"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Η "Ελένη" του Νίκου Γκατζογιάννη και ο βόρβορος της ιστορικής ανακρίβειας - Μέρος 3ο


Kλείνοντας την κριτική μας για το βιβλίο ΕΛΕΝΗ, του Νίκου Γκατζογιάννη και το βόρβορο της ιστορικής ανακρίβειας και του εσκεμμένου ψεύδους θα θέλαμε να παραθέσουμε μερικές ακόμα ιστορικές απόψεις και θέσεις του συγγραφέα, που δεν έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση της μητέρας του, αγγίζουν όμως ιστορικές προσωπικότητες και ζητήματα. 






Η πείνα και η ψείρα, στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού



Με όλα τα λάθη και τις αδυναμίες του, ο υπαρκτός σοσιαλισμός, ακόμα και στις χειρότερες εποχές του προσέφερε παιδεία, υγεία και υψηλό επίπεδο διαβίωσης για τους πολίτες του. Ακόμα και αναθεωρητές της χειρότερης ποιότητας σιωπούν όταν πρόκειται για την τεράστια προσφορά των σοσιαλιστικών κρατών στους Έλληνες πρόσφυγες του Εμφυλίου και ιδιαίτερα, όταν πρόκειται για τα παιδιά που ο ΔΣΕ μετακίνησε εκεί, για να τα γλιτώσει από τη φρίκη και τη βία του Εμφυλίου. 

Μόνο ο μεγάλος ιστορικός Νίκος Γκατζογιάννης, παρόλα αυτά, μας παραθέτει την έγκυρη γνώμη του σχετικά με την ποιότητα της ανθρωπιστικής βοήθειας που παρείχε το κράτος της Αλβανίας στα παιδιά και τους ενήλικες του χωριού Λιας που κατέφυγαν εκεί το 1948:

"Στην Αλβανία, στο στρατώνα τρώγανε ίσα ίσα για να επιβιώσουμε, κατά κανόνα σούπα από πράσα και ωμές πικραλίδες που τις μαζεύανε από τα γύρω χωράφια. Το παιχνίδι τους ήταν να οργανώνουν κούρσες με τις ψείρες τους". 


Ας δούμε όμως τι λένε τα παιδιά εκείνα που έζησαν την υποδοχή των σοσιαλιστικών λαών ερχόμενα από την Ελλάδα του Εμφυλίου και όχι αυτόκλητοι ιστορικοί όπως ο Γκατζογιάννης:

Κώστας Κατσιαβάλος: «Η υποδοχή που μας επιφύλαξαν στις πρώην ΛΔ ήταν εγκάρδια. Η φιλοξενία που έδειξαν οι λαοί τους ήταν απερίγραπτη. Αυτοί οι λαοί που οικοδομούσαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κάτω από την καθοδήγηση των λαϊκών τους κυβερνήσεων, με επικεφαλής τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματά τους, ήταν υπόδειγμα διεθνούς ταξικής αλληλεγγύης. Μας προσφέρανε ό,τι καλύτερο μπορούσαν εκείνους τους χαλεπούς μεταπολεμικούς καιρούς, κόβοντας από το υστέρημά τους, τις καλύτερες διαθέσιμες κτιριακές εγκαταστάσεις, την καλύτερη δυνατή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα και στοργή, τα καλύτερα νοσοκομεία και σανατόρια, τις καλύτερες αίθουσες διδασκαλίας και άθλησης, τους καλύτερους δασκάλους και παιδαγωγούς».

Επίσης, αν και δημοσιογράφος στις ΗΠΑ, ο Γκατζογιάννης δε φαίνεται να διάβασε ποτέ τον Τύπο της εποχής σχετικά με την επίσκεψη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στις χώρες υποδοχής παιδιών και τα πορίσματα της επιτροπής. Παραθέτουμε ενδεικτικά:

Η Manchester Gardian στις 17/1/1950 έγραψε μεταξύ άλλων: «ήταν απλά όπως πρέπει, ντυμένα, καλοθρεμμένα και τα φροντίζουν διπλωματούχες παιδαγωγοί».

