"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Η περίεργη περίπτωση του ΔΣΕ Χίου


Για τις μάχιμες μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας αφθονία υλικού, μέσα από έγγραφα, ντοκουμέντα, βιογραφίες και μαρτυρίες. Ωστόσο, ξεχωριστή περίπτωση, κυρίως λόγω των απειροελάχιστων αναφορών αποτελεί αυτή του Δημοκρατικού Στρατού Χίου.

Πρόκειται για κάποιο τμήμα του ΔΣΕ που αμφισβητείται στην ύπαρξη ή τη δράση του. 

Σύμφωνα με το αφιέρωμα του Οδηγητή για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του ΔΣΕ, το τμήμα του ΔΣΕ Χίου δεν υπήρχε, αφού δεν αναφέρεται στον χάρτη δράσεως των μάχιμων τμημάτων του ΔΣΕ, στον οποίο αναφέρεται ακόμα και το μικρό τμήμα του ΔΣΕ Κεφαλονιάς, που δεν ανέπτυξε ιδιαίτερα αξιόλογη δράση:




Παρόλα αυτά, από το βιογραφικό του Χιώτη ποιητή Φώτη Αγγουλέ (Φώτης Χονδρουλάκης) γνωρίζουμε ότι ο Αγγουλές υπήρξε μέλος του Δημοκρατικού Στρατού Χίου, έως τη σύλληψή του το 1948. Η σύλληψη του Αγγουλέ έγινε σε κρύπτη μέσα σε μια δεξαμενή, μαζί με τον αγωνιστή και φίλο του Μιχάλη Βατάκη. Η κρύπτη τους βρίσκονταν στο χωριό Βροντάδο και στέγαζε κάποιο μικρό πολύγραφο με τον οποίο εκδίδονταν μια παράνομη εφημερίδα. Δεν γνωρίζουμε αν η εφημερίδα αυτή ήταν όργανο του ΔΣΕ Χίου ή των παράνομων κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ στο νησί.

Στο βιβλίο του Αρίστου Καμαρινού, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Πελοπόννησο (σελίδα 322) αναφέρεται ότι στις 08/03/1948, ο Δημοκρατικός Στρατός Χίου χτύπησε το Αστυνομικό Τμήμα του χωριού Κουρούνιο. Οι χωροφύλακες διέφυγαν και όλος ο οπλισμός του τμήματος και τα εφόδια της αποθήκης του πάρθηκαν από τους αντάρτες. Επίσης αναφέρεται ότι ένα άλλο τμήμα του ΔΣΕ Χίου κατέστρεψε σε σαμποτάζ το τηλεφωνικό δίκτυο μεταξύ Πόλης Χίου και Βαλασίου. Τα παραπάνω γεγονότα που αναφέρονται και στο βιβλίο Η Τρίχρονη Εποποιία του ΔΣΕ- 1946-1949, στις σελίδες 483-517, τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα του δελτίου ειδήσεων του ΔΣΕ, το οποίο στις 11/3/48 αναφέρει το περιστατικό:



Από τα παραπάνω φαίνεται ότι κάποια ολιγομελή τμήματα ενόπλων πρέπει να υπήρχαν στη Χίο του Εμφυλίου, και μάλιστα ανέπτυσσαν κάποια πολεμική δραστηριότητα. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται όντως για οργανωμένο στρατιωτικό σώμα, ή εάν πρόκειται για κάποιες ένοπλες μικροομάδες που προσδιορίζονταν μεν ως "Δημοκρατικός Στρατός Χίου", δεν δρούσαν δε με τη μορφή στρατιωτικού σώματος, αλλά με τακτική που ομοίαζε με τον "Δημοκρατικό Στρατό Θεσσαλονίκης", σαν παράνομη ένοπλη οργάνωση, χωρίς στολές και με ελαφρύ οπλισμό μόνο. Πέραν του Φώτη Αγγουλέ μας είναι άγνωστα άλλα ονόματα μελών και στελεχών του ΔΣΕ Χίου, καθώς και άλλα περιστατικά της δράσης τους και ο τρόπος με τον οποίο το τμήμα του ΔΣΕ στο νησί διαλύθηκε.

Το παράρτημα της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ Χίου πραγματοποιεί τακτικές εκδηλώσεις μνήμης του ΔΣΕ στο εγκαταλειμμένο χωριό Κυδιάντα της Λαγκάδας Χίου, από όπου προήλθαν πολλοί συνδικαλιστές της ΟΕΝΟ, αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και μαχητές του ΔΣΕ. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε αν οι Χιώτες αγωνιστές του ΔΣΕ πολέμησαν στα μάχιμα τμήματα του νησιού ή σε άλλες περιοχές δράσης του ΔΣΕ. Με μεγαλύτερη πιθανότητα αποδίδουμε στο δεύτερο. 



Η δολοφονία του Γιώργη Πουλίδη



Ο Γιώργης Πουλίδης δεν ήταν κομμουνιστής. Υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους δικηγόρους της εποχής του Εμφυλίου στην Αθήνα και σε πολλές περιπτώσεις αναλάμβανε δωρεάν την υπεράσπιση κομμουνιστών και διωκόμενων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης.

Η περίπτωση της δολοφονίας του αποδεικνύει έμπρακτα την ισχύ και τον φανατισμό του εμφυλιακού παρακράτους γνωστού για τις δολοφονίες χιλιάδων πολιτών.

Στις 25/01/1948 ο Γιώργης Πουλίδης έφθασε στην Τρίπολη από την Αθήνα για να αναλάβει την υπεράσπιση 12 στρατιωτών του κυβερνητικού στρατού που είχαν παραπεμφθεί στο Στρατοδικείο Τριπόλεως για "σοβαρές υποψίες συνεργασίας με τους αντάρτες". Ο Πουλίδης διέμενε στο ξενοδοχείο "Μαίναλο". Μιλώντας με τους κατηγορούμενους και διαβάζοντας τη δικογραφία, ο Πουλίδης διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανένα σοβαρό ή συγκεκριμένο στοιχείο για τις κατηγορίες που τους απεύθυναν. 

Σύμφωνα με το βιβλίο "Η νεκρή Μεραρχία", ο Πουλίδης καθ' όλη τη διάρκεια παραμονής του στην Τρίπολη δέχονταν σοβαρές πιέσεις να μην αναλάβει την υπόθεση από πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες της πόλης, αλλά δεν ενέδιδε. Η δίκη ξεκίνησε στις 29/01/1948 και το αστήρικτο της υπόθεσης φαίνονταν από την αρχή αφού οι ψευδομάρτυρες που κλήθηκαν να καταθέσουν στο Στρατοδικείο ανέφεραν αντιφατικά στοιχεία, ενώ ένας εξ αυτών είπε: "Εσείς οι κομμουνιστές και από μακριά, με ματιές, μπορείτε να σκαρώσετε συνωμοσίες".

Σε αυτό ο Πουλίδης του απάντησε: "Ντροπή σας κύριε μάρτυς, να θέλετε να στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα ένας στρατιώτης με υπόνοιες ότι συνωμοτούσε με τις ματιές τους!

Μετά από την τοποθέτηση αυτή του Πουλίδη το Στρατοδικείο διέκοψε για την επόμενη. Αργότερα, ο Πουλίδης ξεκίνησε να επιστρέφει στο ξενοδοχείο του περνώντας από την κεντρική πλατεία της Τρίπολης. Εκεί πυροβολήθηκε από αγνώστους μπροστά στα μάτια πολλών περαστικών και εξέπνευσε επί τόπου. 

Την άλλη ημέρα η δίκη συνεχίστηκε η δίκη των οπλιτών, χωρίς να τους δοθεί δικηγόρος, αφού ο συνάδελφος του Πουλίδη που τον συνόδευε αρνήθηκε να αναλάβει την υπεράσπιση μετά τη δολοφονία Πουλίδη και αποχώρησε για την Αθήνα. Το Στρατοδικείο εκείνη τη μέρα καταδίκασε σε θάνατο τους στρατιώτες Ηλία Μονέδα, Γιάννη Μονέδα, Γιάννη Αναστασάκο, Γιδάκο και Καραμούζη, οι οποίοι εκτελέστηκαν στις 05/02/1948. Ακόμα 7 στρατιώτες καταδικάστηκαν σε ισόβια. 

Η υπόθεση της δολοφονίας του Γιώργη Πουλίδη δεν διερευνήθηκε ποτέ, δεν απαγγέλθηκαν ποτέ κατηγορίες και δεν βρέθηκαν ποτέ ένοχοι, παρά το γεγονός ότι έγινε μέρα μεσημέρι, σε κεντρικότατο σημείο της Τρίπολης και μπροστά σε δεκάδες μάρτυρες. 


Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Eκτελέσεις στο ΔΣΕ


Ο Κόκκινος Φάκελος δημοσιεύει το προϊόν μιας σύντομης έρευνας σχετικά με τις εκτελέσεις που διενεργήθηκαν από το ΔΣΕ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949. Το υλικό που δημοσιεύουμε δεν είναι σε καμιά περίπτωση πλήρες καθώς η έρευνα εξελίσσεται, αναδεικνύει όμως τον πραγματικά ελάχιστο αριθμό εκτελέσεων που διενεργήθηκαν από τα ανταρτοδικεία του Εμφυλίου, σε σχέση με την πραγματική βιομηχανία εκτελέσεων που στήθηκε από το αστικό κράτος της εποχής και οι οποίες ανέρχονται χονδρικά σε 1.500- 2.000 προσμετρώντας και τους αντάρτες που δολοφονήθηκαν χωρίς την έγκριση στρατοδικείων αλλά χωρίς να υπολογίζουμε τις δολοφονίες του αστικού παρακράτους της εποχής. 

Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αίτια των εκτελέσεων είναι γνωστά, ενώ σε άλλες η πηγή δεν διευκρινίζει. Σημαντικό είναι να συνδυάσει ο αναγνώστης μας τις πληροφορίες αυτές με τον τεράστιο αριθμό των απελευθερωμένων οπλιτών και χωροφυλάκων που δίνεται ενδεικτικά παρακάτω, καθώς η έρευνά μας σε αυτό το ζήτημα δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. 

Ειδικά λόγω του ότι το προϊόν της έρευνάς μας είναι δουλειά συναδέλφων ερευνητών, οφείλουμε να μην επιτρέψουμε την αναδημοσίευση του άρθρου, λόγω πνευματικών δικαιωμάτων που οφείλουμε να προασπίσουμε. 


3η Μεραρχία του ΔΣΕ Πελοποννήσου





Ο ΔΣΕ Πελοποννήσου διενέργησε συνολικά 26 εκτελέσεις από τις οποίες καμιά δεν αφορούσε πολίτες. Από ατές 14 είναι εκτελέσεις στελεχών και οπλιτών του ίδιου του ΔΣΕ και 12 εκτελέσεις οπλιτών του Εθνικού Στρατού που θα παρουσιαστούν ξεχωριστά. Στις παραπάνω περιπτώσει μόνο 2 παρουσιάζονται ως εκτελέσεις χωρίς να γνωρίζουμε τους λόγους της διενέργειάς τους. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων είναι εξαιρετικά χαμηλός δεδομένου ότι ο ΔΣΕ Πελοποννήσου αριθμούσε έως και 3000-3500 οπλίτες και άρα ενδεικτικός του υψηλού τους φρονήματος και της πειθαρχίας τους.



9η Μεραρχία ΔΣΕ Δυτ. Μακεδονίας




Ελάχιστα περισσότερα στοιχεία διατίθενται για τη δράση της 9ης Μεραρχίας και ειδικά για το ζήτημα των εκτελέσεων σε αυτή. Ιστορικά έχει καταγραφεί ενδεχομένως η γνωστότερη περίπτωσή τους που αφορά την εκτέλεση του Γιώργου Γεωργιάδη, διοικητή της 14ης Ταξιαρχίας, του οποίου η αδράνεια και ο πανικός κατά την πολιορκία της Έδεσσας θεωρήθηκε ως προδοτική.



7η Μεραρχία του ΔΣΕ Ανατολική Μακεδονίας - Θράκης






Οι εκτελέσεις στην 7η Μεραρχία ανέρχονται σε 9 και όλες έλαβαν χώρα κατά το Νοέμβριο του 1949, όταν ο ΔΣΕ είχε πιά ηττηθεί στο Γράμμο. Αξιοσημείωτο είναι ότι ανάμεσα στους εκτελεσθέντες προσμετρόνται και δύο πολίτες. Η περίπτωση της 7ης Μεραρχίας δεν έχει πλήρως ιστορικά διευκρινιστεί. Από ότι φαίνεται οι 6 στους 9 εκτελεσθέντες εκτελέστηκαν με την κατηγορία της προδοσίας. Σύμφωνα με την πηγή, υπήρχε όντως σοβαρό περιστατικό διείσδυσης πρακτόρων στη Μεραρχία, σε ένα κύκλωμα που ξεκινούσε από τον σύνδεσμο της Μεραρχίας Δημήτριο Χλιδή ή "Φλέρη", ο οποίος βρισκόταν σε τακτική επαφή με τα κυβερνητικά τμήματα. 




