"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

«Μαύροι Πάνθηρες» του Ισραήλ: μια άγνωστη ιστορία



Tο Μάιο του 1948, η απόφαση του ΟΗΕ για ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, επισημοποίησε την επιστροφή των Εβραίων στη “Γη της Επαγγελίας”, όπου μέχρι τότε ζούσαν εκεί 600.000 Εβραίοι, μέσα σε εκατομμύρια Παλαιστίνιοι Άραβες. Γι’ αυτούς, ήταν η αρχή της εξορίας, η «Ημέρα της Καταστροφής» («Nakba»).  Όσο κατέφθαναν νέοι Εβραίοι άποικοι, τόσο διώχνονταν περισσότεροι Παλαιστίνιοι από τη γη τους, από τα σπίτια τους κι από τη χώρα τους. Ο Εβραϊκός πληθυσμός από τότε αυξήθηκε με ρυθμό σχεδόν ένα εκατομμύριο ανά δεκαετία, με την συστηματική μετανάστευσή τους.

Οι Εβραίοι όμως που ήρθαν, δεν ήταν όλοι ίδιας καταγωγής. Υπήρχαν οι “Ασκεναζίτες” (σημαίνει “Γερμανοί” κι ήταν Γερμανόφωνοι, που ήρθαν από την Κεντρική Ευρώπη). Οι “Σεφεραδίτες” (σημαίνει “Ίβηρες”, μιλούσαν Ισπανικά κι ήρθαν από την Ιβηρική χερσόνησο). Κι υπήρχαν και οι “Μισραχίτες” που ήρθαν από χώρες της Αφρικής και της Αραβικής Χερσονήσου (Μαρόκο, Τυνησία, Αίγυπτος, Συρία, Ιράν, Ιράκ, Υεμένη κλπ), ήταν σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού του Ισραήλ και μιλούσαν αραβικά.



Έντυπα των πανθήρων. Στο τρίτο που απεικονίζεται ο μαύρος πάνθηρας γράφει “πόλεμο στη φτώχεια”.



Η νέα ζωή των Μισραχίμ

Η ισραηλινή κυβέρνηση, αντιμετώπισε αυτούς τους “Αραβόφωνους Εβραίους” με ρατσιστικό και υπεροπτικό τρόπο. Τους προόριζαν για φτηνό εργατικό δυναμικό. Τους στέγασαν σε στρατόπεδα ή στα παλαιστινιακά σπίτια που έμειναν κενά, αλλά με παρεμβάσεις (χωρίσματα, κλπ) ώστε να μπορούν να εγκατασταθούν πέντε ή έξι οικογένειες σε ένα σπίτι, που πρώτα ζούσε μια παλαιστινιακή οικογένεια. Έτσι π.χ. η πρώην εύπορη παλαιστινιακή γειτονιά της Musrara,  μετατράπηκε σε παραγκούπολη των Μισραχιτών που ζούσαν παντού : σε σκάλες, σε σκεπές και σε υπόγεια.

Γενικά οι κοινότητες Μιζραχίμ στη χώρα αντιμετώπισαν δεκαετίες εκτεταμένης φτώχειας, διακρίσεων και αμέλειας. Τουλάχιστον το 55% των παιδιών Μιζράχιμ, εγκατέλειπαν το σχολείο. Το 80% των οικογενειών Μισράχιμ στηριζόταν στην κοινωνική πρόνοια για να επιβιώσουν. Μια οικογένεια Ασκενάζι, είχε 30 φορές ψηλότερα εισοδήματα από μια οικογένεια Μισράχι.

Οι Mιζράχιμ που πριν είχαν κοινότητες με πολύ σταθερές σχέσεις, εδώ και αιώνες, βρέθηκαν να ζουν σε παραγκουπόλεις. Μέσα σε τέσσερα ή πέντε χρόνια, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δεν είχαν ξαφνικά καμία κοινότητα. Η όλη ζωή τους κατέρρευσε. Οι άνδρες που δεν μπορούσαν πλέον να παρέχουν στις οικογένειές τους τα προς το ζην, γνώρισαν εκτεταμένη ανεργία και εξαρτώνται από τις “αγορές εργασίας”, έστω και για ένα μεροκάματο. Αυτές τις αγορές τις έλεγαν «αγορές σκλάβων». Οι γυναίκες, οι οποίες συνήθως δεν εργάζονταν στις χώρες προέλευσής τους, κατέφυγαν στον καθαρισμό σπιτιών, οικιακές βοηθοί για οικογένειες Ασκενάζι κλπ.

Ανάμεσα στα άλλα βάσανα των Μισραχιτών, λίγο μετά τη δημιουργία του Ισραήλ, χιλιάδες μωρά από τις νεόφερτες εβραϊκές οικογένειες της Υεμένης, εξαφανίστηκαν από τα νοσοκομεία. Πιστεύεται ότι πέθαναν κατά τη διάρκεια ιατρικών πειραμάτων που διεξάγονται σε ισραηλινά νοσοκομεία χωρίς τη συγκατάθεση των οικογενειών ή ότι έχουν απαχθεί και δοθεί για υιοθεσία σε οικογένειες Ασκενάζι.

Οι ταραχές του WADI SALID (XAIFA) το 1959

Αυτά οδήγησαν στις ταραχές του Wadi Salib, το 1959, όπου οι Μιζράχι εξεγέρθηκαν ενάντια στις διακρίσεις και κυρίως μετά την είδηση ότι η αστυνομία πυροβόλησε έναν άοπλο Μισράχι, τον Yaakov Elkarif. Η διαμαρτυρία εξελίχθηκε σε ταραχές. Έκαψαν αυτοκίνητα, έριξαν πέτρες στην αστυνομία, υπήρξαν πολλές δεκάδες τραυματίες και 34 συλληφθέντες διαδηλωτές, μαζί και ενός από τους ηγέτες των κινητοποιήσεων, του Ben Haroush. Στις 11 Ιουλίου 1959 ξέσπασαν ταραχές και σε άλλες ισραηλινές πόλεις με πληθυσμούς Mizrahi, όπως η Beersheba στο νότιο Ισραήλ και στην Tiberias και τη Migdal Haemek στο βόρειο. Αυτές οι κινητοποιήσεις θεωρούνται “πρόδρομος” της δημιουργίας του κινήματος των Μαύρων Πανθήρων. Μέχρι το 1967, οι συνθήκες γενικευμένης δυσαρέσκειας σ’ αυτές τις γειτονιές ήταν διάχυτες.