Ο ίδιος ο Τζορτζ Μάρσαλ τόσο στις 24/4/1948 όσο και στις 14/8/1948 έγραψε ότι «υπήρχε "ανεπαρκής τεκμηρίωση" του ισχυρισμού πως μεγάλος αριθμός παιδιών είχε απομακρυνθεί με τη βία και πως υπήρχαν λίγα ή καθόλου τεκμήρια για άμεση ανάμειξη των κρατών δορυφόρων» (Lars Baerenzen, Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο 1945 - 1949, σελ.152).

Έτσι, όχι απλώς μένει ατεκμηρίωτο το ψέμα της άθλιας ζωής στις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά διαψεύδεται κατηγορηματικά από τους πρωταγωνιστές της εποχής, αλλά και τον ίδιο των αστικό τύπο των συμμαχικών χωρών των ελληνικών κυβερνήσεων.



Οι σαχλαμάρες περί Κολιγιάννη και εκτελέσεων



Στο κεφάλαιο 17 του βιβλίου ΕΛΕΝΗ, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι ο Κώστας Κολιγιάννης, στέλεχος του ΚΚΕ και του ΔΣΕ στην Ήπειρο έλεγχε καθημερινά τις καταστάσεις εκτελέσεων της Λαϊκής Πολιτοφυλακής στο χώρο ευθύνης του και η τελική διαταγή για τη διενέργεια των εκτελέσεων περνούσε από το δικό του χέρι. Μάλιστα, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι επί διοίκησης Κολιγιάννη διενεργήθηκαν πάνω από 300 εκτελέσεις, στις οποίες αναλογούσαν τουλάχιστον 5 πολίτες από κάθε χωριό της Ηπείρου. 

Χωρίς να να ασχοληθούμε με το ερώτημα του πως γνωρίζει την αναλογία αυτή ο Νίκος Γκατζογιάννης, όταν μάλιστα τότε ήταν σχεδόν μωρό κι ενώ η ιστορική έρευνα μόλις 90-95 περιστατικά εκτελέσεων έχει καταγράψει να διενεργούνται από το ΔΣΕ, προχωράμε στο εμφανώς γελοίο της υπόθεσης:

Ο επίτροπος του ΔΣΕ Ηπείρου, ενός από τα πιο δραστήρια τμήματα του ΔΣΕ στην Ελλάδα έως το 1948, ασχολούταν καθημερινά με τις εκτελέσεις των πολιτοφυλάκων στα χωριά ελέγχου του. Αν αναλογιστούμε τα έγγραφα και μόνο των πρακτικών των δικών που ο Κώστας Κολιγιάννης θα έπρεπε να διαβάσει για κάθε υπόθεση, ο άνθρωπος αυτός θα έπρεπε να έχει εγκαταλείψει τα στρατιωτικά του καθήκοντα και να ασχολείται αποκλειστικά με τη στρατιωτική δικογραφία. 

Παράλληλα, ας μην ξεχνάμε ότι την περίοδο ως το 1948, ο ΔΣΕ Ηπείρου διενεργούσε μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, μάχες και ενέδρες που προφανώς χρειάζονταν εκτενή σχεδιασμό και εποπτεία. Αλλά όχι. Κατά το Γκατζογιάννη, η μέριμνα του Κολιγιάννη ήταν στις εκτελέσεις. 

Πιο κάτω, στο κεφάλαιο 18, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι ο Κώστας Κολιγιάννης ασχολήθηκε προσωπικά με την εκτέλεση και της μητέρας του. Ως κομμουνιστής και άρα de facto κακός άνθρωπος, ο Κολιγιάννης εμφανίζεται υπέρ της εκτέλεσης, με το στρατοδίκη του ΔΣΕ Αναγνωστάκη που είναι κατά της εκτέλεσης. 

