερώσαντες την φρουράν των φυλακών και απελευθέρωσαν 240 κρατουμένους εξ ων περί τους 170 προσεχώρησαν εις τας τάξεις των. Ως εγνώσθη βραδύτερον, οι κομμουνιστοσυμμορίτες είχον κατατοπισθεί ολίγας ημέρας προ της επιθέσεως περί όλων των απαιτούμενων πληροφοριών ως προς τας δυνάμεις, θέσεις και συνήθειας των σκοπών και φυλακείων της φρουράς των φυλακών, ως και των υπολοίπων εν Σπάρτη δυνάμεων Στρατού και Χωροφυλακής. Επίσης, είχον λάβει επαφήν δι' εμπίστων πρακτόρων των μετά τινών των εν ταις φυλακαίς κρατουμένων. Είχον ούτω τον απαιτούμενον χρόνον και την δυνατότητα να προβώσιν εκ του ασφαλούς εις την σύνταξιν του σχεδίου των ενεργείας εν πάση λεπτομέρεια, δεδομένου μάλιστα ότι οι με την ασφάλειαν της Σπάρτης και των φυλακών επιφορτισμέναι Εθνικαί Δυνάμεις εφήροζον αμετάβλητον αμυντικήν τακτικήν και δεν μετέβαλλον τας συνήθειάς των. 

Η επιτυχία αυτή, εκτος της σημαντικής ποσοτικής αυξήσεώς των, είχε μεγίστην σημασίαν. Διότι συνέπεσαν με την άφιξιν της Βαλκανικής Επιτροπής αφ' ενός και αφ' ετέρου εδόθη η εντύπωσις ότι οι κομμουνιστοσυμμορίτες  υπερτερούν εις τόλμην, αποφασιστικότητα και ικανότητα, αφού δύνανται να προσβάλλωσι αποτελεσματικώς πόλεις φρουρούμενας, πλην της Χωροφυλακής και υπό μονάδων Στρατού."


Νίκος Μάγγος (μαχητής του ΔΣΕ Πελοποννήσου)

"Αφού έπεσε η φυλακή και οι άμυνές της, περάσαμε μέσα στο κτήριο με χίλιες προφυλάξεις. Σε κάποια στιγμή ακούω φωνές και μια ριπή. Ένας χωροφύλακας βγήκε από ένα δωμάτιο και δοκίμασε να απασφαλίσει μια χειροβομβίδα. Οι δικοί μας τον πρόλαβαν και τον σκότωσαν. Όσο οι δικοί μας άνοιγαν τα κελιά, μερικοί από εμάς που δεν φρουρούσαμε το κτήριο πήραμε την εντολή να ψάξουμε για έγγραφα, χάρτες κτλ. Άλλοι μάζευαν τον οπλισμό των χωροφυλάκων και εφόδια. 

Μπήκα σε ένα μέρος του ημιυπόγειου της φυλακής και είδα στο περβάζι ενός παραθύρου αίματα και πιο πέρα ένα νεκρό χωροφύλακα. Είχε παρατήσει το αυτόματο κοντά στο παράθυρο και είχε χρησιμοποιήσει ένα περίστροφο για να αυτοκτονήσει. Στο χέρι του βρήκα το ρολόι του που το είχε σπάσει, για να σταματήσει η ώρα τη στιγμή που πέθανε. 

Αναρρωτήθηκα, τι φοβήθηκε τόσο πολύ; Σάμπως και τι θα τους κάναμε αν παραδίνονταν; Αυτός ο άνθρωπος φοβήθηκε τόσο πολύ αυτά που του λέγανε για εμάς τους "συμμορίτες" που προτίμησε να πεθάνει πριν πέσει στα χέρια μας. Απλώς χωροφύλακας αυτός φοβήθηκε τον Κονταλώνη. Και τι θα τους κάναμε; Θα τους παίρναμε τα όπλα, θα τους κλείναμε σε ένα κελί και θα τους βρίσκαν οι δικοί τους μερικές ώρες μετά. Τέτοιος ήταν ο φανατισμός της προπαγάνδας που κάνανε οι μοναρχοφασίστες."

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Το παλιό ηρώο του Ηρακλείου Κρήτης και μια ιστορία Εμφυλίου


Στην Κρήτη της Κατοχής, οι αντιστασιακές οργανώσεις ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο ψηφιδωτό που πήγαζε από την πολιτική ιδιαιτερότητα του νησιού. Το ισχυρό πολιτικό έρεισμα των Βενιζελικών διατηρήθηκε σε σημαντικό βαθμό κατά την Κατοχή μέσω διάφορων φιλοβενιζελικών μικρο-ομάδων κεντρικότερη των οποίων υπήρξε η ΕΟΚ (Εθνική Οργάνωση Κρήτης). Από την άλλη πλευρά ο ΕΛΑΣ Κρήτης και το ΕΑΜ Κρήτης κατείχαν επίσης ισχυρά ερείσματα στο δημοκρατικό και το αριστερό στοιχείο του νησιού. 

Εντός του 1943, οι ΕΟΚ και ΕΛΑΣ προχώρησαν στη σύναψη της Συμφωνίας του Θερίσου, η οποία όριζε τον συντονισμό της δράσης των δύο οργανώσεων και την ειρηνική τους συνύπαρξη στην προσπάθεια αποτίναξης του κοινού ναζιστικού ζυγού. Η εντάσεις παρόλα αυτά, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στην ΕΟΚ δεν έλειψαν με σημαντικότερη αυτή που κόντεψε να αιματοκυλήσει την πόλη του Ηρακλείου. 

Στις 14 Οκτωβρίου 1944, τρεις μόλις ημέρες μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και ενώ στην Κρήτη ακόμα παραμένουν σημαντικές γερμανικές δυνάμεις, ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Γιάννης Ποδιάς βρίσκεται στο μπαλκόνι του παλιού κτηρίου της νομαρχίας, εκεί που κατοχικά στεγαζόταν η γερμανική κομαντατούρ.

Στο δρόμο περνά ο οπλαρχηγός της ΕΟΚ Αναστάσης Μπουτζαλής, ακραιφνής βενιζελικός. Για λόγους που άλλοι συγγραφείς αποδίδουν σε μια από τις πρώτες πράξεις της Λευκής Τρομοκρατίας στο νησί και άλλοι σε προσωπικές διαφορές, ο Μπουτζαλής σήκωσε το αυτόματο όπλο του και πυροβόλησε με ριπή τον Γιάννη Ποδιά. Οι σφαίρες βρήκαν τον Ποδιά στο στήθος και σχεδόν του αχρήστευσαν το χέρι. Μετά τον βαρύ του τραυματισμό, ο Ποδιά φυγαδεύτηκε στον στρατιωτικό γιατρό του ΕΛΑΣ και από εκεί σε κοντινό νοσοκομείο, ενώ ο Μπούτζαλης έτρεξε και παραδόθηκε στον στρατιωτικό διοικητή Αν/χη Νάθενα. Ενώ ο Μπούτζαλης βρισκόταν στα χέρια του στρατιωτικού διοικητή, δεκάδες μαχητές του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ελευθερίας και ξεκίνησαν να διαμαρτύρονται έντονα. Το κλίμα οξύνθηκε και ορισμένοι μαχητές του ΕΛΑΣ ξεκίνησαν να πυροβολούν σε διάφορα κοντινά κτήρια που γνώριζαν ότι ανήκαν σε βενιζελικούς της ΕΟΚ.

Με παρέμβαση του γραμματέα του ΚΚΕ στην Κρήτη Βαγγέλη Κτιστάκη και στελεχών του τοπικού ΕΑΜ και ΕΛΑΣ, η ένταση έλαβε τέλος. Η γραμματεία του ΕΑΜ Κρήτης και παράγοντες του τοπικού ΕΛΑΣ ζήτησαν με διάβημά τους την παραδειγματική τιμωρία του Μπούτζαλη, ο οποίος παραπέμφθηκε σε έκτακτο στρατοδικείο και εκτελέστηκε το ίδιο βράδυ.

Ο Γιάννης Ποδιάς, ανάρρωσε από τον τραυματισμό του μερικώς. Το χέρι του παρέμεινε σχεδόν ανάπηρο. Όταν το 1948 σκοτώθηκε με τον ΔΣΕ στην Κρήτη, οι παρακρατικοί διώκτες του απέκοψαν το κεφάλι του αλλά και το χέρι του για να αναγνωριστεί λόγω του τραύματος που ήταν ορατό.

Σήμερα, ελάχιστα θυμίζουν την απόπειρα δολοφονίας του Ποδιά το 1944 εκτός από τα σημάδια των ριπών στους τοίχους του παλαιού ηρώου του Ηρακλείου στον ανατολικό του τοίχο.


Φωτογραφίες Γιώργος Παπαδάκης



Γιάννης Ποδιάς

Στη μέση ο Μπούτζαλης, δεξιά και αριστερά Βρετανοί στρατιωτικοί της επιχείρησης απαγωγής Κράιπε.

Έφυγε η αγωνίστρια Ζωή Πετροπούλου


Έφυγε σήμερα από την ζωή, πλήρης ημερών, η αγωνίστρια της 
Εθνικής Αντίστασης και γραμματέας της ΕΠΟΝ Ηλιούπολης, Ζωή Πετροπούλου.  Θα θέλαμε να εκφράσουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια προς τους συγγενής της και προς τους συντρόφους της. 

Η πολιτική κηδεία της θα γίνει την Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου στις 4 μ.μ στο Νεκροταφείο Καισαριανής.


