"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Σπάνιο φωτογραφικό υλικό από την Απελευθέρωση στην Αιτωλοακαρνανία


Το παρακάτω φωτογραφικό υλικό που προέρχεται από την περίοδο της Απελευθέρωσης στην Αιτωλοακαρνανία, εντοπίστηκε από τον καλό φίλο, ιστορικό ερευνητή και εξαιρετικό φωτογράφο Μανώλη Κασιμάτη. Πρόκειται για σπάνιο φωτογραφικό υλικό που έχει δημοσιευθεί σε ιστορικά βιβλία. Φωτογράφος των παρακάτω λήψεων είναι ο Ι. Ξυθάλης, ο γνωστός φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης στο νομό Αιτωλοακαρνανίας, που είχε φωτογραφείο στο Αγρίνιο.

Μετά την Απελευθέρωση, ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου 1944. Παρέλαση του 36ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.

Μνημόσυνο για τους πεσόντες στη Μάχη της Αμφιλοχίας. Καταθέτει στεφάνι ο καπετάνιος της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Ηλίας Καράς. Η φωτογραφία έχει ληφθεί στην πλατεία της πόλης.

Απελευθέρωση. Στελέχη του ΕΛΑΣ φωτογραφίζονται στα Σαρδίνια Αιτωλοακαρνανίας. Στο κέντρο ο στρατηγός Γεράσιμος Αυγερόπουλος, αριστερά του ο Στάθης Αρέθας, δεξιά του ο Ηλίας Καράς. Δεξιά του Καρά ο Βαμβακάς- Αστέρης και αριστερά του Αρέθα, ο διοικητής της 7ης Ταξιαρχίας της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ.


Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Η διάλυση της προδοτικής ΠΟΚ από τον ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς


Κατά τα χρόνια της Κατοχής στην Κεφαλλονιά αναπτύχθηκε μια σημαντική δωσιλογική οργάνωση γνωστή ως ΠΟΚ (Πατριωτική Οργάνωση Κεφαλλονιάς), η οποία μαζί με τις κατοχικές αρχές και την τοπική Χωροφυλακή συνεισέφερε στο αιματοκύλισμα του λαού του νησιού, δολοφονώντας και καταδιώκοντας το λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.



ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς κατά την Απελευθέρωση


Με την εγκατάσταση των ακτοχικών αρχών, στην πατρίδα του Μαρίνου Αντύπα, η ΠΟΚ και οι Γερμανοί στόχευσαν καταρχήν το ταξικό εργατικό κίνημα προβαίνοντας σε δολοφονίες των επικεφαλής του Εργατικού Κέντρου Κεφαλλονιάς και άλλους συνδικαλιστές που πρόσκεινταν στο ΚΚΕ και ευρύτερα στον προοδευτικό χώρο. Η ΠΟΚ και οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους παρακάτω συνδικαλιστές:

  • Χρ. Παπανικολάτος: Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου που δολοφονήθηκε από τον εθνοπροδότη Ζήση Κουτροκόη στη θέση Αη- Θανάσης του Αργοστολίου.
  • Σπύρος Μπουρμπούλης: Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς.
  • Ντίνος Παγουλάτος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Γεράσιμος Στεφανίτσης: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Άγγελος Βέλλας: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Γρηγόρης Μαλζουμιάν: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Σπύρος Σκλαβουνάκης: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Νικόλαος Βλάχος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Διονύσης Διβάρης: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Τάκης Ανδρεάτος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Στάθης Πατσαλιάς: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου, από την Ιθάκη.
  • Χαρίλαος Βοντετσιάνος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
Καθώς, η Απελευθέρωση πλησίαζε, οι Άγγλοι σύνδεσμοι στο νησί εντόπισαν στην ΠΟΚ ένα σημαντικό αντίβαρο στη δύναμη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο νησί, ήτοι μια χρήσιμη μαριονέτα για τα σχέδια της επαναποικιοποίησης της Ελλάδας. Μετά την Απελευθέρωση και ιδιαίτερα μετά την άφιξη του κυβερνητικού αντιπροσώπου Λ. Μακκά και του Άγγλου συνδέσμου Χάτσινσον, η προδοτική αντίδραση και η εγχώρια συντήρηση δραστηριοποιήθηκαν με στόχο την πρόκληση μιας νέας αιματοχυσίας στο νομό. Θεωρώντας η ηγεσία της ΠΟΚ και οι σύμμαχοί της ότι παρέδωσαν την εξουσία στο νομό ολοκληρωτικά στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, χάρη στην παγίδα που τους έστησε ο Χρ. Καραγιάννης (Διομήδης) μεγιστοποιώντας τις ΕΛΑΣίτικες δυνάμεις κατά τις διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους τους στο Γιαλό της Σάμης, άρχισαν να κινούνται συνωμοτικά, να πραγματοποιούν μυστικές συσκέψεις και να προετοιμάζουν το έδαφος για αντεπίθεση ενάντια στις ΕΑΜικές οργανώσεις και το λαό του νησιού. 

Δημιουργήθηκαν έτσι μερικά ακόμα "παρακλάδια" της ΠΟΚ όπως η ΣΔΟΚ (Σοσιαλιστική Δημοκρατική Οργάνωση Κεφαλλονιάς) και ένα μικρό ένοπλο τμήμα της ΠΟΚ με επικεφαλής του τον αρχηγό των ενόπλων τμημάτων της κατά την Κατοχή, δωσίλογο Ζήση Κουτροκόη. Στη σύσταση του ενόπλου τμήματος κομβικό ρόλο έπαιξαν τα γερμανικά όπλα, που οι αρχές κατοχής είχαν αφήσει στην ΠΟΚ κατά την αποχώρησή τους.

Το Νοέμβριο του 1944, τα φιλοβασιλικά και αντι-ΕΑΜικά συνθήματα πύκνωσαν στο νομό και ιδιαίτερα στους τοίχους του Αργοστολίου. 

Βασική εστία του ενόπλου τμήματος της ΠΟΚ υπήρξε το Ελειό και ειδικότερα τα χωριά Χιονάτα- Βαλεριάνο- Ατσουπάδες, με επέκταση προς τα χωριά Σιμωτάτα και Βλαχάτα Εικοσιμίας στην πάνω Λειβαθώ. Το τμήμα της ΠΟΚ με επικεφαλής τον Κουτροκόη πραγματοποιούσε αιφνιδιαστικές εμφανίσεις στα χωριά, εκβίαζε τους χωρικούς για την τροφοδοσία του και στρατολογούσε με τη βία χωρικούς. Σταδιακά, η ΠΟΚ δημιούργησε νέες ομάδες στην περιοχή του Πυργιού και των ανατολικών χωριών της Πυλάρου.

Οι παραπάνω δραστηριότητες στόχευαν στη δημιουργία κλίματος τρόμου, προκειμένου η παλιννόστηση της βασιλεία στην Ελλάδα να συμβεί χωρίς σημαντικές αντιδράσεις. 

Στα παραπάνω σχέδια της ΠΟΚ και των Βρετανών, ο ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς αποφάσισε να απαντήσει δυναμικά. Σε σύσκεψη της Περιφερειακής Επιτροπής του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ λήφθηκε απόφαση να κινηθεί ο ΕΛΑΣ δυναμικά προκειμένου να αποφευχθεί ένα νέο αιματοκύλισμα του λαού. Έτσι, συγκροτήθηκε ένα στρατιωτικό ΕΛΑΣίτικο τμήμα με τους πιο έμπειρους άνδρες της υποδιοίκησης Κρανιάς και επικεφαλής τους τον Χαρίλαο Ματιάτο. Πρώτη κίνηση του τμήματος ήταν να συλλέξει όλες τις δυνατές πληροφορίες για τις κινήσεις της ΠΟΚ και ιδιαίτερα του αρχηγού της Κουτροκόη. Σε δεύτερο επίπεδο, το τμήμα σχεδίασε επιχείρηση κατά της ΠΟΚ που στόχευε στη διάλυση και τον αφοπλισμό της και τη σύλληψη του Κουτροκόη. 

Τελικά, το τμήμα της ΠΟΚ και ο Κουτροκόης εντοπίστηκαν στις 19/11/1944 στην περιοχή ανάμεσα στο μοναστήρι των Σισσίων και στο κτήμα Λεύκα, που ανήκε σε ηγετικό στέλεχος της ΠΟΚ. Έπειτα από τον εντοπισμό τους και με μεγάλη προσοχή, το τμήμα του ΕΛΑΣ περικύκλωσε την περιοχή του κτήματος Λεύκα και μια αιφνιδιαστική εξόρμηση απέκοψαν κάθε δυνατότητα διαφυγής. Σε συνέχεια ζήτησαν με χωνί από τον Κουτροκόη και τους άνδρες του να παραδοθούν. Ο Κουτροκόης απάντησε με πυρά οπλοπολυβόλου, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συμπλοκή κατά την οποία ο Κουτροκόης σκοτώθηκε και πολλοί άνδρες του τραυματίστηκαν. Στη φάση αυτή, το ένοπλο τμήμα της ΠΟΚ διαλύθηκε και οι άνδρες του παρέδωσαν τον οπλισμό τους. Ωστόσο, ο Κουτροκόης ήταν πια νεκρός και δεν μπορούσε να αποκαλύψει πρόσωπα και γεγονότα στο νομό, που θα επιβεβαίωναν ότι οι Άγγλοι ενίσχυαν με όλα τα μέσα την ΠΟΚ και ενέκριναν το ξεκίνημα μιας εμφύλιας συμπλοκής.

Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι αιχμάλωτοι ΠΟΚίτες προχώρησαν σε εξομολογήσεις για την αγγλική εμπλοκή, η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή εξέδωσε στις 23/11/1944 ειδική ανακοίνωση στην οποία τόνιζε ότι: "Αι διαδόσεις περί διαταράξεως των σχέσεων Αποστολής και Εθνικοαπελευθερωτικών Οργανώσεων στερούνται αληθείας". Η ανακοίνωση διαβεβαίωνε επίσης ότι η συνεργασία της ΣΣΑ και των ΕΑΜικών οργανώσεων "διεξάγεται εν πνεύματι εγκαρδιότητος και συναδελφοσύνης". Τα παραπάνω έμελλε να ανατρέψει ο αιματηρός Δεκέμβρης του 1944...

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων των Δεκεμβριανών, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να προχωρήσει σε προληπτικές συλλήψεις στο νομό, στοχεύοντας παλιά στελέχη της ΠΟΚ και της ντόπιας αντίδρασης. Οι συλλήψεις έγιναν παρόλα αυτά σπασμοδικά και έως ένα βαθμό χωρίς έλεγχο. Αποτέλεσμα ήταν να διαφύγουν σημαντικά στελέχη της προδοτικής αντίδρασης στο νησί, ενώ συνελήφθησαν είτε δευτερεύοντα στοιχεία, είτε σε ικανό, επίσης βαθμό άλλα άτομα, που δεν ευθύνονταν τεκμηριωμένα για αντιδραστικές και αντιλαϊκές συνειδητές δραστηριότητες. Οι συλληφθέντες μεταφέρθηκαν μακριά από την Κεφαλλονιά στο μοναστήρι της Τατάρνας στην Ευρυτανία και έλαβαν χαρακτήρα ομηρίας. 

Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, κινητοποιήθηκαν ξανά στην Κεφαλλονιά οι δυνάμεις της αντίδρασης και του κατοχικού δωσιλογισμού, υποκινούμενες προφανώς και πάλι από τους Άγγλους. Στο χωριό Φερεντινάτα, χωριό του Μαρίνου Αντύπα, συγκεντρώθηκαν διάφορα εγκληματικά στοιχεία του κοινού ποινικού δικαίου, όπως ο Φωκίωνας Αλυσανδράτος (Γάκιας), τρόφιμος των εγκληματικών φυλακών του νησιού και γερμανοντυμένος δολοφόνος της Κατοχής. Συγκροτήθηκε ξανά ολιγομελής ομάδα στην περιοχή της Πυλάρου και ξεκίνησε τις επιθέσεις ενάντια σε πατριώτες της περιοχής. Παράλληλα, άλλα προδοτικά που ως τότε κρύβονταν, όπως οι Κυρηναίος Παπαδημάτος και ο Τζινιέρης, ήρθαν σε επαφή με την ομάδα του Γάκια δοκίμασαν να εξοπλιστούν και αυτοί. 

Μπροστά στον νέο αυτό κίνδυνο, ο ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς κινητοποιήθηκε ξανά και ήρθαν σε σύγκρουση με την ομάδα του Γάκια πετυχαίνοντας τη διάλυση της, χωρίς όμως να καταφέρουν να σκοτώσουν ή να συλλάβουν τον αρχηγό της. Πρόκειται για τη δεύτερη διάλυση παρακρατικών ομάδων στην Κεφαλλονιά, η οποία συντελέστηκε στα τέλη του Φλεβάρη του 1945 και αποτελεί ενδεχομένως την τελευταία ένοπλη αποστολή του ΕΛΑΣ στη χώρα.


Ο Χρήστος Καραγιάννης (Διομήδης) στρατιωτικός διοικητής Ιονίων νήσων του ΕΛΑΣ.




Πηγή: Διδακτορική διατριβή Σπύρου Λουκάτου, Τα χρόνια της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Κεφαλλονιά και την Ιθάκη, Νοβόλι, Αθήνα 2012.


Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Το εξαιρετικό σχέδιο του Κώστα Καραγιώργη για την ανάπτυξη του θεσσαλικού ΕΛΑΣ


Βρισκόμαστε στις αρχές του 1943 στην κατακτημένη Ελλάδα. Στη Ρούμελη και στις παρυφές της Θεσσαλίας, ο ΕΛΑΣ κυριαρχεί έχοντας αναπτύξει ήδη σημαντικές δυνάμεις. Παρόλα αυτά, η Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (ΒΣΑ) δεν βλέπει με καλό μάτι αυτή την εξέλιξη, καθώς γνωρίζει ότι οι προθέσεις του Άρη Βελουχιώτη και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά και του ΚΚΕ δεν είναι καθαρά φιλοαγγλικές και η επιστροφή του βασιλιά στη χώρα, βασική επιδίωξη των Βρετανών, θα τεθεί σε κίνδυνο, εάν οι δυνάμεις αυτές επικρατήσουν. Κέντρο βάρους της ΒΣΑ αποτελεί η ανάπτυξη του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και η σταδιακή ενίσχυση της ομάδας της ΕΚΚΑ στα ανατολικά της Ρούμελης. Στόχος των Βρετανών είναι η δημιουργία δύο σημαντικών αντίβαρων στην ανάπτυξη του ΕΛΑΣ και εάν χρειαστεί, η ένωση ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ για την περικύκλωση του ΕΛΑΣ.Παράλληλα, ο Στέφανος Σαράφης και ο Κωστόπουλος, δύο ανώτεροι αξιωματικοί του προπολεμικού στρατού, σχεδιάζουν και αυτοί τη δημιουργία της δικής τους ένοπλης ομάδας, ενώ ο συνταγματάρχης Ψαρρός διστάζει ακόμα να συγκροτήσει τη δική του ομάδα, με στρατιωτική πληρότητα.

Στην παραπάνω επικίνδυνη "εξίσωση" προστίθεται στις 01/01/1943, ο Κώστας Καραγιώργης-Γυφτοδήμος. Παλιός κομμουνιστής, με μεγάλη εμπειρία στο κίνημα, ο Κώστας Καραγιώργης στέλνεται από την ΚΕ του ΚΚΕ στη Θεσσαλία για να αναλάβει δράση.





Με τη στρατιωτική νουθεσία του Μακρίδη και με την πολύτιμη βοήθεια του Ιερώνυμου Τρωιάνου (Καρατζάς), ο Καραγιώργης θα ανατρέψει τα δεδομένα της "σκακιέρας" επιφέροντας μια καταλυτική κίνηση ματ, στα σχέδια των Άγγλων και της ΒΣΑ.

Πρώτη κίνηση του Κώστα Καραγιώργη ήταν να μετακινήσει το μικρό ακόμα του ΕΛΑΣ, από τον Όλυμπο στη θεσσαλική Πίνδο και να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις εκεί οργανώσεις του ΕΑΜ, για τη στρατολογία νέων ανταρτών. Σε αυτό, τον βοηθά αποφασιστικά ο εξαιρετικός επιτελικός του ΕΑΜ Κώστας Γαμβέτας. Στο θεσσαλικό κάμπο, ο Καραγιώργης συναντά τον κατ' απονομή συνταγματάρχη Χιλς (καθηγητή Λέσλι Ρούφους Σέπαρντ), ο οποίος έχει πέσει με αεροπλάνο στην περιοχή των Τεμπών για να διενεργήσει σαμποτάζ. Ο Καραγιώργης κινούμενος έξυπνα τον εντάσσει αμέσως στο επιτελείο του. Ο Χιλς θα ενισχύσει τον ΕΛΑΣ του Καραγιώργη με λίρες και εφόδια, χωρίς να αναγνωρίζει ότι τώρα παίζει στο παιχνίδι με το μέρος του ΕΛΑΣ. Όσο ο Χιλς μένει με τον Καραγιώργη, ο Μάγερς της ΒΣΑ θα τον κατηγορήσει για φιλοΕΑΜικό στο Κάιρο.