Γενικό Αρχηγείο ΔΣΕ






Για τις εκτελέσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ θα αναφερθούμε και παρακάτω παρουσιάζοντας τις περιπτώσεις αξιωματικών του Εθνικού Στρατού που εκτελέστηκαν στην έδρα του. Ωστόσο, η πιο γνωστή περίπτωση εκτέλεσης υπήρξε αυτή του Γιώργου Γιαννούλη του γενναίου διοικητή της 102ης Ταξιαρχίας. Ο Γιαννούλης κατηγορήθηκε για ανικανότητα διοίκησης αφού απέτυχε το 1948 στην κατάληψη του υψώματος "Μπάτρα" στην Πίνδο. Κατηγορήθηκε επίσης για προδοσία, χωρίς να αποδειχτεί ποτέ κάτι τέτοιο. Η αλήθεια είναι ότι ο Γιαννούλης δεν διέθετε τα μέσα για την κατάληψη του υψώματος "Μπάτρα" και ότι η εκτέλεσή του κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε άδικη και βασισμένη σε υπερβολικές κρίσεις των ανωτέρων του.




Εκτελέσεις ανδρών του Εθνικού Στρατού





Στο σημείο αυτό παρουσιάζονται οι περιπτώσεις εκτελέσεις ανδρών του κυβερνητικού στρατού από τα στρατοδικεία του ΔΣΕ. Οι εκτελέσεις των αιχμαλώτων αξιωματικών του Εθνικού Στρατού, εμπίπτουν στον Ν. 9/948 "περί παροχή στρατιωτικής βοήθειας στο μοναρχοφασιστικό καθεστώς". Σε όλες τις περιπτώσεις αιχμαλώτων αξιωματικών, δίνονταν στους καταδικασθέντες η δυνατότητα να αιτηθούν χάρης. Η χάρη εγκρίνονταν με τον όρο να γίνει δεκτή ανταλλαγή τους με πολιτικούς κρατούμενους ή στρατιωτικά στελέχη του ΔΣΕ που κρατούνταν σε κυβερνητικές φυλακές και στρατόπεδα αιχμαλώτων. Από όσο φαίνεται από τις πηγές μας, η ΠΔΚ αιτούνταν την ανταλλαγή αιχμαλώτων, η οποία όμως σε καμιά περίπτωση δεν έγινε δεκτή. Μετά το πέρας 5 ημερών, λάμβανε χώρα και η εκτέλεση των αξιωματικών. Αυτή η διαδικασία τηρούνταν για αξιωματικούς που δεν δέχονταν να υπηρετήσουν στο ΔΣΕ.

Για την περίπτωση των 12 εκτελεσθέντων οπλιτών μετά τη μάχη στα "Κοκορέικα" Πελοποννήσου, γνωρίζουμε ότι υπήρξε στρατοδικείο που τους δίκασε, δεν γνωρίζουμε όμως με ποιες κατηγορίες. Οι 12 δεν ήταν οι μόνοι αιχμάλωτοι της μάχης. Στη μάχη συνελήφθησαν 125 οπλίτες της διλοχίας Γαλανόπουλου, εκ των οποίων 45 προσχώρησαν στο ΔΣΕ, ενώ 76 αφέθηκαν ελεύθεροι.



Συμπεράσματα


Από τα ως τώρα δεδομένα μας έχουν καταγραφεί 44 εκτελέσεις που διενεργήθηκαν από το ΔΣΕ τόσο σε δικά του μέλη και στελέχη, όσο και σε οπλίτες του κυβερνητικού στρατού και πολίτες. Από αυτούς: 23 ήταν μέλη και στελέχη του ΔΣΕ που εκτελέστηκαν για πειθαρχικούς λόγους ή για παράβαση των νόμων της ΠΔΚ, 2 πολίτες τα αίτια της εκτέλεσης των οποίων δεν μας είναι γνωστά και 19 ήταν μέλη και στελέχη του κυβερνητικού στρατού που εκτελέστηκαν για παραβάσεις νόμου της ΠΔΚ και άλλους άγνωστους λόγους, αν και πιθανολογείται κάποιο περιστατικό βιαιοπραγίας ενάντια στον ντόπιο πληθυσμό ή αιχμαλώτους αντάρτες. 

Οι αριθμοί είναι εξαιρετικά χαμηλοί για έναν τριετή πόλεμο, αν ειδικά αναλογιστεί κανείς:

Πρώτον: Ότι ο κυβερνητικός στρατός εκτέλεσε 200 περίπου οπλίτες του μετά από μόνο μια μάχη (Η μάχη στο Μάλι-Μάδι). 

Δεύτερον: Τα χιλιάδες περιστατικά εκτελέσεων και δολοφονιών αιχμαλώτων ανταρτών και πολιτικών στελεχών του ΔΣΕ και του ΚΚΕ. 

Τρίτον: Τα περιστατικά απελευθέρωσης οπλιτών των κυβερνητικών δυνάμεων που ως τώρα έχουμε καταγράψει και θα παρουσιάσουμε σε επόμενο άρθρο μας, ανέρχονται σε 2.444. 

Θεωρούμε ότι ο μύθος περί μαζικών εκτελέσεων από τον ΔΣΕ τόσο σε δικά του μέλη και στελέχη, όσο και σε οπλίτες και αξιωματικούς των κυβερνητικών δυνάμεων, αλλά και πολίτες ξεκινά να καταρρίπτεται μέσα από τα ίδια τα ντοκουμέντα, τις μαρτυρίες και το αρχειακό υλικό.

Το άρθρο αυτό θα εμπλουτιστεί και με πρόσθετα στοιχεία στο μέλλον.






Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

H Σύγκρουση στο Σάλεσι


Μια από τις πιο άγνωστες συγκρούσεις του ΔΣΕ Πελοποννήσου, υπήρξε στις 21/2/1947, η συμπλοκή στο Σάλεσι. 

Πρόκειται για μια περίοδο που ο ΔΣΕ ανδρώνεται και οργανώνεται, καθώς και μια στιγμή της δράσης του κατά την οποία πολλοί διωκόμενοι αγωνιστές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ που είχαν καταφύγει στα μεγάλα αστικά κέντρα (κυρίως στην Αθήνα), επιχειρούν άοπλοι να περάσουν στα μάχιμα τμήματα του ΔΣΕ. 

Στις 21/02/1947, είκοσι διωκόμενοι ανάμεσά τους και ο Αριστείδης Καμαρινός βρίσκονται στην τοποθεσία Σάλεσι κοντά στη Μεγαλόπολη, περιοχή που είχε λάβει χώρα το 1823 και μια ακόμα συμπλοκή ανάμεσα σε κλέφτες και Οθωμανούς. Οι αντάρτες διέθεταν μόνο μερικά ατομικά περίστροφα, ένα οπλοπολυβόλο με μερικές δεσμίδες και ελάχιστα πυρομαχικά. 

Τη νύχτα οι αντάρτες έβαλαν 5 σκοπούς στο ύψωμα πάνω από την περιοχή ανάπαυσή τους κοντά σε ένα καλύβι με θέα στην πλαγιά. Οι υπόλοιποι 15 διέμειναν σε ένα μικρότερο καλυβάκι που τους παρείχε ένας βοσκός λίγα μέτρα χαμηλότερα. Ο αντάρτης Ντίνος Παναγόπουλος καθώς σουρούπωσε επέτρεψε στον τσοπάνη να επιστρέψει στα ζώα του για να τα φροντίσει. 

Ο κτηνοτρόφος πρέπει να ειδοποίησε τις αρχές της Χωροφυλακής και αργότερα μια ισχυρή δύναμη χωροφυλάκων περικύκλωσε την περιοχή. Οι σκοποί αντιλήφθηκαν την επίθεση όταν ήδη οι πρώτες ριπές είχαν πέσει και καθώς δεν διέθεταν οπλισμό για να ανταπαντήσουν επιχείρησαν απλώς να πυροβολούν αραιά για να επιτρέψουν στους συντρόφους τους να υποχωρήσουν. Αργότερα έγινε γνωστό ότι το απόσπασμα Χωροφυλακής που του έτυχε αυτό το "λαχείο" των αόπλων σχεδόν ανταρτών ήταν το διαβόητο "απόσπασμα Ζάρα". Από τους 20 αντάρτες σκοτώθηκαν οι εξής 10:

Μπομπούλος Χρήστος από την Καλαμάτα
Αναστόπουλος Νίκος
Τζωρτζίνης Γιώργος
Ντρες Θανάσης
Κώστας Παντελής
Σκαρβέλας Σωτήρης
Ασημακόπουλος Κώστας
Σταμάτης Αναστάσιος
Κουζινόπουλος Παναγιώτης
Μακρής Παναγιώτης

Οι περισσότεροι από τους νεκρούς κατάγονταν από τους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας εκτός από τους Μπομπούλο, Τζωρτζίνη και Ασημακόπουλο.

Την επόμενη ημέρα, οι χωροφύλακες περιέφεραν τα κομμένα τους κεφάλια στα στους δρόμους της Μεγαλόπολης. Ο Σωτήρης Σκαρβέλας μάλιστα, που δεν σκοτώθηκε επί τόπου, αλλά τραυματίστηκε βαριά στην κοιλιά, εκτελέστηκε με μια ριπή επί τόπου από τους χωροφύλακες. 

Από τους εναπομείναντες αντάρτες τρεις (Βασίλης Σαγανάς, Γιάννης Παπανικολάου και ο Θεόδωρος Ρουσσόπουλος) επέστρεψαν στην Αθήνα. Άλλοι τρεις (Ντίνος Παναγόπουλος, Ανδρέας Γιαλαμάς και Μήτσος Κόλλιας) ενώθηκαν μερικές μέρες μετά με την ομάδα του Πέρδικα στο Μάιναλο. Τέλος, οι Κ Φέστας, Γ Βασιλάκης. Μήτσος Γιορμπές, Γιάννης Πετρόπουλος και ο Αριστείδης Καμαρινός έφθασαν στον Ταΰγετο ξεφεύγοντας από ακόμα δύο ενέδρες της Χωροφυλακής.

Αργότερα, όταν ο Αριστείδης Καμαρινός θα συναντήσει τον Γιώργη Κονταλώνη και θα του αναφέρει σχετικά με τη μάχη στο  Σάλεσι, ο Καμαρινός θα απαντήσει:

"Μη βάζεις τη λέξη μάχη σε εισαγωγικά Αρίστο (ο Καμαρινός την είχε γράψει έτσι), γιατί στο Σάλεσι χάσαμε μια μεγάλη μάχη. Τώρα δεν θα έρθουν πολλοί αντάρτες στην Πελοπόννησο από την Αθήνα."

Κι ήταν όντως έτσι, αφού για μήνες μετά τη μάχη στο Σάλεσι ελάχιστοι αντάρτες εμφανίστηκαν στο ΔΣΕ Πελοποννήσου από την Αθήνα. Τελικά, η στρατολογία από την Αθήνα αποκαταστάθηκε στις αρχές του καλοκαιριού μετά τις πρώτες επιτυχίες του ΔΣΕ.



Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Σπάνια φωτογραφία από τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων του Εμφυλίου



Φυλακές Λευκάδας




Η παραπάνω φωτογραφία είναι η μοναδική γνωστή μας που έχει τραβηχτεί στις Φυλακές Λευκάδας
και απεικονίζει πολιτικούς κρατούμενους της εποχής 1945-1963. Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί το 1952. Ο τρίτος από δεξιά στη σειρά των όρθιων πρέπει να είναι ο  Νίκος Γουριώτης, στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ Θεσσαλίας.

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

14 Απριλίου 1942 - Η Μεγάλη Απεργία


Λίγες εβδομάδες μετά την εγκατάσταση των κατοχικών αρχών στην Ελλάδα, σημειώθηκαν και οι πρώτες εργατικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις. Στάσεις εργασίας, μικροαπεργίες, αποχή από τα μαθήματα παρατηρήθηκαν στα πανεπιστήμια, στους δημοσιοϋπαλληλικούς χώρους, στα σχολεία.

Η πρώτη όμως μεγάλη δημοσιοϋπαλληλική απεργία, με όλη τη σημασία της λέξης και οπωσδήποτε μια από τις μεγαλύτερες ώρες της εργατικής τάξης της πατρίδας μας σε όλη της την ηρωική ιστορία, πραγματοποιήθηκε στις 14 του Απρίλη του 1942. Λίγο μετά το τέλος του τρομερού χειμώνα του 41, όταν έμπαινε επιτακτικά το ζήτημα της επιβίωσης για τον εργαζόμενο λαό μας.

Η απεργία ξεκίνησε από τους Τριατατικούς (τηλεφωνία, τηλεγραφία, ταχυδρομείο), των οποίων το άλλοτε πανίσχυρο συνδικάτο που πρωτοστάτησε στους κοινωνικούς αγώνες του Μεσοπολέμου, παρά τα πλήγματα που δέχθηκε από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της μεταξικής δικτατορίας, τους πρώτους μήνες της Κατοχής, άρχισε να ανασυγκροτείται. Στο Μέγαρο Μελά, που βρισκόταν το Κεντρικό Ταχυδρομείο (στην άλλοτε πλατεία Κοτζιά), με κύριο και βασικό αίτημα την επιβίωση, ξεκίνησε στις 14 του Απρίλη ένας πρωτόγνωρος απεργιακός αγώνας, που με την διαδικασία του ντόμινο επεκτάθηκε στις άλλες τριατατικές υπηρεσίες, στους άλλους δημοσιοϋπαλληλικούς χώρους και στη συνέχεια σε όλους τους εργαζόμενους τόσο στην Αθήνα, όσο και στις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις.