O τελευταίος Αύγουστος του ΔΣΕ Πελοποννήσου


Βρισκόμαστε στον Αύγουστο του 1949. Ήδη από τα μέσα του Ιούλη του ίδιου έτους, ο ΔΣΠ έχει υποστεί σοβαρές απώλειες από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Οι εναπομείναντες αντάρτες βρίσκονται σε διαρκή κίνηση στα βουνά της Πελοποννήσου, κατανεμημένοι σε μικρές ομάδες, χωρίς δυνατότητα ανεφοδιασμού σε πυρομαχικά, ιματισμό ή τρόφιμα και χωρίς καμιά δυνατότητα διενέργειας επιχειρήσεων. Παράλληλα, το σχέδιο "Περιστέρα" έχει εκτοπίσει 4.500 Πελοποννήσιους ως "τροφοδότες" των ανταρτών στη Μακρόνησο. Τα μετόπισθεν του ΔΣΠ και οι κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά διαλυθεί. 

Μια από αυτές τις ομάδες ανταρτών, με επικεφαλής τον αρχηγό του ΔΣΠ Στέφανο Γκιουζέλη και ακόμα 15 μαχητές βρίσκονται ανάμεσα στον Πάρνωνα και στο Μαίναλο. Ανάμεσά τους οι Γιώργος Κονταλώνης, ο Μάκης Μίχος, ο Σταύρος Ζερβέας και ο Αλβανός εθελοντής Κ. Κοζάτζε. 

Γράφει ο Αρίστος Καμαρινός:

"Δεν περιγράφεται η χαρά και η συγκίνησή μας τη στιγμή που συναντήσαμε τον Γκιουζέλη. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και δακρύσαμε. Σε λίγο κατά τα μεσάνυχτα, στο φως του φεγγαριού, καθισμένοι απάνω σε πέτρες, αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε πληροφορίες και απόψεις για την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί σε όλη την Πελοπόννησο μετά την ήττα μας, στα τέλη του Μάρτη του 1949 που όλα τα τμήματά μας διασπάστηκαν σε μικροομάδες, λόγω έλλειψης πυρομαχικών.

Ο Γκιουζέλης και ο Κονταλώνης σκόπευαν να πάνε στον Πάρνωνα για να συναντηθούν με τον Ρογκάκο και από εκεί να γίνει μια προσπάθεια συγκέντρωσης των μεμονωμένων ανταρτών και στελεχών του ΔΣΕ που ελίσσονταν σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Όταν όμως συνάντησαν την ομάδα μας άλλαξαν γνώμη και ήρθαν μαζί μας στη Λουσίνα, από όπου ευκολότερα θα μπορούσαν να επικοινωνούν με συνδέσμους, τόσο με τον Ρογκάκο, όσο και με τον Πέρδικα στο Μαίναλο.

Από τη Λουσίνα, στη "βρύση της Λαϊκής Δημοκρατίας", με την καθοδήγηση του Γκιουζέλη (στην πραγματικότητα, η διοίκηση της μονάδας μας αυτή την περίοδο ήταν συλλογική Γκιουζέλης- Καμαρινός- Κονταλώνης), έγιναν προσπάθειες σύνδεσής μας με μεμονωμένους αντάρτες και επίλυσης του προβλήματος εφοδιασμού μας με τρόφιμα, φάρμακα, τσιγάρα και άλλα, όχι μόνο για την κάλυψη των άμεσων αναγκών μας αλλά και για την αποθήκευση σε κρύπτες, διατηρήσιμων τροφίμων για το χειμώνα 1949-1950. Σε αυτή την τακτική μας είχαμε ευνοηθεί από την τακτική του εχθρού εκείνη την περίοδο, που είχε αποσύρει όλες του τις δυνάμεις από την κορυφογραμμή του Βορείου Ταϋγέτου."

Στα μέσα του Αυγούστου του 1949, τα πρώτα άσχημα νέα έφθασαν στη Λουσίνα: Ο Βαγγέλης Ρογκάκος είχε σκοτωθεί στον Πάρνωνα στις 14/8/1949.  Αμέσως, οι επιτελείς της μονάδας στη Λουσίνα (Γκιουζέλης, Κονταλώνης, Καμαρινός και Παπαδόπουλος) συνεδρίασαν για το πως θα αντιμετώπιζαν την κατάσταση. Αποφασίστηκε να σταλούν 2-3 αντάρτες στη μια από τις δύο γιάφκες που μοιραζόντουσαν οι ομάδες του Γκιουζέλη και του Πέρδικα. 

Η ομάδα Γκιουζέλη, δεν είχε ακόμα πληροφορηθεί για την παράδοση του Παπακωνσταντίνου (Μπελάς) και της ομάδας του, μαζί με όλον τον οπλισμό της, ούτε για το θάνατο του Πέρδικα στο Μαίναλο. Η γιάφκα λοιπόν, της περιοχής "Συνέσοβα" φαινόταν ως μέρος που ήταν ακόμα ασφαλές για τους αντάρτες και σημείο πιθανής συνάντησης με άνδρες του Πέρδικα για ανταλλαγή πληροφοριών. 

Για τη γιάφκα έφυγαν οι αντάρτες Μίχος, Ρουσόπουλος και Παναγιωτόπουλος οι οποίοι έπεσαν σε ενέδρα αλλά κατάφεραν να γλιτώσουν, φέρνοντας πίσω τα νέα για την προδομένη στο εχθρό γιάφκα. Ο Ρουσόπουλος είχε τραυματιστεί βαριά στην ωμοπλάτη. 

Μερικές ημέρες μετά, ένας φιλοδημοκρατικός ΜΑΥ συνάντησε την ομάδα Γκιουζέλη στη Λουσίνα και τους έφερε νέα για τις επικείμενες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού στη Λουσίνα. Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία, ο στρατός θα έβαζε πρώτα φωτιά στα δάση και έπειτα θα προχωρούσε σε επιχειρήσεις. Η πληροφορία επιβεβαιώθηκε μερικές μέρες μετά από ένα σημείωμα που άφησε κοντά στην περιοχή κάποιος φαντάρος για να προειδοποιήσει τους αντάρτες. Το σημείωμα, γραμμένο με κεφαλαία έλεγε: "Στα τέλη Αυγούστου- αρχές Σεπτέμβρη τα τρουμανάκια θα πλημμυρίσουν τη Λουσίνα και είναι αποφασισμένα να βάλουν φωτιά στο δάσος αυτό που σας προστατεύει". 

Η ομάδα συνεδρίασε ξανά και αποφάσισε να προχωρήσει σε μια σχεδόν αυτοκτονική αποστολή: Να χωριστούν σε ακόμα μικρότερες ομάδες και για έναν μήνα να εγκαταλείψουν τη Λουσίνα ελισσόμενοι σε άλλες περιοχές του Ταϋγέτου και ψάχνοντας για αποκομμένους αντάρτες. 

Η πρώτη ομάδα, θα αποτελούταν από τους Γκιουζέλη, Νικητάκη, Μίχο, Παναγιωτόπουλο και Ζερβέα

Η δεύτερη ομάδα θα αποτελούταν από τους Κονταλώνη, Παπαδόπουλο και Μερεκούλια.

Η τρίτη και τελευταία ομάδα θα αποτελούταν μόνο από τους Καμαρινό, Πράττη και Ρουσόπουλο.

Οι ομάδες θα ελίσσονταν στις περιοχές του Νότιου και Δυτικού Ταϋγέτου.

Στον Καμαρινό ανατέθηκε μια ακόμα πιο επικίνδυνη αποστολή: Έπρεπε να μπει κρυφά στην Καλαμάτα, να πάρει επαφή από το ΚΚΕ και να εξετάσει την πιθανότητα διαφυγής των ανταρτών της Πελοποννήσου στην Αλβανία μέσω πλοίου. Ο ΔΣΕ παράλληλα, στις 30 Αυγούστου υποχωρούσε στην Αλβανία.

Στις 31 Αυγούστου, μόλις μια μέρα μετά την αποχώρησή τους από τη Λουσίνα, η ομάδα του Γκιουζέλη έπεσε σε ενέδρα στην κοιλάδα του Ευρώτα. Ο Γκιουζέλης και ο Ζερβέας σκοτώθηκαν επί τόπου ενώ ο Δημήτρης Μίχος, υπολοχαγός διαβιβάσεων του ΔΣΠ τραυματίστηκε βαριά ενώ προσπαθούσε να μπει στο χωριό Καστανιά και δολοφονήθηκε με βασανιστήρια στις 2/9/1949.

Στις 15-16 Σεπτεμβρίου, η ομάδα του Καμαρινού βρισκόταν στην περιοχή του Μοναστηριού "Μαρδάκι" κοντά στο χωριό Νέδουσα. Προς το βράδυ, οι άνδρες προσπάθησαν να μαζέψουν μερικά σύκα και έγιναν αντιληπτοί από τμήμα ΜΑΥ και χωροφυλάκων που ενέδρευαν κοντά. Πάνω στο δέντρο σκοτώθηκε ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, ενώ για την απώθηση των επιτεθόμενων, ξοδεύτηκαν και τα τελευταία πυρομαχικά του αυτόματου Στάγερ της ομάδας. Έτσι, οι Καμαρινός και Πράττης έμειναν μόνο με ένα πιστόλι και 4 σφαίρες. 