Στην πραγματικότητα, ο Καραγιώργης έχει παγιδεύσει τον Χιλς στη θεσσαλική σκακιέρα, προλαβαίνοντας Έλληνες και Βρετανούς σε όλες τους τις κινήσεις. 

Ο Θεσσαλικός ΕΛΑΣ διογκώνεται και μαζικοποιείται.

Η δεύτερη κίνηση του Κώστα Καραγιώργη έχει ως επίκεντρό της Λάρισα και μια μικρή αντιστασιακή ομάδα που έχει δημιουργηθεί σε αυτή, επονομαζόμενη "Φιλική Εταιρεία". Δημιουργός της είναι ο επιχειρηματίας Νίκος Ράπτης και άλλα εξέχοντα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Σε αυτή έχουν ενταχθεί και αρκετοί Βλάχοι της περιοχής, που αντιδρούν στη δράση των λεγεωνάριων και των Ιταλών. Μέσα στο 1942, τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας έχουν αποκτήσει και επαφή με το Στρατό Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ), ο οποίος έχει αναλάβει να τους εξοπλίσει. Όμως τότε στη Λάρισα φθάνει ο Κώστας Καραγιώργης. Στη δική του επικράτεια δεν θα επιτρέψει την ανάπτυξη άλλων ανταρτικών ομάδων, καθώς γνωρίζει πολύ καλά τα σχέδια των Άγγλων και τις προθέσεις τους.

Ο Καραγιώργης θα δώσει αμέσως εντολή στα στελέχη του ΕΑΜ Λάρισας να ξεκινήσουν επαφές με το Ράπτη για να τον καθυστερήσουν. Εκείνος ενημερώνει την Αθήνα για την κατάσταση και παίρνει την έγκριση του ΠΓ του ΚΚΕ για τη διάλυση της Φιλικής Εταιρείας. Όταν ο Ράπτης φεύγει για τον Τύρναβο και την Ελασσόνα για να ξεκινήσει το δικό του ένοπλο τμήμα, τον συλλαμβάνει μαζί με τους συνεργάτες του και τους αφοπλίζει. Οι αιχμάλωτοι στέλνονται στα τμήματα του ΕΛΑΣ Ολύμπου, όπου θα κρατηθούν υπό περιορισμό.

Τη νύχτα της 24ης Ιανουαρίου 1943, όπου θα πέσουν οι Βρετανοί αλεξιπτωτιστές και θα αναζητήσουν το τμήμα των Φιλικών, αντί για αυτούς θα τους υποδεχθεί ο Κώστας Καραγιώργης και ο ΕΛΑΣ. Μαζί του έχει φυσικά και τον Χιλς, στον οποίο παρουσιάζει τον ΕΛΑΣ ως μοναδικό του στήριγμα. Θέλοντας και μη, οι Βρετανοί αλεξιπτωτιστές θα παραμείνουν με τον Καραγιώργη, όπως και όλα τους τα εφόδια. 

Έτσι, τον Απρίλιο του 1943, ο ΕΛΑΣ Θεσσαλίας θα φθάσει τους 3.000 άνδρες. 

Σε ένα τρίτο επίπεδο, η επιτελική εμπειρία του Καραγιώργη, που έχει αποκτηθεί, όχι στον πόλεμο, αλλά από την πείρα τους στις κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ, θα τον βοηθήσει να αξιοποιήσει άρτια το ανθρώπινο δυναμικό που ο θεσσαλικός ΕΛΑΣ διαθέτει. Ανεξάρτητα από την κομματική τους ιδιότητα, σπουδαίοι καπετάνιοι και βετεράνοι πολεμιστές του Αλβανικού Πολέμου θα πάρουν θέσεις-κλειδιά στο θεσσαλικό ΕΛΑΣ. Μερικοί από αυτούς είναι οι εξής:

  • Αμάρμπεης (μόνιμος υπολοχαγός Θεόδωρος Καλλίνος)
  • Μπουκουβάλας (Δημήτρης Τάσος)
  • Κόζιακας (Θωμάς Πάλλας)
  • Νικηταράς (δικηγόρος Κώστας Καφαντάρης)
  • Χασιώτης (Νίκος Ζαραλής)
  • Καρτσιώτης (Γιώργος Βόγιας)
  • Καραντάου (μόνιμος ανθυπασπιστής Διονύσης Γκογκούσης)
  • Σμόλικας (Νίκος Ξυνός)
  • Καβαλάρης (μόνιμος ίλαρχος Γιώργης Ζαρογιάννης)
  • Ζαχαριάς (Σωτήρης Μίχος)
  • Κίσσαβος (δάσκαλος Γιώργης Μπλάνας)
  • Ίταμος (Περικλής Παπαδημητρίου)
Με τα παραπάνω στελέχη και πολλά ακόμα, ο θεσσαλικός ΕΛΑΣ εξελίσσεται γοργά, σχεδόν σε τακτικό στρατό. 

Η τέταρτη κίνηση στη σκακιέρα της Θεσσαλίας αφορά τους Σαράφη και Κωστόπουλο, οι οποίοι λόγω εμπειρίας και βαθμού θεωρούνται ως η μεγαλύτερη απειλή για τον ΕΛΑΣ, καθώς οι κινήσεις τους στρέφονται σαφώς προς τους Άγγλους. Ο Καραγιώργης οργανώνει συνάντηση του ΕΛΑΣ με τους δύο αξιωματικούς, όμως με μεγάλη μυστικότητα κινεί το έμπειρο τμήμα του Κόζιακα στην ίδια κατεύθυνση προς αναγνώριση των δυνάμεών του. Ο Κόζιακας θα συναντηθεί τελικά με τον Κωστόπουλο και το Σαράφη και η συζήτηση μεταξύ τους θα γίνει σε υψηλούς τόνους:

Ο Κωστόπουλος συστήνεται κανονικά με το όνομά του και το βαθμό του, ενώ ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ απαντά απλά:

- Κόζιακας.

Ο ταγματάρχης θα θυμώσει:

- Τι Κόζιακας; Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα;
- Εμείς στην οργάνωσή μας έτσι γνωριζόμαστε.
- Μόνο οι κακοποιοί κρύβουν τα ονόματά τους. Αυτό ξέρω εγώ!
- Άσε τι ήξερες και κοίτα πως τα βρήκες!

Θα χρειαστεί η παρέμβαση Σαράφη για να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να αποφευχθούν τα χειρότερα, όμως και πάλι οι διαπραγματεύσεις δεν θα καρποφορήσουν.

Από τη συνάντηση αυτή, με τον αψύ Κόζιακα, ο Σαράφης θα εντυπωσιαστεί από την πειθαρχία του ΕΛΑΣ. Αργότερα θα γράψει:

"Η εντύπωσή μου από την εμφάνιση του τμήματος αυτού του ΕΛΑΣ ήταν πολύ καλή. Πειθαρχία, στολή σχεδόν στο σύνολό τους στρατιωτική, καθαριότητα, συσσίτιο και παραμονή στο ύπαιθρο. Με κανέναν τρόπο δεν έμπαιναν στα σπίτια των χωρικών όπως τα τμήματα του Κωστόπουλου. Παράστημα στρατιωτικό και με φανερά σημεία εκπαίδευσης".

Ο Καραγιώργης έχει κάνει εντυπωσιακή δουλειά.

Τρεις-τέσσερις ημέρες μετά, ο ταγματάρχης Κωστόπουλος θα λάβει μια είδηση που θα τον συνταράξει. Όσο διαπραγματευόταν με τον Κόζιακα, ο Καραγιώργης έχει συλλάβει το φίλο του ταγματάρχη Αντωνόπουλο, έναν αξιωματικό που έβλεπε με καλό μάτι την οργάνωση ενόπλου τμήματος από τον ίδιο και το Σαράφη. Ο Κωστόπουλος ζητά άμεση συνάντηση με τον Κόζιακα, όμως αυτός δηλώνει "απασχολημένος". Ο Κωστόπουλος και ο Σαράφης θα ξεκινήσουν με 120 άνδρες τους για να ελευθερώσουν τον αιχμάλωτο Αντωνόπουλο. Την 1η Μαρτίου μπαίνουν στο χωριό Βούνεσι, όπου είναι στημένη η ΕΛΑΣίτικη παγίδα. Τους υποδέχεται ο Νικηταράς με λίγους αντάρτες, εξαιρετικά προσηνής και περιποιητικός. Μάλιστα σπεύδει να ανταποκριθεί στο αίτημα του Κωστόπουλου να βγάλει ο ΕΛΑΣ φυλάκια επειδή οι άνδρες του είναι κουρασμένοι από την πορεία. 

Το ίδιο βράδυ, Σαράφης, Κωστόπουλος και Γκέκας (Κωστορίζος) θα κοιμηθούν μαζί στο ίδιο σπίτι και μαζί θα συλληφθούν. Τη νύχτα το χωριό γεμίζει αντάρτες του Μπουκουβάλα, οι οποίο οδηγούνται από τους κατοίκους του χωριού στα σπίτια που κοιμούνται οι άνδρες του Κωστόπουλου. Αφοπλίζονται όλοι, χωρίς να ανοίξει μύτη και να πέσει έστω και ένας πυροβολισμός. Μόνο ο ταγματάρχης Βλάχος θα καταφέρει να διαφύγει με λίγους άνδρες του και θα καταταγεί στον ΕΔΕΣ. Αργότερα, ο Σαράφης και ο Κωστόπουλος θα ενταχθούν στον ΕΛΑΣ.

Ο Καραγιώργης έχει ολοκληρωτικά κυριαρχήσει. Έχει προλάβει τις κινήσεις όλων και κάνει ματ στα σχέδια Τσιγάντε, Μάγερς, Ζέρβα και Σαράφη.



Mάριο Σολίνας - Ένας Ιταλός αντιφασίστας


Ανάμεσα στους δεκάδες Ιταλούς αντιφασίστες που εντάχθηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, το όνομα Μάριο Σολίνας φέρει μια ξεχωριστή αίγλη, όχι είναι το όνομα κάποιου Ιταλού μαχητή ή μάλλον παρτιζάνου του ΕΛΑΣ, αλλά καθώς με τη σιωπηλή και αποτελεσματική δράση του, ο Μάριο Σολίνας έσωσε δεκάδες ζωές πατριωτών και απλών πολιτών από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των κατακτητών. Αθόρυβα, αποφασιστικά και κυρίως αποτελεσματικά, ο Μάριο Σολίνας έδρασε στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και το 1944, αποχώρησε χωρίς στεφάνια, δόξα και παράσημα για την πατρίδα του.

Μιλώντας για την Εθνική Αντίσταση του Αγρινίου, θυμάται κανείς, και δικαίως, τη Μαρία Δημάδη, τον καπετάν Επαμεινώνδα και άλλους πολλούς ήρωες του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ. Λίγοι όμως θυμούνται τον Ιταλό Μάριο Σολίνας. Ίσως γιατί τόσο αποτελεσματικά αθόρυβη υπήρξε η δράση του, που ακόμα τη σκεπάζει ένα πέπλο μυστηρίου.




Ο Μάριο Σολίνας γεννήθηκε στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας το 1902. Υπήρξε εξαιρετικός δικηγόρος και συγγραφέας αρκετών νομικών συγγραμμάτων. Έχαιρε βαθιάς εκτίμησης στους νομικούς κύκλους της Ιταλίας του Μεσοπολέμου και σύντομα αναδείχθηκε στη θέση του πρώτου εισαγγελέα του Τορίνο. Στα χρόνια της Κατοχής, ο Σολίνας, ένας καλοκάγαθος και ήπιος άνθρωπος στάλθηκε από την ιταλική κυβέρνηση του Μουσολίνι να υπηρετήσει, με το βαθμό του βασιλικού επιτρόπου, στο Στρατοδικείο του Αγρινίου, φέροντας το βαθμό του υποστράτηγου, αν και ποτέ δεν είχε γίνει μέλος του φασιστικού κόμματος.

Ο ίδιος γνώριζε καλά την αρχαία και νεώτερη ελληνική Ιστορία και απεχθανόταν βαθιά τα επεκτατικά σχέδια της φασιστικής κυβέρνησης της Ιταλίας, όπως άλλωστε και τους φασίστες συμπατριώτες του. Ο Σολίνας ήταν ειρηνιστής και αντιφασίστας χωρίς να είναι κομμουνιστής. Γνώριζε καλά ότι υπηρετούσε σε μια θέση στην οποία καλούταν να νομιμοποιήσει πολλά εγκλήματα των αρχών κατοχής και να επιβάλει την εξουσία τους με σιδηρά πυγμή, κάτι που τον ίδιο τον απωθούσε ιδιαίτερα. Παράλληλα συμμεριζόταν βαθιά τον αγώνα των Ελλήνων ενάντια στον κατακτητή και ιδιαίτερα τις θέσεις και απόψεις του ΕΑΜ. Παρά το γεγονός ότι κατά το πρώτο διάστημα της υπηρεσίας του έμεινε σχετικά αδρανής, ο Σολίνας επιθυμούσε διακαώς να γνωρίσει τους Έλληνες παρτιζάνους του ΕΛΑΣ, κάτι που του προσέφερε το στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ Αγρινίου, Κώστας Αυγούλης.

Στις 8 Γενάρη του 1943, ο Κώστας Αυγούλης οδήγησε το Μάριο Σολίνας, κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και άκρα μυστικότητα στο ύψωμα του Πεταλά, όπου συνάντησε τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ της περιοχής, Κίτσο Κορόζη. Μίλησαν αρκετά και ο Σολίνας δέχτηκε με ενθουσιασμό να βοηθήσει την υπόθεση του αγώνα. Στις αρχές του Μάη του 1943, θα επισκεφθεί ξανά τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, στο χωριό Βελάουστα με τη συνοδεία του ΕΑΜικού Μάρκου Καρέλλου και του χειρούργου Παναγιώτη Αντωνόπουλου. Αντικείμενο της δεύτερης συνάντησης υπήρξε η απόπειρα στρατολόγησης του Σολίνας στον ΕΛΑΣ, που ήδη συγκέντρωνε αρκετούς Ιταλούς αντιφασίστες, κάτι που ο Σολίνας αρνήθηκε καθώς δεν ήταν άνθρωπος της δράσης και του πολέμου. Επίσης, ο Σολίνας αρνούταν να δώσει πληροφορίες στον ΕΛΑΣ για τις θέσεις και τις δυνάμεις του ιταλικού στρατού, καθώς όπως προείπαμε απεχθανόταν τη βία και όσο και αν θεωρούσε τον αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δίκαιο, θεωρούσε ότι οι Ιταλοί φαντάροι ήταν παιδιά του ιταλικού λαού και ανεύθυνα για τον πόλεμο.

"Θα βοηθήσω την Αντίσταση από ανθρωπιστικής πλευράς και θα τη βοηθήσω αποτελεσματικά" είπε στον Κώστα Αυγούλη και το έπραξε δίνοντας πολύτιμες υπηρεσίες στο ΕΑΜ. Καταρχήν, με ενέργειές του, μεταφέρθηκε η έδρα του Στρατοδικείου στο Αγρίνιο για μπορεί να ελέγχει καλύτερα την κατάσταση και να βρίσκεται σε επαφή με το ΕΑΜ. Χαρακτηριστικά, επί ημερών Σολίνας, το Στρατοδικείο δεν θα εκδώσει ΚΑΜΙΑ θανατική καταδίκη. Αθώωσε το στέλεχος του ΕΑΜ "Γρηγόρη" που στο σπίτι του στέγαζε οπλοστάσιο του ΕΛΑΣ. Αθώωσε τον τριατατικό Ρέντζο από την Πρέβεζα που διενεργούσε σαμποτάζ με μεγάλη επιτυχία. Απάλλαξε από κάθε κατηγορία το στέλεχος του ΕΑΜ Βελώνη, διευθυντή στη μεγάλη αγροτική επιχείρηση "Λεσίνι" που έκρυβε μέσα στο γραφείο του οπλισμό του ΕΛΑΣ.