Η δωσιλογική κυβέρνηση Τσολάκογλου, απάντησε με την τρομοκρατία και τις απειλές. Παρ' όλα αυτά, οι εργαζόμενοι άντεξαν μέχρι τις 22 Απριλίου, όπου και σταμάτησαν τον απεργιακό αγώνα, αφού υλοποιήθηκαν πολλά από τα αιτήματά τους. Η συγκεκριμένη απεργία, η πρώτη δημοσιοϋπαλληλική απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και ανέβασε την επιρροή του Εργατικού ΕΑΜ και της Πανυπαλληλικής σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Γράφει ο Χαρίλαος Φλωράκης, ένα από τα βασικά στελέχη του τριατατικού συνδικαλισμού τα πρώτα χρόνια της Κατοχής για την συγκεκριμένη απεργία:

«Ήταν απόγευμα γύρω στις 4 η ώρα, όταν λιποθύμησε από την πείνα ένας διανομέας στη μεγάλη σάλα του Κεντρικού. Γύρω από το λιπόθυμο συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου, όπως και όλοι οι υπάλληλοι. Ήταν όλοι τους αγανακτισμένοι, αναστατωμένοι και στο στόμα τους προφέρονταν συνεχώς η λέξη απεργία — με απόφαση και οργή. Το ίδιο εκείνο βράδυ, αφού γίνανε και οι σχετικές συνεννοήσεις με την επαρχία αποφασίστηκε να κατεβούμε σε Παντριατατική απεργία.

Οι καιροί ήταν ώριμοι. Γι' αυτό και από την πρώτη μέρα η απεργία μας σημείωσε καταπληκτική επιτυχία, παρά το γεγονός ότι οι τριατατικοί ήμασταν επιστρατευμένοι από τους Γερμανούς και κάθε απεργιακή κίνηση πρόβλεπε την ποινή του θανάτου. Όμως η απεργία μας παρουσιάστηκε τόσο καθολική, που οι κατακτητές δεν τολμήσανε να προβούνε σε εκτελέσεις, αλλά μονάχα στη σύλληψη καμιά τριανταριά συναδέλφων τριατατικών, που τους κλείσανε στο Σταθμό Λαρίσης.

Στο μεταξύ οργανωθήκανε ομάδες επαγρύπνησης και συμπαράστασης και η απεργία τράβηξε τον δρόμο της μπροστά. Την πρώτη προκήρυξη, θυμάμαι, και μέχρι να οργανωθεί ο παράνομος μηχανισμός των τριατατικών, τη δακτυλογραφήσαμε στο σπίτι ενός γιατρού μικροβιολόγου στην οδό Βερανζέρου, που διέθετε κάποια γραφομηχανή...».

Ο καθοδηγητικός νους και τελικά απ' ότι φαίνεται η ψυχή της μεγάλης αυτής κινητοποίησης του δημοσιοϋπαλληλικού κόσμου ήταν ο Κώστας Νικολακόπουλος, γραμματέας της Κεντρικής Πανυπαλληλικής Επιτροπής στην περίοδο της κατοχής, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ και ανώτερο στέλεχος της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ.


Για τον Κώστα Ηλία Νικολακόπουλο γράφει ο Βασίλης Μπαρτζίωτας:

Γεννήθηκε στη Ζαχάρω το 1907. Σπούδασε φυσικομαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διορίστηκε καθηγητής στην Πάνιτσα της Λακωνίας (1934), απ’ όπου μετατέθηκε στην Αθήνα (1935-1947). Ήταν ο οργανωτής και καθοδηγητής και των τριών Γενικών Πανελλαδικών απεργιών της κατοχής. Για τη δράση αυτή καταδιωκόταν από τις αρχές κατοχής. Κατά τον εμφύλιο
πόλεμο παρέμεινε εξόριστος (Ιούλης 1947 - Απρίλης 1950). Το Δεκέμβρη 1950 καταδικάστηκε από έκτακτο Στρατοδικείο για παράβαση του Α.Ν. 509 σε ισόβια δεσμά, ποινή που μετριάστηκε αργότερα.

Μιλώντας ο Νικολακόπουλος στο Στρατοδικείο, αφού δήλωσε ότι είναι μέλος του ΚΚΕ, είπε ανάμεσα στα άλλα:

«Κατορθώσαμε να επιτύχουμε για τους δημ. υπάλληλους σιτηρέσιο. Το 1944, οι αποδοχές των δημόσιων υπάλληλων με τα πενθήμερα έφτασαν τη μια χρυσή λίρα το πενθήμερο. Αυτή η κατάκτηση όμως ήταν αποτέλεσμα σκληρών αγώνων. Επιζήσαμε. Έτσι έζησε ο λαός και φτάσαμε στην απελευθέρωση...»

Ο Κώστας Νικολακόπουλος πέθανε στις 13 Ιούνη 1972 σε ηλικία μόλις 65 χρονών. Ήταν μια φυσιογνωμία από τις πιο σπουδαίες του ΕAM και του ΚΚΕ. Αληθινό παλικάρι και γερό μυαλό με μεγάλο οργανωτικό ταλέντο. Τον διέκρινε μια απίστευτη ευστροφία. Ανήκε στη σειρά των ανώτερων στελεχών της ΚΟΑ του ΚΚΕ, στο ίδιο πολιτικό ανάστημα με το Μήτσο Παπαρήγα, Σπύρο Καλοδίκη, Βασίλη Μαρκεζίνη, Ηλέκτρα Αποστόλου και άλλους.


Πηγή: εδώ

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Βιβλιοπρόταση: Δικτατορία 1967-1974 - Έγγραφα και Ντοκουμέντα


Ένα νέο εξαιρετικό βιβλίο εκδόθηκε από τη Σύγχρονη Εποχή και φέρει τον τίτλο: Δικτατορία 1967-1974 - Έγγραφα και Ντοκουμέντα.

Στο βιβλίο γίνεται μια πλήρης παρουσίαση της περιόδου της επταετούς Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, μέσα από έγγραφα και κείμενα ιστορικών και ανθρώπων που γνώρισαν στο πετσί τους τις διώξεις της Χούντας. 

Σας το προτείνουμε ανεπιφύλακτα



Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Οταν τα Αρχεία εκδικούνται...


Ένα άρθρο γροθιά σε όσους επιθυμούν και επιθυμούσαν την αμαύρωση του ονόματος "Μπελογιάννης"

του Μάκη Μαΐλη



Νίκος Μπελογιάννης δεν είναι μόνο ένας από τους ήρωες του ΚΚΕ που οι κατά καιρούς αποστάτες του Κόμματος επέλεξαν ανάμεσα στους χιλιάδες Μπελογιάννηδες, προκειμένου να χτυπήσουν το ΚΚΕ μέσω αυτού του προσώπου. Είναι και ο κομμουνιστής, τον οποίο οι παραπάνω έχουν επιπλέον επιχειρήσει να οικειοποιηθούν, διαχωρίζοντάς τον από το ΚΚΕ και φέρνοντάς τον στα μέτρα τους. Κι ενώ ο Μπελογιάννης υπήρξε γέννημα και θρέμμα του ΚΚΕ, ενώ η σύντομη ζωή του γέμισε εξολοκλήρου και αδιάλειπτα με την κομματική δράση του, ενώ μέχρι το τέλος υπεράσπισε το ΚΚΕ με όλες τις δυνάμεις του και με το αίμα του, ωστόσο γράφονται πολλά και απίθανα, με τρόπο αυθαίρετο, παρά κι ενάντια στην ιστορική αλήθεια.

Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί ο ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου ο πρόεδρος και πρωθυπουργός, Αλ. Τσίπρας, «εγκωμίασε» τον Μπελογιάννη ως πρωτοπόρο για τη δημοκρατία! «Ξέχασαν», θρασύτατα, ότι ο Μπελογιάννης εφάρμοζε την πολιτική του ΚΚΕ - όχι κάποια δική του - και ότι το ΚΚΕ - συνεπώς και ο Μπελογιάννης - ναι μεν αγωνιζόταν για δικαιώματα και ελευθερίες, όμως στο Πρόγραμμά του είχε το στόχο της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου, το σοσιαλισμό. «Ξέχασαν» ότι το ΚΚΕ - άρα και ο Μπελογιάννης - στεκόταν στο πλευρό της Σοβιετικής Ενωσης και δρούσε στη βάση της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και του προλεταριακού διεθνισμού. Βέβαια, η παραποίηση της πραγματικότητας και η καπηλεία έχουν την ιστορία τους. Ορισμένα παραδείγματα:
Ο Πότης Παρασκευόπουλος έγραψε στο σχετικό βιβλίο του ότι «η διάσταση του Μπελογιάννη είναι απόλυτη και προς τη μεθοδολογία του Ζαχαριάδη».

Κι όμως, ο Μπελογιάννης είχε πει στην απολογία του κατά την πρώτη δίκη, υπερασπίζοντας τον αγώνα του ΔΣΕ:

«Αντιτάξαμε βία στη βία. Δεν ήταν δυνατό να καθίσουμε και να λέμε "σφάξε με αγά μου, ν' αγιάσω". Η πολιτική μας αυτή στηριζόταν στο λαό, γι' αυτό και τρία χρόνια αντιμετωπίσαμε τόσες δυσκολίες».

Ο Λεωνίδας Κύρκος μετέτρεψε τον Μπελογιάννη σε «ευρωκομμουνιστή» και έγραψε ότι ο Μπελογιάννης είχε μια έκφραση σαν τον Μπερλίνγκουερ και ότι «και οι δυο κινούνταν στο ίδιο μήκος κύματος...». Και ο συγγραφέας Βασ. Βασιλικός δήλωσε πριν από χρόνια ότι ο Μπελογιάννης ήταν ο Ελληνας Γκράμσι!

Η Ελλη Παππά υπογράμμισε ότι ακούει το ερώτημα: «Αν ζούσε ο Μπελογιάννης, πού θα ανήκε;»(!)5
Η αναπαραγωγή των παραπάνω συνεχίστηκε επί χρόνια και τέρμα δεν έχει. Η ιστορική πραγματικότητα αναποδογυρίζεται από τον Στ. Κούλογλου έως την «Αυγή», από τον Τάσο Βουρνά έως την κρατικοκυβερνητική ΕΡΤ και από το συγκρότημα Λαμπράκη μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ και κάθε είδους άλλους, δίχως βέβαια να νιώσουν κάποια στιγμή την ανάγκη να ομολογήσουν την πραγματικότητα.

Ετσι, λοιπόν, εμφανίζουν τον Μπελογιάννη ως «ανανεωτικό», δηλαδή ως οπορτουνιστή, μετανοημένο (!) για την πολιτική του ΚΚΕ και για τον αγώνα του ΔΣΕ (1946 - 1949), ως στέλεχος που άνοιξαν τα μάτια του από τότε που ήρθε παράνομος στην Ελλάδα και άλλα παρόμοια. Θέλουν έναν Μπελογιάννη προσαρμοσμένο στις επιδιώξεις τους, να θωρακίζεται η αστική εξουσία, έναν Μπελογιάννη «αντισεχταριστή», σε αντιπαράθεση με το ...σεχταριστικό (τότε και σήμερα) ΚΚΕ. Κι έτσι «τιμούν» ένα πρόσωπο που δεν είναι ο Μπελογιάννης, αλλά το πρόσωπο που οι ίδιοι θέλουν να είναι, ως πραμάτεια τους στην επίθεση κατά του ΚΚΕ.

Το 1952, η Ελλη Παππά έστειλε από τη φυλακή με μυστικό τρόπο επιστολές στον Νίκο Ζαχαριάδη. Σ' αυτές τις επιστολές έκανε λόγο για την «εκδίκηση», που, όπως έλεγε, ήταν τα τελευταία λόγια του Μπελογιάννη όταν τον πήραν για το εκτελεστικό απόσπασμα. Στην πρώτη επιστολή της, που μεταδόθηκε από το Παρίσι, η Ελλη Παππά προσδιόριζε το νόημα της λέξης «εκδίκηση» σωστά, γράφοντας στον Ζαχαριάδη:

«Πρέπει να ζήσεις για την εκδίκηση. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Μπελογιάννη όταν έφευγε για το εκτελεστικό απόσπασμα. Είμαι βέβαιη πως εσείς λεύτεροι άνθρωποι στην Ελλάδα και σ' όλο τον κόσμο, τον ακούσατε μαζί μου, μα και πως σας εμπνέουν την ίδια αγανάκτηση, την ίδια φλόγα, για να εκδικηθείτε τους δολοφόνους του Μπελογιάννη, τους δολοφόνους χιλιάδων και χιλιάδων αγωνιστών, εκείνους που αλυσσοδένουν τους λαούς και δολοφονούν τα καλύτερα παιδιά του»

Και στη δεύτερη επιστολή:

«Αγαπητέ μου σ., αυτά είναι λίγα μπροστά στα όσα έχω να σου πω (...) το θεωρώ σαν υπέρτατη υποχρέωσή μου και σε σας και στο Κόμμα και στην εκδίκηση που ζήτησε ο Νίκος. Σκέφτεσαι σ. πως όλη αυτή η πλεκτάνη δεν θα μπορούσε να γίνει αν ζούσε; Γι' αυτό τον φάγανε (...). Σύντροφε, σου στέλνουμε όλη μας τη σκέψη, την αγάπη και την ελπίδα πως θα γιατρέψετε γρήγορα την κατάσταση, όπως πρέπει και όπως περιμένουμε». (Υπογράμμιζε με αυτά ότι κατά την άποψή της υπήρχε χαφιές στα ανώτατα κλιμάκια του Κόμματος, που κατέδωσε τον Μπελογιάννη και ζητούσε από τον Ζαχαριάδη να ξεκαθαρίσει την κατάσταση).