Δυο μέρες μετά, ο Καμαρινός επιχείρησε να μπει στην Καλαμάτα και να βρει το σπίτι κάποιας Ντ. που ήταν η γιάφκα του ΚΚΕ που του έδωσε ο Γκιουζέλης. Τα κατάφερε χωρίς να τον αντιληφθούν, όμως το σπίτι της Ντ. ήταν άδειο και η ίδια ήταν στην εξορία της Μακρονήσου. Στο πατρικό του σπίτι, ο Καμαρινός ανακάλυψε πως ούτε οι δικοί του μπορούσαν να βοηθήσουν με κανένα τρόπο. 

Επιστρέφοντας στο σημείο του ραντεβού με τον Δημήτρη Πράττη, ο Καμαρινός βρήκε μιαν ευχάριστη έκπληξη. Κάποιος σύνδεσμος του είχε φέρει τρόφιμα και εφημερίδες, από τις οποίες πληροφορήθηκαν το θάνατο του Γκιουζέλη, του Μίχου, του Ζερβέα, του Παπαδόπουλου και την σύλληψη του Κ. Κοζάτζε, ο οποίος είχε επιχειρήσει να μπει στο χωριό Καστανία, συνελήφθη πέρασε στρατοδικείο και εκτελέστηκε μερικές ημέρες μετά. Παράλληλα, οι εφημερίδες ανακοίνωναν και το θάνατο του ίδιου του Καμαρινού στο "Μαρδάκι". Προφανώς, οι κυβερνητικοί είχαν περάσει τον νεκρό Ρουσόπουλο για τον Καμαρινό. 

Μερικές ημέρες μετά, οι Πράττης και Καμαρινός αποφάσισαν να σταματήσουν σε ένα σημείο στο δρόμο Νέδουσας- Αρτεμισία, όπου χωροφύλακες συνόδευαν αγρότες για να πάρουν το λεωφορεία της γραμμής Αλαγονίας-Καλαμάτας. Σκοπός τους ήταν να εμφανιστούν ως αγρότες και να επιχειρήσουν να βρουν ένα ασφαλές σπίτι είτε στην Καλαμάτα, από όπου καταγόταν ο Καμαρινός, είτε στην Νέδουσα από όπου καταγόταν ο Πράττης.

Πριν φύγουν για το σημείο μάζωξης των αγροτών, άφησαν πίσω τους μια τσάντα στην οποία έβαλαν μια λίρα από τις τρεις που είχαν στην κατοχή τους, μερικά προσωπικά τους είδη, εύκολα αναγνωρίσιμα και ένα σημείωμα στο οποίο ο Καμαρινός ζητούσε δήθεν από τους Γκιουζέλη και Κονταλώνη φάρμακα γιατί δήθεν είχε τραυματιστεί και είχε πυρετό. 

Λίγες ώρες μετά, βρισκόντουσαν κι οι δυο στο λεωφορείο για την Καλαμάτα. Στις 26/9/1949, οι εφημερίδες ανακοίνωναν την εξόντωση του Καμαρινού (για δεύτερη φορά), ενώ εκείνος βρισκόταν με τον Πράττη σε μια τρύπα στο σανό του σταύλου, κοντά στο σπίτι της οικογένειάς του. Οι συγγενείς του Καμαρινού φόρεσαν μαύρα θρηνώντας δήθεν την απώλειά του. Του έκαναν μνημόσυνο με κόλλυβα και μοιρολόγια. Τρία χρόνια έμειναν οι δύο άνδρες στην ίδια τρύπα. 

Το 1952, ο Πράττης επιχείρησε να φύγει για το χωριό του. Πιάστηκε και ανακρίθηκε από τη Χωροφυλακή. Τον ρώτησαν που βρισκόταν ο τάφος του Καμαρινού κι εκείνος τους απάντησε πως ο Καμαρινός είχε τραυματιστεί βαριά στο Μοναστήρι "Μαρδάκι" και πέθανε λίγες ημέρες μετά. Τους είπε επίσης ότι ο Δημήτρης Γιαννόπουλος τον είχε θάψει κάπου ανάμεσα στην περιοχή "μεγάλη λάκκα" και "Ραγκοζενίτσα". 

Ο Πράττης φυλακίστηκε για αρκετά χρόνια και ο Αρίστος Καμαρινός έμεινε συνολικά 12 χρόνια κρυμμένος στο πατρικό του σπίτι. Μετά, το 1962, ο Καμαρινός με πλαστά χαρτιά μετέβη στην Αθήνα από όπου έφυγε για την Τασκένδη το 1964. Επέστρεψε με την οικογένειά του στην Ελλάδα το 1977. 


Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Χαράδρα Χάρου- Πτήση με drone


«Ο Χάρος εδώ έφαγε πολλά παλικάρια». Δείτε από ψηλά τη χαράδρα του Γράμμου όπου δόθηκαν  μερικές από τις πιο φονικές μάχες του ελληνικού Εμφυλίου.


Η χαράδρα του Χάρου έχει συνδεθεί με μια αιματοβαμμένη περίοδο για τη  Ελλάδα, τον εμφύλιο. Στις απότομες χαράδρες του Γράμμου συγκρούστηκαν οι αντάρτες του Δημοκρατικού στρατού και του Εθνικού στρατού και εκεί χάθηκαν εκατοντάδες μαχητές. Η μαρτυρία της αντάρτισσας του ΔΣΕ Κωνσταντίνας Καρυοφίλη είναι χαρακτηριστική:

"Εδώ έγινε μακελειό. Οι στρατιώτες έκαναν εφόδους και τους θερίζαμε σαν στάχυα. Στα δικά μας χαρακώματα οι συμπολεμιστές μου σκοτώνονταν σαν σπουργίτια. Πολεμούσα μέρα νύχτα βουτηγμένη σε λάσπη από χώμα και αίμα των νεκρών συναγωνιστών μου. Ο Χάρος εδώ έφαγε πολλά παλικάρια."

Σε κοντινό σημείο είχε στηθεί νοσοκομείο του ΔΣΕ, μέσα σε μια σπηλιά, όπου μεταφέρονταν οι τραυματίες του εμφυλίου. Υπήρχαν κρεβάτια, θάλαμοι, χειρουργεία και υγειονομικό υλικό. Οι μάχες ήταν σκληρές και κράτησαν 70 ημέρες με αποτέλεσμα να χαθούν εκατοντάδες ζωές. ...

Μια από τις μάχες έγινε στις 15 Ιουλίου του 1947 στη θέση “Χάρος” μεταξύ του ΔΣΕ και του εθνικού στρατού, η οποία έληξε υπέρ του εθνικού στρατού, όταν τα πυρομαχικά των ανταρτών εξαντλήθηκαν. Από τη μεριά του εθνικού στρατού πολεμούσε ένα τάγμα με 8 πυροβόλα, ενώ στο πλευρό τους είχαν και την αεροπορία που έριχνε ναπάλμ. Όταν ο εθνικός στρατός κατέλαβε τη θέση, οι αντάρτες Γιάννης Δούρος, Νίκος Χατζηβασιλείου και Θάνος Δημητρίου, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού έπεσαν από τον Χάρο και αυτοκτόνησαν. Σήμερα σε εκείνο το σημείο έχει στηθεί μια επιτύμβια στήλη στη μνήμη τεσσάρων νεαρών πολεμιστών του ΔΣΕ οι οποίοι πήδηξαν στον γκρεμό.


Δείτε εδώ το βίντεο από πτήση drone στο Χάρο του Γράμμου


Πηγή: εδώ

Γκιουζέλης- Ρογκάκος: Μια απάντηση στη λαθολογία


Μια από τις επικρατέστερες "θεωρίες" συνωμοσίας σχετικά με την πορεία και την τελική ήττα του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο, προερχόμενη συνήθως από ακαδημαϊκούς ή από πολιτικές οντότητες του αριστερού χώρου, ενταγμένη ασφαλώς σε μια ακούσια ή εκούσια προσπάθεια μείωσης της αξίας της ταξικής σύγκρουσης του Εμφυλίου, σχετίζεται με το "ανώμαλο εσωκομματικό" του ΚΚΕ και τις διάφορες θεωρίες περί προσωπολατρείας του Ζαχαριάδη, αλλά και τις υποτιθέμενες βεντέτες ανάμεσα σε στελέχη του ΚΚΕ και του Δημοκρατικού Στρατού.

Μια έκφανση αυτής της λαθολογίας, σχετίζεται με δύο στελέχη του ΔΣΠ, τους Βαγγέλη Ρογκάκο και Στέφανο Γκιουζέλη. 

Η επικρατέστερη θεωρία που τους αφορά, λέει εν ολίγοις ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Γούσιας και ο Βλαντάς είχαν προσωπικές διαφορές με τους Γκιουζέλη και Ρογκάκο και για αυτό τους ανέθεσαν την οργάνωση του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο, περιοχή αποκομμένη από τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας, στην οποία σίγουρα ο ΔΣΕ θα γνώριζε ήττα. Η άποψη αυτή διανθίζεται με θεωρίες για την σκιώδη άρνηση του Γενικού Αρχηγείου να αποστείλει μαχητές και οπλισμό στον Μοριά και να δώσει κάποια ελπίδα νίκης ή επιβίωσης στον ΔΣΠ και την 3η Μεραρχία. 