Σε μια άλλη περίπτωση, το Μάη του 1943, η ιταλική Μιλίτσια διενέργησε επιδρομή στο χωριό Κατούνα. Η Μιλίτσια συλλαμβάνει μετά από υποδείξεις δωσιλόγων αρκετά μέλη του ΕΑΜ και πολλούς πολίτες και στήνει κρεμάλες στην πλατεία. Με ένα αυτοκίνητο, μέλη του ΕΑΜ ειδοποιούν τον Κώστα Αυγούλη, που με τη σειρά του ειδοποιεί το Σολίνας. Παρά το γεγονός ότι ο Σολίνας δεν έχει καμιά δικαιοδοσία στη φασιστική Μιλίτσια, καταφθάνει ταχύτατα με αυτοκίνητο στην Κατούνα. Εκεί θα συναντήσει το φασίστα διοικητή της Μιλίτσια Αλφιέρι, με τον οποίο θα έχουν οξύτατη λογομαχία. Ο Σολίνας γλιτώνει όλους τους μελλοθάνατους από την κρεμάλα, πολλοί από τους οποίους έχουν ήδη τη θηλιά στο λαιμό. 

Όμως ο Αλφιέρι δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Θα καταγγείλει το Σολίνας για αντιφασιστική και προδοτική δράση στο γενικό διοικητή των ιταλικών στρατευμάτων, στρατηγό Τσελόζο. Ο Σολίνας καλείται στην Αθήνα για απολογία και κατόπιν στέλνεται στη Ρώμη για να περάσει από το ανώτατο ανακριτικό συμβούλιο. Μια καταδίκη του σημαίνει εκτέλεση. Στη Ρώμη, ο Σολίνας κατορθώνει την αθώωσή του και την άμεση επιστροφή του στο Αγρίνιο. Αντί να τρομοκρατηθεί από αυτή του την περιπέτεια, ο Σολίνας θα συνεχίσει τη δράση του πιο αποφασιστικά στο πλευρό του ΕΑΜ. Στο Στρατοδικείο του Αγρινίου "βρέχει" τώρα κυριολεκτικά, αθωωτικές αποφάσεις. Αθωώνει για παράδειγμα, κάτοχο εκρηκτικών υλών, στέλεχος του ΕΑΜ, με τη δικαιολογία ότι προφανώς, ο υπόδικος χρησιμοποιεί το δυναμίτη στο ψάρεμα. Οι Ιταλοί διοικητές και ο Αλφιέρι είναι για ακόμα μια φορά έξαλλοι. 

Στις αρχές του 1944, η Μιλίτσια ετοιμάζει σαρωτική επιχείρηση συλλήψεων στο Αγρίνιο. Σκοπεύει στο να συλλάβει τις κεφαλές του ΕΑΜ στην πόλη, καθώς και στελέχη του ΚΚΕ. Όμως ο Αλφιέρι δεν έχει υπολογίσει το Σολίνας. Ο Μάριο Σολίνας θα στείλει κρυφό σημείωμα στον Αυγούλη, στο οποίο του ζητά να κρύψει σειρά αγωνιστών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, όπως το Γιώργο Βονόρτα, το Γιώργο Καραπαπά, το Γιάννη Μπώκο, τον Τάσο Παναγόπουλο, τον Ανδρέα Τσαπέρα, το Μήτσο Παπαγιαννόπουλο, τον Κώστα Πανταζή, το Γιώργη Παπαντωνίου και πολλούς άλλους. Η Μιλίτσια δεν θα καταφέρει να βρει κυριολεκτικά κανέναν.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Μάριο Σολίνας επέστρεψε στην Ιταλία, όπου ασχολήθηκε ξανά με το επάγγελμα του νομικού. Αργότερα, θα αποσυρθεί πίσω στη γενέτειρά του, όπου θα ζήσει έως το τέλος της ζωής του.

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Η μάχη στο Κεφαλάρι Κηφισίας - 17-19/12/1944

Το παρακάτω άρθρο αφορά στη σχετικά άγνωστη, αλλά σημαντική μάχη του ΕΛΑΣ Αθήνας με τις βρετανικές δυνάμεις, στο πλαίσιο των Δεκεμβριανών συγκρούσεων του 1944. Πηγή του άρθρου αποτελεί το σημαντικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του Κώστα Μαραγκουδάκη, 80 Χρόνια Αγώνες, το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εντός.

Στη μάχη του Κεφαλαρίου Κηφισιάς που διεξήχθη του βράδυ της 17ης Δεκεμβρίου έως την 19η, έλαβαν για πρώτη φορά στην πολυτάραχη ζωή τους μέρος και τα τέσσερα αδέλφια Μαραγκουδάκη. Τα αδέλφια διέμεναν στην οδό Κύπρου 44, στην Κηφισιά και ήταν οργανωμένα στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η οικογενειακή στέγη της οικογένειας Μαραγκουδάκη στέγαζε την παράνομη έδρα του 5ου Εφεδρικού Συντάγματος Βορείων Προαστίων του ΕΛΑΣ Αθήνας. Πολιτικός γραμματέας του συντάγματος ήταν ο γραμματέας της αχτίδας του ΚΚΕ, Μίμης Νομικός και επικεφαλής του συντάγματος, ο ΕΠΟΝίτης Ν. Καρράς, φοιτητής του Πολυτεχνείου. 

Το βράδυ της 17ης, πριν την έναρξη της μάχης στο Κεφαλάρι, όπου βρισκόταν όλο το αρχηγείο και η δύναμη της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας συγκεντρώθηκαν όλα τα στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ στο σπίτι Μαραγκουδάκη. Ο Μίμης Νομικός ανακοίνωσε την επικείμενη μάχη και έκανε μια μικρή παραινετική ομιλία. Αργότερα, τα στελέχη του συντάγματος πήγαν στο Δημαρχείο Κηφισιάς όπου εκφώνησε λόγο ο Χαρίλαος Φλωράκης της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και εξόπλισε τους μαχητές του Εφεδρικού Συντάγματος. Στόχος της μάχης ήταν η διάλυση των Βρετανικών δυνάμεων στο Κεφαλάρι και η απελευθέρωση 550 αιχμαλώτων των Βρετανών.

Τα μεσάνυχτα, το Εφεδρικό Σύνταγμα του ΕΛΑΣ είχε λάβει κιόλας θέσεις στο Κεφαλάρι και ξεκίνησε την πρώτη του επίθεση ενάντια στις βρετανικές θέσεις. Σε αυτή την πρώτη έφοδο έπεσε και ο Μίμης Νομικός. Ο Γιάννης Μαραγκουδάκης κρατούσε τον τηλεβόα του συντάγματος και καλούσε τους Άγγλους να παραδοθούν, χωρίς όμως να υπάρχει αποτέλεσμα. Η μάχη εξελίχθηκε σε πόλεμο θέσεων, με τον ΕΛΑΣ να προσπαθεί να προωθηθεί διαρκώς. Τη λύση έδωσε ο Νίκος Μαραγκουδάκης, ο οποίος οδήγησε ένα μικρό τεθωρακισμένο, λάφυρο του ΕΛΑΣ ως τους τοίχους των ξενοδοχείων "Απέργης" και "Σεσίλ", βάλλοντας τις θέσεις των Άγγλων και γκρεμίζοντας τους τοίχους που τους έκρυβαν. Καθόλη τη διάρκεια της μάχης, ο Κώστας Μαραγκουδάκης είχε το ρόλο του συνδέσμου ανάμεσα στην πρώτη γραμμή πυρός και στο αρχηγείο του συντάγματος. 

Αμέσως μετά τη διάλυση των τοίχων των δύο ξενοδοχείων. Οι Άγγλοι ξεκίνησαν να παραδίδονται μαζικά. Ο Τάκης Μαραγκουδάκης και η ΕΠΟΝίτισσα Ρόζα Αϊβαλιώτη, συνόδευσαν, μαζί με άλλους ΕΠΟΝίτες τους Άγγλους αιχμαλώτους και τραυματίες στα δύο παρακείμενα ξενοδοχεία, προκειμένου να δεχτούν περίθαλψη. Ωστόσο, πουθενά στις βρετανικές θέσεις δεν βρέθηκαν οι 550 αιχμάλωτοι. 

Η μάχη στο Κεφαλάρι υπήρξε ζωτικής σημασίας γιατί πρακτικά ελευθέρωνε όλα τα Βόρεια Προάστια από την αγγλική κυριαρχία και έδινε ζωτικό χώρο στον ΕΛΑΣ Αθήνας.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Τα τραγικά γεγονότα της μάχης της Πύλης (15-16/10/1943)


Βρισκόμαστε στον Οκτώβριο του 1943, περίοδο κατά την οποία οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις έχουν εξαπολύσει μια κόλαση εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη την ελεύθερη Ελλάδα. Ενώ ο στρατηγός Ζέρβας και ο ΕΔΕΣ κωλυσιεργούν και επιδίδονται σε διαπραγματεύσεις με τις γερμανικές δυνάμεις της Ηπείρου, ο ΕΛΑΣ πιέζεται ασφυκτικά σε ολόκληρη τη χώρα. Η μάχη είναι κυριολεκτικά ζωής και θανάτου. Είτε τα τμήματά του θα αντέξουν και θα επιβιώσουν, είτε θα οδηγηθούν στην ολοκληρωτική διάλυση. Οι Γερμανοί έχουν διαθέσει για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις δύο ολόκληρες μεραρχίες, δεκάδες οχήματα, πυροβολικό και αεροπορία. Ο ΕΛΑΣ δεν διαθέτει την υπεροπλία ούτε τους αριθμούς, όμως στηρίζεται στις οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, στον απλό λαό που στέκεται πολύτιμος αρωγός και αιμοδότης του.



Σχετική εικόνα


Τη νύχτα της 15ης προς 16ης Οκτωβρίου του 1943 ένας ενισχυμένος λόχος Γερμανών κινείται από το αεροδρόμιο της Ελευσίνας με οδηγό κάποιον Έλληνα προδότη. Ο οδηγός τους, τους περνά μέσα από άγνωστα και δύσβατα μονοπάτια πίσω από τη γραμμή επιτήρησης των ανταρτών του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και βαδίζουν ενάντια του χωριού Πύλη.

Ο αιφνιδιασμός των ανταρτών είναι σύντομος. Πιστεύουν ότι ο λόχος είναι εμπροσθοφυλακή κάποιας μεγαλύτερης γερμανικής δύναμης που ακολουθεί. Την εντύπωση αυτή ενισχύουν τα γερμανικά άρματα που κινούνται στο δρόμο Ελευσίνας- Θηβών και τα αεροπλάνα που πετούν διαρκώς πάνω από την περιοχή. Ώσπου να φτάσουν στο απειλούμενο χωριό, οι αιφνιδιασμένοι αντάρτες αναλαμβάνουν την άμυνα της Πύλης, μαζί με τους κατοίκους της, που φέρουν ότι όπλο μπορεί να βρει ο καθένας. Παλιοί γκράδες, μάνλιχερ, ακόμα και κυνηγετικά δίκαννα, επιστρατεύονται για την υπεράσπιση της Πύλης. Τους αντάρτες οδηγεί ο βοσκός Στέφανος Μαλιάτσης, ένοπλος και αυτός και τους υποδεικνύει τα καλύτερα σπίτια και κτίσματα στην είσοδο του χωριού για να οχυρωθούν. 

Προς το ξημέρωμα η αργοκίνητη γερμανική φάλαγγα είναι πια ορατή και ανηφορίζει προς το χωριό. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ βλέπουν όμως κάτι που τους παγώνει. Οι "γενναίοι" στρατιώτες του Γ' Ράιχ έχουν βάλει μπροστά τους μια ανθρώπινη ασπίδα. Κρατάνε τρία μικρά παιδιά, όλα τσοπανόπουλα που έπιασαν γύρω από το χωριό. Ανάμεσά τους είναι και το μικρό παιδί του Στέφου Μαλιάτση. Κανένας αντάρτης ή Πυλιώτης δεν διανοείται να κάνει την αρχή και να πυροβολήσει. Όλοι περιμένουν την αντίδραση του πατέρα. Στιγμές περνούν στη σιωπή, ώσπου ένα βογκητό ακούγεται από τα χείλη του πατέρα: "Πυρ"!

Τα όπλα του ΕΛΑΣ παίρνουν φωτιά και θερίζουν τους πρώτους Γερμανούς, μαζί και τα τρία άτυχα παιδιά. Οι Γερμανοί πιάνουν γρήγορα θέσεις και στήνουν τα μυδράλιά τους που θερίζουν τα υψώματα και το χωριό. Ακολουθεί έφοδος των Γερμανών προς την Πύλη, η οποία ανακόπτεται από τα πυρά των ανταρτών. Σε ορισμένες θέσεις των υπερασπιστών της Πύλης, επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι πιάνονται κυριολεκτικά στα χέρια. Προς το μεσημέρι, οι Γερμανοί περιορίζονται σε μάχη θέσεων. Ξέρουν πως οι αντάρτες δεν διαθέτουν ούτε τα όπλα, ούτε τα πυρομαχικά για να κρατήσουν τις θέσεις τους για πολύ ακόμα. Δεν έχουν όμως προβλέψει το λόχο του Καλλία που αθόρυβα έχει περάσει στα μετόπισθεν τους. Ο Καλλίας δεν βιάζεται να πάρει θέσεις αλλά μελετά τον εγκλωβισμό των Γερμανών και μόνο τότε τους χτυπά ανελέητα. Η μάχη θα τελειώσει το σούρουπο.

Ο απολογισμός για τους Γερμανούς είναι βαρύς: πάνω από 80 νεκροί έχουν πέσει στις πέτρες και τα αγριόχορτα, ενώ 43 είναι οι αιχμάλωτοι και τραυματίες. Ο ΕΛΑΣ έχει 2 ή 3 νεκρούς και τραυματίες.

Ο ιερώμενος του ΕΛΑΣίτικου τμήματος Χρυσόστομος Πέπας κατεβαίνει στο πεδίο της μάχης. Αναφέρει:

"Προχωρώντας μέσα από τους 80 σκοτωμένους Γερμανούς βρέθηκα στην πιο συγκλονιστική σκηνή. Χάμω κείτονταν νεκρά τα Πυλιώτικα τσοπανόπουλα, ανάσκελα καθώς τα κορμιά τους ήταν ακόμα ζεστά. Σκύβω και τα χαϊδεύω λέγοντας συγχρόνως επικήδειες ευχές. Καθώς σηκώνομαι, αντικρίζω λίγο πιο πέρα το Στέφα να στέκεται με το όπλο στο χέρι πάνω απ' το νεκρό του παιδί. Φτάνω κοντά του και μου λέει με σπαραγμό ψυχής: Παπα- Χρυσόστομε, από βόλια γερμανικά σκοτώθηκε ο γιος μου και τα άλλα μας παιδιά ή από δικά μας βόλια; Στέφα, του απαντώ, για την πατρίδα, για την πατρίδα μας έγιναν όλα αυτά."

Το αισχρό αστικό μεταπολεμικό κράτος βάλθηκε να αποδείξει για το Στέφο ότι ήταν στην πραγματικότητα επικίνδυνος κομμουνιστής, ενώ εκείνος δεν είχε ιδέα από πολιτική και απλώς υπερασπιζόταν το σπίτι και το χωριό του. Τελικά ένας θρασύς αξιωματικός της Χωροφυλακής τον μέμφθηκε για τις φρικτές ταλαιπωρίες στις οποίες των υπέβαλαν λέγοντας:


"Ποιος σου είπε ρε να πολεμήσεις τους Γερμανούς;"


Οι 43 αιχμάλωτοι Γερμανοί κλείστηκαν στην εκκλησία των Σκούρτων, αφού πρώτα υπέγραψαν μια επιστολή προς το Γερμανό φρούραρχο της Ελευσίνας ότι εάν σεβόταν τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και εάν δεν υπήρχαν αντίποινα κατά αμάχων, το 34ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ θα άφηνε αμέσως ελεύθερους τους τραυματίες και εγγυάτο για τη ζωή των υπολοίπων. Η γερμανική απάντηση ήταν η συνηθισμένη. Μεγάλες γεραμνικές δυνάμεις περικύκλωσαν τα Δερβενοχώρια και ξεκίνησαν να καίνε και να καταστρέφουν χωριά. Ο ΕΛΑΣ έδωσε και εκεί μεγάλες και αιματηρές μάχες, χωριό το χωριό, μέχρι που αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να ελιχθεί. 

Κατά την υποχώρηση και αφού στο μεταξύ ο ΕΛΑΣ είχε προωθεί βαθιά στην ελεύθερη περιοχή του, τους Εβραίους έφθασε και η ώρα των αιχμαλώτων. Εκτελέστηκαν συνοπτικά και τάφηκαν σε έναν ομαδικό τάφο πάνω από το Κακοσάλεσι, στο Βούντιμα. 