Ομως, πολλά χρόνια αργότερα, η Ελλη Παππά άρχισε να αναφέρεται με άλλο περιεχόμενο στη λέξη «εκδίκηση». Εδωσε το περιεχόμενο ότι με τη λέξη «εκδίκηση» ο Μπελογιάννης αναφερόταν στην αποχή του ΚΚΕ από τις εκλογές του 1946, υπογραμμίζοντας: «... πηγαίνουμε να πεθάνουμε για ένα λάθος;». Εγραψε η Ελλη Παππά:

«Με βοήθησε να δω την υπόθεση της αποχής από τις εκλογές του '46 όχι σαν ένα μεμονωμένο λάθος, αλλά σαν απαρχή της σειράς των γεγονότων που οδήγησαν στην ήττα του '49, ως και το δικό του θάνατο. Μ' έκανε να καταλάβω πως, όταν τόσο επίμονα μου ζητούσε να ζήσω "για την εκδίκηση", δεν γύρευε κάποια θεαματική πράξη, μα κάτι που εκείνος δεν μπορούσε πια να κάνει: βοήθεια στην κάθαρση από όλα εκείνα που έκαναν τους αγωνιστές να σκέπτονται, την παραμονή της εκτέλεσής τους, πως "πέθαιναν για ένα λάθος" - όπως εκείνος»

Το ΚΚΕ και ο «Ριζοσπάστης» υπερασπίστηκαν την αλήθεια όλα αυτά τα χρόνια, αποκαλύπτοντας το στόχο του οπορτουνισμού. Η ζωή απέδειξε ότι η τεκμηριωμένη κριτική που άσκησε το Κόμμα μας ήταν δίκαιη. Ηρθαν να το επιβεβαιώσουν και τα τεκμήρια που βρέθηκαν το τελευταίο διάστημα στο υπό αποκατάσταση Αρχείο του ΚΚΕ, μέρος των οποίων δημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» (19 Μαρτίου 2017). Πρόκειται για τις χειρόγραφες σημειώσεις του Νίκου Μπελογιάννη, που γράφτηκαν πριν τη δεύτερη δίκη του και μετά απ' αυτήν στο κελί των μελλοθανάτων. Ετσι, στην ιστορική τεκμηρίωση προστίθεται άλλο ένα ντοκουμέντο γραμμένο με την πένα του ίδιου του Μπελογιάννη. Εξήντα πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, ο Μπελογιάννης «απαντά» από τον τάφο του. Γράφει:

«Ολα δείχνουν ότι ο Αμερ.[ικανικός] ιμπερ.[ιαλισμός] την Ελλ.[άδα] και τα Βαλκ.[άνια] διαλέγει σαν πεδία για την επόμενη πολεμική του πρόκληση. Πρέπει οι αμερ.[ικανοί] οι πλουτοκρ.[άτες] κλπ. κλπ. που τρέφονται από τον πόλεμο, να καταλάβουν πως τα πολεμικά τους σχέδια δεν θα περάσουν. Ο λαός της Ελλ.[άδας] αδούλωτος και περήφανος ξαναλέει όχι. Και αν τον κάνουνε τον πόλεμο θα πιάσει πάλι τα ταμπούρια, θ' ανεβεί με τους αντάρτες στα βουνά, θα τους κάνει τον πόλεμο τάφο τους. Αν οι εκμεταλ.[λευτές] τολμήσουν, θα τους τσακίσουμε κλπ. Θα τους χτυπήσουμε και από πίσω μαζί με τους στρατούς των λαϊκών δημ.[οκρατιών] Δεν θα πολεμήσουμε τη Σοβ.[ιετική] Ενωση. Δεν θα ξαναγίνει 2η Ουκρανία».

Αυτός είναι ο διεθνισμός, με τον οποίο συνδέεται άρρηκτα ο γνήσιος πατριωτισμός του ΚΚΕ.
Είναι εξόφθαλμο ότι λίγες μέρες πριν την εκτέλεσή του ο Νίκος Μπελογιάννης επαναλαμβάνει στην ουσία τα λόγια του Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος είχε διατυπώσει το γνωστό σύνθημα «Τα όπλα ανάστροφα». Επαναλαμβάνει την απόφαση της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (10 - 14 Οκτώβρη 1950) που ανέφερε:

«Ο λαός μας είναι απόλυτα και αποφασιστικά ενάντιος σε κάθε επίθεση και πολεμικό τυχοδιωκτισμό ενάντια στην Αλβανία και τη Βουλγαρία, ενάντια στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας και τη Μεγάλη πατρίδα, τη Σοβ. Ενωση (...) Και τον πόλεμο αυτόν που ετοιμάζουν οι Αμερικάνοι και οι μοναρχοφασίστες θα πιάσουμε βουνά και ταμπούρια και με το όπλο και το δικό μας πόλεμο θα τόνε κάνουμε τάφο του μοναρχοφασισμού, της πλουτοκρατίας και της αμερικανοκρατίας στην Ελλάδα».

Οι σημειώσεις του Μπελογιάννη, λοιπόν, αποτελούν την πιο αποστομωτική μαρτυρία, σχετικά με το πώς σκεφτόταν και τις τελευταίες ώρες της ζωής του.

Η Ελλη Παππά έγραψε ακόμα ότι ο Μπελογιάννης τής είχε πει:

«Παράγγειλε, μόλις πας στη φυλακή στον Σ. και στον Π. να κάνουνε ό,τι μπορούνε για να βγάλουνε μια εφημερίδα φιλολογική-πολιτική, στο είδος της Λιτερατούρναγια Γκαζέτα. Πολύ θα βοηθήσει αυτή τη στιγμή. Μόνο να προσπαθήσουνε να τη βγάλουνε μόνοι τους, και προπαντός μακριά από ... σήματα και οργανώσεις».

Η Ελλη Παππά ήθελε να πει με αυτό ότι ο Μπελογιάννης τασσόταν κατά της παράνομης δράσης του Κόμματος. Ετσι ερμήνευσε το «μακριά από ... σήματα και οργανώσεις», δηλαδή μακριά από τους ασύρματους του ΚΚΕ και από την παράνομη κομματική Οργάνωση. Δεν το ερμήνευσε με το νόημα που είχε πραγματικά, ότι δηλαδή η έκδοση αυτής της νόμιμης εφημερίδας δεν έπρεπε να ανακατεύεται με τους συντρόφους που δούλευαν σε παράνομους μηχανισμούς. Η αποκέντρωση του παράνομου μηχανισμού είναι βασικός όρος για τον επιτυχημένο συνδυασμό της νόμιμης με την παράνομη δράση.

Στην ίδια βάση, ο Π. Παρασκευόπουλος έγραψε για τον μεγάλο «πονοκέφαλο» του Μπελογιάννη, «του συνδυασμού της παράνομης επαναστατικής πάλης με την νόμιμη».11 Αυτός ο «πονοκέφαλος» ήταν κατά τον Παρασκευόπουλο η αιτία που υποχρέωσε τον Μπελογιάννη να παραγγείλει στην Παππά σχετικά με την έκδοση νόμιμης εφημερίδας. Μάλιστα ο Παρασκευόπουλος, επιτιθέμενος στην ύπαρξη και λειτουργία των παράνομων Οργανώσεων του Κόμματος, έκανε λόγο για τις «ασυρματοφόρες κομματικές οργανώσεις».

Πολύ σωστά ενεργούσε ο Μπελογιάννης: Συνδυασμός της παράνομης με τη νόμιμη δράση. Δίχως πονοκέφαλο για το συνδυασμό τους εφάρμοζε τις αποφάσεις της 6ης και της 7ης Ολομέλειας της ΚΕ (1949 και 1950, αντίστοιχα). Η 6η Ολομέλεια καθόριζε ανάμεσα στα καθήκοντα του ΚΚΕ:

«... Το Κόμμα στηριζόμενο σ' ένα γερό παράνομο κομματικό μηχανισμό, πρέπει να χρησιμοποιήσει όλες τις τωρινές νόμιμες δυνατότητες (...) για τη συγκέντρωση των μαζών, για την οργάνωσή τους, για την καθοδήγηση των καθημερινών οικονομικών και πολιτικών τους αγώνων, για τη δημιουργία γερών βάσεων μέσα στο στρατό...».

Επίσης, η 6η Ολομέλεια τόνιζε:

«Το Κόμμα πρέπει, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες που υπάρχουν, να βγάλει στην Αθήνα νόμιμη, περιοδική, μαζική πολιτική εφημερίδα».

Με βάση αυτές τις κατευθύνσεις ο Μπελογιάννης έγραψε:

«Δεν αρνιέμαι ότι ήρθα στην Ελλάδα για να συντελέσω στη σωστή εφαρμογή της πολιτικής γραμμής».

Εξάλλου στις σημειώσεις του αναφέρει σχετικά με τις παράνομες ΚΟ:

«Τίποτα το καινούργιο δεν προστίθεται τώρα. Λένε: 1. Παράνομος μηχανισμός. Από το 1903 ο Λένιν, συνδυασμός νόμιμης και παράνομης δουλειάς. Γλαύκα στην Αθήνα; Νόμιμη άμυνα. Το ΚΚΕ από το 1925 στην παρανομία. Σκοπός: το μεγάλωμα της επιρροής μας για να καταχτήσουμε την πλειοψηφία. Πώς θα το πετύχουμε; Δίνοντας εξετάσεις και αποδείχνοντας ότι είμαστε κόμμα του λαού και της Ελλάδας. Αυτό γίνεται με τις νόμιμες οργανώσεις. Και το πετυχαίνεις μόνον όταν διατηρείς και φυλάς την παράνομη οργάνωση. Γι' αυτό και η μάχη κατά των παράνομων οργανώσεων. Γι' αυτό και η δίκη, ένας σκοπός της είναι να τρομοκρατήσει όσους βοηθάνε την παράνομη οργάνωση».


Τα χειρόγραφα του Μπελογιάννη




Oι υγειονομικές υπηρεσίες του ΔΣΕ Ρούμελης



Για τις υγειονομικές υπηρεσίες του ΔΣΕ υπάρχουν αρκετές πληροφορίες, που όμως κυρίως αφορούν τη δράση των αγωνιστών γιατρών στο Γράμμο και την οργάνωση των εκεί νοσοκομείων, κυρίως υπό την επίβλεψη του Πέτρου Κόκκαλη. Ωστόσο, δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά για τις υγειονομικές υπηρεσίες του ΔΣΕ σε άλλα σημεία της Ελλάδας, όπου οι ελεύθερες περιοχές δεν ήταν τόσο μεγάλες, τα εφόδια πολύ λιγότερα και το προσωπικό των υγειονομικών σαφέστατα μικρότερο σε αριθμό. 

Ο Κόκκινος Φάκελος προχώρησε στη μερική διερεύνηση του ζητήματος, κυρίως μέσα από τη μελέτη του μαρτυριακού υλικού και των βιογραφιών των ανταρτών της Ρούμελης. Σαφώς, η παρακάτω διαπιστώσεις δεν είναι πλήρεις ούτε και μπορούν να αναχθούν σε όλα τα μάχιμα τμήματα του ΔΣΕ. Αποτελούν ωστόσο μια καλή ένδειξη της διάρθρωσης και της δράσης των υγειονομικών σε άλλες, πλην του Γράμμου, περιοχές.

Καταρχήν, όταν αναφερόμαστε στο ΔΣΕ της Ρούμελης μιλάμε για την Ι και ΙΙ Μεραρχία, υπό τη διοίκηση του Χαρίλαου Φλωράκη και του Γιάννη Αλεξάνδρου αντίστοιχα. 

Ειδικά από το 1948 και μετά, οι τραυματισμοί των ανταρτών ξεκίνησαν να πληθαίνουν ραγδαία, λόγω της έντασης των επιχειρήσεων και τη γενίκευση του Εμφυλίου Πολέμου. Ο ΔΣΕ Ρούμελης δεν διέθετε σταθερό ελεύθερο χώρο στον οποίο θα μπορούσε να οργανώσει τα δικά του νοσοκομεία και να αναπτύξει τις υγειονομικές του υπηρεσίες. Έτσι, η περίθαλψη των τραυματιών έπρεπε να οργανωθεί με διαφορετικό τρόπο. 

Ανάλογα με τη φύση των τραυμάτων τους, οι τραυματίες στέλνονταν στα κινητά νοσοκομεία των μεραρχιών. Συνήθως, οι τραυματίες που μπορούσαν χωρίς κίνδυνο της ζωής τους να μετακινηθούν στέλνονταν στο κινητό νοσοκομείο, ενώ οι τραυματίες των οποίων η κατάσταση απαιτούσε ακινησία τοποθετούνταν στις λεγόμενες "λούφες".


Τα κινητά νοσοκομεία


Τα κινητά νοσοκομεία στελεχώνονταν συνήθως από 2-3 γιατρούς και νοσοκόμους, έναν στρατιωτικό διοικητή (που εκτελούσε χρέη διευθυντή του νοσοκομείου) και έναν πολιτικό επίτροπο. Παράλληλα, διέθεταν το δικό τους σιτιστή, μάγειρα και το δικό τους αποθηκάριο. Οι τραυματίες και ασθενείς ακολουθούσαν το νοσοκομείο το οποίο στόχευε στην εξεύρεση χώρου στον οποίο θα μπορούσαν να παραμείνουν αν δεν υπήρχε κίνδυνος και συνήθως ελισσόταν στο χώρο ανάλογα με τις κινήσεις του αντιπάλου. Πολλές φορές οι αντάρτες του κινητού νοσοκομείο διέμεναν σε άδεια χωριά ή σπηλιές και μοναχικές εκκλησίες που μπορούσαν να προσφέρουν ένα είδος άνεσης στους τραυματίες. Άλλες πάλι φορές αναγκάζονταν να μετακινούνται με τα πόδια για μέρες στρατοπεδεύοντας μόνο τη νύχτα ανάμεσα στα δέντρα. 