Ας απαντήσουμε αρχικά στο "εύκολο" σκέλος της θεωρίας αυτής: 

Πολύ σωστά εκτιμάται ότι η Πελοπόννησος υπήρξε αποκομμένη από τον κεντρικό άξονα της χώρας, με τον ΔΣΠ να περιορίζεται σε ένα μικρό χώρο δράσης και με ελάχιστες δυνατότητες ελιγμών και διαφυγής εάν η ανάγκη παρίστατο. Για τους παραπάνω λόγους και με την θαλάσσια οδό να ελέγχεται επισταμένως από τα πλοία του κυβερνητικού ναυτικού, η αποστολή ανθρώπων ήταν σαφώς αδύνατη, καθώς η μεταφορά τους θα απαιτούσε μεγάλα πλοία, που ο ΔΣΕ αφενός δεν διέθετε, αφετέρου θα ήταν εύκολα αντιληπτά από το πολεμικό ναυτικό. Παράλληλα, οι "αναλυτές" αυτοί φαίνεται να ξεχνούν τις τρεις αποτυχημένες απόπειρες του Γενικού Αρχηγείου να εφοδιάσει την 3η Μεραρχία του ΔΣΕ με μικρά πλοιάρια, η πρώτη στις 06/09/1948, η δεύτερη στις 05/10/1948 και η τρίτη στις 01/12/1948. Σε αυτές τις αποστολές χάθηκαν αρκετοί τόνοι όπλων και πυρομαχικών, καθώς και ορισμένοι άνδρες των Κέντρων Πληροφοριών και του ΔΣΕ. 

Για το ζήτημα της υποτιθέμενης έχθρας των στελεχών του ΔΣΠ με τους Ζαχαριάδη, Γούσια και Βλαντά, ας αφήσουμε τους ίδιους του Ρογκάκο και Γκιουζέλη να απαντήσουν μέσα από τη δική τους πολιτική και στρατιωτική τοποθέτηση. 

Στις 22/08/1948, το Αρχηγείο του ΔΣΠ είχε συγκεκριμένες πληροφορίες για την επικείμενη διενέργεια εκκαθαριστικής επιχείρησης-μαμούθ από τον κυβερνητικό στρατό στην Πελοπόννησο. Στο χωριό Βελιμάχι Αρκαδίας, τα στελέχη του Αρχηγείου Πελοποννήσου συσκέφθηκαν για να εξετάσουν το πως θα διαχειριζόντουσαν την εξέλιξη αυτή. Οι Ρογκάκος και Γκιουζέλης τοποθετήθηκαν ως εξής:

Ρογκάκος: 

"Εμείς εδώ στην Πελοπόννησο πρέπει να προετοιμαστούμε τόσο για την περίπτωση που θα αντιμετωπίσουμε τον εχθρό στην τελική σύγκρουση, μέσα στο 1948, με λυμένο το πρόβλημα του ανεφοδιασμού μας με πυρομαχικά- οπότε θα είναι δυνατόν να αυξήσουμε την παρατακτή μας δύναμη στο 1/10 της συνολικής δύναμης του κυβερνητικού στρατού, που θα χρησιμοποιηθεί στην Πελοπόννησο στην τελική σύγκρουση, όσο και αν δεν εφοδιαστούμε για λόγους που έχουν να κάνουν με την μη αναγνώριση της ΠΔΚ και της πρόθεσης των ΗΠΑ να επέμβουν ενεργά στον Εμφύλιο. Οπότε πρέπει να έχουμε προετοιμαστεί ώστε την κατάλληλη στιγμή να ελαττώσουμε την αριθμητική μας δύναμη πε΄ριπου κατά τα 2/3 απολύοντας όλους τους επιστρατευμένους αντάρτες μας και μεταφέροντας, αν αυτό είναι εφικτό, ένα μεγάλο μας τμήμα των ανταρτών στη Στερεά Ελλάδα."


Ο Βαγγέλης Ρογκάκος σε εορτασμό του ΔΣΠ στη Δίβρη.


Γκιουζέλης:

"Είναι απόλυτα βέβαιο ότι αν τα τμήματά μας εφοδιαστούν με το πολεμικό υλικό, κυρίως πυρομαχικά που έχουμε ανάγκη, ο ΔΣΠ θα τα βάλει παλικαρίσια πέρα κατά την τελική σύγκρουση με τον εχθρό, τουλάχιστον επί ένα χρόνο από σήμερα και μέχρι τα τέλη του 1949, όσες κυβερνητικές δυνάμεις και αν χρησιμοποιήσει η στρατιωτική ηγεσία της μοναρχοφασιστικής κυβέρνησης της Αθήνας κατά την τελική σύγκρουση στην Πελοπόννησο, ακόμα και αν, όπως φημολογείται, θα αποβιβαστούν αιφνιδιαστικά στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου και αμερικανικά στρατεύματα. Θα τα βγάλουμε πέρα στην τελική σύγκρουση με τον εχθρό ως τα τέλη του 1949 τουλάχιστον, ακόμα και αν δεν έχουμε εφοδιαστεί με πολεμικό υλικό, με την προϋπόθεση, όμως, ότι έγκαιρα θα έχουμε μειώσει την αριθμητική μας δύναμη σε 800 το πολύ αντάρτες, σ' όλη την Πελοπόννησο"


Ο Στέφανος Γκιουζέλης

Από τα παραπάνω, εύκολα συνάγεται πως το Αρχηγείο του ΔΣΠ ετοιμαζόταν για μια μεγάλη σύγκρουση ενώ η απουσία αναφορών στις προθέσεις του Γενικού Αρχηγείου και η ευθεία αναφορά στο διεθνές ζήτημα της αναγνώρισης της ΠΔΚ, ως παράγοντα που δυσχέραινε τον εξοπλισμό της 3ης Μεραρχίας, δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Ο ΔΣΠ ήταν έτοιμος να πράξη το δικό του ταξικό καθήκον στη σύγκρουση του Εμφυλίου.

Ο Αρίστος Καμαρινός, στέλεχος του Αρχηγείου του ΔΣΠ αναφέρει άλλωστε και το εξής περιστατικό κατά τις τελευταίες ημέρες του ΔΣΠ:

"Εγώ δεν θα πάψω να τονίζω αυτό που ο Στέφανος Γκιουζέλης είπε σε εμένα, στον Γιώργο Μερεκούλια και στον Σταύρο Ζερβέα, την επόμενη ημέρα που ο ΔΣΕ εγκατέλειψε το Γράμμο και τα τμήματά μας μπήκαν στην Αλβανία, όταν σε μια στιγμή ένας από εμάς του είπε: "Ηττηθήκαμε και στο Γράμμο, σύντροφε Στέφανε, τα τμήματα του ΔΣΕ μπήκαν χθες στην Αλβανία... Ηττηθήκαμε γιατί δεν εφοδιαστήκαμε με πολεμικό υλικό. Εγκαταλειφθήκαμε; Γιατί; Γιατί δεν εφοδιαστήκαμε με πυρομαχικά; Ποιος φταίει που κάναμε τη βίαιη επιστράτευση; Ο Ζαχαριάδης φταίει;" 

Και ο Γκιουζέλης τότε του απάντησε αργά-αργά, όπως πάντα μετρώντας τα λόγια του: Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ηττήθηκε στο Γράμμο. Ηττήθηκε στην Πελοπόννησο. Αν κρατούσαμε εμείς εδώ, όπως είχαμε τη δυνατότητα να το κάνουμε ακόμα και χωρίς πυρομαχικά, ούτε η Ρούμελη, η Θεσσαλία και η Ήπειρος, ούτε και ο Γράμμος θα πέφτανε. Δεν μας εγκατέλειψε κανείς. Μας δολοφόνησε η δυσμενής για το σοσιαλιστικό στρατόπεδο διεθνής συγκυρία. Την ευθύνη βέβαια για τη βίαιη επιστράτευση που κάναμε την έχει ο Ζαχαριάδης και εγώ προσωπικά."

Αυτά είναι μερικά από τα τελευταία λόγια του Στέφανου Γκιουζέλη πριν το θάνατό του. Μια πολιτική κριτική και αυτοκριτική που αναδεικνύει την βαθιά του επίγνωση για τον ρόλο του ΔΣΠ ως μέσο απόσπασης δυνάμεων από τα μέτωπα της κυρίως Ελλάδας και ανακούφισης του Γράμμου. Ως γνήσιος κομμουνιστής και ως γνήσιος στρατιωτικός, ο Στέφανος Γκιουζέλης ανέλαβε πρώτος κάθε ευθύνη που του αναλογούσε. Λίγο αργότερα θα σκοτωθεί σε ενέδρα έξω από το χωριό Καστανιά. 

Την ίδια επίγνωση του στρατιωτικού και πολιτικού τους ρόλους είχαν και άλλα τμήματα του ΔΣΕ, στην Ικαρία, στην Κρήτη, στη Σάμο και στην Εύβοια. 


Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Ο δήμαρχος Μπουτάρης και η παραχάραξη της Ιστορίας


Στη Θεσσαλονίκη του Μάη του '36, του Τάσου Τούση, του Γρηγόρη Λαμπράκη και του Γιώργη Τσαρουχά. Στη Θεσσαλονίκη των αντιΝΑΤΟικών πορειών, του 30% ανεργίας και προσφάτως των αγροτικών κινητοποιήσεων, ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης εγκαινίασε, στις 31/01/2018, το μουσείο του Ολοκαυτώματος, αφιερωμένο στα θύματα της εβραϊκής κοινότητας από τους ναζί κατακτητές. Ως είθισται, από τα εγκαίνια του μουσείου δεν θα μπορούσε να λείπει η ομιλία του δημάρχου για το Ολοκαύτωμα. Μια ομιλία αισθητικά και φιλολογικά προσεγμένη, που όμως επιχείρησε κατά τον χειρότερο τρόπο να ξαναγράψει την ιστορία της Κατοχής κατά το δοκούν.
Στην ιστορία της Κατοχής του κυρίου Μπουτάρη απουσιάζει ολοκληρωτικά η ΕΑΜική Αντίσταση και όχι μόνο. Απουσιάζει η αλληλεγγύη του ελληνικού λαού προς το εβραϊκό στοιχείο, η οποία μάλιστα καλύπτεται από ένα σκοτεινό πέπλο συλλογικής ευθύνης αφού: «Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους», μπροστά στις απηνείς διώξεις των Εβραίων. Ετσι, λοιπόν, συλλογικά ο ελληνικός λαός φταίει. Φταίει, γιατί κατά τον κύριο Μπουτάρη έμεινε θεατής μπροστά στο δράμα των συνανθρώπων του. Δεν καταλάβατε λάθος! Ο ίδιος λαός που γέννησε ένα από τα σημαντικότερα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη του Δευτέρου Παγκοσμίου, υπήρξε απλώς ένοχος θεατής στο δράμα των Εβραίων συμπολιτών του. Ξέχασε μάλλον ο κύριος Μπουτάρης την αυτοθυσία του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης όταν προσπαθούσε να περισώσει τους διωκόμενους Εβραίους της πόλης. Ξέχασε ότι το ΕΑΜ τούς καλούσε στο βουνό για να σωθούν και να πολεμήσουν τους διώκτες τους, ενώ οι πρόεδροι του Εβραϊκού Συμβουλίου της πόλης, Σάμπυ Σαλτιέλ και Τσβι Κόρετς, κώφευαν εμπιστευόμενοι τις ναζιστικές αρχές, που ήδη το 1943 είχαν δείξει το πρόσωπό τους. Ετσι, για τον κύριο Μπουτάρη, ο Πούλος, ο Κίτσα Μπαζάκ και ο Δάγκουλας υπήρξαν ίδιοι με τον αγωνιστή δάσκαλο Δημήτρη Καββάδα και με τον διευθυντή της Αστυνομίας Θεσσαλονίκης Μιχάλη Μαντούβαλο, που σε συνεννόηση με το ΕΑΜ φυγάδευε διά θαλάσσης διωκόμενους Εβραίους.

Μάλιστα, κατά τον κύριο Μπουτάρη, δεν υπήρξαν μάλλον ούτε Εβραίοι αντιστασιακοί, όπως ο κομμουνιστής Μωυσής Μπουρλάς, που σημειώνει στα απομνημονεύματά του: «Δεν φόρεσα ούτε στιγμή το κίτρινο άστρο. Γυρνούσα στις συνοικίες και στην πόλη μαζί με Χριστιανούς για να στρατολογήσουμε νέες και νέους Εβραίους για ν' ανέβουν στο βουνό, στην Αντίσταση». Μαζί του εκατοντάδες Εβραίοι προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ, ενώ «μετριούνται στα δάκτυλα αυτοί που πήγαν στον αντικομμουνιστικό ΕΔΕΣ»1.

Αλλά και σε ευρύτερη κλίμακα, ο κύριος Μπουτάρης δεν θυμήθηκε τους Εβραίους της Χαλκίδας, που σώθηκαν σχεδόν όλοι χάρη στη Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ και στο 7ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Τους Εβραίους της Κέρκυρας, που φυγαδεύτηκαν μαζικά από το ΕΑΜ στην Ηπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και στάθηκαν μετέπειτα στο πλευρό των πολιτικών κρατουμένων, που η αστική δημοκρατία «τάιζε» καθημερινά στην κρεατομηχανή των εκτελεστικών αποσπασμάτων, και εκατοντάδες άλλους Εβραίους της Αθήνας, των Τρικάλων, του Βόλου και της Λάρισας, που το ΕΑΜ φυγάδευσε στα βουνά. Φαίνεται πως ο αρχιραβίνος της Αθήνας, Ελιάου Μπαρζιλάι, δεν βρέθηκε ποτέ στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ και δεν έστειλε στην ΠΕΕΑ ευχαριστήριο τηλεγράφημα2, ο «Κεραυνός» Δαυίδ Ααρών δεν πολεμούσε με τον ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη, η Καπετάνισα Σαρίκα της Εύβοιας δεν σήκωσε ποτέ τα όπλα του ΕΛΑΣ ενάντια στους διώκτες της και η φωτογραφία του αντάρτη Λουί Κοέν δίπλα στα συντρίμμια ενός γερμανικού αεροπλάνου δεν τραβήχτηκε ποτέ.


Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ Λουί Κοέν και Νταβίντ Μπρουντό δίπλα στα συντρίμμια γερμανικού αεροσκάφους στη Λοκρίδα.


Απέναντι σε αυτήν την επιδιωκόμενη λήθη, αξίζει να υπενθυμίσουμε τα παρακάτω λόγια του αρχιραβίνου του Βόλου Μωΰσή Πεσάχ:

«Η παγκόσμιος Ιστορία του Εβραϊσμού και η νεωτέρα τοιούτη θα μνημονεύουν μεταξύ των άλλων και εις ιδιαίτερον κεφάλαιον το σημαντικόν γεγονός της διασώσεως των Εβραίων της Ελλάδος, οίτινες κατέφυγον με την προστασίαν του ΕΛΑΣ και την παρασχεθείσαν εις αυτούς συνδρομήν και υποστήριξην κατά την διάρκειαν του σκληρού διωγμού των υπό των βαρβάρων Γερμανών. (...) ουδέποτε θα λησμονήσωμεν την μεγάλην αυτήν ευεργεσίαν ης ετύχαμεν εκ μέρους του ηρωικού εθνικού στρατού του ΕΛΑΣ και των οπαδών των λοιπών απελευθερωτικών οργανώσεων του ΕΑΜ ως και της προστάτιδος των θυμάτων του φασισμού και μάνας των φτωχών Εθνικής Αλληλεγγύης, της ειρηνοφίλου Εθνικής Πολιτοφυλακής, της ΕΠΟΝ της ελπίδος αυτής του έθνους και όλων των πραγματικών Ελλήνων συμπατριωτών μας...»3.

Εκτός, όμως, από ασθενή ιστορική μνήμη, ο κύριος Μπουτάρης μάλλον στερείται και βασικών γνώσεων Ιστορίας εν γένει. Δεν γνωρίζει, καθώς φαίνεται, πως στην Ιστορία δεν υπάρχουν ενιαία εθνικά σύνολα ή εθνικές «ομοψυχίες» και πως κανένα κράτος που βρέθηκε σε συνθήκες θανάτου, πείνας και κατοχής κάτω από τη ναζιστική μπότα, δεν υπήρξε απαλλαγμένο από συνεργάτες του κατακτητή. Φαινόμενα όπως η σφαγή της Παραμυθιάς υπήρξαν και στο Οραντούρ Σιρ Γκλάν και στο Βίλνιους, ακόμη και στο Μπάμπι Γιαρ. Μήπως άραγε δεν ήταν η αμερικανική ΙΒΜ που έστησε το σύστημα εξόντωσης των ναζιστικών στρατοπέδων; Μήπως δεν είναι η σημερινή «JP Morgan» που χρηματοδότησε τον Χίτλερ μαζί με το ίδρυμα «Ροκφέλερ»; Και ο κατάλογος είναι τεράστιος. Ομως, στην πραγματικότητα, ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης ούτε ασθενή ιστορική μνήμη έχει, ούτε του είναι άγνωστη η ΕΑΜική Αντίσταση. Ο λόγος του αποτελεί μέρος μιας σύγχρονης προσπάθειας, που εντός κρίσης, επιχειρεί να συσκοτίσει και να ξαναγράψει την Ιστορία της ταξικής πάλης και των αγώνων του ελληνικού λαού, προκειμένου αυτός να μη διδαχτεί ποτέ παραδείγματα που του είναι χρήσιμα στο σήμερα. Να μη διδαχτεί να οργανώνεται και να αγωνίζεται για τα δίκαια της τάξης του και να επιλέγει πάντα τις αλυσίδες του αντί των όπλων. Αλλωστε, ο κύριος Μπουτάρης είναι γνωστός επιχειρηματίας και ο λόγος του δεν θα μπορούσε παρά να εκφράζει τα συμφέροντα της δικής του τάξης. Μιας τάξης που σωρηδόν συνεργάστηκε με τον κατακτητή και πλούτισε από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου. Μιας τάξης που στο λόγο του κυρίου Μπουτάρη επιρρίπτει στον ελληνικό λαό ευθύνες που αναλογούν αποκλειστικά σε εκείνη.
Σημειώσεις:

1. John O. Iatrides, πρόλογος στον Στίβεν Μπόουμαν, «Η αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα», εκδ. «Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος», Αθήνα, 2012, σελ. 13

2. Γιάννης Ανδρικόπουλος, «1944 Κρίσιμη χρονιά», τόμ. Α', εκδ. «Διογένης», Αθήνα, 1974, σελ. 271

3. Αναγέννηση (Βόλος), 6-1-1945

4. Όλος ο λόγος του Γιάννη Μπουτάρη εδώ

Διαμάντης Θεόφιλος
Υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου


Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

To φαινόμενο Μίκης και οι πορεία για τη Μακεδονία



Θα θέλαμε να απαντήσουμε στα πολλά σχόλια φίλων που μας παρακινούν να σχολιάσουμε πολιτικά και ιστορικά τη στάση του Μίκη Θεοδωράκη χθες, στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες

Με το "φαινόμενο" Μίκης δεν θέλουμε να ασχοληθούμε. Υπάρχουν αξιότεροι αγωνιστές του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ και του ΔΣΕ, των οποίων η στάση αξίζει αναφοράς και μνείας. Στον Μίκη Θεοδωράκη απάντησε πληρέστερα, ο νεοναζί Ηλίας Κασιδιάρης και ο φασίστας υιός Σκαλούμπακα, πλέκοντάς του εγκώμια για την πολιτική του τοποθέτηση και συγχωρώντας τον που υπήρξε κομμουνιστής. Αυτό είναι και το μοναδικό μας σχόλιο. Τους ξέπλυνε και τον συγχώρεσαν. Αυτό. Όσο για τα περί αναρχικών που επιτέθηκαν στο σπίτι του, προφανώς είτε είναι ασφαλίτες, είτε ηλίθιοι, αφού επάξια παίζουν τον ρόλο του ασφαλίτη. Άλλωστε, το "φαινόμενο" Μίκης ξεκινά από τότε που κατηγορούσε τους "γενίτσαρους της ΚΝΕ" ότι "απειλούν τη ζωή του" και από όταν βγήκε με τις πυτζάμες στα κανάλια να υπερασπιστεί τον Πάγκαλο για την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους. 