Πηγή: Διονύσης Χαριτάτος, Άρης ο αρχηγός των ατάκτων, τόμος 3, Τόπος, Αθήνα 2013.

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Ο Τζαβέλας του ΕΛΑΣ


Μια από τις πιο γνωστές με το ψευδώνυμό τους φυσιογνωμίες που συγκέντρωσε ο ΕΛΑΣ στις γραμμές του υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο γνωστός "Τζαβέλας". Ελάχιστα ωστόσο είναι γνωστά για την προσωπικότητά του, τη δράση του και τα άλλα βιογραφικά του στοιχεία, πέρα από το γεγονός ότι συνόδευε τον Άρη, ως επιστήθιος φίλος του και μέρος της σωματοφυλακής του. Στο μικρό αυτό άρθρο θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε λίγο φως στην προσωπικότητά του.

Το πραγματικό όνομα του Τζαβέλα ήταν Γιάννης Αγγελέτος και καταγόταν από τα Τοπόλια, σημερινό Ελαιώνα Φωκίδας. Στο επάγγελμά του ήταν καλαθοπλέκτης και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ, όχι με τους πρώτους αγωνιστές, αλλά το Φεβρουάριο του 1943. Αρχικά ο Τζαβέλας, στην προσπάθειά του να εντοπίσει τον Άρη και να καταταγεί βρέθηκε στην ομάδα του Γιάννη Αγουρίδη, την οποία εγκατέλειψε εγκαίρως, ακριβώς την περίοδο που αυτή ξεκίνησε να πλιατσικολογεί, να ληστεύει τους χωρικούς και να διενεργεί υποχρεωτικές στρατολογίες. Πιθανότατα δε είναι ο Τζαβέλας που μετέφερε τις πληροφορίες για τη δράση των Αγουριδαίων στον ΕΛΑΣ, που επέφεραν τη μετέπειτα εκτέλεσή τους. 

Ο Τζαβέλας συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Άρη στο Γαρδίκι. "Η εικόνα που παρουσίαζε προκάλεσε εντύπωση ακόμα και στους παλιούς αντάρτες του ΕΛΑΣ. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος την περιγράφει ως εξής: Έχει μακριά γένια, και μαλλιά, φοράει ντουλαμά, χοντρή κάλτσα, τσαρούχια με φούντες και έναν μαύρο καλογερίστικο σκούφο. Το στήθος του βρίθει ασημικών, καδένων και φυλαχτών για κάθε περίπτωση, από το κακό μάτι έως το κακό βόλι."

Το παρελθόν του Τζαβέλα δεν υπήρξε και το καλύτερο. Μικροκλοπές, κυρίως ζώων. Συναντώντας τον Άρη, λέγεται πως έπεσε στα γόνατα και το κεφάλι του ακουμπούσε το χώμα. Πάντως ο ίδιος δεν θέλει να πάει με καμιά άλλη ομάδα ανταρτών. Θέλει μόνο κοντά στον Άρη. Του λέει:

"Κράτα με κοντά σου αρχηγέ και θα γίνω καλύτερος από εσένα. Κι άμα με πιάσεις σκάρτο, δε θα χαλάσεις σφαίρα, με το μαχαίρι σου να με σφάξεις."

Ο Τζαβέλας αποτελεί χαρακτηριστική φυσιογνωμία ορεσίβιου Ρουμελιώτη. Παρέμεινε πιστός και ακούραστος στις εντολές του Άρη και της υπόθεσης του ΕΛΑΣ. Καμιά διαταγή, όσο δύσκολη, κουραστική ή επικίνδυνη και να ήταν δεν άφηνε ανεκτέλεστη. Ωστόσο, ο Τζαβέλας δεν κατάφερε να αποβάλλει ποτέ τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης ζωής του. Εφευρετικός και έξυπνος υπήρξε ιδιαίτερα σκληρός και σπάνια υπολόγιζε οποιονδήποτε άλλο πέραν του Άρη. Σύντομα, θα τον μιμηθεί και στο ντύσιμό του. Χακί και σταυρωτά φυσεκλίκια στο στήθος. Ο Τζαβέλας προκάλεσε το ξάφνιασμα και την εντύπωση στους χωρικούς των Αρβανιτοχωρίων κοντά στην Αθήνα που είχαν συνηθίσει τους ΕΛΑΣίτες σαν έναν σχεδόν τακτικό στρατό. Το τμήμα που ήξεραν ήταν αυτό του "Ορέστη" (Αντρέα Μούντριχα), παλιού ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής και μυημένου στις αρχές του ΚΚΕ από το Νίκο Πλουμπίδη. Το τμήμα του Ορέστη τηρούσε πάντα υποδειγματική εμφάνιση, υποδειγματική πειθαρχία και ήταν πάντα αγαπητό στους ντόπιους.

Ο Τζαβέλας συνηθισμένος στα πρότυπα και τις πρακτικές της ρουμελιώτικης υπαίθρου ήρθε σε αρκετές στιγμές σε σύγκρουση με διάφορα στελέχη του ΚΚΕ που υπηρετούσαν στον ΕΛΑΣ, αλλά και με μη κομμουνιστές στρατιωτικούς του προπολεμικού αστικού στρατού. Σφοδρή σύγκρουση υπήρξε ανάμεσα σε αυτόν και τον Τζήμα (Βασίλης Σαμαρινιώτης) με αφορμή την εκτέλεση τριών γυναικών στο χωριό Σπαΐδες, που κατηγορούνταν για πόρνες των Ιταλών. Ο Τζήμας επέπληξε σφοδρά το Τζαβέλα, τον οποίο υπερασπίστηκε ο Άρης. Όμως ο Τζήμας δεν κατανοούσε την αίσθηση της οικογενειακής τιμής και της σχεδόν φεουδαρχικής απονομής δικαιοσύνης στην ελληνική ύπαιθρο, κάτι που ο Τζαβέλας κατανοούσε πλήρως. Χαρακτηριστικά, ήταν τέτοιο το ζήτημα τιμής που έθετε η πορνεία και μάλιστα με τον κατακτητή, για τις οικογένειες των τριών γυναικών, που ο αδελφός της μιας εξ αυτών, μένοντας απολύτα ικανοποιημένος με την παραδειγματική τιμωρία της αδερφής του κατατάχθηκε αμέσως στον ΕΛΑΣ. 

Το Απρίλιο του 1943, ο Άρης Βελουχιώτης θα συγκροτήσει στο χωριό Κολοκυθιά τον έφιππο ουλαμό των 25-35 "μαυροσκούφηδων" που αποτέλεσαν ταυτόχρονα την προσωπική του φρουρά, αλλά και ένα επίλεκτο σώμα "αγγέλων και διαβόλων μαζί", στους οποίους, ο Άρης ανάθετε τις πιο επικίνδυνες αποστολές. Καπετάνιος του σώματος αυτού τοποθετήθηκε ο Τζαβέλας, ο οποίος αποσπάστηκε από την ομάδα του Ορέστη. Με τους μαυροσκούφηδες θα αναλάβει δεκάδες επικίνδυνες αποστολές. 

Αμέσως μετά την Απελευθέρωση, ο Τζαβέλας ακολούθησε τον Άρη στις επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ ενάντια στο Ζέρβα, οι οποίες κατέληξαν στην εκτόπιση των θλιβερών υπολειμμάτων του ΕΔΕΣ στην Κέρκυρα. Ωστόσο, ο ΕΛΑΣ αναγκάζεται να υποχωρήσει από την Αθήνα και πρωτού, ο Άρης αντιδράσει, η ηγεσία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ έχει ήδη αποφασίσει την υπογραφή της Συνθήκης της Βάρκιζας. Στην περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας του 1945, ο Τζαβέλας θα ακολουθήσει από τους πρώτους, τον Άρη. Στην ομιλία του καταδιωκόμενου Άρη στη Λαμία, ο Τζαβέλας θα αφοπλίσει κάποιον Τάκη Σαρρή, που εμφανίζεται οπλισμένος στην αίθουσα. Στις 20/03/1945, Τζαβέλας, Άρης και η μικρή τους ομάδα στρατοπεδεύουν κοντά στα Γιάννενα. Ο Άρης αποκαλύπτει ότι σύντομα θα λάβου φύλλο πορείας από το ΚΚΕ για την Αλβανία, το οποίο θα παραλάβουν στα Γιάννενα. Ο μόνος που διαμαρτύρεται για την εγκατάλειψη της χώρας είναι ο Τζαβέλας. Στο επόμενο διάστημα το χαρτί δεν έχει φτάσει στα Γιάννενα και ο Άρης με την ομάδα του κινούνται έως τον Απρίλιο στα χωριά Άγναντα, Γεωργίτσι, Κηπουριό, Κρανιά και Μηλιά, ώστε να παραμένουν κοντά στα Γιάννενα.

Ο Άρης στέλνει το Τζαβέλα σε μια επικίνδυνη αποστολή: Να μεταμφιεστεί και να συνδεθεί με την οργάνωση του ΚΚΕ στα Γιάννενα και να ζητήσει το χαρτί της εντολής να περάσει τα σύνορα. Μια μέρα μετά, ο Τζαβέλας θα επιστρέψει με 8 ένοπλους εθελοντές αλλά χωρίς το χαρτί. Καθώς δεν βρήκε το γραμματέα του κόμματος στην πόλη, αλλά μόνο το δεύτερο γραμματέα, Γ. Βοντίτσο (Γούσια), ο οποίος δεν ήξερε τίποτε. Ο Γούσιας ωστόσο ενημέρωσε τον Άρη ότι ένα τέτοιο χαρτί μάλλον θα το παραλάβει στην Κόνιτσα. Ο Τζαβέλας ψέγει μια από τις λίγες φορές τον αρχηγό του: "Το χαρτί έπρεπε να το πάρεις όταν ακόμα ήσουν στη Ρούμελη. Αφού ξεκίνησες να φύγεις με άδεια χέρια, τώρα θέλοντας και μη όπως σου βαράνε θα χορεύεις."

Ελάχιστα άλλα είναι γνωστά για το Τζαβέλα στην μετέπειτα πορεία του με τον Άρη, εκτός από το γεγονός ότι ήταν μαζί του στο χωριό Πράμαντα σε μια από τις τελευταίες του ομιλίες. Το τέλος του, θα έρθει μαζί με αυτό του Άρη στη Μεσούντα.

Ο Γκονέζος αναφέρει:

"Αμέσως μετά το μοιραίο πυροβολισμό, οι 4-5 άνδρες που είδαν τι έγινε έτρεξαν κοντά στον πεσμένο αρχηγό τους. Ο Τζαβέλας ρίχτηκε πάνω στο άψυχο σώμα του Άρη, το αγκάλιασε και μοιρολογούσε: "Τι έκανες; τί έκανες;". Οι άλλοι κοίταζαν αμίλητοι. Τότε ο Τζαβέλας πρότεινε στους υπόλοιπους, αφού ο αρχηγός διάλεξε αυτό το δρόμο να αυτοκτονήσουν και αυτοί ομαδικά. Ο Θάνος αντέδρασε λέγοντας ότι ο Άρης δεν ήταν στα καλά του τελευταία και ο Τζαβέλας τον αποπήρε θυμωμένος. Οι υπόλοιποι έφυγαν μαζί με το Θάνο, ενώ ο Τζαβέλας έμεινε πίσω. Ο Τζαβέλας έσπασε το πιστόλι του Άρη, τον "Ελβετό" όπως τον έλεγε, έσκισε όσες φωτογραφίες και χαρτιά είχε επάνω του ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, αγκάλιασε τον αρχηγό του και τράβηξε την περόνη μιας χειροβομβίδας. Το κεφάλι του κρεμάστηκε μαζί με του Άρη στα Τρίκαλα.


Μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του Τζαβέλα (δεξιά) μαζί με τον Αμπλιανίτη


Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Για την υπόθεση Μαραθέα


Το παρακάτω άρθρο αποτελεί μια κριτική προσέγγιση στην υπόθεση της δολοφονίας του ανήλικου τέκνου της οικογένειας Μαραθέα, Γιώργο, που έχασε τη ζωή του όντας αιχμάλωτος του ΕΛΑΣ. Πρόκειται για ένα ζήτημα που παραμένει ελάχιστα διερευνημένο και σημαντικές του πτυχές σκιάστηκαν και σκιάζονται από την εμφυλιακή αστική προπαγάνδα. Το άρθρο αυτό θα επιχειρήσει να φωτίσει ορισμένες πτυχές της υπόθεσης.


Το ιστορικό της οικογένειας Μαραθέα πριν και κατά την Κατοχή


Η οικογένεια Μαραθέα υπήρξε μια από τις γνωστότερες οικογένειες μεγαλοτσιφλικάδων της εποχής του Μεσοπολέμου, με έδρα το χωριό Τσόμπα (σημερινό Νέο Μοναστήρι Δομοκού). Στην κατοχή της βρίσκονταν πολλά χωράφια στα οποία εργάζονταν εκατοντάδες κολίγοι σε συνθήκες πείνας. Το 1925, ο Νίκος Μαραθέας είχε χάσει με αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρος των κτημάτων του, τα οποία είχαν δοθεί σε 216 οικογένειες προσφύγων από το Μεγάλο Μοναστήρι Βουλγαρίας. Η οικογένεια Μαραθέα είχε απαντήσει με βία, εξοπλίζοντας τραμπούκους που επιτέθηκαν στους πρόσφυγες και χύθηκε αίμα. Η Επιτροπή Προσφύγων αποφάσισε κατόπιν να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες στα χωριά Τσόμπα και Μπικλερέρ, σε σπίτια που είχαν εγκαταλειφθεί από Τούρκους. 

Σταδιακά, οι πρόσφυγες, αλλά και πολλοί μικροϊδιοκτήτες και φτωχοί αγρότες της περιοχής μετατράπηκαν σε φτωχούς κολίγους της οικογένειας Μαραθέα.

Στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, ο Μαραθέας ξεκίνησε να συνεργάζεται και να σχετίζεται με τις ιταλικές αρχές κατοχής, ενώ οι κολίγοι στα κτήματά του έμεναν απλήρωτοι και λιμοκτονούσαν. Το καλοκαίρι του 1942, πεινασμένοι κολίγοι του Μαραθέα έσπασαν τις πόρτες των αποθηκών του και πήραν τρόφιμα τα οποία μοιράστηκαν, καθώς η πείνα, στην οποία ο Μαραθέας τους είχε υποβάλλει είχε φθάσει στο απροχώρητο. Ο Μαραθέας κάλεσε τους Ιταλούς και υπέδειξε τους πρωταίτιους της μικρής αυτής εξέγερσης. Οι Ιταλοί έσπευσαν να κάψουν τα σπίτια όσων ο Μαραθέας υπέδειξε και εκτέλεσαν έντεκα χωρικούς. Οι εκτελεσθέντες ήταν οι εξής:

Σιδέρης Γιαλαμούδης
Ιωάννης Γκανίδης του Κυριάκου
Ιωάννης Γκανίδης του Στεργίου
Μόσχος Γκανίδης
Λάμπρος Γκανίδης
Στέργιος Γκανεολούδης
Νικόλαος Νατούδης
Στέφος Στεφούδης
Μιχάλης Τερζίδης
και δύο ακόμα των οποίων τα ονόματα παραμένουν άγνωστα.

Καθώς τα νέα της εκτέλεσης έγιναν γνωστά στον ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης και η ομάδα του έφθασαν βράδυ στο υποστατικό του Μαραθέα και αφού το κύκλωσαν εκτέλεσαν επί τόπου τον πατέρα της οικογένεια και αυτουργό της εκτέλεσης Νίκο Μαραθέα. Την εκτέλεση ανέλαβε σύμφωνα με τις πηγές, ο Θεσσαλός αντάρτης του ΕΛΑΣ, Κωσταράς, πρώην εργάτης γης της οικογένειας Μαραθέα. Φεύγοντας, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ πήραν ως ομήρους τους, τον ανήλικο γιο της οικογένειας Μαραθέα, καθώς και τον Αλέκου Τράκα, επίσης ανήλικο γιο του επιστάτη της οικογένειας.

Παράλληλα, ο Άρης άφησε πίσω του επιστολή στη χήρα Μαραθέα, στην οποίο απαιτούσε να δοθούν, όχι λύτρα, όπως θα το ήθελαν πολλοί "μελετητές" της υπόθεσης, αλλά αποζημιώσεις για τις οικογένειες των εκτελεσθέντων κολίγων. Η εκτέλεση έγινε ταχύτατα γνωστή στον αγροτικό κόσμο της περιοχής, ο οποίος σχεδόν στο σύνολό του, την αντιλαμβανόταν ως απονομή δικαιοσύνης. Μια ακόμα πτυχή της απαγωγής σχετίζεται, από το Διονύση Χαριτόπουλο, και κατά τη γνώμη μας ορθά, με την αποφυγή αντιποίνων των Ιταλών και της οικογένειας Μαραθέα, στους χωρικούς της περιοχής.


Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ


Η είδηση για τη δολοφονία Μαραθέα και την απαγωγή των δύο ανηλίκων έφθασε γρήγορα στις αθηναϊκές αστικές εφημερίδες, οι οποίες αλλοίωσαν το περιεχόμενο της επιστολής του Άρη και τον κατηγόρησαν ότι, ως άλλος "Νταβέλης" και "κατσαπλιάς" ζητά λύτρα για τα δύο ανήλικα παιδιά. Την είδηση της δολοφονίας και της απαγωγής ενημερώνεται και το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Το παραπάνω προκαλεί ευθεία και άμεση ρήξη του Άρη Βελουχιώτη με τις κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ Ρούμελης, καθώς και αυτές του ΕΑΜ, οι οποίες ζητούν την άμεση απελευθέρωση των δύο παιδιών. Πρόκειται για μια ακόμα πτυχή της υπόθεσης Μαραθέα, που συσκοτίζεται ή παραλείπεται, κυρίως από όσους "μελετητές" επιθυμούν να τραβήξουν ευθείες γραμμές ανάμεσα στην απαγωγή Μαραθέα και το ΚΚΕ, εκεί που αυτές δεν υπάρχουν.

Καθώς ο Άρης αρνείται την απελευθέρωση των δύο παιδιών, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ ζητούν την άμεση αντικατάστασή του στην αρχηγεία του ΕΛΑΣ. Πρόκειται για μια βαθιά ρήξη, όχι η πρώτη, που δημιουργείται ανάμεσα στον Άρη και το κόμμα του, αλλά και στο ΕΑΜ. 

Ωστόσο, ο Άρης είναι και θα παραμείνει επικεφαλής του ΕΛΑΣ, όποιες ενστάσεις και αν έχει το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Τα χωριά της Ρούμελης και της Θεσσαλίας τον θεωρούν ως μοναδικό αρχηγό των ανταρτών και ο ΕΛΑΣ μαζικοποιείται ακόμα και αν ο Άρης βρίσκεται σε κακές σχέσεις με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Παράλληλα, οι οργανώσεις της Ρούμελης και της Θεσσαλίας εξακολουθούν να προφυλάσσουν τον Άρη και την ομάδα του και να τους τροφοδοτούν.

Στην υπόθεση Μαραθέα θα εμπλακεί τη στιγμή αυτή ένα νέο πρόσωπο: Ο Άθως Ρουμελιώτης.



Ο Άθως Ρουμελιώτης


Ο Άθως Ρουμελιώτης ή Σωκράτης Γκέκας ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός του τακτικού στρατού και από τα πρώτα μέλη της ομάδας του Άρη Βελουχιώτη. Ο ίδιος ενστερνιζόταν πλήρως αρκετά αστικά ιδεολογήματα περί ιεραρχίας, που προέρχονταν κυρίως από τη θέση του στον προπολεμικό κυβερνητικό στρατό. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος αναφέρει ότι ο Άθως πληροφορήθηκε από έναν ηγούμενο ότι ο Άρης ήταν κομμουνιστής και μέλος του ΚΚΕ και συγκλονίστηκε βαθιά. Από τη στιγμή εκείνη, ο Άθως έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να αποσχιστεί από τον ΕΛΑΣ και τον Άρη, πιστεύοντας παρόλα αυτά στην υπόθεση της απελευθέρωσης, η οποία όμως δεν συνεπαγόταν και την κοινωνική απελευθέρωση.

Τον Αύγουστο του 1942, οι επικεφαλής του ΕΛΑΣ συσκέπτονται για τη συγχώνευση των αρχηγείων Δομοκού- Ευρυτανίας. Σε κάποια στιγμή, ο Άρης θα πάρει παράμερα το Νάκο Μπελλή και θα του δηλώσει ότι ανησυχεί για τον Άθω, ο οποίος επιθυμεί το δικό του καπετανάτο και επιβουλεύεται την ενότητα του ΕΛΑΣ. Ο Μπελλής, πρόσφατο μέλος του ΚΚΕ επιβεβαιώνει τις υποψίες του Άρη και του επισημαίνει ότι από τότε που ο Άθως πληροφορήθηκε την κομματική του ιδιότητα, φέρνει διαρκώς αντιρρήσεις και είναι ιδιαίτερα επικριτικός. 

Τον Οκτώβριο του 1942, οι υποψίες του Άρη θα επιβεβαιωθούν. Ο Άθως Ρουμελιώτης θα κάνει επίσημη πρόταση στο Νάκο Μπελλή για ανεξαρτητοποίησή τους από τον ΕΛΑΣ και τη δημιουργία του δικού τους καπετανάτου. Κατά την άποψη ορισμένων πηγών, ο Μπελλής αρνήθηκε την πρόταση και αποχώρησε, ενώ κατά άλλες, ο Μπελλής δέχθηκε την πρόταση, έως ότου συνειδητοποίησε και αυτός, ότι το κύρος του Άθου ήταν μικρό ανάμεσα στους μαχητές του ΕΛΑΣ και διαχώρισε τη στάση του, αποχωρώντας με τους μαχητές του, στο Δομοκό.

Σε κάθε περίπτωση, οι ΕΑΜικές οργανώσεις της Ρούμελης έθεσαν τον Άθω Ρουμελιώτη ως επικεφαλής του Αρχηγέιου Ρούμελης, μαζί με τον Ερμή (Βασίλη Πριόβολο) και τον Καπλάνη, αναθέτοντάς τους τη δημιουργία τακτικού απελευθερωτικού στρατού. Όποια όμως και αν ήταν η απόφαση του ΕΑΜ, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική: Ο Άρης συγκέντρωνε σταδιακά δεκάδες νέους μαχητές, είχε μεγάλο κύρος στον αγροτικό κόσμο και έδινε ήδη μικρές αλλά νικηφόρες μάχες με τον κατακτητή. Από την άλλη πλευρά, ο Άθως δεν διέθετε κανένα κύρος και αδρανούσε για μεγάλο διάστημα. Τελικώς, η ομάδα του Άθου Ρουμελιώτη θα αποκοπεί τελείως από τον ΕΛΑΣ, από τον οποίο θα διαλυθεί το 1944. Ο ίδιος ο Άθως θα καταφύγει στην Αθήνα, όπου θα παραμείνει αμέτοχος σε οποιαδήποτε ιστορική εξέλιξη της εποχής, μέχρι το τέλος της ζωής του.


Το σχέδιο δολοφονίας του Άρη Βελουχιώτη


Ένα ακόμα στοιχείο, το οποίο πολλοί "μελετητές" της υπόθεσης Μαραθέα παραλείπουν, αποτελεί το γεγονός ότι μετά την απαγωγή των δύο ανηλίκων, η οικογένεια Μαραθέα δεν έπαψε το δωσιλογικό της έργο. Το 1942 και για ένα μικρό διάστημα, ο ληστής Θανάσης Βουρλάκης, αδελφός του μετέπειτα παρακρατικού συμμορίτη του Εμφυλίου, εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Ωστόσο, συνέχιζε αδιάκοπα τα πλιάτσικα και τις ληστείες σε διάφορα χωριά του Δομοκού, γεγονός που έφθασε στον ΕΛΑΣ και τον Άρη. Σε κάποια στάση της ομάδας του Άρη στο χωριό Γιαννιτσού, οι κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ έστειλαν μήνυμα στον Άρη σχετικά με το Θανάση Βουρλάκη και την οικογένεια Μαραθέα. Ο Βουρλάκης και ο φίλος του και συνεργός των Ιταλών Πατακιάς σχεδίαζαν, μαζί με την οικογένεια Μαραθέα και τους Ιταλούς τη δολοφονία του Βελουχιώτη. Ο Βουρλάκης θα δολοφονούσε τον Άρη και με τους Ιταλούς θα εγκλώβιζαν τους αντάρτες σε κάποια κοντινή τοποθεσία, διαλύοντας τον ΕΛΑΣ και απελευθερώνοντας τον γιο Μαραθέα. Εν τέλει, ο Βουρλάκης εκτελέστηκε άμεσα από τον ΕΛΑΣ και τα σχέδια των Ιταλών και της οικογένειας Μαραθέα τελείωσαν άδοξα.

Σαφώς, το παραπάνω περιστατικό δεν δικαιολογεί τη δολοφονία του γιου Μαραθέα, που όπως θα δούμε παρακάτω δεν επιθυμούσε ούτε ο Άρης, ούτε ο ΕΛΑΣ, ούτε το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, απλώς ως στοιχείο παρατίθεται εδώ, προκειμένου να αναδειχθεί το γεγονός ότι ακόμα και μετά την προειδοποιητική εκτέλεση του Νίκου Μαραθέα, η οικογένεια συνέχισε τη δωσιλογική της δραστηριότητα.


Η δολοφονία Μαραθέα 


Ο μικρός Γιώργος Μαραθέας φαίνεται πως δολοφονήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1942, από τα χέρια κάποιου αντάρτη του ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Αχιλλέας. Η δολοφονία Μαραθέα, κατά ορισμένους "μελετητές" αποδίδεται στην ίδια την εντολή του Άρη, ενώ υπάρχουν ακόμα και αισχρές και ατεκμηρίωτες εικασίες ότι ο Άρης είχε βιάσει τον 13χρονο και εξ αιτίας αυτού επιθυμούσε το θάνατό του.

Ωστόσο, δεκάδες πηγές τεκμηριώνουν με σαφήνεια ότι ο Άρης Βελουχιώτης δεν βρισκόταν καν κοντά στο χωριό Κολοκυθιά Φθιώτιδος, όπου έγινε η δολοφονία, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ηθικός αυτουργός της δολοφονίας δεν υπήρξε ο Άρης, αλλά ο Άθως Ρουμελιώτης. Απουσία του Άρη ο Άθως Ρουμελιώτης έδωσε την εντολή αυτή δικαιολογώντας την με το επιχείρημα ότι η μάνα του Μαραθέα δεν είχε ακόμα καταβάλλει το ποσό αποζημίωσης στις οικογένειες των εκτελεσθέντων.

Σαφώς όμως, το ζήτημα αυτό είναι ένα ζήτημα πηγών. Πρώτη σημαντική πηγή για την ηθική αυτουργία του Ρουμελιώτη προέρχεται από τις δύο ξεχωριστές και αξιόλογες έρευνες των Γιάννη Χατζηπαναγιώτου και Διονύση Χαριτόπουλου, σύγχρονων βιογράφων του Άρη Βελουχιώτη, οι οποίοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: Η ηθική αυτουργία της δολοφονία βαραίνει το Ρουμελιώτη, ενώ το παιδί δολοφονείται απουσία του Άρη. Το παραπάνω υποστηρίζει επίσης ο συμπολεμιστής του Άρη, Ηλίας Αρμάγος, ο οποίος όντας ο ίδιος μέλος της ομάδας του Άρη, έζησε από κοντά τα γεγονότα. Τέλος, σημαντικότερη ενδεχομένως μαρτυρία είναι αυτή του Αλέκου Τράκα, του δεύτερου ανήλικου αιχμαλώτου του ΕΛΑΣ, ο οποίος επέζησε του πολέμου και σπούδασε στη Νομική. Ο ίδιος ο Τράκας υποστήριξε ότι είχε προσωπικά ακούσει τον Άρη να δίνει κατηγορηματική εντολή στον Άθω Ρουμελιώτη, να μην πειραχθεί κανένα από τα δύο παιδιά.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που δημιουργούνται εδώ είναι το γιατί ο Άθως Ρουμελιώτης επιθυμούσε τη δολοφονία Μαραθέα. Προφανώς, ο Ρουμελιώτης δεν έδωσε μια τέτοια εντολή, λόγω κάποιας στρεβλής αίσθησης ταξικής συνείδησης. Μια πρώτη και ίσως η ορθότερη σκέψη πάνω στους σκοπούς του Ρουμελιώτη, που εξυπηρετούσε η δολοφονία Μαραθέα είναι ότι ανάμενε τη κατακραυγή του Βελουχιώτη από τις λαϊκές μάζες της Ρούμελης και της Θεσσαλίας για το έγκλημα, που έτσι κι αλλιώς οι αστικές εφημερίδες του είχαν χρεώσει. Το παραπάνω θα είχε σοβαρό αντίκτυπο στο ηθικό των ανταρτών και στο κύρος του Άρη ανάμεσά τους. Ασφαλώς, η αποτρόπαια πράξη του Ρουμελιώτη επέφερε τα αντίθετα αποτελέσματα, καθώς φαίνεται ότι πολλοί γνώριζαν τις προθέσεις του απέναντι στο παιδί. Παράλληλα, αν ο Ρουμελιώτης κατόρθωνε να στοχοποιήσει τον Άρη, οι οργανώσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ που ήδη είχαν τεταμένες σχέσεις μαζί τους, ενδέχεται να τον διέγραφαν και να τον αποκήρυσσαν, ενισχύοντας έτσι τη θέση του Ρουμελιώτη ως επικεφαλής των ανταρτών. Μια δεύτερη εκδοχή, λιγότερο πιθανή, σχετίζεται με το γεγονός ότι τα δύο παιδιά παρέμειναν αρκετό καιρό μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, ώστε να γνωρίζουν πρόσωπα και δεδομένα. Η απελευθέρωσή τους εγκυμονούσε λοιπόν κινδύνους, καθώς αυτά θα μπορούσαν να αποκαλύψουν πρόσωπα και δίκτυα που στήριζαν τον ΕΛΑΣ, μέσω του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Ωστόσο, η εκδοχή αυτή μάλλον δεν ευσταθεί, καθώς ο Ρουμελιώτης θα επέλεγε τη δολοφονία και των δύο παιδιών και όχι μόνο αυτή του Γιώργου Μαραθέα.

Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση Μαραθέα χρήζει εκτενέστερης και βαθύτερης έρευνας. Αποτελεί ένα μελανό σημείο στην ιστορία της Κατοχής, όχι ωστόσο σε αυτή του ΕΑΜικού κινήματος. Ο Γιώργος Μαραθέας δολοφονήθηκε από έναν αστό αξιωματικό, άσχετο ιδεολογικά με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Σαφώς μπορεί κανείς να προσάψει στον Άρη Βελουχιώτη λανθασμένες επιλογές, που εκτείνονται κυρίως σε δύο ζητήματα: 

Πρώτον, την επιλογή του Άθου Ρουμελιώτη στη διοίκηση των ανταρτών του ΕΛΑΣ.
Δεύτερον, την επιλογή του μέσου της απαγωγής για την εξασφάλιση των πολιτών απέναντι στην οικογένεια Μαραθέα και τους Ιταλούς.

Ας εξετάσουμε όμως αυτά τα δύο ζητήματα εκτενέστερα.

Στη γέννησή του, ο ΕΛΑΣ έπρεπε να αντιμετωπίσει αναγκαστικά πολλούς ληστές της Ρούμελης και της Θεσσαλίας, ορισμένοι από τους οποίους εντάχθηκαν στις γραμμές του, ενώ άλλοι διαλύθηκαν από αυτόν. Οι λόγοι για το παραπάνω είναι πολλοί. Οι ληστές, σε συνθήκες πείνας αποτελούσαν πληγή για τον κόσμο της επαρχίας, κατείχαν όπλα και πολύτιμα δίκτυα τροφοδοσίας, γνώριζαν καλά τη γεωγραφία της περιοχής τους, ενώ εύκολα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και από τον κατακτητή ενάντια στον ΕΛΑΣ. Παράλληλα, ο ΕΛΑΣ είχε απελπιστική ανάγκη από αξιωματικούς και στελέχη του τακτικού στρατού, που θα του προσέφεραν την πολύτιμη οργάνωση και τις γνώσεις τους προκειμένου αυτός να εξελιχθεί σε πραγματικό τακτικό στρατό. Έτσι, το 1942, ένας αξιωματικός του στρατού, όπως ο Άθως Ρουμελιώτης ήταν πολύτιμο κεφάλαιο για τον ΕΛΑΣ και η ένταξή του στη διοίκηση των ανταρτών αποτελούσε λογικό και φυσικό βήμα. Ας σημειωθεί ότι στα πρώτα βήματα του ΕΛΑΣ, ο Άθως Ρουμελιώτης και ο Άρης Βελουχιώτης ήταν οι δύο μοναδική αξιωματικοί με στρατιωτική πείρα.