Τα ιατροφαρμακευτικά εφόδια και τα τρόφιμα κατέφθαναν στα κινητά νοσοκομεία με την ευθύνη της αντίστοιχης μεραρχίας και των Κέντρων Πληροφοριών, τα οποία πολλές φορές επικουρούσαν και την κίνησή τους. Γενικά, οι συνθήκες ζωής των τραυματιών ήταν δύσκολες, αλλά σαφέστατα καλύτερες από αυτές των τραυματιών που ζούσαν στις λούφες. Στα κινητά νοσοκομεία, οι τραυματίες μπορούσαν να κινηθούν στο χώρο, να μαζεύουν φρούτα και χόρτα για να συμπληρώνουν τη διατροφή τους και να συνομιλούν. Μπορούσαν επίσης να φροντίζουν για την προσωπική τους καθαριότητα και κινδύνευαν λιγότερο από μολύνσεις ή άλλες επιπτώσεις των τραυμάτων τους. 

Τα φάρμακα, ο ιματισμός και τα άλλα εφόδια, συλλέγονταν συνήθως από τις παράνομες κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ στις μεγάλες πόλεις (πχ Καρδίτσα, Τρίκαλα κτλ) και προωθούνταν σε μέλη των Κέντρων Πληροφοριών σε απόμερα σημεία στις παρυφές της πόλης. Τα μέλη των Κέντρων τα μετέφεραν μετέπειτα στη μεραρχία. Σε άλλες περιπτώσεις, εφόδια μπορεί να καταλαμβάνονταν και από την ίδια τη μεραρχία στις στρατιωτικές της επιχειρήσεις. Έτσι μεταβιβάζονταν απευθείας στα κινητά νοσοκομεία. 

Από τα στελέχη των κινητών νοσοκομείων του ΔΣΕ Ρούμελης, ελάχιστα ονόματα μας είναι σήμερα γνωστά. Στο κινητό νοσοκομείο της ΙΙ Μεραρχίας χρημάτισαν στο πόστο του διευθυντή οι:

Γεράσιμος Στεφανάτος, μετέπειτα μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ. Έφυγε από τη ζωή το 1997.
Δημήτρης Κάϊλας, τελευταίος διευθυντής του νοσοκομείου ως τον Μάιο του 1949, όταν το νοσοκομείο έπεσε σε ενέδρα του Εθνικού Στρατού στη θέση Βραγκιανά των Αγράφων, οπότε και συνελήφθη σχεδόν αύτανδρο. Ο Δ. Κάϊλας κατόρθωσε να διαφύγει της σύλληψης και πέρασε στις σοσιαλιστικές χώρες. Έφυγε από τη ζωή το 2005. 


Οι ελεύθεροι σκοπευτές


Στα κινητά νοσοκομεία, οι τραυματίες δεν έφεραν οπλισμό καθώς ο ΔΣΕ Ρούμελης δεν διέθετε αφθονία όπλων ή πυρομαχικών. Έτσι πάνω από το 80% των ανταρτών του κινητού νοσοκομείου ήταν άοπλοι. Επειδή όμως το ζήτημα της άμυνας και της περιφρούρησης των τραυματιών ήταν ζωτικής σημασίας, ειδικά στις περιόδους έντασης των συγκρούσεων, τη φύλαξη των ανταρτών αναλάμβανε μια μικρή ομάδα 5 ή 6 ελεύθερων σκοπευτών του ΔΣΕ. 

Οι ελεύθεροι σκοπευτές ήταν εμπειροπόλεμοι αντάρτες οπλισμένοι με τουφέκια μεγάλης εμβέλειας ή αυτόματα όπλα που αναλάμβαναν την άμυνα του νοσοκομείου σε περιπτώσεις αιφνιδιασμού, προσπαθώντας να καθηλώσουν τον αντίπαλο, όσο το νοσοκομείο θα υποχωρούσε ή θα ελίσσονταν. Οι ελεύθεροι σκοπευτές είχαν συνήθως μεγάλη εμπειρία στην περιοχή κίνησης του νοσοκομείου και αναλάμβαναν και χρέη οδηγού και ανιχνευτή, ενώ πολλές φορές κυνηγούσαν ζώα για το συσσίτιο του νοσοκομείου. 

Η οργανωτική σχέση των ελεύθερων σκοπευτών ήταν πολύ ειδική στη δράση τους στα κινητά νοσοκομεία. Συνδέονταν απευθείας με το διευθυντή του νοσοκομείου και εκτελούσαν δικές του εντολές. Επίσης, ήταν οι μόνοι που είχαν την εξουσιοδότηση σύνδεσης του νοσοκομείου με τα Κέντρα Πληροφοριών και τις επιμελητείες της μεραρχίας. 

Όπως και με την περίπτωση των διευθυντών των κινητών νοσοκομείων έτσι και με τους ελεύθερους σκοπευτές, ελάχιστα προσωπικά στοιχεία είναι σήμερα γνωστά. Γνωρίζουμε μόνο το όνομα του Κώστα Μαρδή, λοχαγού του ΔΣΕ, που το 1949 ήταν επικεφαλής του κινητού νοσοκομείου της ΙΙ μεραρχίας. 


Οι "λούφες"

Οι λεγόμενες "λούφες" του ΔΣΕ ήταν κρυψώνες βαριά αρρώστων και τραυματιών του ΔΣΕ που η κατάστασή τους, αλλά και η αδυναμία του ΔΣΕ να τους περιθάλψει σε κάποιο σταθερό χώρο ευθύνης του, τους ανάγκαζε να τοποθετούνται σε κρυψώνες. 

Οι "λούφες" βρίσκονταν είτε σε απόκρημνες σπηλιές και ανοίγματα των βράχων, είτε σκάβονταν στο έδαφος, σαν λαγούμια. Η είσοδός τους σε τίποτε σχεδόν δεν ξεχώριζε από τις φωλιές των ζώων, ενώ κανείς μπορούσε να μπει μέσα μόνο σερνάμενος. Στις "λούφες" που σκάβονταν στο έδαφος τοποθετούνταν έως δύο τραυματίες, ενώ στις σπηλιές και τα ανοίγματα αρκετά περισσότεροι. Σε κάθε περίπτωση, οι τραυματίες έπρεπε να παραμένουν καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας ακίνητοι και αμίλητοι, καθώς δεν γνώριζαν ποιος μπορεί να περνάει έξω. Τα βράδια μια κάποια κίνηση επιτρέπονταν, αν ήταν εφικτή, αλλά σε καμιά περίπτωση το άναμμα φωτιάς.

Πολλές φορές, στις μεγάλες "λούφες" παρέμενε και ένας υγειονομικός της μεραρχίας, ενώ η τροφοδοσία σε φάρμακα, τρόφιμα και ιματισμό γίνονταν μέσω των Κέντρων Πληροφοριών. Συνήθως ένα μέλος των Κέντρων αναλάμβανε μια ή δύο λούφες και ανά 5 ή 7 μέρες τους πήγαινε τρόφιμα και εφόδια. Φυσικά, η κανονικότητα των επισκέψεων εξαρτιόταν και από τις κινήσεις του εχθρού. Έτσι υπήρξαν περιπτώσεις που οι τραυματίες έμειναν για 10 ή και 15 ημέρες χωρίς τροφή, ή ακόμα και δραματικότερες περιπτώσεις που λόγω του θανάτου του τροφοδότη τους, οι τραυματίες πέθαιναν τελικά από την ασιτία ή την έλλειψη φαρμάκων, μέσα στην κρυψώνα τους. 

Οι υγειονομικοί που επισκέπτονταν τους ασθενείς και τραυματίες στις "λούφες" δεν ανήκαν στο κινητό νοσοκομείο, αλλά υπάγονταν απευθείας στη μεραρχία. Στις περιόδους που οι συγκρούσεις εντείνονταν και που η μεραρχία έπρεπε να μετακινείται συνεχώς, ορισμένοι υγειονομικοί στάλθηκαν μόνοι τους πίσω στις λούφες για να περιθάλψουν τους εκεί τραυματίες. 

Κατά την ομολογία πολλών πρώην ανταρτών του ΔΣΕ Ρούμελης, οι τραυματίες που συλλαμβάνονταν στις λούφες και οι νοσοκόμοι και γιατροί που πολλές φορές βρίσκονταν μαζί τους, εκτελούνταν επί τόπου από τις κυβερνητικές δυνάμεις, που δεν έμπαιναν στον κόπο της μεταφοράς τους. Αρκετές δε είναι και οι περιπτώσεις που ηρωικοί γιατροί και νοσοκόμοι του ΔΣΕ αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν στα αποσπάσματα τους τραυματίες συντρόφους τους και επέλεξαν να πεθάνουν μαζί τους, αντί να αφεθούν στη μεταφορά τους σε κάποια στρατιωτική φυλακή. Σε άλλες περιπτώσεις ηρωικοί γιατροί και νοσοκόμοι αυτοκτόνησαν πριν πέσουν στα χέρια του εχθρού αφού πρώτα φρόντισαν να σκοτώσουν και τους τραυματίες που περιέθαλπαν, για να μην γνωρίσουν τα μαρτύρια που οι κυβερνητικές δυνάμεις τους επιφύλασσαν. 




Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Άγνωστες έγχρωμες φωτογραφίες από την Απελευθέρωσης


Τα αμερικανικά Εθνικά Αρχεία (‘National Archives’), που βρίσκονται στο Μέριλαντ των ΗΠΑ, έδωσαν πρόσφατα στη δημοσιότητα ένα φιλμ του αμερικανικού στρατού, από το 1944. Πρόκειται για τις ελάχιστες αν όχι μοναδικές έγχρωμες φωτογραφίες από την Απελευθέρωση:









Πηγή: εδώ

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ένα ιστορικό ερώτημα


Με αφορμή τη σημερινή συνάντηση Δημήτρη Κουτσούμπα- Κυριάκου Μητσοτάκη, ενημερωθήκαμε για την επίδοση ιστορικού εγγράφου από πλευράς του κ. Μητσοτάκη στον κ. Κουτσούμπα για το αρχείο του ΚΚΕ. 

Ο Κ. Μητσοτάκης προσερχόμενος έδωσε στον Δ. Κουτσούμπα ένα έγγραφο από το αρχείο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. «Έχω να σας δώσω κάτι το οποίο θα βρείτε εξαιρετικά ενδιαφέρον», ανέφερε. «Αναζήτησα -συνέχισε- στο ιστορικό αρχείο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κάτι που ίσως να μην έχετε στο δικό σας αρχείο, αφού είναι η συμφωνία ΕΑΜ και της Εθνικής Οργάνωση Κρήτης η οποία υπεγράφη 7 Νοεμβρίου του 1943. Η συμφωνία του Θερίσου, η οποία ουσιαστικά έβαλε τη βάση για να αποτραπεί ο εμφύλιος στην Κρήτη». Όπως είπε, το πρωτότυπο φέρει την υπογραφή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και σημείωσε ότι «για το αρχείο σας μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη και ενδιαφέρουσα, επειδή ξέρω ότι το ΚΚΕ νοιάζεται για την ιστορία».

Ωστόσο, καλό θα ήταν να κάνουμε μια μικρή ανάλυση του τι ήταν η ΕΟΚ και ποιος ο ρόλος της. 

Καταρχήν, πρέπει να αναφέρουμε ότι ο Κων. Μητσοτάκης σύμφωνα με βιογραφικά του στοιχεία γεννήθηκε σε μια οικογένεια σκληροπυρηνικών βενιζελικών. Ο ίδιος δραστηριοποιήθηκε κατά την Κατοχή στην ΕΟΚ (Εθνική Οργάνωση Κρήτης) στην οποία υπήρξε ηγετικό στέλεχος. (Σκουλάς, Νικόλαος (1949). Υποβολή αντιτύπου ιστορικής συνοπτικής εκθέσεως περί ιδρύσεως και εξελίξεως της Οργανώσεως Ε.Ο.Κ. Νομού Χανίων. Χανιά: αρχείο ΔΙΣ, σελ. 2.). Περισσότερα για τη δράση του δεν μας είναι γνωστά...

Η ίδια η ΕΟΚ υπήρξε φιλο-βενιζελική οργάνωση αντίστασης κατά των Γερμανών, με την οποία το ΕΑΜ Κρήτης και ο ΕΛΑΣ Κρήτης είχαν υπογράψει τη Συμφωνία του Θερίσου, που προέβλεπε τη συμπόρευση του αγώνα των οργανώσεων κατά του κατακτητή. Όντως οι δύο οργανώσεις έως το 1944 συνέπραξαν σε κοινές αποστολές και επιχειρήσεις. Ας δούμε όμως και τη συνέχεια. 

Το 1945, η Συμφωνία της Βάρκιζας εξαιρούσε την Κρήτη, αφού εκεί υπήρχαν ακόμα γερμανικές δυνάμεις, οπότε και ο ΕΛΑΣ Κρήτης δεν αφοπλίστηκε, όμως στο πολιτικό επίπεδο, όλα έδειχναν τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και η διάδοχη κατάσταση στην Κρήτη έπρεπε να εναρμονιστεί και με την υπόλοιπη Ελλάδα. 