Οι Μαύροι Πάνθηρες κι η Άντζελα Ντέιβις

Οι “μαύροι πάνθηρες” σχηματίστηκαν το 1971 στη γειτονιά Musrara στην Ιερουσαλήμ και απαρτίζονταν κυρίως από έφηβους και νεολαίους Mισράχιμ δεύτερης γενιάς, οι οποίοι απαιτούσαν ίσα δικαιώματα και το τέλος του πολιτικής ρατσισμού και διακρίσεων εις βάρος της κοινότητάς τους. Για μερικά χρόνια, το κίνημά τους είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρο το Ισραήλ, με πολυάριθμα παραρτήματα. Τον Ιούνιο του 1971, έβγαλαν και το περιοδικό τους, το “Words of the Black Panthers”.

Στους δρόμους, συναντήθηκαν κι επηρεάστηκαν από μέλη του κινήματος Matzpen, ενός επαναστατικού σοσιαλιστικού και αντι-σιωνιστικού κινήματος στο Ισραήλ, που ιδρύθηκε το 1962. Από αυτούς έμαθαν τη ροκ μουσική, τα επαναστατικά κείμενα και τον Τσε Γκεβάρα. Στις ιστορίες για τους Μαύρους Πάνθηρες των ΗΠΑ και τον αγώνα τους, ένοιωθαν αυτές τις ιδέες να αντανακλώνται πάνω τους, αφού οι Μισραχίτες έβλεπαν τον εαυτό τους σαν τους “μαύρους του Ισραήλ”.  Επηρεάστηκαν και από μια συνάντηση που είχαν με την γνωστή Αμερικάνα “Μαύρη Πάνθηρα” και στέλεχος του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος Angela Davis, που πήγε στο Ισραήλ γι’ αυτό το σκοπό. Ηγετικές φυσιογνωμίες της οργάνωσης υπήρξαν ο Reuven Abergel, ο Saadia Marciano, ο Charlie Biton, Kokhavi Shemesh κλπ.


Καθαρά Αντισιωνιστικό Κίνημα

Την πρώτη φορά που οι Πάνθηρες πήραν δημόσια σαφή αντισιωνιστική στάση, ήταν το 1972 όταν διαμαρτυρήθηκαν για μια συνάντηση του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Κογκρέσου στην Ιερουσαλήμ. Στις διαδηλώσεις αυτές, συγκρούστηκαν ξανά με την αστυνομία, που έκανε πολλές προληπτικές συλλήψεις ηγετών του κινήματος. Πάντως, κατάφεραν να διακόψουν επανειλημμένα τη συνάντηση του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Κογκρέσου, με ανώνυμα τηλεφωνήματα για βόμβα στο κτίριο.


Απεργίες διαδηλώσεις

Η πρώτη προγραμματισμένη διαδήλωση τους έγινε τον Μάρτιο του 1971 κι οδήγησε σε ένα κύμα προληπτικών συλλήψεων, όπου η αστυνομία συνέλαβε 17 ακτιβιστές, που είχαν διαδηλώσει. Με επικεφαλής τον Μαύρο Πάνθηρα Abergel, ο οποίος δεν συνελήφθη τότε και μαζί με τις οικογένειες των συλληφθέντων, κατάφεραν να εξασφαλίσουν την απελευθέρωσή τους. “Ήταν η πρώτη φορά από τότε που φύγαμε από το Μαρόκο που αισθανόμαστε λίγο θρίαμβο”, δήλωσε ο Abergel στην Electronic Intifada.


Η συνάντηση με την GOLDA ΜΕIR κι ο… «Προϋπολογισμός των Μαύρων Πανθήρων»


Σε άλλη περίπτωση, οι Πάνθηρες διοργάνωσαν μια μεγάλη απεργία πείνας στο Δυτικό Τείχος, που οδήγησε σε μια πολύ καλά προβεβλημένη συνάντησή τους, τον Απρίλιο, με την τότε Ισραηλινή Πρωθυπουργό Golda Meir. Αποτελέσματα αυτής της συνάντησης ήταν η πρωθυπουργός να πει μετά ότι αυτοί οι ακτιβιστές είναι “όχι ωραίοι άνθρωποι”, αλλά ταυτόχρονα τότε ψηφίστηκε κι ο προϋπολογισμός του κράτους που τριπλασίασε τις κοινωνικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, πρόνοια, κλπ) κι ονομάστηκε “προϋπολογισμός των μαύρων πανθήρων”.


«Επιχείρηση Γάλα»

Τον ίδιο χρόνο, οι Πάνθηρες πραγματοποίησαν μια δράση που την ονόμασαν “Επιχείρηση Γάλα”. Οι ακτιβιστές, έπαιρναν τα μπουκάλια με το γάλα από τις πόρτες των σπιτιών στην εύπορη γειτονιά Ρεβιάτια των Ασκενάζι και τα μοιράζονταν στις πόρτες των φτωχών σπιτιών των οικογενειών Μιζράχιμ. Στις προκηρύξεις που μοίραζαν μαζί με το γάλα έγραφαν : “Αυτά τα παιδιά δεν βρίσκουν κάθε πρωί, δίπλα στην πόρτα τους , το γάλα που χρειάζονται. Από την άλλη πλευρά, μερικά σκυλιά και γάτες στις πλούσιες γειτονιές έχουν γάλα κάθε μέρα και σε άφθονη ποσότητα». Τα μέλη των Πανθήρων, έκλεβαν επίσης το πετρέλαιο από τις αποθήκες και το διένειμαν στις φτωχές οικογένειες Μιζράχι.


Πάνθηρες και Παλαιστίνιοι

Ο πόλεμος του 1967, που το Ισραήλ κατέλαβε τη Δυτική Όχθη και άλλες περιοχές (Γάζας, Γκολάν, έρημο του Σινά), επιτάχυνε τη διαδικασία μιας αυξανόμενης ταξικής και πολιτισμικής συνειδητοποίησης, στον πληθυσμό Μιζραχίμ δεύτερης γενιάς, που είχε εξωθηθεί στο πολιτικό περιθώριο. Μετά τον πόλεμο, τα σύνορα «έφυγαν από τη μέση» των καταυλισμών Μισραχίμ και Παλαιστίνιων. Οι υπόλοιπες πόλεις των Μισραχίμ ήταν «μεικτές». Οι Μιζράχιμ ζούσαν λοιπόν μαζί και δίπλα με τους Παλαιστίνιους, που ήταν και στην ίδια ταξική μοίρα. Αυτό τροφοδότησε τις καλές τους σχέσεις εκείνο τον καιρό.

Οι Πάνθηρες αντιλαμβανότανε ότι αγωνιζόμενοι για τα παλαιστινιακά δικαιώματα, αγωνιζόταν επίσης για τα δικά μας δικαιώματα. Ανέπτυξαν συνδέσεις με τον Οργανισμό Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης και τους αναγνώρισαν ως «νόμιμους ηγέτες του παλαιστινιακού λαού». Διεκήρυτταν ότι τα προβλήματα των Mισράχιμ και των Παλαιστίνιων είναι αλληλένδετα. Οι Μαύροι Πάνθηρες Charlie Biton και ο Kokhavi Shemesh, ήταν οι πρώτοι Ισραηλινοί που συναντήθηκαν ποτέ με τον Yasser Arafat, τότε επικεφαλής της PLO κι ανέπτυξαν σχέσεις με το κίνημα της Fatah στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

“Όταν μας κυνηγούσε η αστυνομία, πολλές φορές τρέχαμε και κρυβόμασταν σε σπίτια παλαιστινίων” έλεγαν οι Πάνθηρες.