Κατά δεύτερον, το μέσον της απαγωγής των οικείων αποτελούσε πάγια πρακτική της ληστείας την περίοδο του Μεσοπολέμου και πράγμα φυσικό για τον κόσμο της επαρχίας. Η πρακτική αυτή που εφαρμοζόταν ήδη από την εποχή του 1840, όσο ασύμβατη και αν φαίνεται με τον κοινωνικό-εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τις επαναστατικές πρακτικές του ΚΚΕ, αποτελούσε μοναδική σίγουρη θωράκιση απέναντι στις κατοχικές αρχές και τους τσιφλικάδες συνεργάτες τους. Δεν προκαλεί λοιπόν εντύπωση που χρησιμοποιήθηκε, από έναν στρατό που ενσωμάτωνε ενόπλους, περιορισμένου αριθμού, σε συνθήκες ζωής και δράσης σχεδόν ίδιες με αυτές των ληστών (ανάγκη για ελιγμούς, διαμονή στην ύπαιθρο, περιορισμένος οπλισμός, πανοπλία του αντιπάλου κτλ). Απόδειξη για την αποτελεσματικότητα του μέσου της απαγωγής αποτελεί το γεγονός ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε από τον ΕΛΑΣ και σε άλλες περιπτώσεις, αρκετά μεταγενέστερα, όπως η απαγωγή της συζύγου Τσικνιά στην Αιτωλοακαρνανία. Τέλος, απόδειξη για την ποιότητα και την ηθική ανωτερότητα του ΕΛΑΣ προς τον αντίπαλο αποτελεί το γεγονός ότι σε καμιά άλλη περίπτωση, απαχθέντα μέλη οικογενειών που σχετίζονταν με τον κατακτητή δεν κακοποιήθηκαν ή δολοφονήθηκαν. Αντιθέτως, απελευθερώθηκαν με την αποχώρηση των κατακτητών.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε το γεγονός ότι η δολοφονία Μαραθέα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της βίας ενός πολέμου, της πείνας, των μαζικών θανάτων και του σταδιακού εγκλιματισμού των ιστορικών υποκειμένων με την απώλεια της ζωής. Ο τραγικός θάνατος του Γιώργου Μαραθέα δεν αποτελεί άλλωστε παρά έναν ακόμα θάνατο παιδιού, στην περίοδο της Κατοχής, όπου δεκάδες άλλα παιδιά έχασαν τη ζωή τους στα αντίποινα, από την πείνα, από τα βασανιστήρια και τις κακουχίες, τις ασθένειες και τις σφαίρες του κατακτητή και των ντόπιων συνεργατών του.







Πηγές


Διονύσης Χαριτόπουλος, Άρης ο αρχηγός των ατάκτων, Τόπος, τόμος Α, Αθήνα 2013, 52-53 και 56-58.
Γιάννης Χατζηπαναγιώτου, Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, Δωρικός, Αθήνα 1997.
Συλλογικό έργο, Εγώ είμαι ο Νάκος Μπελλής καμάρι της Ομβριακής, ΤΟ ΚΚΕ Φθιώτιδας, Αθήνα 2017, 34-35 και 37-38
Μαρτυρία Ηλία Αρμάγου, συμπολεμιστή του Άρη Βελουχιώτη, "Ριζοσπάστης", 03/10/1997, 10.
Περικλής Ροδάκης, "Τότε", 122. 


Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Νάκος Μπελλής - Το καμάρι της Ομβριακής- Μέρος 6ο


Συνέχεια

Η πρώτη κοινή επιχείρηση των τμημάτων Μπελλή- Διαμαντή στο Κυριακοχώρι


Τα συγκροτήματα Μπελλή και Διαμαντή, σύντομα αποφάσισαν να κινηθούν μαζί προς την επίτευξη ενός σημαντικού στόχου, τη διάλυση και εξόντωση των τμημάτων του δωσιλόγου και συνεργάτη των Γερμανών Κρανιά που αποτελούσαν και την κύρια δύναμη καταδίωξης στην περιοχή. Καθώς βέβαια το σώμα Κρανιά ήταν και μεγαλύτερο και αρτιότερα εξοπλισμένο, η διάλυσή του απαιτούσε κάποια ενέδρα ή παγίδα. Έτσι, αποφασίστηκε να διενεργηθεί κοινή επιχείρηση των δύο συγκροτημάτων, τα οποία κινήθηκαν προς το Γαρδίκι και κατέλαβαν τα υψώματα πάνω από τα Αργύρια. Ο καιρός όμως δεν ευνοούσε την επιχείρηση, καθώς το κρύο, η ομίχλη και η βροχή εμπόδιζαν την ορατότητα. 

Αναπάντεχα, το απόσπασμα του Κρανιά άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς τη Στάγια- Κυριακοχώρι. Σε λίγο άλλαξε ξανά πορεία και κατευθύνθηκε προς τα Αργύρια, όπου οι αντάρτες το έχασαν από τα μάτια τους. Προς το βράδυ πληροφορήθηκαν ότι το τμήμα Κρανιά στάθμευσε σε ένα γούπατο κοντά στο Κυριακοχώρι, όπου έμειναν και οργάνωναν τις θέσεις τους για τη νύχτα.

Με το χάραμα της 6ης Δεκέμβρη 1946 ξεκίνησε η μάχη που διήρκησε μέχρι τις 2 η ώρα το μεσημέρι και ήταν πολύ σκληρή. Το τμήμα Μπελλή είχε πάρει θέσεις πίσω από τον καταυλισμό του Κρανιά, στο δρόμο για Στάγια- Γαρδίκι, ενώ του Διαμαντή διενέργησε την κεντρική επίθεση. Παράλληλα, ο μαχητής Παναγιώτης Ζάρας είχε τοποθετηθεί με το πολυβόλο του και μικρή ομάδα μαχητών σε κατάλληλη θέση ώστε να εμποδίσει τη διάρρευση του Κρανιά προς το Νικολίτσι. 

Στις 2 το μεσημέρι, η πίεση στις θέσεις του Κρανιά έγινε αφόριτη και οι άνδρες του άρχισαν να διαλύονται άτακτα. Ένας από τους πρώτους που εγκατέλειψε τη θέση του ήταν ο υπομοίραρχος της Χωροφυλακής Δημοσθένης Χαλντούπης. Όσοι προσπάθησαν να διαφύγουν προς τη Στάγια έπεσαν στις θέσεις του Μπελλή και αποδεκατίστηκαν κυριολεκτικά, όπως και όσοι επιχείρησαν να φύγουν προς το Νικολίτσι. Εισερχόμενα τα τμήματα των ανταρτών στον καταυλισμό του Κρανιά τον βρήκαν γεμάτο νεκρούς και τραυματίες, που ξεπερνούσαν τους 25. 

Οι μαχητές κατέλαβαν άφθονα πυρομαχικά, όλμους, οπλισμό, ιματισμό και αντίσκηνα. Αργότερα, η ομάδα αυτοάμυνας του Νικολιτσίου ειδοποίησε τα συγκροτήματα ότι και εκείνοι είχαν αιχμαλωτίσει άνδρες του Κρανιά που έφτασαν πανικόβλητοι στο Νικολίτσι. Λίγες ώρες μετά, τα συγκροτήματα μπήκαν στο Γαρδίκι, όπου περιποιήθηκαν τους τραυματίες τους.


Η μάχη της Υπάτης


Στις 31 Δεκεμβρίου 1946, τα δύο συγκροτήματα επέλεξαν ως επόμενο στόχο τους την εξουδεταίρωση των κυβερνητικών δυνάμεων στην κωμόπολη της Υπάτης. Η άμυνά της αποτελούταν από την υποδιοίκηση της Χωροφυλακής, αποτελούμενη από 18 άνδρες και από εξοπλισμένους παρακρατικούς των γύρω χωριών.

Στις 31 Δεκεμβρίου, τα συγκροτήματα Μπελλή- Διαμαντή επιτέθηκαν κυκλωτικά στην Υπάτη και έδωσαν σκληρή και πολύωρη μάχη. Προς το μεσημέρι μόνο η Χωροφυλακή πρόβαλε κάποια αντίσταση, καθώς ανάμεναν ενισχύσεις από τη Λαμία, οι οποίες δεν έφθασαν ποτέ. Όταν οι αντάρτες άβαλαν φωτιά στο σταθμό της Χωροφυλακής, η εναπομείναντες χωροφύλακες παραδόθηκαν. Ότι απέμενε από τη φρουρά του σταθμού Χωροφυλακής αιχμαλωτίστηκε και καταλήφθηκαν εφόδια, οπλισμός και πυρομαχικά. Στη μάχη, σκοτώθηκε ο μόνιμος αξιωματικός του συγκροτήματος Διαμαντή, Βαγγέλης Χείλαρης (Εύριπος), ο οποίος τάφηκε επίσημα, στο νεκροταφείο της κωμόπολης. Αργότερα, οι χωροφύλακες ξέθαψαν το κορμί του και μετέφεραν το κεφάλι του προς έκθεση στη Λαμία. 


Τέλη 1946- Αρχές 1947


Στις 27 Δεκεμβρίου 1946, δημιουργείται το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ.

Στις 12 Γενάρη 1947, ο Γούσιας έφθασε στη Ρούμελη και συναντήθηκε με το Διαμαντή και το Μπελλή, όπως και με τους επικεφαλής άλλων ομάδων των ανταρτών.

Στις 25 Γενάρη 1947, συγκροτήθηκε στα Αργύρια το αρχηγείο Ρούμελης του ΔΣΕ από τους: Γούσια (Γιώργη Βοντίτσιο), Νίκο Τριανταφύλλου, Χαρίλαο Φλωράκη, Γιάννη Αλεξάνδρου και Βασίλη Πριόβολο (Ερμή). Την ίδια ημέρα δημιουργήθηκαν τα αρχηγεία:

Παρνασσίδας, με επικεφαλής το Διαμαντή.
Οίτης, με επικεφαλής τους Μπελλή- Παλαιολόγο.
Δυτικής Στερεάς, με επικεφαλής τον Παπούα.
Ευρυτανίας, με επικεφαλής τον Ερμή.
Όθρυος, με επικεφαλής τον Περικλή.

Στις 6 Φλεβάρη 1947, τμήματα του ΔΣΕ χτύπησαν τη Σπερχειάδα και αποδεκάτισαν το απόσπασμα Κρανιά, το οποίο επιχειρούσε να ανασυσταθεί εκεί.

Στις 08-08 Μάρτη 1947, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου επιτέθηκε στα Κάψια Τυμφρηστού, μαζί με τμήματα του αρχηγείου Ρούμελης και τον Χαρίλαο Φλωράκη. Η μάχη κράτησε για λίγο και σύντομα, οι στρατιώτες και χωροφύλακες που βρίσκονταν στο χωριό παραδόθηκαν. Καταλήφθηκαν πολλά εφόδια, οπλισμό, ιματισμός και πυρομαχικά.

Στις 22 Μάρτη 1947 ξεκινούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις από τη 71η και 72η Ταξιαρχία, μαζί με δύο τάγματα Εθνοφυλακής και ΜΑΥ-ΜΑΔ. 

Στις 24 Μάρτη 1947, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου δίνει σκληρές μάχες με τα κινούμενα τμήματα του αντιπάλου, τα οποία καθηλώνει. Ο λόχος του Κρανιά διαλύεται για τρίτη φορά τελείως. Καταλαμβάνεται σημαντικός οπλισμός, πυρομαχικά, εφόδια και ιματισμός.

Στις 28 Μάρτη 1947, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου δέχεται επίθεση της αεροπορίας, την οποία αντιμετωπίζει χωρίς απώλειες.


Ιούλιος 1947, από αριστερά: Μπελλής, Τριανταφύλλου και Διαμαντής


Η επιχείρηση στη Σπερχειάδα


Στις αρχές του Απρίλη 1947, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου και οι διοικήσεις των άλλων αρχηγείων αποφασίζουν να δώσουν καίριο πλήγμα στον αντίπαλο, στη Σπερχειάδα. Ο στόχος επιλέχθηκε να είναι αυτή η κωμόπολη καθώς εκεί βρισκόταν το κέντρο ανεφοδιασμού του αντιπάλου και αποτελούσε έδρα δυνάμεων του κυβερνητικού στρατού και των συμμοριών που εξορμούσαν στη Δυτική Φθιώτιδα. 

Στις 5-6 Απρίλη, οι δυνάμεις που θα λάμβαναν μέρος στην επιχείρηση συγκεντρώθηκαν στα Μάρμαρα, μαζί με 80-100 μεταγωγικά που θα μετέφεραν τα λάφυρα της μάχης. Ο Μπελλής θα πήγαινε με μια διμοιρία στο Λυχνό και θα κάλυπτε τον τομέα της Υπάτης. Η μάχη στη Σπερχειάδα κράτησε για περίπου μιάμιση ώρα, οπότε οι κυβερνητικές δυνάμεις την εγκατέλειψαν και διέφυγαν προς τη Μακρακώμη. Οι νεκροί των κυβερνητικών δυνάμεων υπήρξαν πολλοί, όπως και οι τραυματίες. Από το ΔΣΕ οι απώλειες ανέρχονταν σε έναν νεκρό, το Χρήστο Μαλισιώτη από τον Τύρναβο και έναν τραυματία, το Γιώργο Παπά (Ζοργιός) από τη Δρανίστα. Στις αποθήκες της πόλης που βρίσκονταν στο σχολείο προς το δρόμο για Παλιοβράχα, οι μαχητές του ΔΣΕ ανακάλυψαν οπλοπολυβόλα, πολυβόλα "Βίκερς", άφθονα πυρομαχικά, ιματισμό, άρβυλα, φάρμακα και τρόφιμα, τα οποία μετέφεραν στην έδρα τους. 

Με το πρώτο πρωινό φως, κοντά στην πόλη ακούστηκαν κινητήρες αεροπλάνων, ενώ παρά το γεγονός ότι τα νέα για την κατάληψη της Σπερχειάδας είχαν φθάσει στη Μακρακόμη, το πυροβολικό που έδρευε εκεί απέφυγε την εμπλοκή, πιθανώς επειδή φοβήθηκαν την κατάληψη και της Μακρακόμης.


Ο Μπελλής άρρωστος


Έξι ημέρες μετά τη μάχη στη Σπερχειάδα, ο Μπελλής διαπιστώθηκε πως βρισκόταν σε προφυματικό στάδιο, ενώ υπέφερε ακόμα από σταφυλόκοκκο στα πόδια του. Με την ανακατάταξη των αρχηγείων, το Μάη του 1947 και προφανώς λόγω της κατάστασης της υγείας του, ο Μπελλής τοποθετείται στη θέση του βοηθού αρχηγού, στο αρχηγείο Φθιώτιδας, με επικεφαλής τον Νίκο Τριανταφύλλου και δύναμη δύο ταγμάτων.

Έως τα τέλη Αυγούστου του 1947, ο Μπελλής συμμετέχει κανονικά σε όλες τις επιχειρήσεις του αρχηγείου Φθιώτιδας, όμως η κατάστασή της υγείας του είναι αρκετά σοβαρή. Στις αρχές του 1948 θα τοποθετηθεί στη διοίκηση της ταξιαρχίας αόπλων των εμπέδων της Βράχας.



Στα έμπεδα των αόπλων


Στις 9 Γενάρη 1948, ο Νάκος Μπελλής τοποθετείται στη διοίκηση της ταξιαρχίας αόπλων των εμπέδων της Βράχας, μαζί με τον Κώστα Πουρναρά και με επιτελάρχη τον Ασημακόπουλο. Στα έμπεδα που καλύπτουν το χώρο Βράχα- Χόχλια- Κλειτσός, γίνεται η εκπαίδευση νεοσυλλέκτων του ΔΣΕ στα διάφορα όπλα, αλλά και πολιτική και διαφωτιστική δουλειά. Η δύναμη των εμπέδων ανέρχεται σε τρία τάγματα αόπλων, χωρισμένα κανονικά σε ομαδάρχες, διμοιρίτες, λοχαγούς και ταγματάρχες. 

Τα έμπεδα έχουν επίσης και ξεχωριστό λόχο γυναικών μαχητριών, με γυναίκες αξιωματικούς.

Στις 8 Φλεβάρη 1948, γίνεται συνεργασία της διοίκησης των εμπέδων, με το Γούσια για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης και της δουλειάς στους νεοσύλλεκτους. Αποφασίζεται η εντατικοποίηση της εκπαίδευσης και της πολιτικής δουλειάς, η ενίσχυση της τροφοδοσίας και του ιματισμού και η δημιουργία τμήματος μηχανικού, με τα απαραίτητα εργαλεία για την κατασκευή γεφυρών και τη διάνοιξη δρόμων. Σε δύο μήνες, τα έμπεδα αποδίδουν πολλούς νέους μαχητές και μαχήτριες, οι οποίοι ετοιμάζονται τώρα για τη μεγάλη, αιματηρή και γνωστή πορεία των αμάχων του ΔΣΕ.