Λάθη και καθυστερήσεις από μεριάς του ΚΚΕ και του ΕΑΜ επέτρεψαν στην παγίωση μιας ξεκάθαρα αντι-ΕΑΜικής και αντικομμουνιστικής κατάστασης, στην οποία πρωτοστάτησε ... η ΕΟΚ...

Στην Κρήτη, αρχικά, στους μαζικούς και μαχητικούς αγώνες, που συσπείρωναν την πλειοψηφία του λαού, συμμετείχε κι ένα τμήμα του κόμματος των Φιλελευθέρων, από το οποίο προερχόταν και ο βουλευτής Γιαμαλάκης. Συγκεκριμένα, από το 1946 και μετά οι βενιζελικοί οπλαρχηγοί της Κρήτης συσπειρώνονται κάτω από τη σκιώδη κατεύθυνση του Σοφοκλή Βενιζέλου. Ξεκινούν, με τη συνεργασία της Χωροφυλακής, οι πρώτες παρακρατικές επιθέσεις ενάντια σε κομμουνιστές και πρώην μέλη και στελέχη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Οπλαρχηγοί όπως ο γνωστό φιλο-βενιζελικός Μπαντουβάς θα σπείρουν τον τρόμο στο νησί και θα αποτυπώσουν το όνομά τους στη συλλογική μνήμη του νησιού, ως βασανιστές και σφαγείς. 

Εκείνη ακριβώς την περίοδο ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης θα εκλεγεί για πρώτη φορά με το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλου. Αργότερα και επί κυβερνήσεως Βενιζέλου ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υφυπουργού Οικονομικών και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ανέλαβε τα υπουργεία Συγκοινωνιών και Δημόσιων Έργων.

Η αντάρτικη δραστηριότητα στην Κρήτη άρχισε στα τέλη του Απρίλη του 1947, όταν στον Ταυρωνίτη των Χανίων αντάρτικες ομάδες χτύπησαν σε ενέδρα τμήμα 35 χωροφυλάκων και στρατιωτών και το διέλυσαν. Στη μάχη σκοτώθηκε ο μοίραρχος Σαριδάκης, ένας στρατιώτης και ένας χωροφύλακας και αιχμαλωτίστηκε το μεγαλύτερο μέρος του τμήματος. Την ίδια εποχή έκανε την εμφάνισή της στην Ανατολική Κρήτη η αντάρτικη ομάδα του Γιάννη Ποδιά, παλιού καπετάνιου του ΕΛΑΣ, που μαζί με τον, επίσης, ΕΛΑΣίτη καπετάνιο Νίκο Σαμαρίτη υπήρξε θρυλικό πρόσωπο για την περιοχή. Επρόκειτο για μια ολιγάριθμη ομάδα, η οποία, ωστόσο, πολύ γρήγορα ενισχύθηκε με την προσχώρηση σ' αυτή πλήθους στρατιωτών, που είχαν δραπετεύσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αγίου Νικολάου Λασηθίου.

Παράλληλα, οι στάβλοι του Μπαντουβά κρατούν δεκάδες αγωνιστές και αγωνίστριες του κινήματος, οι οποίο βασανίζονται με τον πιο πρωτόγονο τρόπο.


Η πρώτη αξιόλογη σύγκρουση της ομάδας του Ποδιά με κυβερνητικές δυνάμεις σημειώθηκε στα Λασηθιώτικα Βουνά, στη θέση Σκοτεινά Λακκάκια, όπου ο εχθρός πανικοβλήθηκε και ένας χωροφύλακας σκοτώθηκε. Η σημαντικότερη, όμως, επιχείρηση της ομάδας πραγματοποιήθηκε στις 9 του Μάη, όταν αυτή χτύπησε και κατέλαβε, ύστερα από εφτάωρη μάχη, την Ιεράπετρα, επιφέροντας στον αντίπαλο σημαντικές απώλειες σε νεκρούς. Ανάμεσα μάλιστα στους νεκρούς του αντιπάλου περιλαμβάνονταν και 11 Αλβανοί, παλιοί συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών, που τώρα είχαν προσκολληθεί στη χωροφυλακή.

Την ίδια μέρα της κατάληψης της Ιεράπετρας από τους αντάρτες του Ποδιά εκατοντάδες λαού συγκεντρώθηκαν μπροστά στη Νομαρχία Ηρακλείου και άρχισαν να ζητούν να φύγουν ο Γύπαρης και οι χωροφύλακές του από την Κρήτη, να επανέλθουν οι εξόριστοι ΕΑΜίτες στα σπίτια τους και να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος στο νησί. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η στάση του νομάρχη Νάθαινα, που ανήκε στο Λαϊκό Κόμμα, αλλά και της μεγάλης μερίδας των βενιζελικών πολιτευτών, καθώς και των βενιζελικών «καπεταναίων», και κατά πρώτο λόγο του Εμμανουήλ Μπαντουβά, οι οποίοι σε σύσκεψη που είχε συγκροτηθεί πριν από πέντε μέρες, είχαν, χωρίς συζήτηση, απορρίψει την οποιαδήποτε συμφιλίωση με τις ΕΑΜικές δυνάμεις. 

Στη σύσκεψη μάλιστα αυτή αναφερόμενος ο διαλλακτικός βενιζελικός βουλευτής Γιαμαλάκης είχε δηλώσει τότε στο Ριζοσπάστη: «Μετά την αποδοκιμασίαν μου από τους δυναμικούς καπεταναίους και την σύσκεψιν της Δευτέρας (5ης Μαΐου), όπου επήραν μέρος οι βενιζελικοί οπλαρχηγοί με τον λαϊκόν νομάρχην και τας αστυνομικάς αρχάς, αδυνατώ πλέον να αναμιχθώ εις την συμφιλιωτικήν προσπάθειαν. Ετόνισα προς όλας τας κατευθύνσεις ότι είναι αδύνατον να ηρεμήσουν τα πνεύματα, εάν ικανοποιηθή η αξίωσις των λεγομένων καπεταναίων να αναλάβουν αυτοί την εκπροσώπησιν του κράτους εις την δίωξιν των ενόπλων. Ούτοι, ιδιαιτέρως δε ο Μπαντουβάς, εμπνέονται από αφάνταστον φιλοδοξίαν».

Στις 11 του Μάη ο Μπαντουβάς και οι υπόλοιποι βενιζελικοί οπλαρχηγοί κυκλοφόρησαν «προκήρυξιν προς τον κρητικόν λαόν», με την οποία τον πληροφορούσαν ότι «εις την καταβαλλομένην προσπάθειαν του έθνους ήρχοντο συνεπίκουροι και βοηθοί των νομίμων αρχών του κράτους, τασσόμενοι υπό τας διαταγάς και παρά το πλευρόν των διά την πάταξιν της ανταρσίας». Ο νομάρχης προσπάθησε να αντιδράσει στην πρωτοφανή αυτή ενέργεια των οπλαρχηγών και δήλωσε ότι «θα πατάξη κάθε ένα, που θα οπλισθή με το πρόσχημα ότι θα κτυπήση την ανταρσίαν» - πολύ γρήγορα, όμως, αντελήφθη την κατάσταση και δεν προχώρησε σε καμιά ενέργεια κατά των βενιζελικών «καπεταναίων», όταν αυτοί επικήρυξαν ως ληστές με δέκα εκατομμύρια δραχμές τον καθένα, τον Ποδιά και μαζί του δυο άλλα δυναμικά στελέχη των ανταρτών - τον Παπά και τον Ρουκουνάκη.

Η ομάδα του Ποδιά, ωστόσο, συνέχισε τη δράση της στην Ανατολική Κρήτη και είχε ορισμένες επιτυχίες. Ετσι, στις 14 και στις 15 του Μάη, χτύπησε παρακρατικούς του Μπαντουβά και στρατιώτες στη θέση του «Ξινογιώργη η Κορφή», στις 23 του ίδιου μήνα κέρδισε μικρή μάχη με χωροφύλακες στο χωριό Κασάνοι του Ηρακλείου και στις 18 του Ιούνη αναμετρήθηκε με τον εχθρό και του προκάλεσε φθορές στη θέση Μαύρος Κόλυμπος του Λαρανίου, χωριού του Ποδιά. Στις 27 του ίδιου μήνα, όμως, ομάδα δέκα ανταρτών της περιοχής υπό τον Βασίλη Πλαγιωτάκη καταστράφηκε από μονάδα του Μπαντουβά στο βουνό της Σμπάρου, όπου είχε σταλεί, για να δημιουργήσει μικρό αντάρτικο συγκρότημα.

Την ίδια εποχή στο δυτικό τμήμα του νησιού είχαν ήδη αναπτυχθεί τρία ισχυρά αντάρτικα συγκροτήματα. Το πρώτο από τα συγκροτήματα αυτά δρούσε στην περιοχή Κισσάμου και Σελίνου, με αρχηγό τον Γ. Κοδέλα, το δεύτερο στην Κυδωνία, με επικεφαλής τον Γιάννη Μπαντουρογιάννη και τον Πίσσα, και το τρίτο στον Αποκόρωνα, με ηγέτη τον Γ. Σπανουδάκη ή Χειμώνα.
Παράλληλα, δρούσαν στις ίδιες περιοχές και μικρές ανεξάρτητες ομάδες, καθώς και ομάδες αυτοάμυνας - ενώ σε ώρα ανάγκης μπορούσαν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού της Δυτικής Κρήτης να ενισχυθούν με τριακόσιους επιπλέον ενόπλους μόνο στον παλαιό δήμο του Πελεκάνου της επαρχίας του Σελίνου.

Με τον εμφύλιο πόλεμο στην Κρήτη ασχολούνται αναλυτικά ο Σπύρος Μπλαζάκης και ο Γιώργης Τσομπανάκης, μαχητές και οι δυο του Δημοκρατικού Στρατού, που δεν παραδόθηκαν ποτέ, αλλά έζησαν κυνηγημένοι στα βουνά τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια και οι οποίοι σε πολυσέλιδο βιβλίο τους γράφουν συγκεκριμένα:

«Το αντάρτικο στην Κρήτη (τον Απρίλη του 1947) είχε ξεφαντώσει. Στον Αποκόρωνα, στην Κυδωνία, στον Κίσσαμο, στο Σέλινο, παντού υπήρχαν αντάρτικες ομάδες και άρχιζαν τη δράση. Στα ορεινά μέρη καταλάβαιναν τους σταθμούς (χωροφυλακής), έκοβαν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες και γενικά (τα μέρη αυτά) ήταν υπό τον έλεγχό τους. Ακουγε ο κόσμος για τη δράση του αντάρτικου στην ηπειρωτική Ελλάδα και έπαιρνε θάρρος. Η κυβέρνηση έκανε επιστράτευση και πολλοί στρατιώτες δεν πήγαιναν στο στρατό, αλλά λιποταχτούσαν. Αλλοι έρχονταν στις αντάρτικες ομάδες και άλλοι γύριζαν στα χωριά τους»

Το Μάρτη του 1948 ισχυρή ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού και τμήμα της ομάδας της Δημοκρατικής Νεολαίας χτύπησαν στον εθνικό δρόμο, μεταξύ των χωριών Νεοχωρίου και Αγίων Πάντων, της επαρχίας Αποκορώνου, πομπή αυτοκινήτων, στα οποία επέβαιναν 27 βουλευτές του κόμματος των Φιλελευθέρων και διπλωματικοί εκπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας και της Γαλλίας, που μετέβαιναν στο Ακρωτήρι των Χανίων, για να συμμετάσχουν σε μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου. 

Ολοι αυτοί είχαν ξεκινήσει από τον Αγιο Νικόλαο του Λασηθίου και κατευθυνόμενοι προς τα Χανιά, είχαν σταματήσει στο Ηράκλειο, στο Ρέθυμνο και σε ορισμένα μικρά αστικά κέντρα, όπου με σύντομες ομιλίες τους είχαν προβάλει την αναγκαιότητα της συγκρότησης ειδικής Μεραρχίας Κρητών εθελοντών, οι οποίοι «θα συνέβαλλαν αποφασιστικώς εις την εκκαθάρισιν της χώρας εκ του συμμοριτισμού από Θράκης μέχρι Ταινάρου».

Αποτέλεσμα της ένοπλης προσβολής της εν λόγω πομπής - που συνέπεσε με οργανωμένη επίθεση άλλης αντάρτικης ομάδας στις αγροτικές φυλακές της Αγιάς, 5 χιλιόμετρα έξω από τα Χανιά - υπήρξε ο τραυματισμός ενός βουλευτή, η πρόκληση ζημιών σε μερικά αυτοκίνητα και κυρίως ο πανικός των βουλευτών, των ξένων διπλωματών και της αστυνομικής συνοδείας τους. Ήταν μάλιστα τόσο μεγάλος ο πανικός τους, ώστε το επίσημο γεύμα ζήτησαν και δόθηκε όχι στο χώρο που είχε προγραμματιστεί, αλλά στο πολεμικό πλοίο, που είχε μεταφέρει στην Κρήτη, ειδικά για το μνημόσυνο, τον Σοφοκλή Βενιζέλο.

Το Αρχηγείο των ανταρτών του νομού Χανίων απένειμε έπαινο στους μαχητές, που συμμετείχαν στην προσβολή της πομπής και ο ραδιοσταθμός της «Ελεύθερης Ελλάδας» αναφέρθηκε επανειλημμένα στο περιστατικό. Επρόκειτο, άλλωστε, για πολύ εντυπωσιακό και ταπεινωτικό για τους κυβερνητικούς γεγονός, εξαιτίας του οποίου απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους ο γενικός διοικητής της Κρήτης, ο διοικητής της εκεί χωροφυλακής και ο φρούραρχος Χανίων.