Το τέλος

Αυτή ακριβώς η σχέση προκάλεσε το μεγαλύτερο φόβο στους ηγέτες του Ισραήλ, που στοχοποίησαν το κίνημα και τελικά το πολέμησαν και το εξάλειψαν. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός David Ben-Gurion, ανήσυχος για τις πιθανές σχέσεις που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν μεταξύ των Μιζραχίμ και των Παλαιστινίων στο Ισραήλ, είχε προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε να γράψει επιστολές στους ισραηλινούς δασκάλους που τους έλεγε  να «χωρίζουν τα παιδιά των Μισράχιμ από τους Παλαιστίνιους και να τους υπενθυμίσουν πάντα ότι είναι Εβραϊοι κι ότι αυτό τους κάνει διαφορετικούς”.

Οι ισραηλινές αρχές πλημμύρισαν το κίνημα με πληροφοριοδότες και ακόμη και φίλοι των μελών των Πανθήρων έγιναν στόχοι της αστυνομίας και συλλαμβάνονταν. “Οι άνθρωποι φοβόταν να βρεθούν μαζί μας ή να μας μιλήσουν γιατί θα μπορούσαν να συλληφθούν από την αστυνομία”, δήλωσε ο Abergel. “Οι ισραηλινές αρχές εργάστηκαν σκληρά για να μας απομονώσουν από την υπόλοιπη κοινότητα μας. Δεν υπήρξαν άλλες μαζικές διαδηλώσεις στην Ιερουσαλήμ. Δεν υπήρξαν πλέον διαδηλώσεις αλληλεγγύης. Ήταν το τέλος μιας ριζοσπαστικής περιόδου”… “Το Ισραήλ κατάφερε να σβήσει τον αγώνα των Μιζράχι, εμφανίζοντας τους Παλαιστίνιους ως μεγαλύτερη απειλή και χειραγωγώντας τους Μιζράχιμ να ενωθούν με τους Ασκεναζίμ”, είπε.

Βεβαίως, εξακολουθούν να υφίστανται εκπαιδευτικές ανισότητες μεταξύ των κοινοτήτων Mizrahi και Ashkenazi. Το 2015, μόλις το 29% των μεταναστών Mizrahim δεύτερης γενιάς είχε πτυχίο πανεπιστημίου ή κολλεγίου, σε σύγκριση με το 50% περίπου του Ashkenazim. Το χάσμα των μισθών μεταξύ των εργαζομένων Μιζράχι και Ασκεναζί στο Ισραήλ παραμένει επίσης έντονο.


Πηγή: εδώ

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Aποσπάσματα από τη Μακρόνησο



Ο Λεωνίδας που έδειρε τον Αλφαμίτη



«Ο Λεωνίδας κάποια στιγμή σταμάτησε να τρέχει. Το στήθος του είναι φουσκωμένο κι η ανάσα του φεύγει βουερή απ’ το στόμα του. Το αίμα του κυλά στις φλέβες του σαν πύρηνο κύμα. Η όψη του είναι αλλόκοτη.
“Τρέχα ρε πούστη! Τρέχα!” φωνάζει ο αλφαμίτης άγρια.
Ο Λεωνίδας δε βάδισε, έκανε απότομη μεταβολή. Τα φλογισμένα του μάτια συναντήθηκαν με τα μάτια του δημίου κι άρχισε μεταξύ τους μια βουβή μονομαχία που κράτησε πολλά δευτερόλεπτα.
“Τρέχα!”, ουρλιάζει σε τόνο ταραχής ο αλφαμίτης.
Τότε έγινε κάτι που δεν ματάγινε στο τάγμα. Το χρώμα του Λεωνίδα έγινε πιο κόκκινο απ’ τη φωτιά, τα μάτια του γούρλωσαν, τα μηλίγγια του φούσκωσαν. Σήκωσε με οργή τον τενεκέ με την πέτρα με τα δύο του χέρια και τον έφερε μ’ ορμή στο κεφάλι του δήμιου. Ύστερα σαν αστραπή, ρίχτηκε πάνω του, του πήρε και πέταξε μακριά τον συρματοβούρδουλα και τον κύλησε καταγής. Οι γροθιές του ανεβοκατέβαιναν ασταμάτητα και μ’ εκδικητικό πείσμα και τσάκιζαν το δήμιο. Ο αλφαμίτης εγκατάλειψε κάθε προσπάθεια να ξεφύγει απ’ τα χέρια του Λεωνίδα, αφέθηκε στην άγρια μανία του βγάζοντας πνιχτές κραυγές».

Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 191-192.


Η εμψύχωση στο σύντροφο


«“Δεν είναι ζωή αυτή”, μουρμουρίζει ένας σε τόνο μεγάλης απογοήτευσης. “Βαλθήκανε να μας ξεκάνουν. Η δύναμη τ’ ανθρώπου έχει και τα όριά της. Πρέπει να υποχωρήσουμε.” Η φωνή του είναι θλιμένη. “Με το θάνατο όλα σβύνουνε, χάνοναι και χρειαζόμαστε στη ζωή.”

Ένας άλλος του απαντά: “Δεν έχεις δίκιο. Η θέληση του ανθρώπου δεν έχει όρια και η δύναμή του είναι ακατάβλητη! Είναι αλήθεια πως θέλουν να μας εξοντώσουν ή να μας ταπεινώσουν. Ούτε το ένα όμως πρέπει να γίνει, ούτε το άλλο. Αρκεί να αντιμετωπίσουμε παλληκαρίσια κάθε εξοντωτική τους ενέργεια. Τα βασανιστήρια πρέπει να έχουνε γι’ αποτέλεσμα το δυνάμωμα της ένωσής μας και της αντίστασής μας. Βέβαια θα πεθάνουν και άνθρωποι, μα δεν πάνε χαμένοι. Όποιος πεθαίνει για το λαό δεν πεθαίνει, γιατί ζει αιώνια στη μεγάλη του καρδιά. Χάνονται, ξεχνιούνται, αυτοί που πεθαίνουνε πολεμώντας ενάντιά του. Αυτοί δεν αξίζουν παρά μόνο για τροφή στα σκουλήκια της γης και ‘κει πηγαίνουνε. Έχουμε υποχρέωση ν’ αντιμετωπίσουμε με στεγνά μάτια τούτη τη μπόρα και να κρατήσουμε την ανθρωπιά μας ψηλά. Αυτό προστάζει ο μεγάλος αγώνας!”.»

Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 24.


Οι πρώτοι που φεύγουν για το σύρμα του ΑΕΤΟ


« Oι σφυρίχτρες σφυρίζουν δαιμονισμένα, να τελειώνουν και να συναχθούνε οι φαντάροι έξω. Τα σακίδια περνιούνται από το λαιμό, οι κουβέρτες φορτώνονται στις πλάτες. Έτοιμοι για να φύγουν για το σύρμα.
-         Αδέρφια γειά σας!
-         Στο καλό αδέρφια!
Χέρια σφίγγονται, χείλια ενώνονται, καρδιές χτυπάνε, ψυχές μεταρσιώνονται.
-         Παιδιά το νου σας, πρέπει να κερδίσετε τη μάχη, όσο σκληρή κι αν είναι.
-         Δεν πρέπει να επηρεαστείτε απ’ την κατάσταση που θα βρείτε εκεί.
-    Με την ορμή σας και την παλλικαριά σας οφείλετε να αλλάξετε την κατάσταση που βρείτε εκεί. Να ορθώσετε το ηθικό των παιδιών, να δώσετε καινούργιο αίμα στις φλέβες του ΑΕΤΟ.
-         Αν κερδίσετε τη μάχη σώνετε το ΑΕΤΟ, σώνετε τους εαυτούς σας, σώνετε εμάς. Νίκη λοιπόν!
-         Μην ανησυχείτε παιδιά! Θα παλέψουμε και θα νικήσουμε!»

Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 48.



Η φροντίδα όσων δήλωσαν προς τους βασανιζόμενους συντρόφους


«Είχε χαράξει. Μια ομάδα φαντάροι πέρναγαν σύριζα από μας και κρυφά άρχισαν να μας ρίχνουν τσιγάρα, σπίρτα, σοκολάτες και κονσέρβες. Η πράξη αυτή, αν γινότανε αντιληπτή, μπορούσε να τους στοιχίσει τη ζωή. Πρέπει να τονιστεί ότι τα βασανιστήρια μπορεί να ταπείνωσαν πολιτικά χιλιάδες πατριώτες, πολίτες και στρατιώτες, αλλά δεν πέτυχαν να εξαφανίσουν από μέσα τους τα ανθρώπινα αισθήματα, τις τύψεις που μαλάκωναν τη δύσκολη θέση μας, εκφράζοντας με χίλιους τρόπους αλληλεγγύη προς τους αγωνιστές που ακατάβλητοι πάλευαν όρθιοι, αλύγιστοι. Άλλοι μας έριχναν τρόφιμα, άλλοι μας φέρνανε νερό, άλλοι μας λέγανε νέα, άλλοι μας ρωτάγανε, την ώρα που φεύγανε για την Αθήνα, αν θέλουμε τίποτα, να δώσουμε καμιά παραγγελία».

 Ηλέκτρα Καραγκίτσου & Παντελής Καραγκίστος, Τα παιδιά της ξενιτιάς – Αυτοβιογραφία ενός κομμουνιστή, Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Αη-Στράτη, Αθήνα 2013, 162.


Τρελάθηκε και αυτοκτόνησε...


«Η σημερινή μέρα μοιάζει με βουνό που μας πέτρωσε την καρδιά. Όλοι οι στρατιώτες του τάγματος είναι λιγομίλητοι. Τα μάτια είναι θαμπά και δακρυσμένα κι ο πόνος μας- για τον καινούργιο συνάδελφο που χάθηκε- αβάσταχτος. Λεπτό δεν μπορούσαμε να διώξουμε από τη σκέψη μας τη γλυκιά του μορφή. Όλη τη νύχτα πάλευε στη χαράδρα για να σώσει την ανθρωπιά του. Τα χαράματα τρελάθηκε και το μεσημέρι τον βάλανε σε καΐκι για να τον στείλουν στην Αθήνα. Σαν απομακρύνθηκε το καΐκι, έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Η διοίκηση είπε πως αυτοκτόνησε».

Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 208.



Ο βασανιζόμενος σύντροφος ασκεί κριτική στην αυτοκτονία


«Aυτοκτονεί όποιος δεν έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του πως θα τον βγάλουν νικητή από μια μπόρα. Ο αγωνιστής πρέπει να παλεύει με τα βασανιστήρια ώσπου να πεθάνει απ’ αυτά, τότε μόνο νικά το θάνατο και γίνεται φωτεινό παράδειγμα στους ζωντανούς μαχητές. Δεν διαπαιδαγωγούμε σωστά το λαό όταν τον μαθαίνουμε ν’ αυτοκτονεί μπροστά στις δυσκολίες που του παρουσιάζει η ζωή. Αναλογιστείτε τι θα γίνει αν αυτή τη στιγμή αυτοκτονήσουμε όλοι εδω; Νας καινούργιος συνάδελφος που ‘ρχεται απ’ έξω που θα στηριχτεί για να κρατήσει ψηλά την αξιοπρέπειά του; Οι χιλιάδες συνάδελφοι που βρίσκονται στους λόχους που θα στηρίζονται για να αντιδράσουν στη διοίκηση;».

Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 201.


Οι νεκροί του ΓΕΤΟ


« Ο Λιανουδάκης και ο Μυλωνάς πέθαναν από μελαγχολία. Ο Μτσούκας κι ο Γκιρέας αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν, ο δεύτερος με τομή της τραχείας. Άλλοι φαντάροι βρέθηκαν πνιγμένοι στη θάλασσα, όπως ο Παπλιάκας Παντούσης του 3ου λόχου από τη Νιγρίτα (26/08/48), ο    Χριστοδούλου Αθανάσιος του 4ου λόχου από τον Άνω Βόλο Μαγνησίας (08/06/48), ο Θεόδωρος Γιακαβούλης του 1ου λόχου, από το Νερόμυλο Λάρισας (30/07/48). Για τον τελευταίο είναι εξακριβωμένο ότι πρόκειται για αυτοκτονία. Οι άλλοι όμως πως πνίγηκαν;»


 Μιλτιάδης Αλεξανδρής, Από την κόλαση των Νταχάου Μακρονησίων, Αυτοέκδοση, Αθήνα 1977, 207.


Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

2 Μάρτη 1949. Οι Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου ξεκινούν την «αναμόρφωσιν» των ανήλικων ανταρτών


του Ανδρέα Δενεζάκη




Επτά μήνες μετά την επίσημη ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου (7 Μάρτη 1948) με την Ελλάδα, στις 24 Οκτώβρη, ο Παύλος Γκλύξμπουργκ και η Φρειδερίκη επισκέπτονται τη Λέρο, μαζί με ανώτατους στρατιωτικούς και εκπροσώπους των διοικήσεων των στρατοπέδων της Μακρονήσου, της Λάρισας και της Θεσσαλονίκης και επιλέγουν τα μισοκατεστραμμένα από τους βομβαρδισμούς του 1943, κτίρια της Αεροναυτικής Βάσης Gianni Rossetti της ιταλικής Διοίκησης Λέρου, στο Λακκί, στα Λέπιδα, για να στεγαστούν τα κτίρια του συγκροτήματος των Βασιλικών Τεχνικών Σχολών, της μεγαλύτερης Παιδούπολης. Ένα στρατόπεδο που θα συγκέντρωνε «τα ανταρτόπαιδα, τα παιδιά των συμμοριτών, των φυλακισμένων, των αντεθνικώς δρώντων, των ΕΑΜβούλγαρων, των απάτριδων».

Τον Ιούνη του 1947, στο αποκορύφωμα του εμφύλιου πολέμου, ο κυβερνητικός στρατός  προχωρά στην υλοποίηση των αμερικάνικων προτάσεων, που αφορούσε την εκκένωση χωριών με τη βίαιη εκτόπιση των χωρικών, ώστε να δημιουργήσουν ένα κενό γύρω από τις μονάδες των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, να αποκοπεί ο ΔΣΕ από τους κατοίκους, οι οποίοι βοηθούσαν με τον τρόπο τους τα τμήματα ανταρτών με τρόφιμα, να στερήσουν τους αντάρτες από την δυνατότητα στρατολόγησης των νέων, που οι γονείς τους ήταν ήδη μαχητές του ΔΣΕ. Ο στρατηγός Θρ. Τσακαλώτος μάλιστα είχε διατάξει την με συνοπτικές διαδικασίες εκτέλεση των χωρικών που αρνούνταν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και τους οποίους χαρακτήριζε «ληστοτρόφους».

Η αναγκαστική μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων της υπαίθρου, η μεγαλύτερη στη σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, μετά το ξεκλήρισμα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, στηρίχτηκε στην εμπειρία των Αγγλων αποικιοκρατών που είχαν εφαρμόσει ανάλογες μεθόδους στις βρετανικές αποικίες της Αφρικής και της Ασίας.

Στους 800.000 έφτασαν οι εκτοπισμένοι, από τους οποίους οι 150.000 ήταν παιδιά, τα περισσότερα ακολούθησαν τους γονείς τους στις πόλεις, ενώ τα υπόλοιπα, παιδιά ανταρτών στην πλειονότητά τους, κλείστηκαν στα «ιδρύματα» της Φρειδερίκης!  Το σχέδιο για την μαζική εκκένωση χωριών από τους πληθυσμούς τους ήταν: «Ειδικό Πρόγραμμα Απομάκρυνσης Παιδιών»!

Είχε βέβαια προηγηθεί η σχετική προετοιμασία. Στις 25 Μάη 1947, στη διάρκεια πανηγυρικής Συνεδρίασης της Ακαδημία Αθηνών, ο Παύλος Α΄ Γκλύξμπουργκ κήρυξε την έναρξη δράσης του «Βασιλικού Εθνικού Ιδρύματος» στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκαν οι «Παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης. 

Στις 10 Ιούλη 1947 ιδρύεται η «Βασιλική Πρόνοια Επαρχιών Βορείου Ελλάδος» η οποία συστάθηκε με διακηρυγμένο στόχο «για να βρουν τα παιδιά μας και να τα πάρουν προτού τα πάρουν οι κομμουνιστές», ένα σχεδόν χρόνο πριν από την απόφαση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης του Βουνού, στις 7 Μάρτη του 1948, για την αποστολή στις γειτονικές λαϊκοδημοκρατικές χώρες, των παιδιών, κύρια των ανταρτών, από τα χωριά των εμπόλεμων περιοχών.

Αμέσως μετά την ίδρυση της «Βασιλικής Πρόνοιας», στα μέσα του Ιούλη 1947 εγκαινιάζεται η πρώτη «Παιδόπολις» στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης στην οποία κλείστηκαν 500 παιδιά.

Συνολικά δημιουργήθηκαν, σε όλη την Ελλάδα 58 «Παιδοπόλεις» – γκέτο, όπου μάντρωσαν 28.000 παιδιά. Πρωταρχικός στόχος ήταν η μετατροπή των έγκλειστων παιδιών σε γενίτσαρους και να τα στρέψουν ενάντια στους γονείς τους, που είχαν ενταχθεί στον ΔΣΕ, των πατεράδων τους που ανήκαν στο ΚΚΕ και γενικά ενάντια στους αριστερούς, προοδευτικούς γονείς.

Το εγκληματικό σχέδιο της Φρειδερίκης εφαρμόστηκε από το «Ειδικό Πρόγραμμα Αποκατάστασης Παιδιών», που ήταν ενταγμένο στο «Βασιλικό Ιδρυμα Πρόνοιας» και ήταν επανδρωμένο από απόστρατους ανώτερους αξιωματικούς του Στρατού, από «εθνικούς διαφωτιστές», «κατηχητές», «ιεροκήρυκες», δεσμοφύλακες και χωροφύλακες. Το επιτελείο συμπλήρωναν 72 πιστές στο στέμμα «κυρίες της τιμής», σύζυγοι πολιτικών και πλουσίων «αριστοκρατικών οικογενειών».

Τα παιδιά, σε πολλές περιπτώσεις, μέσα στα κολαστήρια γνώρισαν «πρωτοποριακές μεθόδους αναμόρφωσης», όπως βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς, ομαδικούς βιασμούς, ταπεινώσεις, παντοειδείς εξευτελισμούς και πλύση εγκεφάλου.

Εκτός από τα 28.000 παιδιά που έτυχαν της «φροντίδας» του μισαλλόδοξου κράτους, χιλιάδες παιδιά, μικρής ηλικίας, δόθηκαν για υιοθεσία ή πουλήθηκαν σε άτεκνα ζευγάρια στο εξωτερικό και κυρίως στις ΗΠΑ.

Το δημοσίευμα του Ιουνίου 1963 του περιοδικού Νέα Οικονομία αναφέρει:

«Επ’ ευκαιρία της αφίξεως του 10.000στού παιδιού που υιοθέτησαν Αμερικανοί από την Ελλάδα, έγινε επίσημος τελετή εις τον Λευκόν Οίκον. Η κ. Κένεντυ, ο γερουσιαστής της Οκλαχόμας, ο βουλευτής της Πενσυλβάνιας, οι ιερείς των Ελληνικών Κοινοτήτων, ο διευθυντής του Γραφείου Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας και όστις άλλος παρέστησαν εις την άφιξιν του παιδιού το οποίο θα γίνει πλέον Αμερικανάκι».