Η πορεία των αμάχων της Ρούμελης



Στις 18 Φλεβάρη 1948 τα έμπεδα σχηματίζουν φάλαγγα, με συνοχή σε διομοιρίες, λόχους και ομάδες και εγκαταλείπουν τη Βράχα κατευθυνόμενες ανατολικά. Σκοπός τους είναι να περάσουν στο Γράμμο. Η πρώτη στάση των αόπλων γίνεται στο Δερελί. Από εδώ και πέρα σταματά η ελεύθερη περιοχή δράσης του ΔΣΕ. Κάνοντας ένα τολμηρό νυχτερινό "άλμα" ανάμεσα στην εχθρική διάταξη, η φάλαγγα φθάνει χωρίς απρόοπτα στα χωριά των Φαρσάλων. Από εδώ θα επιχειρήσουν να περάσουν στο Πήλιο, όμως ο αντιπαλος έχει αντιληφθεί την κίνηση και κινητοποιεί μεγάλες δυνάμεις εναντίον τους.

Καθώς κινούνται προς το Πήλιο, η φάλαγγα δέχεται σοφδρή επίθεση κυβερνητικών δυνάμεων, στην οποία συμμετέχουν και τεθωρακισμένα. Τα τμήματα κάλυψης προσπαθούν να απωθήσουν τον αντίπαλο χωρίς μεγάλη επιτυχία. Ο δρόμος προς το Πήλιο είναι κλειστός. Η διοίκηση της φάλαγγας αποφασίζει να κινηθούν προς τη λίμνη Κάρλα και αφού τη διασχίσουν να καταφύγουν στο Μαυροβούνι και στα εκεί τμήματα του ΔΣΕ. 

Η φάλαγγα διασχίζει τη λίμνη και μέσα στο ψύχος καταφεύγει στο χωριό Καλαμάκι, όπου οι κάτοικοι τους δέχονται και τους φροντίζουν. Σε μερικές ώρες ένα σμήνος αεροπλάνων επιτίθεται με βόμβες στο χωριό και καίει δεκάδες σπίτια. Ο ΔΣΕ έχει απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες, όπως αρκετοί είναι και οι νεκροί και τραυματίες πολίτες. Η φάλαγγα ανασυντάσσεται στο δάσος της περιοχής και κινείται προς τον Κίσσαβο, όπου θα αναπαυθεί για λίγο, ενώ τμήματα του ΔΣΕ δίνουν σκληρές μάχες σταματώντας τις δυνάμεις που κινούνται εναντίον της. Παράλληλα, ο ΔΣΕ διεισδύει για αντιπερισπασμό στην Ευξεινούπολη και στον Αλμυρό.

Αργότερα στις πλαγιές του Ολύμπου, η φάλαγγα θα δεχθεί το σφυροκόπημα του πυροβολικού του αντιπάλου και θα κινηθεί προς τα Πιέρια, όπου θα δώσει νέες μάχες, περνώντας τελικά στα Αντιχάσια. Μετέπειτα, θα κινηθούν νότια του Σαραντάπορου, ενώ τα τμήματα του ΔΣΕ στα Χάσια δίνουν σκληρή μάχη για να την προστατεύσουν. Από εδώ και μετά, ο δρόμος για το Γράμμο είναι ελεύθερος. Μετά από 40 ημέρες μαχών, ψύχους και κούρασης, η φάλαγγα έχει φτάσει στον προορισμό της, έχοντας όμως δεχθεί σημαντικές απώλειες. 

Ο Νάκος Μπελλής έφθασε με τη φάλαγγα στο χωριό Πευκόφυτο και νοσηλεύτηκε αμέσως στο νοσοκομείο του ΔΣΕ, καθώς η υγεία του είχε σοβαρά κλωνιστεί. Στις 25 Απριλίου 1948, με διάταγμα της ΠΔΚ ονομάζεται ταγματάρχης του Δημοκρατικού Στρατού. Λίγο αργότερα, με γνωμάτευση των γιατρών του ΔΣΕ Νώντα Σακελλαρίου και Σ. Κολοβού και κατόπιν εντολής του Γενικού Στρατηγείου θα περάσει στην Αλβανία, από εκεί στο Μπούλκες και μετέπειτα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας, μαζί με άλλους τραυματίες και αρρώστους αντάρτες και αντάρτισσες, προκειμένου να θεραπευθεί.


Έκθεση του Νάκου Μπελλή για την πορεία των αόπλων της Ρούμελης. Πηγή: Αρχείο ΚΚΕ.


Ο Νάκος Μπελλής στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας



Στη Ρουμανία, ο Νάκος Μπελλής εισάγεται στο κεντρικό νοσοκομείο του Βουκουρεστίου "Elias" και υποβάλλεται σε επέμβαση στο τραυματισμένο από σφαίρα γόνατο του δεξιού του ποδιού. Παίρνει εξιτήριο δίνοντας το ψευδώνυμο Πέτρος Λόζος, καθώς ήταν κομματική εντολή, οι μαχητές και τα στελέχη του ΔΣΕ να αλλάζουν τα ονόματά τους για να μπερδεύονται οι ελληνικές προξενικές αρχές.

Αμέσως μετά, ο Μπελλής με επιστολή του στο Βασίλη Μπαρτζώτα, ζητά να επανενταχθεί στις δυνάμεις του ΔΣΕ στο Γράμμο, όπου οι συγκρούσεις μαίνονται. Το Γενικό Στρατηγείο αρνείται, λόγω του ότι ο Μπελλής ήταν ήδη 40 ετών και φυσικά λόγω της φυματίωσης από την οποία δεν είχε θεραπευθεί. 

Εγκαθίσταται στη Florica, μια περιοχή δυτικά του Βουκουρεστίου, όπου βρίσκονται ήδη εγκατεστημένοι δεκάδες μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ που είχαν έρθει τραυματίες στη Ρουμανία. Εντάσσεται στο γραφείο των οργανώσεων του ΚΚΕ της περιοχής βοηθώντας στην οργάνωση της ζωής των Ελλήνων και στην επίλυση των καθημερινών τους προβλημάτων. Εκεί θα γνωρίσει τη Μαριάνθη Τιότια από το Σουφλί, μαχήτρια του ΔΣΕ, η οποία έχει έρθει στη Ρουμανία με τη δίχρονη κόρη της. Θα αποκτήσουν μαζί ένα παιδί, τον Ιούνιο του 1950, το οποίο θα ονομάσουν Άρη, προς τιμήν του Άρη Βελουχιώτη.

Αργότερα, ο Μπελλής και η οικογένειά του θα εγκατασταθούν στο βιομηχανικό κέντρο Μποτοσάν και ο Μπελλής θα εργαστεί σε τοπικό εργοστάσιο. Όμως η κατάσταση της υγείας του χειροτερεύει ξανά. Το Φλεβάρη του 1952, ο Μπελλής εισάγεται στο σανατόριο της Κωστάντζας για νοσηλεία. Παρά το γεγονός ότι ακολουθεί θεραπεία με στρεπτομυκίνη, η φυματίωσή του έχει προχωρήσει πια στα κόκαλα και τις αρθρώσεις. Στις 8 Αυγούστου 1953, φεύγει από τη ζωή στο σανατόριο Ατζίτζεα.


Η ρουμανική ταυτότητα του Νάκου Μπελλή.

Το πιστοποιητικό θανάτου του Νάκου Μπελλή.

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

Νάκος Μπελλής - Το καμάρι της Ομβριακής- Μέρος 5ο


Συνέχεια

Ο Νάκος Μπελλής επικεφαλής της ΟΕΚΑ Δομοκού


Το Μάρτη του 1946, ο Βασίλης Μωραϊτόπουλος, Α΄Γραμματέας της Αχτιδικής Επιτροπής Δομοκού του ΚΚΕ, με εντολή του Τάσου Λευταεριά που ήταν υπεύθυνος αυτοάμυνας του ΚΚΕ στην περιοχή της Στερεάς Ελλάδας συναντήθηκε κρυφά με το Νάκο Μπελλή που βρισκόταν καταδιωκόμενος στα βουνά της περιοχής και του ανακοίνωσε την απόφαση του Κόμματος να ηγηθεί εκείνος της προετοιμασίας και της καθοδήγησης της πρώτης ένοπλης ανταρτομάδας των καταδιωκόμενων της περιφέρειας Δομοκού. Ο Νάκος διέθετε μεγάλη πείρα και καταλάβαινε καλύτερα τις ανάγκες του ενόπλου αγώνα και τα προβλήματα που διαγράφονταν για το μέλλον. Πρώτα από όλα ζήτησε να μάθει τις δυνατότητες του Κόμματος να εφοδιάσει τα μελλοντικά τμήματα των Ομάδων Ενόπλων Καταφιωκόμενων Αγωνιστών (ΟΕΚΑ) με οπλισμό, ρούχα και άρβυλα. Ακόμα, ζήτησε να γίνει το συντομότερο συνάντηση με τον ίδιο τον Τάσο Λευτεριά. Ο Μωραϊτόπουλος βρήκε τον τρόπο να εκθέσει στον Τάσο Λευτεριά τις απόψεις του Μπελλή και την παράκλησή του να συναντηθούν το συντομότερο.

Στα μέσα στο Απρίλη έφυγε από τη Λαμία ο Κώστας Παλαιολόγου με το Γραμματέα της Αχτίδας Δομοκού Βασίλη Μωραίτόπουλο για να τον φέρει σε επαφή με το Μπελλή και τους Πελοπίδα (Παντελή Λάσκα) και τον Λευτέρη Χρυσιώτη (Σπύρο Τσιλιγιάννη), που ήταν μαζί του και αυτοί καταδιωκόμενοι στην επαρχεία του Δομοκού. Μετά από πολλές δυσκολίες, έφθασαν τελικά στα υψώματα της Ομβριακής και αντίκρισαν τον πλάτανο που ήταν στη βρύση της Τσέρνης, όπου ήταν το ραντεβού τους με τον Μπελλή. Εκεί συναντήθηκαν με το Μπελλή, ο οποίος ανάμενε τον Τάσο Λευταριά. Όπως γράφει στο βιβλίο του ο Παλαιολόγου, ο Μπελλής ήταν αγνώριστος: Είχε χαλκοπράσινη όψη, τα μάτια του ήταν μαύρα και βαθουλωμένα, τα χέρια του είχαν πιάσει κόρα από την απλυσιά και φορούσε κουρέλια και σκισμένα άρβυλα. Όλο του το κορμί είχε πάθει σταφυλοκοκκίαση. 

Ο Μπελλής τους ανέβασε σε ψηλότερο σημείο, όπου θα μπορούσαν να μιλήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια. Η συζήτηση μεταξύ των τεσσάρων κινήθηκε γύρω από ζητήματα οργάνωσης αλλά και σχετικά με το θάνατο του Άρη. Ο Μπελλής είπε σχετικά:

"Κώστα, ο Άρης δεν έπρεπε να φύγει από τη Ρούμελη ας σέπονταν και τα δικά του πόδια, όπως τα δικά μου. Η Ρούμελη θα τον φύλαγε τον Άρη γιατί ήταν το καμάρι της. Αρκεί να άκουγε η αντίραση ότι ο Άρης είναι σε αυτά τα βουνά, που αυτός τα δόξασε και δεν θα κουνιόταν φύλλο από τα δέντρα. Όταν άκουσα ότι ο Μόκας, ένας γύφτος καυχιόταν στα Τρίκαλα που κρεμόταν το κεφάλι του Άρη, πως αυτός τον σκότωσε, έγινα έξω φρενών."

Έπειτα μίλησε ο Παλαιολόγου:

"Σύντροφοι αν δεν έχετε κάτι σοβαρό να μου πείτε επιτρέψτε μου να πάρω το λόγο για την αποστολή που έχω από το Κόμμα. Το καθήκον που μπαίνει σε εσάς τους καταδιωκόμενους με τη βοήθεια από τις αυτοάμυνες είναι να διαλύσετε τις τρομοκρατικές συμμορίες που δρουν στην περιοχή."

Ο Νάκος απάντησε:

"Ε αυτή την εντολή περιμένω 14 μήνες! Από εσάς θέλουμε και καμιά αλοιφή για τις πληγές που έχω στα πόδια μου από σταφυλοκοκκίαση."

Η συζήτηση συνεχίστηκε για τις δυσκολίες και τα πρακτικά ζητήματα που έπρεπε να λυθούν για το νέο αγώνα και ο Παλαιολόγου πήρε τέλος το λόγο για να τους διαβεβαιώσει ότι το Κόμμα θα τους βοηθήσει ότι κι αν χρειαστεί κι ύστερα από 2-3 μέρες θα είναι μαζί τους κι ο δάσκαλος Θανάσης Γκουζέλος. Τους είπε να σκεφτούν και να καταγράψουν ότι υλικό θα χρειαστούν και οι κομματικές οργανώσεις είναι στη διάθεσή τους. Αποχαιρετήθηκαν και ο Παλαιολόγου έφυγε για τη Λαμία.

Πράγματι 2-3 ημέρες μετά, έφτασε στη Λαμία η γυναίκα του Μπελλή, Αφροδίτη για να παραλάβει άρβυλα, φάρμακα κι ότι άλλο εφόδια είχε συγκεντρώσει η κομματική οργάνωση. Τα παρέδωσε μερικές ημέρες μετά στο Μπελλή. Με την Αφροδίτη, η ομάδα του Μπελλή έστειλε και ένα γράμμα που δόθηκε στον Κολιγιάννη. Στο γράμμα, η ομάδα ζητούσε να πάει μαζί τους και ένα στέλεχος του Κόμματος, είτε ο Λευτεριάς, είτε ο  Παλαιολόγου για να ξεκινήσουν την αποστολή τους. Ο Παλαιολόγου έφθασε ημέρες μετά, ξανά στο Μπελλή και του μετάφερε το μήνυμα του Κόμματος, να συγκεντρωθούν οι ΟΕΚΑ στο χώρο κοντά στο Δερελί για να δράσουν από κοινού ενάντια στις τρομοκρατικές συμμορίες.



Επιχειρήσεις κατά των συμμοριών


Στις 26-27 Απρίλη του 1946, η ΟΕΚΑ Μπελλή, με 500 αντάρτες ανατίναξε το σπίτι του Μπουζιάνα στο Νεζερό. Στο σπίτι αυτό διέμενε τα βράδυα ο Βουρλάκης και ήταν οικία του υπαρχηγού του. Η επιχείρηση είχε μερική επιτυχία, καθώς ο Βουρλάκης και ο Μπουζιάνας κατάφεραν να γλιτώσουν της έκρηξης και της φωτιάς που ακολούθησε.

Στις 28 Απρίλη του 1946, ο Κώστας Παλαιολόγου πέρασε επίσημα στην ομάδα Μπελλή. Ο Παλαιολόγου βοήθησε ιδιαίτερα στο να συγκεντρωθούν στελέχη και μέλη της αυτοάμυνας της περιοχής και να ενωθούν με την ομάδα Μπελλή. Εξασφάλισε επίσης οπλισμό και εφόδια για την ομάδα.

Στο επόμενο διάστημα, η ΟΕΚΑ Μπελλή εμφανίστηκε στα χωριά Άνω Αγόριανη, Κάτω Αγόριανη και Μασλί, οπλισμένη βαριά. Ζήτησαν τον πρόεδρο του κάθε χωριού και του έδωσαν μια κατάσταση των "εθνικοφρόνων" που έφεραν οπλισμό, ζητώντας τους να παρουσιαστούν τα άτομα αυτά και να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Τα χωριά αυτά, σύσσωμα οργανωμένα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ κατά την Κατοχή, τους δέχθηκαν με ενθουσιασμό, ενώ οι εξοπλισμένοι "εθνικόφρονες", πολλοί εξ αυτών εξοπλισμένοι υποχρεωτικά από τις αρχές, παρέδιδαν μαζικά τον οπλισμό τους. 

Στις 26 Μαΐου 1946, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου δίνει δύο διαδοχικές μάχες με αποσπάσματα δίωξης της Χωροφυλακής στο Ψηλό Κοτρώνι και στα Γαυράκια- Δερελί. Και στις δύο συμπλοκές, οι χωροφύλακες διαλύθηκαν αφήνοντας περί τους 10 νεκρούς και τραυματίες και αρκετό οπλισμό και εφόδια.



Η φωτογραφία που ο Νάκος Μπελλής κρατούσε μαζί του στο ΔΣΕ και στη Ρουμανία. Η γυναίκα του Αφροδίτη και τα παιδιά του Μανώλης και Ανέστης.