Για την αντιμετώπιση του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη η κυβέρνηση της Αθήνας υποχρεώθηκε, τελικά, να μεταφέρει στη μεγαλόνησο ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Φραγκιαδάκη. Παράλληλα, ενίσχυσε την εθνοφυλακή και τις παρακρατικές συμμορίες, των οποίων η εγκληματική δράση ήταν ήδη πλούσια στο νησί.

Σε προσωπικές μαρτυρίες γίνεται πολύς λόγος για την κατάσταση τρόμου, που είχαν επιβάλει τότε τα κρατικά όργανα και οι παρακρατικοί σε όλη την έκταση της μεγαλονήσου. Ετσι, σε κάποια από τις μαρτυρίες αυτές αναφέρεται σχετικά:

«Για να κάμψουν το δημοκρατικό φρόνημα του κρητικού λαού το κράτος και το παρακράτος των Μπαντουβάδων εξαπόλυσαν βάρβαρη και αιματηρή τρομοκρατία. Ομαδικές συλλήψεις, μεσαιωνικοί βασανισμοί, εκτελέσεις και δολοφονίες αγωνιστών απλώθηκαν σε όλους τους νομούς του νησιού.

Οι "στάβλοι του Μπαντουβά" ήταν η Μακρόνησος της Κρήτης. Εκατοντάδες αντιστασιακοί και άλλοι προοδευτικοί άνθρωποι πέρασαν από τους "στάβλους" αυτούς. Εκεί δολοφονήθηκε, όντας αιχμάλωτος, ο Γιάννης Ρουκουνάκης. Εκεί, επίσης, δολοφονήθηκαν η παιδαγωγός και λαογράφος Μαρία Λιουδάκη, η Μαρία Δρανδάκη, ο γεωπόνος Μιχάλης Λαμπράκης (και πολλοί άλλοι αγωνιστές). Στις 12 του Ιούνη 1947, εξάλλου, πέθανε στην Ασφάλεια Ηρακλείου, ύστερα από βασανιστήρια, ο Στρατής Περγαλίδης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου της πόλης, ενώ σε εκδήλωση διαμαρτυρίας εργατών για τη σύλληψή του δολοφονήθηκαν οι αδελφοί Χρήστος και Κώστας Χατζηγεωργίου»

Την άνοιξη του 1948 άρχισαν από τον κυβερνητικό στρατό οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, με τις οποίες ασχολούμενοι στο βιβλίο τους οι Μπλαζάκης και Τσομπανάκης γράφουν:

«Οι αρχές ανησύχησαν πολύ με τη δράση του Δημοκρατικού Στρατού (κυρίως) στο νομό Ηρακλείου και αποφάσισαν να χτυπήσουν το αντάρτικο του νομού. Συγκέντρωσαν μεγάλες δυνάμεις και άρχισαν μεγάλης κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Ο νομός Ηρακλείου δεν έχει ψηλά βουνά, εκτός από τον Ψηλορείτη, στα σύνορα με το Ρέθυμνο, και δεν προσφέρεται για μεγάλη δύναμη ανταρτών, εκτός αν υπερτερούν από τον αντίπαλο. Ο αντίπαλος, όμως, είχε μεγάλη υπεροχή σε άνδρες και οπλισμό. Τους στρίμωχνε από δω, τους στρίμωχνε από κει και τους ανάγκαζε να δίνουν, κάθε μέρα σχεδόν, μάχες, με αποτέλεσμα να τους αποδεκατίσουν, σκοτώνοντας και τον καπετάνιο τους Ποδιά. Οσοι εγλύτωσαν, μην μπορώντας να μένουν σ' αυτή την περιοχή, περάσανε στο νομό Χανίων και ενώθηκαν μαζί μας»

Για τα δραματικά γεγονότα του νομού Ηρακλείου υπάρχει και μαρτυρία αντάρτη της ομάδας του Ποδιά, στην οποία αναφέρεται:

«Στις 28 του Ιούνη, το πρωί, δώσαμε την πρώτη μάχη νοτιοδυτικά της Νίδας, στη θέση Πόρος της Μηλιάς. Στη συνέχεια αποχωρήσαμε και κάναμε στάση στο Λοχριανό Πηγάδι, όπου φάγαμε και ήπιαμε νερό.

Την επομένη δεχτήκαμε επίθεση στη θέση Κουρουπητό. Πολεμούσαμε όλη μέρα στον ήλιο, διψασμένοι και πεινασμένοι, αλλά με θάρρος και περηφάνια. Το βράδυ της ίδιας μέρας ξεκινήσαμε, για να βγούμε από τον σφιχτό κλοιό.

Στην πορεία πέσαμε σε ενέδρα, που μας εμπόδισε να προχωρήσουμε συνταγμένοι για τον καθορισμένο τόπο. Ενα τμήμα της ομάδας, στον Αγκαβανόλακκο, βρέθηκε με τον Ποδιά. Για να προφυλαχθούν, βγήκαν επάνω σε δέντρα και από κει, όταν έγιναν αντιληπτοί, πολέμησαν ενάντια στους παρακρατικούς. Σε αυτή τη σύγκρουση έπεσαν όλοι, γύρω στους εννέα με δέκα, μαζί και ο Ποδιάς (...).

Σαν κανίβαλοι συναγωνίζονταν γύρω από το πτώμα του Ποδιά οι ομάδες των παρακρατικών, ποιος θα πάρει το κομμένο του κεφάλι. Στο τέλος το πήραν οι Μπαντουβάδες, το κάρφωσαν σε πάσσαλο και το μετέφεραν, πανηγυρίζοντας, στο Ηράκλειο»

Κάπως έτσι εξελίχθηκε ο Εμφύλιος στην Κρήτη, ως την άδοξη ήττα του ΔΣΕ το 1948. Κάπως έτσι οι συνεργασία με λακέδες της αστικής τάξης και οι ειρηνευτικές συμφωνίες πετάχθηκαν στο καλάθι των αχρήστων. 

Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι το εξής: Μέσα σε όλη αυτή την οργάνωση των φιλο-βενιζελικών οπλαρχηγών για το τσάκισμα του λαϊκού κινήματος στην Κρήτη. Μέσα σε αυτό το γνωστό όργιο της λευκής τρομοκρατίας που κατευθυνόταν απευθείας από το Σοφοκλή Βενιζέλο και το Κόμμα Φιλελευθέρων, ποια θέση κράτησε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης; Υπήρξε άραγε αμέτοχος;


Η συμφωνία του Θερίσου 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Εις μνήμην Γρηγόρη Λαμπράκη


Το παρακάτω κομμάτι δεν έχει γραφεί για τον Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά για το θεατρικό έργο του Μπρένταν Μπίαμ "Ένας Όμηρος" και μιλάει για την αντίσταση των Ιρλανδών στους Άγγλους κατακτητές. Αποτελεί παρανόηση η σχέση του κομματιού με το Γρηγόρη Λαμπράκη, αφού το τραγούδι αυτό κόσμησε την ταινία "Ζ" του Κώστα Γαβρά, που βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού, μιλά για τη ζωή και το θάνατο του Γρηγόρη Λαμπράκη. 

Σήμερα στην επέτειο της γέννησής του, του το αφιερώνουμε:





Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Γρηγόρης Λαμπράκης - Σαν σήμερα


Σαν σήμερα το έτος 1912, γεννιέται ο αθλητής, γιατρός και μαχητής της Ειρήνης Γρηγόρης Λαμπράκης. 

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας και ήταν το 14ο παιδί από τα συνολικά 18 που απέκτησαν οι γονείς του. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στη γυναικολογία. Υπήρξε αθλητής με πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες και κατείχε για 23 χρόνια (ως το 1959) το πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα εις μήκος με επίδοση 7,37 μ. Στην διάρκεια της κατοχής διοργάνωνε με άλλους συναθλητές του αγώνες, διαθέτοντας τα έσοδα σε λαϊκά συσσίτια. Το 1950 κατέλαβε τη θέση του υφηγητή Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Aπέκτησε τρεις γιους, τον Γιώργο, τον Θοδωρή και τον Γρηγόρη.

Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 ο Λαμπράκης εξελέγη βουλευτής Πειραιά συνεργαζόμενος με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Στις 21 Απριλίου 1963 αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.

Αμέσως μετά μετέβη στο Λονδίνο για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες, Κύπριους και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η Βρετανίδα σύζυγός του Αντώνη Αμπατιέλου, Μπέτυ Μπάρτλετ Αμπατιέλου. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους. Η σύζυγος του Αμπατιέλου ζήτησε ακρόαση από την Φρειδερίκη, η οποία την αρνήθηκε, παρά τις πιέσεις του Λαμπράκη. 

Σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 22 Μαΐου, καθώς εξερχόταν από συγκέντρωση για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό στη Θεσσαλονίκη, δέχτηκε δολοφονική επίθεση από παρακρατικούς του παλατιού, στη γνωστή "Υπόθεση της Οργάνωσης Καρφίτσα". Τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε στα τραύματά του λίγες μέρες μετά.


Και ένα άγνωστο σε πολλούς περιστατικό από τη ζωή του


Ο Γρηγόρης Λαμπράκης ήταν ο γιατρός που έσωσε από το βέβαιο θάνατο τον Πέτρο Σαλπέα, όταν του αφαίρεσε τη σφαίρα που δέχτηκε από παρακρατικό της Δεξιάς μέσα από φεγγίτη. Ο Πέτρος Σαλπέας υπήρξε συνδικαλιστής της ΗΣΑΠ, στέλεχος του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ και μέλος του ΚΚΕ. Τόπος καταγωγής του ήταν το χωριό Κοίτα της επαρχίας Οιτύλου. Ο Πέτρος Σαλπέας εκτελέστηκε το 1948, για τη δράση του κατά την Κατοχή στο Γουδή, στο πάρκο Χωροφυλακής, εκεί που εκτελέστηκε και ο Νίκος Μπελογιάννης. 

Ο Πέτρος Σαλπέας ήταν ο πατέρας της γνωστής τραγουδίστριας Πετρής Σαλπέα. 




Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η Εβραία καπετάνισσα Σαρίκα του ΕΛΑΣ Εύβοιας


Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στα χρονικά της διαμάχης με την εμφάνιση γυναικών μαχητριών, ιδιαίτερα στα αντιστασιακά κινήματα που κατευθύνονταν από κομμουνιστές. 

Οι περιπτώσεις αρκετών Εβραίων γυναικών παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως διότι οι Εβραίοι δεν αναφέρονται ούτε στη γενικότερη βιβλιογραφία για την Αντίσταση ούτε στις νεώτερες μελέτες για τις γυναίκες στο αντάρτικο. Η Ντόρα Μπουρλά πολέμησε στα βουνά της Μακεδονίας και ήταν γνωστή στους συμπολεμιστές της ως Ταρζάν. Μία άλλη Ντόρα, η Ραμπάν, ανήκε σε μια μάχιμη μονάδα τριάντα γυναικών. Οι αδελφές Ουζίελ οργανώθηκαν στην ΕΠΟΝ της Σπουδάζουσας Αθήνας και ανέπτυξαν πλούσια οργανωτική και αντιστασιακή δράση.

Άλλες Εβραιοπούλες αναδείχτηκαν σε σημαντικές θέσεις στον ΕΛΑΣ λόγω της δυναμικής τους προσωπικότητας. Η Κάρμεν Κάκις από τη Δράμα, για παράδειγμα, με τα κόκκινα μαλλιά και τη γλυκιά φωνή της στο τραγούδι, ήταν καπετάνισσα, εντεταλμένη να στρατολογεί γυναίκες στην Αντίσταση. Πολλές φορές την έστειλαν στη Σκόπελο για ανάπαυση όπου έμενε με τη Λιλή Μιτράνη. Η Μιτράνη ήταν δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη που είχε ζητήσει από την κυβέρνηση μετάθεση σε μία ασφαλή περιοχή όπου θα μπορούσε να διδάσκει φανερά ως Εβραία. Αυτό κατόρθωσε να κάνει στη Σκόπελο όπου παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Παράλληλα, ανήκε στη Αντίσταση και προσέφερε κατά καιρούς τη φιλοξενία της σε όσους συναγωνιστές την είχαν ανάγκη.

Ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, βρετανικές και ελληνικές δυνάμεις τους αντικατέστησαν, συνοδευόμενες από δυτικούς δημοσιογράφους. Παρακάτω θα δούμε αναφορές Βρετανών και Παλαιστινίων δημοσιογράφων. Εδώ θα σταθούμε στην ιστορία μιας καπετάνισσας, όπως την έγραψε ο ατρόμητος Ελληνοαμερικανός ανταποκριτής Κωνσταντίνος Πούλος, που μπήκε στην Ελλάδα στα μέσα Αυγούστου 1944 και βρισκόταν ήδη στην Αθήνα μία μέρα πριν φτάσουν οι βρετανικές δυνάμεις


Η Σαρίκα Γ., μία δεκαοχτάχρονη Ελληνοεβραία από τη Χαλκίδα, είναι λοχαγός μιας διμοιρίας Ελληνίδων ένστολων ανταρτισσών που βρίσκονται στο νησί της Εύβοιας. Φορώντας ένα ζευγάρι μπότες Βρετανού στρατιώτη και κασκέτο, καθώς και σακάκι και στολή ιππασίας φτιαγμένη από Αμερικανική κουβέρτα, οδηγεί τη διμοιρία της κάθε μέρα στις επιχειρήσεις που διατάζει το αντάρτικο σύνταγμα στο οποίο ανήκει. Είναι μια κοντή, γεροδεμένη κοπέλα με σκούρα μαλλιά και γαλανά μάτια. Τρέχει σαν άντρας και μπορεί να κατεβάσει με το τουφέκι ένα καρύδι από ένα δέντρο σε απόσταση 200 γιαρδών. Δίνει οδηγίες βηματισμού στη διμοιρία της που κατεβαίνει το βουνίσιο μονοπάτι με τόνο ζωηρό και υπερήφανο, άλλοτε φωνάζοντας ένα σταθερό «Επ, Επ, Επ», κι άλλοτε κρατώντας το ρυθμό με το μπράτσο της. 