Ακόμα χειρότερη τύχη είχαν οι ανήλικοι έγκλειστοι στην «Παιδόπολι» στην Κηφισιά, στις φυλακές Ιτζεδίν στην Κρήτη και φυσικά στην Κέρκυρα, στα Γιούρα και από κει στο «Ειδικό Κέντρο Ανηλίκων» στην Μακρόνησο, καταδικασμένοι με ασύστατες κατηγορίες από στρατοδικεία σε ποινές 20 χρόνια φυλακή, ισόβια και θάνατο.

Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου

Το Λακκί της Λέρου επιλέχτηκε και γιατί εκεί υπήρχαν ακόμα τα εργαστήρια και τα αρκετά μηχανήματα των Ιταλών (όσα δεν είχαν λεηλατηθεί) αλλά και τεχνίτες εκπαιδευμένοι. Επίσης, σοβαρό πλεονέκτημα ήταν ότι  οι Ιταλοί είχαν αντλιοστάσιο για την ύδρευση και τα κτίρια διέθεταν αποχετευτικό σύστημα.

Στις 2 του Μάρτη 1949, το πολεμικό πλοίο Μαχητής αποβιβάζει στην βομβαρδισμένη προβλήτα του Αη Γιώργη, τους πρώτους μαθητές των Βασιλικών Σχολών, τα πρώτα «100 παραπλανημένα Ελληνόπουλα», ήταν ανήλικοι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, που είχαν συλληφθεί και κρατούνταν στα «στρατόπεδα συγκέντρωσης κομμουνιστοσυμμοριτών» του ΓΕΣ. Προέρχονταν κύρια από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Πελοποννήσου, από το ήδη ηττημένο αντάρτικο της Πελοποννήσου.

Τα παιδιά μαζί με ντόπιους τεχνίτες ξεκίνησαν να επισκευάζουν τα κτίρια. Στην αρχή τον Στρατώνα του Ναυτικού (Γκαζέρμα Μαρινάι) στον Αη Γιώργη, που χρησιμοποιήθηκε για να τους στεγάσει.

Στα μέσα του Μάρτη φτάνουν στη Λέρο άλλα 300 «συμμοριτόπαιδα» από την  Πελοπόννησο. Τον Απρίλη ήρθαν 100 ακόμα που είχαν πιαστεί στη Ρούμελη. Τον ίδιο μήνα, από διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Β. Ελλάδας μεταφέρονται, με καράβια, από τη Θεσσαλονίκη στον Πειραιά και από εκεί στη Λέρο.

Ο τότε βασιλιάς Παύλος, την 1η του Μάη 1949, στην λήξη των εργασιών του Β΄ Πανελλήνιου Προσκοπικού Συνεδρίου, στην Ρόδο, δηλώνει:

«Πολλοί εκ των παρακαθημένων γνωρίζουν, ότι έχομεν ανοίξει ένα νέον Σχολείον εις την Λέρον, δια νέους συμμορίτας από 14 – 20 ετών, οι οποίοι βιαίως ή μη, έλαβον μέρος εις τον λυπηρόν αγώνα και εις την πλευράν εις την οποίαν δεν έπρεπεν. Εσκεφτήκαμε η γυναίκα μου και εγώ να κάνωμε τα παιδιά αυτά να γίνουν και πάλιν καλοί Έλληνες, μας εβοήθησε δε προς τούτο το Εθνικόν Ίδρυμα. Ο αριθμός των παιδιών που στεγάζονται εις τη Λέρον, υπερβαίνει τα επτακόσια και γίνονται τα πρώτα βήματα του πειράματος της επιστροφής των παιδιών αυτών εις την κοινωνίαν, βάσι των αρχών του Προσκοπισμού.

Το πείραμα είναι μοναδικόν εις τον Κόσμον. Πουθενά δεν έγινε πειραματισμός να φέρουν εις τον ίσιον δρόμον παραστρατημένα παιδιά. Εις αυτήν την κατεύθυνσιν, θα δώσουμε το καλόν παράδειγμα».  (ΕΜΠΡΟΣ 3.5.1949)

Πέντε μήνες μετά, στις 12 Σεπτέμβρη 1939, σε συνέντευξή του στους Τάιμς της Νέας Υόρκης, ανάμεσα στα άλλα, δηλώνει:

«Είμεθα η μόνη χώρα εις τον κόσμον η οποία προσπαθεί ενεργώς να επανεκπαιδεύση τους κομμουνιστάς σήμερον. Οι άνδρες εκπαιδεύονται εις την νήσον Μακρόνησον και τα παιδιά ηλικίας μεταξύ 15 και 20 ετών λαμβάνουν ειδικά μαθήματα εις τα σχολεία της νήσου Λέρου και ζουν εις τα κτίρια της πρώην ιταλικής ναυτικής βάσεως.»

Μέγας όγκος αιχμαλωτισθέντων συμμοριτών θα επανεκαπιδευθή εις το κέντρον της Μακρονήσου και ακολούθως οι άνδρες θα επιστραφούν εις την ομαλήν κοινωνικήν και εθνικήν ζωήν». (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 13.9.1949)

Το καλοκαίρι του 1949 ο αριθμός των «παραστρατημένων ελληνόπουλων» έφτασε τους 600 – 700 και στο τέλος του χρόνου είχε σχεδόν διπλασιαστεί. Μαζί μ’ αυτά αρχίζουν και καταφθάνουν ορφανά και θύματα πολέμου, γνωστά ως «ανταρτόπληκτα», εκτοπισμένα από τις περιοχές που εκκένωσε ο κυβερνητικός στρατός.

Μέχρι το τέλος του χρόνου «ανταρτόπαιδα» και «ανταρτόπληκτα» θα ξεπεράσουν τους 1500. Τα βασικά κτίρια που χρησιμοποιήθηκαν, αφού επισκευάστηκαν από τους ίδιους και ντόπιους τεχνίτες, εκτός από τον Στρατώνα του Ναυτικού (Γκαζέρμα Μαρινάι) στον Αη Γιώργη, όπου στεγάστηκαν οι ανταρτόπαιδες, ήταν το κτίριο του Στρατώνα Πληρωμάτων Υποβρυχίων (Γκαζέρμα Σομερτζίμπιλι), το κεντρικό κτίριο των Σχολών, όπου υπάρχουν πλέον κοιτώνες και τα εργαστήρια των μηχανικών.Είναι το κεντρικό κτίριο των Σχολών είναι το κτίριο που στέγαζε τα πληρώματα των υποβρυχίων, στεγάζει πλέον κοιτώνες και τα εργαστήρια των μηχανικών.

Και τέλος ο Στρατώνας των Ιταλών Αεροπόρων, (η Γκαζέρμα Αβιέρι) όπου στεγάζονταν πια στην αρχή οι «ανταρτόπληκτοι» και αργότερα, στην δεύτερη φάση των Βασιλικών Τεχνικών Σχολών, μετά το 1951 – 52, οι με αίτησή τους μαθητές – τρόφιμοι από όλη την Ελλάδα.