Εμείς θα επιστρέψουμε τώρα στους αντάρτες μας, στα βουνά και στις πόλεις και στη δική τους ιστορία που αποτέλεσε και αποτελεί τον πολικό αστέρα της ταξικής πάλης στη χώρα μας. 

Φιλικά

Κόκκινος Φάκελος.

Από το Έμπενζεε στην Ελλάδα της Λευκής Τρομοκρατίας: Η άγνωστη οδύσσεια των Ελλήνων Αντιστασιακών- Μέρος 3ο


Έμπενζεε




Ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής και οι ελάχιστοι επιζήσαντες Έλληνες κρατούμενοι, έφθασαν στο στρατόπεδο του Έμπενζεε στις 20/04/1945. Η δύναμη του στρατοπέδου ήταν τότε μόλις 22.000 και οι θάλαμοι του στρατοπέδου ήταν γεμάτοι σορούς από ανθρώπινα πτώματα. Τα κρεματόρια δούλευαν 24 ώρες σε βάρδιες των 12. Η πείνα θέριζε. 

Στους κρατούμενους δινόντουσαν μόνο 50-60 γραμμάρια ψωμί της ημέρα και μία σούπα φτιαγμένη από φλούδες πατάτας, η οποία κόπηκε μερικές μέρες μετά. Ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής περιγράφει κάπως έτσι την άφιξή του στο στρατόπεδο:

"Το τραίνο που μας κουβαλούσε σταμάτησε σε μια βαθιά χαράδρα για προφύλαξη από τα συμμαχικά αεροπλάνα. Εμάς μας έβγαλαν έξω. Δίπλα μας ήταν μια πλαγιά σπαρμένη με σινάπι. Πέσαμε με τα μούτρα πάνω του και το αφανίσαμε κυριολεκτικά παρά τις κοντακιές που τρώγαμε από τα Ες-Ες. Όταν φτάσαμε στην κορυφή της πλαγιάς, τα γυναικόπαιδα, που είχαν καταφύγει εκεί για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς δοκίμασαν τη φρίκη όταν μας είδαν. Εμάς, κάτι όρθιους σκελετούς. Τη διάβασα στα μάτια τους! Μερικές ώρες μετά φθάσαμε στο Έμπενζεε. 

Στο Έμπενζεε η πείνα είχε φτάσει στο απόγειό της. Δεν μας δίναν σχεδόν τίποτε για φαγητό. Οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι νεκρούς. Οι κανιβαλισμοί που σημειώθηκαν δεν ήταν λίγοι. Μια μέρα, ο Χρήστος Μπλιούμης, δικαστικό κλητήρας από την Κασσάνδρα Χαλκιδικής, μου έφερε έναν χυλό σε χρώμα καφέ προς μπλε. Μου είπε ότι οι Γερμανοί το έφτιαχναν από μαργαρίνη. Το έβαλα στο στόμα μου και έφτυσα αμέσως. Είχε γεύση από χώμα. Ήταν χώμα που για άγνωστο λόγο είχε αυτό το χρώμα."

Με τον πληθυσμό του στρατοπέδου να μειώνεται καθημερινά, λόγω της πείνας των εκτελέσεων και των ασθενειών, φθάνουμε στις 5/5/1945, ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου των Ορθοδόξων.

Ο διοικητής του στρατοπέδου, κάποιος λοχαγός των Ες-Ες, κάλεσε γενικό προσκλητήριο. 8.000 περίπου, όρθιοι σκελετοί έφθασαν στην πλατεία. Σύντομα ήρθαν και ορισμένοι διερμηνείς και ξεκίνησαν να μεταφράζουν τα λόγια του διοικητή:

"Αποφάσισα να σας χαρίσω τη ζωή. Τι θέλετε να κάνετε; Να σας βάλουμε στο τούνελ για να είσαστε προφυλαγμένοι από τους βομβαρδισμούς;"

"Όχι", απάντησαν οι κρατούμενοι.

"Εμείς φεύγουμε για να αντιτάξουμε άμυνα". 

Αργότερα, κάποιοι Γερμανοί στρατιώτες που έμειναν στο στρατόπεδο εξομολογήθηκαν στους κρατούμενους ότι ο διοικητής τους διέταξε να εκτελέσουν όλους τους κρατούμενους κι εκείνοι αρνήθηκαν. Σκόπευε, όσοι επέλεγαν να μπουν στο τούνελ να εκτελεστούν μαζικά. Οι φρουροί ζήτησαν από τους κρατούμενους να είναι ήσυχοι και τους είπαν ότι θα τους παρέδιδαν στους Αμερικανούς που θα έφθαναν εκεί σε 2-3 μέρες. Φυσικά, οι κάπο και οι βασανιστές του στρατοπέδου είχαν αποχωρήσει μαζί με τα Ες-Ες. 


Nεκροί και μελλοθάνατοι στις τελευταίες ημέρες του Έμπενζεε.




Απελευθέρωση


Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η δύναμη του στρατοπέδου είχε φθάσει στους 8000. 14000 χιλιάδες είχαν πεθάνει μέσα σε λίγες ημέρες. Ο ανθυπασπιστής της Χωροφυλακής Νίκος Χονδρός είχε υποστεί τέτοια αβιταμίνωση που λόγω του πρηξίματος στο σώμα, έμενε μόνιμα ξαπλωμένος σε μια κουβέρτα μπορώντας μόνο να ανοίξει λίγο το ένα του μάτι και να ψελλίζει ορισμένες φράσεις. Πέθανε λίγο πριν το στρατόπεδο απελευθερωθεί.

Τα κρεματόρια είχαν πια σταματήσει, ελλείψει εργατών και οι νεκροί θάβονταν μαζικά σε λάκκους. 

Οι ελάχιστοι ζώντες Ισπανοί αντιφασίστες, που ο Φράνκο είχε στείλει στα ναζιστικά κάτεργα, άνοιξαν τις αποθήκες των Ες-Ες, μοίρασαν φαγώσιμα και οπλίστηκαν. Ξεκίνησαν να κυνηγούν τους ελάχιστους κάπο και βασανιστές που έμειναν στο στρατόπεδο. Το Έμπενζεε γέμισε μικρές φωτιές στις οποίες οι κρατούμενοι προσπαθούσαν να μαγειρέψουν. 

Τα Αμερικανικά τανκ έφθασαν στο στρατόπεδο στις 6/5/1945. Οι κρατούμενοι από διάφορες εθνότητες κατασκεύασαν πανό που τους καλωσόριζαν και παρατάχθηκαν σε σειρές. Η αδυναμία τους όμως να σταθούν, τους εξανάγκασε να κάθονται στο έδαφος. Η γερμανική φρουρά, παρουσίασε όπλα και αμέσως παραδόθηκε. 


Γαλλικό πανό καλωσορίσματος στο Έμπενζεε.

Ανάμεσα στους Αμερικανούς στρατιώτες, βρέθηκε και ο Ελληνοαμερικάνος Γιώργος Μανής, ο οποίος βλέποντας την Ελληνική σημαία άρχισε να κλαίει και να αγκαλιάζει τους Έλληνες κρατούμενους. Ανασήκωσε το κάθισμα του τανκ και τους έδωσε τσιγάρα και σοκολάτες. 

Οι Αμερικανοί στρατιώτες έδωσαν ότι μπορούσαν στους κρατούμενους, όμως τα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης δεν επαρκούσαν. Ο Αμερικανός διοικητής διέταξε το δήμαρχο του Έμπενζεε να φέρει προμήθειες στο στρατόπεδο άμεσα, όμως στο χωριό επικρατούσε μεγάλη πείνα και έτσι οι Αμερικάνοι ξεκίνησαν να δίνουν και στους Γερμανούς τρόφιμα. 

Ξαφνικά, επιδημία θανάτου έπεσε στο στρατόπεδο. 

Πολλοί κρατούμενοι άρχισαν να πεθαίνουν από το πολύ φαγητό που κατανάλωναν, καθώς το σώμα είχε ξεσυνηθίσει στην τροφή. Γράφει σχετικά ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής:

"Πόσοι άραγε πεθάναν από το πολύ φαγητό; Τρώγαμε, τρώγαμε, τρώγαμε και δεν χορταίναμε, δεν κόπαζε το αίσθημα της πείνας. Εγώ, ο οποίος κι από παιδί ποτέ δεν έτρωγα πολύ, μόλις τον Οκτώβρη του 1945 κατόρθωσα να χορταίνω με τη συνηθισμένη ποσότητα φαγητού."