Μόνο μετά την παράδοση των Ελλήνων στους Ιταλούς αναγκάστηκε να διαφύγει στα βουνά. Από εκεί, ντυμένη σαν χωρική, γυρνούσε πότε-πότε πίσω στην γερμανοκρατούμενη Χαλκίδα για να μαζέψει πληροφορίες για το αντάρτικο σύνταγμά της. Όταν αυτό έγινε πολύ επικίνδυνο, άρχισε να διδάσκει σε σχολεία στο βουνό. Κατόπιν πήγε να εργαστεί στα κεντρικά γραφεία της Αντίστασης. Και αργότερα, όταν οργανώθηκε λόχος ανταρτισσών, διάλεξαν αυτήν για λοχαγό τους. Από ολόκληρη τη μεγάλη οικογένειά της, από όλες τις αδελφές και τους γαμπρούς και τους θείους, μόνο αυτή και η μητέρα της έχουν μείνει. «Αυτή είναι η πατρίδα μου», μου είπε η Σαρίκα. «Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οι Έλληνες είναι ο λαός μου, ο αγώνας τους είναι αγώνας μου. Εδώ ανήκω».

 Η Σαρίκα είναι μία από έναν απίστευτο αριθμό Ελληνίδων που συμμετείχαν στην ατρόμητη Αντίσταση. Καμιά φορά δημιουργείται η εντύπωση ότι στα βουνά υπήρχαν πιο πολλές γυναίκες από άντρες. Είδα οργανώτριες, μαγείρισσες, πλύστρες, κοινωνικές λειτουργούς και νοσοκόμες να εκτελούν τα καθήκοντά τους ακούραστες κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Δούλευαν δέκα έως δώδεκα ώρες την ημέρα οργανώνοντας γυναικείες επιτροπές περίθαλψης, σχολεία, βρεφικούς σταθμούς, κλινικές και νοσοκομεία στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας. Παρακολούθησα μια διαδήλωση τεσσάρων χιλιάδων γυναικών και δεκαεφτά ιερέων, μαζεμένων από διάφορες περιοχές που εκτείνονταν σε μία ακτίνα τριανταπέντε χιλιομέτρων, να βαδίζουν προς ένα χωριό που βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Ναζί για να απαιτήσουν την απελευθέρωση δεκάδων ομήρων. Δεν πέτυχαν τον στόχο τους, αλλά καθώς εγώ έφευγα εκείνες συζητούσαν για τα λάθη τακτικής που είχαν κάνει και σχεδίαζαν μία μεγάλη μαζική διαδήλωση καλώντας κι άλλες γυναίκες από άλλα χωριά. Στη Ρούμελη πολλοί μου διηγήθηκαν την ιστορία της Αριάδνης Ντάλαρη, μιας οδοντιάτρου από τη Λαμία που την βασάνιζαν οι Ναζί για δεκαπέντε ημέρες, προσπαθώντας να την κάνουν να μιλήσει για την Αντίσταση. Αφού δεν κατάφεραν να την κάνουν να λυγίσει, την έστησαν στον τοίχο και την τουφέκισαν. 

Δίπλα της στεκόταν μια ομάδα γυναικών που τραγουδούσε αντάρτικα τραγούδια. Διηγούνται επίσης την ιστορία μιας άλλης γυναίκας από τη Ρούμελη, της Αγγελικής Μοντεσάντου, που καταδικάστηκε σε θάνατο για αντιστασιακές πράξεις. Όταν ανέβηκε στην εξέδρα έβαλε η ίδια τη θηλιά γύρω από τον λαιμό της, την έσφιξε και φώναξε: «Πεθαίνω ευτυχής γιατί πεθαίνω για την πατρίδα μου»

Παρακολούθησα μια γυναικεία οργάνωση περίθαλψης να πηγαίνει από χωριό σε χωριό μαζεύοντας φαγητό και παλιά ρούχα για τις οικογένειες των οποίων τα σπίτια είχαν καεί από τους Γερμανούς. Μετά το πέρασμα των Ναζί, είδα τις γυναίκες να ξεθάβουν σάκους σιτάρι από τις κρυψώνες τους, κάτω από τα χωμάτινα πατώματα των σπιτιών τους. Σε άλλα μέρη είδα γυναίκες να κουβαλούν φαγητό και πολεμοφόδια σε απομονωμένα φυλάκια και φρουρές ανταρτών.


Ο Πούλος ήταν ένας ενεργητικός και επιθετικός ανταποκριτής, με καλό μάτι και καλή πένα. 


Χωρίς αμφιβολία έφερε πίσω μαζί του και πολλές άλλες καλές ιστορίες τις οποίες, όμως, δεν πρόλαβε να αναλύσει ή να καταγράψει. Ήταν, όμως, ο πρώτος που κατέγραψε για τους Συμμάχους – ήδη από τον καιρό του πολέμου – την ιστορία των ηρωικών γυναικών που υπηρέτησαν την Ελλάδα κατά την Κατοχή. Άλλες ιστορίες και αναλύσεις βγήκαν στο φως πενήντα χρόνια αργότερα από τις Αλταμιράνο, Χαρτ, Φουρτούνη και άλλους 

Οι ιστορίες των Εβραίων γυναικών, ωστόσο, παρέμειναν καταγεγραμμένες μόνο στην προφορική μνήμη, ή θάφτηκαν σε μεταπολεμικές καταθέσεις ή δυσεύρετες εκδόσεις στα εβραϊκά. Η μορφή της Σαρίκας ήταν πολύ γνωστή στους δημοσιογράφους των Συμμάχων, αν και ο Πούλος ήταν ο μόνος που της πήρε συνέντευξη και έγραψε ότι ήταν Εβραία. Εξαιτίας του μεταπολεμικού κατατρεγμού των πρώην ανταρτών, η Σαρίκα μετανάστευσε στην Παλαιστίνη το 1946 και επέστρεψε σε έναν πιο συμβατικό τρόπο ζωής. Αυτή η πρώην καπετάνισσα στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ στην Εύβοια, παντρεύτηκε τον Μαρτσέλο Φόρτη και έκανε οικογένεια. Αργότερα έδωσε συνέντευξη για τα ισραηλινά αρχεία. Όπως φαίνεται από την παρακάτω περίληψη, ο Πούλος είχε μόνον επιφανειακή γνώση γι’ αυτήν την αξιοθαύμαστη νεαρή κοπέλα. 

Η Σαρίκα (Σάρα Γεοσούα) ήταν αριστούχος μαθήτρια και ηγετική φυσιογνωμία στο γυμνάσιό της στη Χαλκίδα, την πρωτεύουσα της Εύβοιας. Ήταν ανηψιά του αντισυνταγματάρχη Μορδοχαίου Φριζή, που σκοτώθηκε στην Πρεμετή ενώ ήταν επικεφαλής επίθεσης ενάντια στους Ιταλούς εισβολείς. Όταν ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων, διέφυγε με τη μητέρα της στους γειτονικούς λόφους καβάλα σε ένα γαϊδούρι και βρήκε καταφύγιο στο χωριό Στενή, όπου δίδασκε στις γυναίκες ανάγνωση και γραφή ενώ, παράλληλα, προσπαθούσε να αφυπνίσει τη θηλυκή τους συνείδηση. Τέτοιες δραστηριότητες, που κατά κανόνα εκτελούνταν από τις κοπέλες της ΕΠΟΝ, αποτελούσαν τον πυρήνα της συμμετοχής της Αντίστασης στην κοινωνική επανάσταση που δονούσε την ελληνική ενδοχώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου. 

Όταν ειδοποιήθηκε ότι οι Γερμανοί άρχισαν να σαρώνουν την περιοχή, ο σύνδεσμός της την πήγε στα βουνά όπου η Σαρίκα άρχισε να δρα πιο ενεργά. Κρέμασε πάνω της δύο φυσεκλίκια και πήγαινε από χωριό σε χωριό και εξηγούσε την Αντίσταση στις γυναίκες. Κατάφερε έτσι να οργανώσει μια μονάδα από νεαρές κοπέλες, που αρχικά υπηρετούσαν ως βοηθητικές στους στρατώνες, δουλεύοντας στην κουζίνα, στο πλυσταριό κ.λπ. Αργότερα, τους έμαθαν να χειρίζονται τα όπλα και να παρασκευάζουν κοκτέιλ Μολότωφ (μπουκάλια γεμάτα βενζίνη με στουπί που ανάβονταν και ανατινάζονταν). Βρετανοί παρατηρητές περιέγραψαν αργότερα με θαυμασμό το παράδοξο θέαμα μια μικροκαμωμένης κοπελίτσας μπροστά στην οποία συντάσσονταν για επιθεώρηση άνδρες μαχητές δυο μέτρα μπόι. 

Στις αρχές του 1944 ήταν έτοιμες να αναλάβουν δράση. Η καπετάνισσα Σαρίκα και οι δώδεκα επίλεκτες κοπέλες της αποτέλεσαν ιδιαίτερη διμοιρία αντιπερισπασμού στην Αντίσταση. Όταν προγραμματιζόταν μια ενέργεια ενάντια στους Γερμανούς, η Σαρίκα και η μονάδα της πήγαιναν με κοκτέιλ Μολοτώφ σε ένα μακρινό χωριό όπου «παρίσταναν» την μονάδα επίθεσης. Οι Γερμανοί ανταπέδιδαν. Οι κοπέλες εξαφανίζονταν αφού θεωρούνταν υπεράνω πάσης υποψίας και η κύρια δύναμη της Αντίστασης εκτελούσε την ενέργειά της αλλού. Μια φορά την έστειλε ο διοικητής της στο χωριό Κάμπια, του οποίου ο τοπικός ιερέας ήταν πληροφοριοδότης των Γερμανών. Ντυμένη ως χωρική, η Σαρίκα τού είπε πονηρά ότι είχε κάτι να εξομολογηθεί αλλά ντρεπόταν να το κάνει σε τέτοιο ιερό χώρο. 

Μόλις ο ιερέας βγήκε από την εκκλησία, οι αντάρτες τον συνέλαβαν. Η ιστορία διαδόθηκε γρήγορα στη γύρω περιοχή και η φήμη της μονάδας και της Εβραίας αρχηγού της αυξήθηκε ανάλογα.

Όταν οι Γερμανοί έμαθαν ότι η «δασκάλα» δρούσε έξω από το χωριό Στενή, έστειλαν έναν καταδότη για να την αποκαλύψει. Αντί για την Σαρίκα, όμως, έπιασε την ξαδέλφη της, την Μέντη Μόσκοβιτς, που ήταν επίσης δασκάλα. Είχε κάνει το λάθος να ζητήσει τη «δασκάλα». Οι Γερμανοί την συνέλαβαν και κατέστρεψαν το σπίτι όπου κρυβόταν. Στον καταδότη έδωσαν το προνόμιο να δολοφονήσει την Μέντη, αφού πρώτα την κακομεταχειρίστηκαν βάναυσα και την βασάνισαν. Όταν η Σαρίκα έμαθε τα καθέκαστα της τραγωδίας ζήτησε από τον διοικητή της την άδεια να πάρει εκδίκηση. Οι αντάρτες έμαθαν την ταυτότητα του καταδότη και η Σαρίκα πήγε στο χωριό. Στον δρόμο συνάντησε τον καταδότη και τον ρώτησε για την ξαδέλφη της. 

Εκείνος απάντησε, «επιτέλους την ξεφορτωθήκαμε την Εβραία δασκάλα». Η Σαρίκα έβγαλε το πιστόλι της και τον σκότωσε. Αυτή η πράξη ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον θρύλο γύρω από το πρόσωπό της. Κάποτε ήρθε η πληροφορία ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν μπλόκο στα περίχωρα της Χαλκίδας. Η Σαρίκα στάλθηκε να προειδοποιήσει τους κατοίκους. Σκαρφάλωσε σε μια στέγη και με ένα μεγάφωνο κάλεσε τους χωρικούς να διαφύγουν προς τους αντάρτες. Η νεανική της φωνή βρήκε απήχηση και οι νεαροί μπήκαν στην Αντίσταση. Όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Ελλάδα, η Σαρίκα γύρισε στη Χαλκίδα όπου συνέχισε να δουλεύει με τους νέους. Καθώς οι πρώην αντάρτες δεν έχαιραν της εκτίμησης των νέων ηγετών της Ελλάδας, η Σάρα σύντομα συνελήφθη, αλλά την έσωσε η φήμη της. Ο ανακριτής την συμβούλευσε να σπεύσει στον τοπικό Ραββίνο και να του ζητήσει να την στείλει στην Αθήνα, απ’ όπου μπόρεσε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. 

Από το 1946 ζει στα περίχωρα του Τελ Αβίβ με την οικογένειά της.