Ο σκοπός της ίδρυσης των Σχολών ήταν διπλός. Η «ηθική ανύψωσις και ο επαγγελματικός καταρτισμός των δύστυχων αυτών παίδων των 16-19 ετών, οίτινες ανηρπάγησαν από τους ληστάς και κατετάγησαν δια της βίας εις τους συμμορίτας». Οι ανήλικοι μαχητές θα μάθαιναν μία τέχνη και θα υφίσταντο «ηθική αναδιαπαιδαγώγηση», ένα «εθνικό λουτρό» σύμφωνα με την έκφραση της εποχής, ώστε να αποβάλουν το «μίασμα» του κομμουνισμού. Τα μέσα γνωστά: Στρατιωτικός τρόπος ζωής, πειθαρχία, καθημερινή πλύση εγκεφάλου, ψυχολογική βία, απαξίωση και εξύβριση των γονιών τους και των αγώνων τους, εξοντωτικές τιμωρίες, στέρηση εξόδων, αγγαρείες, ακόμα και μικρότερες μερίδες φαγητού κλπ.

Οι σχολές κάλυπταν 19 ειδικότητες: ράπτες, υδραυλικοί, υποδηματοποιοί, αρτοποιοί, ξυλουργοί, οικοδόμοι, κουρείς, φανοποιοί, ηλεκτροτεχνίτες, ραδιοτεχνίτες, τυπογράφοι, ελαιοχρωματιστές, γεωπόνοι, τορναδόροι, μηχανοξυλουργοί, καραβομαραγκοί, οξυγονοκολλητές, μηχανικοί εσωτερικής καύσεως και σιδηρουργοί.

Ο τρόπος λειτουργίας των Σχολών βασιζόταν στη στρατιωτική πειθαρχία. Ήταν «σαν στρατιώτες χωρίς όπλα»: εγερτήριο (με σάλπιγγα ή με σφυρίχτρες), έπαρση σημαίας, γυμναστική, ρόφημα και μετά οι μαθητές πήγαιναν στα συνεργεία με βήμα και τραγουδώντας. Υπήρχαν δύο επόπτες ένας για τα Λέπιδα και ένας για τον Αϊ Γιώργη. Ήταν σαν ταγματάρχες. Οι μαθητές ήταν χωρισμένοι σε Κοινότητες και ο κάθε Κοινοτάρχης ήταν υπεύθυνος για 240-250 παιδιά. Ήταν σαν Λοχαγοί. Επιτηρούσαν στις πρώτες εξόδους τους τα παιδιά. Οι Κοινότητες χωρίζονταν σε Ομάδες. Ο Ομαδάρχης, κάτι σαν Λοχίας, ήταν υπεύθυνος για 30-50 παιδιά. Κάθε Ομάδα είχε και τη δική της σημαιούλα. Την έκαναν οι ράφτες. Ήταν ένα άσπρο πανί και είχε επάνω τον αριθμό της Ομάδας: 1η, 2η μέχρι 39η. Η 39η ήταν η Ομάδα των τιμωρημένων.

Ο Ομαδάρχης κοιμόταν σε ράντζο μέσα στο θάλαμο, με τα παιδιά. Όλοι οι θάλαμοι έπρεπε να είναι στην εντέλεια. Τα κρεβάτια ήταν σε ευθεία γραμμή και υπήρχαν πολλά δίκλινα. Οι Ομαδάρχες ανέφεραν εάν κάποιο παιδί ήταν άρρωστο. Οι υπηρεσίες έβγαιναν από τα ίδια τα παιδιά. Κάθε μέρα μία από τις Κοινότητες πήγαινε στο μαγειρείο και καθάριζε τις πατάτες ή τις φακές. Στα Λέπιδα όλος ο κάτω όροφος ήταν τραπεζαρίες. Κάθε Ομάδα έτρωγε σε συγκεκριμένα τραπέζια που τα ετοίμαζαν τα παιδιά. Τραπεζοκόμοι λέγονταν αυτοί που μοίραζαν το φαγητό και μάγειροι αυτοί που το μετέφεραν στην Ομάδα.

Οι Σχολές διοικούνταν από μία Εφορευτική Επιτροπή, με πρόεδρο το Γυμνασιάρχη, ενώ ο Λογιστής και ο Διαχειριστής ήταν υπάλληλοι της Τράπεζας, όπως και στις Παιδοπόλεις. Το προσωπικό αποτελείτο από τρία μόνιμα μέλη. Το Διευθυντή, τον τεχνικό Διευθυντή και τον Αρχιμανδρίτη Τιμόθεο Ματθαιάκη. Ο πρώτος Διευθυντής ήταν ο πρώην (ο πρώτος) Διοικητής της Βασιλικής Χωροφυλακής Λέρου και κατοικούσε με την οικογένειά του έξω από τις Σχολές. Αντίθετα ο τεχνικός Διευθυντής, μόνιμος στρατιωτικός μηχανικός, «μια από τις ιθύνουσες φυσιογνωμίες του προσκοπισμού», έμενε με την οικογένειά του μέσα στις Σχολές,

Την τεχνική εκπαίδευση είχαν αναλάβει Λεριοί τεχνίτες, που δούλευαν πριν στο Ναύσταθμο και την αεροπορική βάση των Ιταλών. Οι τεχνίτες ήταν περίπου 60 και άλλοι τόσοι Λεριοί δούλευαν στα γραφεία, τις αποθήκες, τα μαγειρεία ή στην καθαριότητα.

Την «αναμόρφωση» των νεαρών είχαν αναλάβει άνθρωποι που είχαν σταλεί από το Εθνικό Ιδρυμα. Ανάμεσα σε αυτούς υπήρξαν και πρώην κομμουνιστές, που είχαν «ανανήψει» στην Μακρόνησο. Τον πιο «φημισμένο» από τους Διευθυντές των Σχολών, τον Αντώνιο Φραγκούλη, δάσκαλο στο επάγγελμα, οι μαρτυρίες τον θέλουν πρώην Ταγματάρχη του ΕΛΑΣ που ανένηψε.  Με το άνοιγμα των Σχολών εργάστηκε ως γραμματέας και μετά έφυγε και ξαναγύρισε ως Διευθυντής για μια δεκαετία περίπου (1953-1962).

Το προσωπικό των Σχολών ήταν έφεδροι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί ή απλοί στρατιώτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους, ώστε να μην είναι υποχρεωμένο το Εθνικό Ιδρυμα να πληρώνει μισθούς. Τη διεύθυνση του Νοσοκομείου είχαν δύο έφεδροι αξιωματικοί και οι δάσκαλοι ήταν ή φαντάροι ή αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί.