Ο Νάκος Μπελλής άρρωστος στο Λάκρεσι (Βαθύλακκος)


Στις αρχές του καλοκαιριού του 1946, ο Μπελλής βρέθηκε με το συγκρότημά του στο χωριό Λάκρεσι. Ήταν εξαντλημένος από την πείνα και την κούραση. Η ομάδα του αποφάσισε να τον αφήσει στο σπίτι ενός εμπίστου χωρικού, το οποίο το πρωί θα λειτουργούσε και σαν βίγλα των ανταρτών. Πλήρωσαν δε τα έξοδα παραμονής του. Ο Μπελλής δέχτηκε την απόφαση με μισή καρδιά. Ο Μπελλής θα έμενε στη φροντίδα του Κώστα Καφαντάρη (Νικηταράς). Ο Μπελλής αναπαύθηκε εκεί μερικές ημέρες, πλήθυκε και δέχθηκε τη φροντίδα των συντρόφων του και των νοικοκυραίων του σπιτιού. 

Σε λίγο όμως αποφάσισε πως αν ήταν να σκοτωθεί, προτιμούσε να πεθάνει σε μάχη, με το όπλο στο χέρι και δήλωσε στους συντρόφους του, ότι δεν σκόπευε να πεθάνει από τους παρακρατικούς στο κρεβάτι και μετά να μεταφέρουν το κεφάλι του στα γύρω χωριά. Έτσι, ο Νικηταράς τον έστειλε πίσω στο συγκρότημά του.


Η μάχη της Τριφύλλας


Στις 11 Αυγούστου 1946, τα συγκροτήματα Νικηταρά-Κορόζη-Λευτέρη και Μπελλή- Παλαιολόγου συναντήθηκαν και σχεδίασαν επιχείρηση στο χωριό Τριφύλλα, βόρεια του Κλειτσού. Δεξιά του χωριού κινήθηκε το συγκρότημα Νικηταρά-Κορόζη-Λευτέρη και αριστερά του Μπελλή- Παλαιολόγου. Σκοπός ήταν να χτυπηθεί η αντίδραση του χωριού, η οποία απαρτιζόταν κυρίως από πρώην ταγματασφαλίτες. Πρόκειται για το απόσπασμα Τολιόπουλου, ενός παλιού ταγματασφαλίτη, στο οποίο συμμετείχαν και χωροφύλακες.

Καθώς η εμπροσθοφυλακή του συγκροτήματος Μπελλή έμπαινε στο χωριό, συνάντησαν αντίσταση των παρακρατικών και πλαγιοκοπήθηκαν από χωροφύλακες. Ωστόσο, οι παρακρατικοί χτυπήθηκαν αποφασιστικά και εγκατέλειψαν σύντομα τις θέσεις τους, τρέχοντας να διαφύγουν προς τον Κλειτσό. Οι λίγοι χωροφύλακες που έμειναν τώρα μόνοι τους, ακολούθησαν και αυτοί μια άτακτη υποχώρηση. Στη δεξιά μεριά του χωριού, το συγκρότημα Νικηταρά-Κορόζη-Λευτέρη αντιμετώπιζε ισχυρή αντίσταση και η έφοδος εξελίχθηκε σε μάχη ωρών. Ωστόσο, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου έσπευσε σε ενίσχυσή τους και κύκλωσε τους παρακρατικούς και τους χωροφύλακες. Όσοι γλίτωσαν κατέφυγαν τρέχοντας στο Κλειτσό. 

Η μάχη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τη διάλυση του τμήματος Τολίοπολου που είχε 17 νεκρούς και μεγάλο αριθμό τραυματιών. Οι αντάρτες κατέλαβαν επίσης πλούσια λάφυρα, σε οπλισμό, ιματισμό και διάφορα εφόδια.


Νέες επιχειρήσεις



Στις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου του 1946, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου αποφάσισε να χτυπήσει και να καταλάβει το σιδηροδρομικό σταθμό της Ρεντίνας, έδρα παρακρατικών και χωροφυλάκων, που θα τους εξασφάλιζε μια πιο ελεύθερη δράση στο χώρο. Το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου μπήκε στη Ρεντίνα, χωριό με μεγάλη συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, για να το βρουν άδειο από συμμορίτες και χωροφύλακες, οι οποίοι το είχαν εγκαταλείψει τρομοκρατημένοι μετά το χτύπημα στην Τριφύλλα και τη διάλυση αποσπάσματος χωροφυλάκων στο Λάκρεσι.

Την 1η Σεπτέμβρη του ίδιου έτους, τη μέρα το δημοψηφίσματος, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου μπήκαν στο χωριό Χαλαμπρέζι (Κέδρος) γιατί είχαν πληροφορηθεί ότι εκεί θα έφθανε ένα τάγμα στρατού, ενισχυμένο με συμμορίτες, για την προστασία του εκλογικού κέντρου. Στο χωριό δεν βρήκαν στρατιώτες, αλλά μια μεγάλη ομάδα παρακρατικών και ΜΑΥ που είχε μαζευτεί λίγο πιο έξω από αυτό. Η ομάδα διαλύθηκε μετά τα πρώτα αντάρτικα πυρά και 18 ένοπλοι αιχμαλωτίστηκαν και αφοπλίστηκαν. Η κάλπη του χωριού κάηκε. 

Το ίδιο βράδυ, το συγκρότημα διέλυσε επίσης ομάδα παρακρατικών στη Δρανίστα.

Στις 13 Σεπτέμβρη 1946, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου είχε μεγαλώσει αρκετά και είχε οργανώσει σταθμό διοίκησης στο χωριό Θραψίμι.

Στα τέλη του πρώτου δεκαήμερου του Οκτωβρίου, ξεκίνησαν οι πρώτες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού. Προς τα Άγραφα κινήθηκαν δυνάμεις της 41ης Ταξιαρχίας συνοδευόμενες από πολυάριθμα τμήματα Χωροφυλακής και ομάδες ΜΑΥ και παρακρατικών.

Στις 10 Οκτώβρη 1946, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου συνάντησε τις πρώτες μονάδες του στρατού κοντά στο Βελέσι. Διενέργησε ελιγμό και διέφυγε νότιά τους χωρίς να γίνει αντιληπτό. Δύο ημέρες μετά, η διοίκηση του συγκροτήματος (Μπελλής- Παλαιολόγου- Γκουζέλος) αποφάσισαν να περάσουν το συγκρότημα στη Ρούμελη. 



Το πέρασμα στη Ρούμελη


Το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου ξεκίνησε από τη Σουρβιά με δυνατή βροχή και κινήθηκε σε φάλαγγα στη Δυτική Φθιώτιδα. Σταμάτησε στο χωριό Ασβέστης για να παρακάμψουν ισχυρές δυνάμεις του αντιπάλου που βρίσκονταν μπροστά τους, στη Σπερχειάδα και στη Μακρακώμη. Πέρασαν μέσω του ποταμού, προς τη δασωμένη περιοχή της Οίτης, χωρίς να χρειαστεί να δώσουν μάχη. 

Στο χωριό Παλιοβράχα έμειναν 3-4 ημέρες, ξεκουράστηκαν, τροφοδοτήθηκαν και πήραν επαφή από τις οργανώσεις του ΚΚΕ, συγκεντρώνοντας πληροφορίες για τις κινήσεις του αντιπάλου που είχε χάσει πια τα ίχνη τους. Εκεί εντάχθηκαν στο συγκρότημα και αρκετοί αγωνιστές, πολλοί από αυτούς μέλη της ΕΠΟΝ. 


Επιχειρήσεις στη Ρούμελη



Στις 20 Οκτώβρη του 1946, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου διενεργεί επιχείρηση στο χωριό Γαρδίκι Ομιλαίων. Οι αντάρτες κύκλωσαν το χωριό, το οποίο υπερασπιζόταν λόχος χωροφυλακής και μια ομάδα παρακρατικών και ΜΑΥ-ΜΑΔ. Η επίθεση έγινε ταχύτατα και ο αντίπαλος αιφνιδιάστηκε. Αιχμαλωτίστηκαν πολλοί χωροφύλακες και ενωμοτάρχης τους, καθώς και όλοι οι ένοπλοι πολίτες. Από το χωριό πάρθηκε σημαντικός οπλισμός, πυρομαχικά, εφόδια και ιματισμός και στο συγκρότημα εντάχθηκαν δύο Γαρδικιώτες, οι Σωτήρης Τσάντζαλος και Κώστας Μαλκογιώργος. Οι αιχμάλωτοι αφέθηκαν ελεύθεροι και προειδοποιήθηκαν να μην ξαναπάρουν όπλα.

Μερικές ημέρες μετά το χτύπημα στο Γαρδίκι, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου βρίσκεται στο δάσος του Κυριακοχωρίου, όπου συναντά καταδιωκτικό απόσπασμα 40 χωροφυλάκων και ΜΑΥ, με επικεφαλής τον τρομοκράτη ενωμοτάρχη Ζυγούρα. Το απόσπασμα δέχθηκε κεραυνοβόλο επίθεση από τους αντάρτες και διαλύθηκε αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Ο ίδιος ο Ζυγούρας τραυματίστηκε βαριά. Από τη μάχη πάρθηκε οπλισμός, τρόφιμα και πυρομαχικά.

Λίγες ημέρες μετά τη μάχη στο δάσος του Κυριακοχωρίου, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου κατευθύνεται προς την Υπάτη, όπου συναντά δεύτερο καταδιωκτικό απόσπασμα χωροφυλακής και ΜΑΥ, το οποίο κατέχει θέσεις στον Πύργο Υπάτης. Ξανά το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου επιτίθεται αποφασιστικά και διαλύει το απόσπασμα, καταλαμβάνοντας οπλισμό, πυρομαχικά και εφόδια. Όσοι επέζησαν διέφυγαν τρέχοντας προς την Υπάτη.

Μετά τη μάχη στον Πύργο Υπάτης, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου κινείται προς την Παύλιανη για να συναντήσει την πολυάριθμη ομάδα του Διαμαντή. Καταλύουν στο ψηλότερο χωριό της Οίτης, παλιό λημέρι του Άρη Βελουχιώτη και ιδανική τοποθεσία ανάπαυσης. Φθάνοντας στην Παύλιανη ενημερώνονται ότι ο Διαμαντής έχει πια φύγει, για άγνωστη τοποθεσία και αφού εφοδιαστούν, οι αντάρτες κινούνται προς το Νεοχώρι. Στο χωριό αυτό, οι συμμορίες της περιοχής είχαν πρόσφατα εκτελέσει πολίτες, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες, στο χωριό βρισκόταν τώρα ένα τάγμα του κυβερνητικού στρατού, με δύναμη 100-150 οπλιτών και επικεφαλής του, τον ταγματάρχη Γεωργίου. Επίσης, στο χωριό παρέμενε δύναμη της Χωροφυλακής. 

Το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου αποφάσισε να χτυπήσει το χωριό κυκλωτικά με το πρώτο σκοτάδι και διέθεσε για την επιχείρηση 45-50 μαχητές. Με το σούρουπο, οι αντάρτες επιτέθηκαν ταχύτατα και από κάθε κατεύθυνση, προκαλώντας σύγχυση του αντιπάλου, ο οποίος μετά από τους πρώτους του νεκρούς άρχισε μαζικά να παραδίνεται. Οι χωροφύλακες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους από τις πρώτες στιγμές της μάχης, ενώ και ο ταγματάρχης Γεωργόπουλος διέφυγε τρέχοντας. Οι αντάρτες που δεν είχαν ούτε έναν τραυματία, αιχμαλώτισαν περί τους 100 οπλίτες και δύο αξιωματικούς. Το πρόβλημα ήταν τώρα, το πώς θα μεταφερόταν σε ασφαλές μέρος το υλικό και τα όπλα ενός ολόκληρου τάγματος. Για το σκοπό αυτό επιστρατεύθηκε η κομματική οργάνωση του Νεοχωρίου και αρκετοί πολίτες. Όλμοι, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, τουφέκια, ιματισμός και άλλα εφόδια φορτώθηκαν σε μουλάρια και προωθήθηκαν στο βουνό. 

Από τους φαντάρους τρεις εντάχθηκαν στο συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου και οι άλλοι αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο ίδιος ο Μπελλής, που φορούσε ένα σχισμένο χιτώνιο πήρε το χιτώνιο ενός λοχαγού επιστρέφοντάς του τα ξηλωμένα του αστέρια. 

Η διάλυση του τάγματος παρέλυσε τις κυβερνητικές δυνάμεις της Δυτικής Φθιώτιδας, οι οποίες μιλούσαν στις αναφορές τους για 200 και 300 αντάρτες, "φουσκώνοντας" τα νούμερα για να καλύψουν το "ατύχημα". 

Δύο ημέρες μετά, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου κινήθηκε προς το χωριό Ανατολή. Στα υψώματα γύρω από το χωριό σταμάτησαν και κατόπτευσαν την περιοχή. Εντόπισαν δύναμη στρατού μέσα στο χωριό. Ήταν ο 1/623 λόχος και το καταδιωκτικό απόσπασμα Κρανιά, απαρτιζόμενο από χωροφύλακες και παρακρατικούς. Φαινόταν ότι μετά το φιάσκο στο Νεοχώρι, ο ταξίαρχος του κυβερνητικού στρατού είχε κινήσει μεγάλες δυνάμεις, προσπαθώντας να κυκλώσει τους αντάρτες στο Νεοχώρι. Τώρα, οι διώκτες του συγκροτήματος ήταν κυριολεκτικά κάτω από τις κάννες των ανταρτών. Το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου άνοιξε αιφνιδιαστηκά πυρ και ακολούθησε μικρή συμπλοκή, με τους χωροφύλακες να διαλύονται προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι νεκροί του αντιπάλου ήταν αρκετοί, ενώ αιχμαλωτίστηκαν περίπου 120 οπλίτες. Οι τραυματίες φαντάροι δέχθηκαν την περιποίηση των ανταρτών και τοποθετήθηκαν σε σπίτια του χωριού για να αναπαυθούν. Αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι. Το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου κατέλαβε πολλά όπλα και εφόδια, καθώς και έναν δεύτερο ασύρματο. Λίγες ώρες μετά, το συγκρότημα κινήθηκε προς την Κολκυθιά και μετέπειτα προς το Κυριακοχώρι.



Η συνάντηση με το Διαμαντή


Στη 1 Δεκεμβρίου 1946, το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου κινήθηκε από το Γαρδίκι για τα χωριά Παλιοχώρι και Πουγκάκια. Στα Πουγκάκια, το συγκρότημα καλεί τον "εθνικόφρονα" παπά του χωριού, που έπαιζε διπλό ρόλο, να συμφιλιωθεί με τον δεύτερο, αριστερό ιερέα του χωριού και να πάψει να μπλέκεται σε υποθέσεις των ανταρτών. Το απόγευμα, στο χωριό φθάνει σύνδεσμος από τα Αργύρια με σημείωμα της οργάνωσης του ΚΚΕ, που αναφέρει ότι ο Διαμαντής βρίσκεται στο δάσος της Κολοκυθιάς και αναμένει συνάντηση.

Ο Μπελλής κινείται ταχύτατα και διανυκτερεύει το ίδιο βράδυ στο Γαρδίκι. Στις 2-3 Δεκέμβρη, δεύτερος σύνδεσμος θα φθάσει στο Μπελλή, με περίπου 50 άνδρες. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι: Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής), Νίκος Διένης (Παπούας), Τάκης Παπαϊωάννου, Μήτσος Κουτσοδόντης (Αίας), Θύμιος Καψής (Ανάποδος), Αποστόλης Κουφοδήμος και πολλοί άλλοι. Το συγκρότημα Μπελλή- Παλαιολόγου είναι άρτια εξοπλισμένο, με ομοιόμορφες στολές και άρβυλα και σε τίποτε σχεδόν δεν διαφέρει από ένα κανονικό στρατιωτικό σώμα. Αντίθετα, το συγκρότημα του Διαμαντή βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση, έχοντας δώσει απανωτές μάχες και κάνει πολυήμερες πορείες και ελιγμούς.

Ο Μπελλής τους υπόσχεται πως θα τους βρει ιματισμό και άρβυλα και θα τους κάνει κανονικά "βαφτιστήρια". Η δύναμη των ανταρτών φθάνει τώρα τους 90-100 μαχητές και στελέχη. 

Από το σημείο αυτό, τα δύο συγκροτήματα θα διενεργήσουν από κοινού μεγάλες επιχειρήσεις και θα αποτελέσουν τη "μαγιά" της 2ης Μεραρχίας του ΔΣΕ Ρούμελης.


Γκιώνα 1947. Από αριστερά: Τ. Παπαϊωάννου, Νάκος Μπελλής, Ν. Τριανταφύλλου και ο Διαμαντής.




Συνεχίζεται σε ένα ακόμα μέρος