Λίγες ημέρες μετά την απελευθέρωση, στο στρατόπεδο δημιουργήθηκαν "κομιτάτα". Στο ελληνικό κομιτάτο, επικεφαλής μπήκαν κρατούμενοι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ που είχαν πιαστεί το 1944. Επικεφαλής του κομιτάτου ήταν ο δάσκαλος Βαγγέλης Φαρμάκης από τα Γιάννενα.

Οι Αμερικανοί δημιούργησαν και μερικές πρόχειρες νοσοκομειακές εγκαταστάσεις για την περίθαλψη των κρατουμένων, πολλοί από τους οποίους πέθαναν σε σύντομο χρονικό διάστημα από  τύφο, ενώ άλλοι έμειναν για μήνες έως ότου μπορέσουν να ανακάμψουν. Σταδιακά όλα τα κράτη που είχαν κρατούμενους στο στρατόπεδο Έμπενζεε ξεκίνησαν να στέλνουν αντιπροσωπείες για να τους παραλάβουν και να τους μεταφέρουν στην πατρίδα τους. Όλα τα κράτη εκτός της Ελλάδας που δεν έστειλε ποτέ τους αντιπροσώπους της.

Έτσι, μήνες μετά, οι Έλληνες κρατούμενοι συγκεντρώθηκαν κάτω από μια μικρή αμερικανική δύναμη και ξεκίνησαν την επιστροφή τους στην Ελλάδα.


Το ταξίδι της επιστροφής


Φορτωμένοι σε αμερικανικά τζέιμς, οι Έλληνες του Έμπενζεε έφθασαν πρώτα στο αυστριακό χωριό Φίλαχ και από εκεί παραλήφθηκαν από τους Βρετανούς και μεταφέρθηκαν στο ιταλικό Ούντινε. 

Σαφώς, οι Έλληνες του Έμπενζεε γνώριζαν ότι η Ελλάδα είχε απελευθερωθεί, όχι όμως για τις συγκρούσεις του Δεκέμβρη, τον ρόλο των Βρετανών και τη Συμφωνία της Βάρκιζας. 

Από το Ούντινε, οι Έλληνες μεταφέρθηκαν στη Μπολόνια, μετέπειτα στο Μέστρε και μετά με τραίνο στο Μπάρι. Στο τραίνο για το Μπάρι, οι πρώην κρατούμενοι συνάντησαν και άλλους Έλληνες από άλλα στρατόπεδα. Ο Αλεξανδρής περιγράφει γλαφυρά ένα περιστατικό ξυλοδαρμού Ελλήνων από Έλληνες:

"Εκεί που ταξιδεύαμε, ο εθνικόφρων και θρησκευόμενος Γ. Παναγιωτόπουλος μου είπε ότι σε ένα βαγόνι ΕΑΜίτες δέρνανε ανθρώπους και μου ζήτησε να παρέμβω. Πήγα στο βαγόνι και βρήκα τον Γρηγόρη Γιαγγούλα, έφεδρο της στρατολογίας Μακεδονίας και στέλεχος του ΕΑΜ. 

- Γιατί βρε Γρηγόρη τους δέρνετε αυτούς;
- Ανέβα στο βαγόνι και πες μου εσύ Μιλτιάδη τι να τους κάνω;

Ανέβηκα. Ήταν τελείως σκοτεινά. Τι είσαστε εσείς παιδιά; Ρωτούσα χωρίς να παίρνω απάντηση. Τέλος ένας μου είπε ότι ήταν ελέυθεροι εργάτες που είχαν πάει να δουλέψουν στα εργοστάσια του Χίτλερ στη Γερμανία, επειδή πεινούσαν στην Ελλάδα. Είπα στον Γρηγόρη και στον Φαρμάκη ότι επειδή ήταν ελεύθεροι εργάτες έπρεπε να δώσουν λόγο και να κριθούν για τις πράξεις τους στην Ελλάδα. 

Σε κάποια στιγμή με πλησίασε ένας από αυτούς και ήθελε να μου μιλήσει πιστεύοντας ότι είμαι δικηγόρος. Του λέω:

-Τι κακό έκαμες;
- Είμαι αντικομμουνιστής.
- Με γεια σου με χαρά σου.

Πετιέται ο Σταύρος και του λέει: "Τι αντικομμουνιστής είσαι βρε κάθαρμα! Εγκληματίας είσαι!" Και βγάζει ο Σταύρος από ένα μπαούλο που κουβαλούσε ο "αντικομμουνιστής" μια στολή λοχαγού των Ες-Ες, κάτι δαχτυλίδια με νεκροκεφαλές και δύο φωτογραφίες, στις οποίες ο "αντικομμουνιστής" κρατώντας το μαστό μιας κοπέλας με το αριστερό του χέρι, την πατούσε στο λαιμό και με το άλλο χέρι ετοιμαζόταν να της κόψει το στήθος. 

"Αυτά τα λες αντικομμουνισμό;" τον ρωτώ. Ανατρίχιασα ολόκληρος. Ήταν κι αυτός "εθνικόφρονας". 

Τελικά τους κρατήσαμε περιορισμένους σε ένα βαγόνι και όταν φθάσαμε στο Μπάρι τους παραδώσαμε στους Εγγλέζους, οι οποίοι τους κλείσανε σε κρατητήριο."

Τελικά μερικές ημέρες μετά οι Έλληνες από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ξεκίνησαν να μεταφέρονται στην Ελλάδα με καράβι. Ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής μεταφέρθηκε με το πλοίο "Ασκάνιους", στο οποίο επέβαιναν και ακόμη 18 Αστακιώτες. 

Πολλοί δεξιοί και συντηρητικοί Έλληνες κρατούμενοι, όπως ο Γιώργος Καραβασίλης, υποθέτοντας πως στην Ελλάδα είχε επικρατήσει το ΕΑΜ, ξεκίνησαν να δηλώνουν πως ήταν φιλοΕΑΜικοί και να λαμβάνουν μάλιστα ακραίες θέσεις: 

"Ο Γιώργος Καραβασίλης, εργατοπατέρας που τώρα μου το έπαιζε ... αριστερός, μου έλεγε ότι επιστρέφοντας πως τώρα έπρεπε να σφάξουμε πολλούς συντηρητικούς. Έτσι εξηγούσε το σοσιαλισμό στο φτωχό του το κεφάλι. Του ανταπάντησα ότι ο σοσιαλισμός δεν σήμαινε σφαγές, αλλά δημιουργία μιας ηθικότερης και δικαιότερης κοινωνίας. Όταν γυρίσαμε και βρήκαμε τη γνωστή μεταπολεμική κατάσταση, ο κυρ-Γιώργης δεν έχασε χρόνο κι έγινε χίτης κι αργότερα άρπαξε και το προϊόν του εράνου που είχαμε κάνει οι Αστακιώτες εκτοπισμένοι στις χώρες των κατακτητών."

Η αποστολή έφθασε στον Πειραιά στις 24/7/1945. Τραγουδούσαν αντάρτικα τραγούδια χωρίς να γνωρίζουν το κράτος του ζόφου που επικρατούσε στην Ελλάδα.


Στην Ελλάδα της κρατικής και παρακρατικής Λευκής Τρομοκρατίας





Όταν ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής επέστρεψε στον Αστακό βρήκε το σπίτι του κλεμμένο και καμένο από τις παρακρατικές συμμορίες. Ο ίδιος εν αγνοία και απουσία του είχε χαρακτηριστεί ως "κομμουνιστής εγκληματίας" και κατηγορήθηκε για εγκλήματα που είχε διαπράξει στην Αιτωλοακαρνανία, ενώ βρισκόταν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Αλεξανδρής αποτάθηκε στον τοπικό διοικητή της Χωροφυλακής για να πάρει μια αόριστη απάντηση ότι εκείνος δεν ήξερε και πως έπρεπε "να ξεκαθαρίσει τη θέση του". Έκανε αίτηση στον τοπικό Ερυθρό Σταυρό για να αναλάβει την περίθαλψη των κατοίκων και φυσικά δεν προσλήφθηκε ποτέ. Το τοπικό Λαϊκό Κόμμα, με εκπρόσωπο τον Αγρινιώτη γιατρό Παντελή Ρώσσο, ζήτησε από τον Αλεξανδρή να βάλει υποψηφιότητα στις επερχόμενες εκλογές. Εκείνος αρνήθηκε λόγω της αναγκαστικής παραίτησης, που αυτό θα συνεπαγόταν, από τη θέση του συμβολαιογράφου. Σύντομα, την άρνηση αυτή θα ακολουθούσαν και οι πρώτοι τραμπουκισμοί.

Την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου του 1945, ο Αλεξανδρής ήρθε σε επαφή με το ΕΑΜ, το οποίο ετοιμαζόταν με χίλιες προφυλάξεις να λάβει μέρος στους εορτασμούς. Επισκεύθηκε τον πρόεδρο της κοινότητας Αστακού, αρχηγό της Χ και ταγματασφαλίτη επί Κατοχής και του ζήτησε να του επιτρέψει να μεσολαβήσει για την εθνική συμφιλίωση. Εκείνος του απάντησε πως εάν το ΕΑΜ επιχειρούσε να συμμετέχει στον εορτασμό θα τους έριχναν χειροβομβίδες. 

Παράλληλα, στον Αστακό εγκαταστάθηκε σώμα Εθνοφυλακής με επικεφαλής του τον Κ. Νταβατζή, λοχαγό των Ταγμάτων Ασφαλείας. 

Οι Εθνοφύλακες εισέβαλαν στο σπίτι του Αλεξανδρή και κακοποίησαν την 14χρονη ανηψιά του. 