Πρώτο ερώτημα: Πώς γνωρίζει ο Γκατζογιάννης για αυτό διάλογο, όταν και ο Κολιγιάννης και ο Αναγνωστάκης ήταν νεκροί πολύ πριν την έναρξη της έρευνας του Γκατζογιάννη; 

Δεύτερο ερώτημα: Τι ακριβώς έκανε την υπόθεση της Ελένης να είναι τόσο σημαντική για το στρατοδίκη Αναγνωστάκη και τον Κολιγιάννη, άνθρωπο που μάλιστα εκτελούσε τακτικά και σωρηδόν πολίτες; Ήταν τόσο μεγάλη υπόθεση δέκα ακόμα πολιτών που ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Μουργκάνα; 

Αναπάντητα αφήνονται τα ερωτήματα αυτά, όπως και το πώς  ο Γκατζογιάννης γνωρίζει τόσα πολλά για τη δράση του Κολιγιάννη, ώστε να μπορεί ακόμα και στατιστικά δεδομένα να παρουσιάσει για αυτή.

Πρόκειται προφανώς για χονδροειδή ψέματα.



Ο Άρης που έσφαζε στην Πελοπόννησο υπό τις ευλογίες του Κανελλόπουλου



Σε ένα από τα πρώτα κεφάλαιο του βιβλίου ΕΛΕΝΗ, ο Γκατζογιάννης εντυπωσιάζει με ένα τρομερά χονδροειδές ψέμα και συνάμα μια απόδειξη της ιστορικής του άγνοιας. Ισχυρίζεται, στο κεφάλαιο "Ο δρόμος με τη ρεματιά", ότι το Σεπτέμβρη του 1944, ο Άρης Βελουχιώτης πέρασε στην Πελοπόννησο, συνοδεία των "μαυροσκούφηδών" του για να καθυποτάξει το λαό της περιοχής, "εξαπολύοντας τρομακτικές σφαγές πρωτοφανούς κλίμακας"

Η ιστορική "μπανανόφλουδα" εδώ είναι πολύ μεγάλη για την αγνοήσουμε. 

Είναι γνωστό ότι ο Βελουχιώτης βρέθηκε στην Πελοπόννησο, σε στενή συνεννόηση με το Συμμαχικό Στρατηγείο και παράγοντες της εξόριστης κυβέρνησης όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ένας καθόλα αστός πολιτικός. Μάλιστα ο Κανελλόπουλος είχε ζητήσει στον Άρη, εκ μέρους και του Γεωργίου Παπανδρέου, να ανασταλεί η λειτουργία  των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο, αίτημα που ο Βελουχιώτης σεβάστηκε και εφάρμοσε. 

Αυτό που χωρίς να καταλαβαίνει υπονοεί ο Γκατζογιάννης είναι ότι οι "σφαγές" αυτές του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο επικροτήθηκαν σιωπηρά τόσο από τους Συμμάχους, στο στρατηγείο των οποίων εντασσόταν και ο ΕΛΑΣ, όσο και από μετέπειτα υπουργούς και πρωθυπουργούς της χώρας, όχι σε κάποιο σοσιαλιστικό καθεστώς, αλλά σε κυβερνήσεις καθόλα φιλοαστικές.

Η σιωπή λοιπόν του Κανελλόπουλου αλλά και του Παπανδρέου για τις "σφαγές" που ο ΕΛΑΣ διέπραξε στην Πελοπόννησο, μόνο ως συνενοχή μπορεί να εκληφθεί. Αυτό ή ως χτυπητό και χονδροειδές ψέμα...




Η "Ελένη" του Νίκου Γκατζογιάννη και ο βόρβορος της ιστορικής ανακρίβειας - Μέρος 2ο


Στη συνέχεια του άρθρου μας για το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη, Ελένη θα εξετάσουμε από κοντινότερη απόσταση την υπόθεση της εκτέλεσης της μητέρας του, Ελένης Γκατζογιάννη. Ακολουθώντας και αναλύοντας, τα σχόλια του Αναστάση Τάκα.






Οι γελοιότητες περί μαζικών εκτελέσεων της Λαϊκής Πολιτοφυλακής


Θα ξεκινήσουμε θυμίζοντας ότι το χωριό Λιας ήδη από το 1943 ήταν γνωστό ως "μικρή Μόσχα" λόγω της αθρόας συμμετοχής του πληθυσμού του στον ΕΛΑΣ, αλλά κράτησε επάξια αυτό του προσωνύμιο καθώς μεγάλη ήταν η συμμετοχή του και στο ΔΣΕ.