Η Φρειδερίκη στο βιβλίο της «Φρειδερίκη, Μέτρον Κατανοήσεως» εκδ. Βιβλιομεταφραστική. Λονδίνο 1971, περιγράφει τις εντυπώσεις της από επίσκεψη που έκανε με τον Παύλο Γκλύξμπουργκ, στο γκέτο της Λέρου:

«… Κατέφθασαν νεαροί μέχρις ηλικίας είκοσι τριών ετών. Τους υπενθύμισαν ότι βρίσκονταν εκεί οικειοθελώς… Τους είπαν επίσης ότι δεν κρατούσαμε εκθέσεις του παρελθόντος τους, αλλά οι εκθέσεις του μέλλοντος θ’ άρχιζαν από σήμερα. Οι περισσότεροι απ’ τους νεαρούς αυτούς είχαν δολοφονήσει, λεηλατήσει, βιάσει και κλέψει. Δεν γνώριζαν παρά την χειρότερη πλευρά της ανθρωπίνης φύσεως. Τους επισκεφθήκαμε τρεις εβδομάδες μετά την άφιξή τους. Η εντύπωσις που μου προεκάλεσαν ήταν ότι επρόκειτο περί υπανθρώπων. Κοίταζαν σαν αγρίμια. Η έκφρασίς των ήταν αποβλακωμένη και βάδιζαν σκυφτοί. Οι άνθρωποι που είχαν αναλάβει την φροντίδα τους, μας είπαν ότι αρχικά είχαν αρνηθεί να κοιμηθούν σε κρεββάτια και φυσικό ήταν, αφού επί χρόνια είχαν συνηθίσει να κοιμούνται κατάχαμα στα βουνά. Την πρώτη νύχτα είχαν πηδήσει απ’ τα παράθυρα… Ποτέ δεν τους είχαν μάθει να τραγουδούν, δεν ήξεραν τον Εθνικό Υμνο, δεν εγνώριζαν καμιά προσευχή και κανένα παιχνίδι. Ατένιζαν τον Παύλο κι εμένα με βαθειά καχυποψία».

Τον Απρίλιο του 1950, αποφοίτησαν οι πρώτοι 300 μαθητές των Βασιλικών Τεχνικών Σχολών Λέρου. Στην τελετή οι βασιλείς έφτασαν με το αντιτορπιλικό «Ναυαρίνο» και οι πολιτικοί με το ατμόπλοιο «Αγγέλικα». Παρευρέθηκαν περίπου 350 προσκεκλημένοι. Μετά την απονομή των 300 διπλωμάτων, στο τέλος της εκδήλωσης, μαθητές των Σχολών πήραν στους ώμους τους το βασιλικό ζεύγος, τον πρίγκιπα Γεώργιο και τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τραγουδώντας εθνικά τραγούδια τους πήγαν μέχρι την προβλήτα όπου μπήκαν στην άκατο και ανέβηκαν στο καράβι.

Ο μπαρμπα – Κώστας, απόφοιτος των Σχολών της Λέρου, κοιτώντας τη φωτογραφία με τους απόφοιτους ξυλουργούς που πρόσφεραν την βάρκα στον τότε Διάδοχο, μας είπε κουνώντας το κεφάλι του: «Για φαντάσου, είμαι κι εγώ ανάμεσα τους» και μας διηγήθηκε με παράπονο: 

«Εκείνο που δεν μπορώ να τους συγχωρήσω είναι ότι με έκαναν να μισήσω τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Τρείς φορές διαπαιδαγώγηση, από δύο ώρες τη φορά σύνολο έξι ώρες κάθε μέρα. «Οι γονείς σας είναι εχθροί σας. Εγκληματίες, φονιάδες, εχθροί της πατρίδας». Όταν αποφοίτησα και γύρισα στο χωριό μου, στη Καλαμάτα, κοίταζα γεμάτος μίσος, τη δόλια τη μάνα μου που πάσχιζε να μεγαλώσει τα τρία μικρότερα αδέλφια μου. Τα βράδια δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν τρόπους να την σκοτώσω. Τόσο μίσος. Στο τέλος σηκώθηκα και έφυγα για την Αθήνα μη τυχόν και μέσα στη τρέλα μου τελικά την σκότωνα και γινόμουν και φονιάς. Αργότερα, μέσα στο καμίνι της βιοπάλης στην Αθήνα, άρχισε να καθαρίζει η θολούρα στο μυαλό μου, άρχισα να βλέπω τον πραγματικό κόσμο γύρω μου. Μου πήρε λίγα χρόνια αλλά στο τέλος συνειδητοποίησα τι μου είχαν κάνει. Δεν θα τους συγχωρήσω ποτέ.»

Οι επόμενες αποφοιτήσεις δεν είχαν τη λαμπρότητα της πρώτης. Ο βασιλιάς απένειμε τα διπλώματα σε 50 ή 100 ή 250 μαθητές στα γραφεία του Εθνικού Ιδρύματος, στο Φωκιανό ή στον Πύργο Βασιλίσσης. Η τελευταία ομάδα «ανταρτοπαίδων» αποφοίτησε τον καλοκαίρι του 1950. Από τον Σεπτέμβρη του 1950 αρχίζει μια νέα περίοδος, «του εθελοντισμού». Οι μαθητές αρχίζουν σιγά – σιγά να αλλάζουν. Αλλοι «εισέρχονται οικειοθελώς», με αίτηση τους κι άλλοι στέλνονται, με επιλογή, από τα Αναμορφωτήρια Ανηλίκων.

Από το 1954 οι Βασιλικές Τεχνικές Σχολές αρχίζουν σιγά – σιγά να συρρικνώνονται. Εχουν ολοκληρώσει το έργο για το οποίο δημιουργήθηκαν. Η εμφυλιοπολεμική κοινωνία των στρατοπέδων είχε αρχίσει να δύει. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του ΓΕΣ είχαν διαλυθεί, η Μακρόνησος είχε κλείσει, ο αριθμός των φυλακισμένων είχε μειωθεί αισθητά και από τις εξορίες είχε μείνει ο Αϊ Στράτης. Το 1959-1960 είδαν το φως της δημοσιότητας καταγγελίες για το καθεστώς των Σχολών της Λέρου και για βασανιστήρια.

Στις 15 Δεκέμβρη 1964 κλείνουν οριστικά, αφήνοντας το στίγμα τους στις καρδιές των περίπου 3.000 παιδιών που πέρασαν από το κάτεργο.

Οι Βασιλικές Τεχνικές Σχολές λειτούργησαν για 15 χρόνια (1949 – 1964) και σε αυτές φοίτησαν γύρω στους 17.000 μαθητές.

Στους παλιούς Ιταλικούς στρατώνες, φτάνου οι πρώτες καραβιές των «Αζήτητων», από τον Ιούνη του 1964, και στεγάζονται στα κτίρια οι ψυχασθενείς του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου. Στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας (1967-1974) στέγασαν τους πολιτικούς κρατούμενους. Σήμερα στεγάζουν τους κατατρεγμένους του πολέμου της Μέσης Ανατολής.