Μερικές εβδομάδες μετά, 50 Αστακιώτες πρώην κρατούμενοι των ναζιστικών στρατοπέδων δημιούργησαν σωματείο και εξέλεξαν πρόεδρο τον Αλεξανδρή. Κατόπιν υπουργικής άδειας οργάνωσαν έρανο για τα θύματα των ναζί. Το βράδυ της έναρξης του εράνου, χίτες του Αστακού άρχισαν να πυροβολούν το σπίτι του Αλεξανδρή φωνάζοντας: "Κερατάδες κουκουέδες θα σας φάμε". Επόμενο περιστατικό απειλών έγινε στον Αλεξανδρή ορισμένες μέρες μετά, όταν εκείνος επέστρεφε από την πλατεία του χωριού. Τότε ένα αυτοκίνητο έριξε τους προβολείς του επάνω του και ένοπλοι τραμπούκοι της Χ βγήκαν από αυτό έτοιμοι να τον δείρουν ή να τον σκοτώσουν.

Τυχαία, από τη σκηνή περνούσε το στέλεχος του ΕΑΜ και μετέπειτα γιατρός του ΕΔΕΣ Γκόλιας, ο οποίος τράβηξε το περίστροφό του και φωνάζοντας απώθησε τους χίτες. 

Στο συμβολαιογραφείο του Αλεξανδρή δεν πλησίαζε κανείς, ούτε αριστερός, ούτε δεξιός. Οι πρώτοι δεν πήγαιναν λόγω φόβου, ενώ οι δεύτεροι λόγω εντολών που είχαν. Μια μέρα, το μέλος του ΕΑΜ Λεωνίδας Παπαλεξόπουλος, έφθασε τρέχοντας στο συμβολαιογραφείο λέγοντας: "Τρέχα, θα σε σκοτώσουν σήμερα, τώρα αμέσως, ο Θανάσης και οι χωροφύλακες έρχονται, μου είπε να σου το πω η Μαρία Καρέλλα."

Βγαίνοντας, ο Αλεξανδρής εντόπισε στο καφενείο του Γκόλια, στελέχη της Χ να συνεδριάζουν. Ανάμεσά τους, ο καθηγητής Γιώργος Καραμούζης, γυμνασιάρχης και στέλεχος της Χ. Ο Αλεξανδρής του ζήτησε εξηγήσεις. Εκείνος του είπε πως δεν μπορούσε να τον προφυλάξει και πως σε άλλα χωριά είχαν ήδη ξεκινήσει να σκοτώνουν κομμουνιστές και στελέχη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Στη γύρω περιοχή, κατόπιν εντολών του συνταγματάρχη Χωροφυλακής και πρώην ταγματασφαλίτη Καπελλάρη, είχαν δολοφονηθεί οι Σταύρος Αυλωνίτης και το στέλεχος του ΕΛΑΣ Καραϊμέρης.

Μερικές ημέρες μετά, ο Αλεξανδρής ζήτησε άδεια ενός μήνα από τον πρόεδρο πρωτοδικών του Μεσολογγίου και αναχώρησε για την Αθήνα, φοβούμενος για τη ζωή του. Στο Αγρίνιο, ο Αλεξανδρής συνελήφθη παράτυπα και κρατήθηκε στο κρατητήριο της Χωροφυλακής για "παράνομο έρανο". Το τοπικό ΕΑΜ δικηγόρων διαμαρτυρήθηκε στη Χωροφυλακή και μετά από 12 ώρες, ο Αλεξανδρής αφέθηκε ελεύθερος. 

Ακολουθεί ένας χρόνος απανωτών αδειών, κατά τον οποίο ο Αλεξανδρής παραμένει στην Αθήνα και προσπαθεί να μετατεθεί εκεί. 

Στα τέλη του 1946, ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής τοποθετείται στη νομαρχιακή επιτροπή του ΕΑΜ Αιτωλοακαρνανίας και ακολουθεί το κλιμάκιο του ΟΗΕ στα χωριά Κατούνα, Αιτωλικό, Αγόριανη και στα Κύθηρα. 

Στην Κατούνα, με πληθυσμό 3000 κατοίκων, οι δολοφονημένοι είχαν φθάσει τους 200.

Στο Μεσολόγγι, ο Αλεξανδρής κινδύνευσε ξανά να δολοφονηθεί από την τοπική Χ, όμως με παρέμβαση του προέδρου της Χ, δικηγόρου Νίκου Αλετρά, η δολοφονία ματαιώθηκε. Λόγος ήταν προφανώς η συμμετοχή του Αλεξανδρή στο κλιμάκιο του ΟΗΕ. 

Με την έλευση του Δημοψηφίσματος για τη Βασιλεία, ο Αλεξανδρής τοποθετήθηκε ως δικαστικός αντιπρόσωπος στο χωριό Βλαντό. Επιχείρησε να συγκεντρώσει τα στελέχη της δεξιάς και του ΕΑΜ για να προωθήσει τη συμφιλίωση μεταξύ τους. Οι μεν Τσιπούρας και οι στρατηγοί Θ. Χαβίνης και Βάρσος, δεν δέχτηκαν την πρόσκληση, οι δε ΕΑΜικοί εισαγγελέας Κ. Σαρλής και ο δικηγόρος Δημητρίου δέχτηκαν την πρόσκληση και έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να βοηθήσουν τον Αλεξανδρή.

Στις 8 Ιουλίου του 1947, ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής, εκτοπίζεται στην Ικαρία και μετά από έναν περίπου χρόνο επιστρέφει στην Αθήνα. Παρακολουθεί με ενδιαφέρον τη δίκη των κατηγορουμένων για την υποτιθέμενη "στάση της Μακρονήσου". Το καλοκαίρι του 1948, συλλαμβάνεται εκ νέου και στέλνεται στην εξορία του Μούδρου. Εκεί ο ανθυπασπιστής της Χωροφυλακής Κονταξής, βασανίζει καθημερινά τους εξόριστους με κάθε μέσο που διαθέτει. Οι συνθήκες ζωής είναι ανυπόφορες. Κρύο, φτώχεια και πείνα. Η ΟΣΠΕ του Μούδρου προσπαθεί να οργανώσει τη ζωή των εξορίστων με πενιχρά μέσα. 

Τον Ιούλιο του 1949, κοινοποιούνται δύο βασιλικά διατάγματα με βάση τα οποία, ο Αλεξανδρής απολύεται από τη θέση του συμβολαιογράφου "ελλείψει εθνικοφροσύνης" και λόγω "αδικαιολόγητης εγκατάλειψης της θέσης του" (ήταν ήδη εξόριστος). Αργότερα, μεταφέρεται στη Μακρόνησο μαζί με όλη την ΟΣΠΕ του Μούδρου. 

Στην Μακρόνησο, ο Αλεξανδρής τοποθετείται στο Β΄ΕΤΟ. Ανακρίνεται και βασανίζεται από την ΑΜ και την Ασφάλεια του στρατοπέδου. Υπό αυτές τις συνθήκες υπογράφει δήλωση, αλλά αρνείται να εκφωνεί λόγους και να γράφει επιστολές "μεταμέλειας" στα οικεία του πρόσωπα και προς την κοινότητα Αστακού. 

Το 1950, ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής απολύεται από τη Μακρόνησο. Θα εργαστεί ξανά ως δικηγόρος του Πρωτοδικείου Αθηνών, όχι όμως χωρίς διαρκή προβλήματα από τη Γενική Ασφάλεια. Με το πραξικόπημα του 1967, ο Αλεξανδρής διαφεύγει τυχαία της σύλληψης. Κρατείται για ορισμένες ώρες στην Ασφάλεια Αθηνών, αλλά για άγνωστους λόγους δεν εξορίζεται. Βρίσκεται ως το 1973 υπό διαρκή παρακολούθηση. Με τη Μεταπολίτευση, παραμένει εκτός του πολιτικού κόσμου, επισκεπτόμενος τακτικά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε ετήσια μνημόσυνα. Μετά λύπης του διαπιστώνει ότι σε κανένα στρατόπεδο δεν υπήρχε μνημείο για τους Έλληνες νεκρούς, αλλά και ότι ουδέποτε, η ελληνική πολιτεία έστειλε έναν επίσημο εκπρόσωπό της στις εκδηλώσεις μνήμης. 



Επίλογος


Ο Μιλτιάδης Αλεξανδρής δεν υπήρξε κομμουνιστής. Υπήρξε όμως ακριβοδίκαιος και ηθικός πατριώτης εμφορούμενος από σοσιαλιστικές ιδέες. Γνώρισε τη διπλή φρίκη των ναζιστικών και των ελληνικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και κατέγραψε την εμπειρία του σε δύο εξαιρετικά βιβλία, σε γλώσσα καυστική και πολλές φορές χιουμοριστική. Σε αυτό το ταξίδι ζωής, βασανίστηκε όπως πολλοί κομμουνιστές και αντιστασιακοί, ορισμένοι από τους οποίους πέθαναν στα κάτεργα της Γερμανίας, άλλοι, όπως ο Γρηγόρης Γιαγγούλας σκοτώθηκαν πολεμώντας με τον ΔΣΕ, ενώ πολλοί όπως ο Σωτήρης Σουκαράς, σύρθηκαν για 25-30 χρόνια στις εξορίες και τις φυλακές του αστικού μετεμφυλιακού κράτους. 

Έφυγε από τη ζωή στη δεκαετία του 1990.


Διαμάντης Θεόφιλος, υποψήφιος διδάκτωρ Παν. Αιγαίου.