Ωστόσο στο βιβλίο του Γκατζογιάννη αναφέρεται εκατόμβη αγνώστων νεκρών στο χωριό Λιας που εκτελούνταν αυθαιρέτως και σχεδόν καθημερινά από τη Λαϊκή Πολιτοφυλακή. Ο Γκατζογιάννης μιλά για εκτελέσεις χωρικών "πίσω από τα σπίτια τους" και ομαδικούς τάφους. Αναφέρει πως οι χωριανοί κατέδιδαν ο ένας τον άλλο, με ασήμαντες αφορμές, στην Πολιτοφυλακή και ακολουθούσας βασανιστήρια και εκτελέσεις. Γράφει: "Αν μια χωριανή κουραζότανε από τις αγγαρείες, μπορούσε να πάει στην Πολιτοφυλακή και να πει πως μια άλλη συχωριανή είχε βάλει εξεπίτηδες μια πέτρα στο πόδι του μουλαριού της και αυτό κούτσαινε. Παρευθείς, η γειτόνισσα συλλαμβάνονταν, ανακρίνονταν και εξαφανίζονταν."

Αυτό το χοντροκομμένο ψέμα έχει όπως φαίνεται "κοντά ποδάρια" για μια σειρά λόγων. Καταρχήν, μιλάμε για την περίοδο που ο ΔΣΕ έχει μόλις αποκρούσει και ανατρέψει το σχέδιο "Πέργαμος" και το σχέδιο "Ιέραξ" και βρίσκεται σε επιφυλακή για τις επόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Θεωρούμε λοιπόν μάλλον απίθανο, η Λαϊκή Πολιτοφυλακή να ασχολούταν με πέτρες και ξεπετάλωτα μουλάρια. Κατά δεύτερον, σημειώνουμε την επιλεκτική αμνησία του συγγραφέα, αλλά και τη σύμπτωση, κανένας μάρτυρας, κανένα δημοτολόγιο και γενικώς καμιά πηγή, να μην αναφέρουν έστω ένα όνομα των δεκάδων εκτελεσθέντων χωρικών. Κατά τρίτον και όταν μεσούσης της Δικτατορίας, ο Γκατζογιάννης τέλεσε την πρώτη εκδήλωση μνήμης στη μητέρα του, αλλά ως και σήμερα, κανένας ομαδικός τάφος δεν έχει βρεθεί στο χωριό Λιας. Ούτε ένας από τους δεκάδες εκτελεσθέντες χωρικούς. Ούτε καν σε εποχές που το καθεστώς θα έτριβε τα χέρια του, με μια τέτοια ανακάλυψη. Επίσης, σε απογραφή του 1941, ο πληθυσμός του χωριού ανέρχεται στους 787 κατοίκους. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι του χωριού παρέμεναν ίδιοι σε αριθμό ως το 1948, η διενέργεια "δεκάδων εκτελέσεων" θα σήμαινε μια σημαντική ραγδαία μείωση του πληθυσμού και παράλληλα μια υποστελέχωση των δομών λαϊκής αυτοδιοίκησης που είχε οργανώσει ο ΔΣΕ και η ΠΔΚ. Αυτό θα σήμαινε κάτι που ούτε στο Μεσαίωνα δεν θα ήταν λογικό: Την καταστροφή του παραγωγικού ιστού της τοπικής κοινωνίας, στην οποία η "εξουσία" βασιζόταν...


Η εικονική εκτέλεση των 117 φαντάρων


Σε άλλου σημείο του βιβλίου του, ο Νίκος Γκατζογιάννης αναφέρεται σε μια σαρωτική νίκη του ΔΣΕ στο ύψωμα Πόβλα, κατά το οποίο αιχμαλωτίζονται 117 φαντάροι και 4 αξιωματικοί. Ο ΔΣΕ, γράφει ο Γκατζογιάννης μεταφέρει τους αιχμαλώτους στον Τσαμαντά. Εκεί οι 4 αξιωματικοί δικάζονται καταδικάζονται και εκτελούνται.

Το παραπάνω υπήρξε πρακτική του ΔΣΕ, όχι όμως όπως περιγράφεται. Το στρατοδικείο καταδίκαζε τους αξιωματικούς σε θάνατο, με την αιτιολογία της συμμετοχής τους στον κυβερνητικό στρατό. Η απόφαση αναιρούταν αν δέχονταν να υπηρετήσουν στο ΔΣΕ και με την προϋπόθεση ότι δεν εκκρεμούσαν εναντίον τους άλλες κατηγορίες. Αν δεν δέχονταν την εναλλακτική αυτή, ο ΔΣΕ ζητούσε συνήθως την ανταλλαγή τους με δικούς του αξιωματικούς ή πολιτικά στελέχη και έδινε προθεσμία 5-7 ημερών για να λάβει κάποια απάντηση. Ούτε μια φορά στα ιστορικά χρονικά του Εμφυλίου, το ΓΕΣ δεν δέχτηκε κάποια τέτοια ανταλλαγή αιχμαλώτων.

Σε κάθε περίπτωση, ας περάσουμε στους 117 οπλίτες. Γνωστή και καλά καταγεγραμμένη πρακτική του ΔΣΕ ήταν η παρουσίαση δύο εναλλακτικών στους αιχμάλωτους φαντάρους: Είτε να πολεμήσουν με τον ΔΣΕ, είτε να αφεθούν ελεύθεροι να επιστρέψουν, χωρίς τον εξοπλισμό τους και ντυμένοι με ρουχισμό πολίτη.

Ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι οι 117 μεταφέρθηκαν σε κάποιο νταμάρι και εκτελέστηκαν και πως τα κόκαλά τους βρέθηκαν πολλά χρόνια μετά από κάποιον βοσκό. Παρόλα αυτά, η επίσημη Ιστορία Στρατού, δεν αναφέρει κανένα τέτοιο περιστατικό, ούτε καν εικασίας για την εκτέλεση 117 οπλιτών μετά τη μάχη της Πόβλας. Προφανώς λοιπόν, οι φαντάροι αυτοί αφέθηκαν ελεύθεροι και καταγράφηκαν μετέπειτα, όταν επέστρεψαν σε περιοχές ελέγχου του κυβερνητικού στρατού.

Θυμίζουμε ότι στις εκδόσεις της ΔΙΣ οι νεκροί έχουν καλά καταγραφεί και έχουν ληφθεί υπόψη τα ημερολόγια μονάδων.



Το "παιδομάζωμα" στο χωριό Λιας και η εκτέλεση της Ελένης Γκατζογιάννη


Καθώς είναι γνωστό, το χωριό Λιας όπου ζούσε η μητέρα του συγγραφέα βρισκόταν στην περιοχή ελέγχου του ΔΣΕ σχεδόν καθόλη τη διάρκεια του Εμφυλίου. To χωριό, από το οποίο αναδείχθηκαν αξιόλογα στελέχη του ΔΣΕ στήριξε σύσσωμα τους λαϊκούς θεσμούς εξουσίας της ΠΔΚ και συμμετείχε σε αυτούς. Παρόλα αυτά, ουδείς ρεβανσισμός φαίνεται πως υπήρξε, καθώς έως την εκτέλεσή της, μοναδικό ίσως αντικειμενικό γεγονός, η Ελένη Γκατζογιάννη ζούσε κανονικά στο χωριό, χωρίς παρενοχλήσεις ή μέτρα εναντίον της. 

Στο χωριό Λιας όπως και σε άλλες περιοχές ελέγχου του, ο ΔΣΕ οργάνωσε το δίκτυο προώθησης των παιδιών, στις χώρες του σοσιαλισμού, ιδιαίτερα με ένταση των επιχειρήσεων το 1948. Θυμίζουμε ότι ιστορικά έχει τεκμηριωθεί και εγγραφεί στην εμπειρία του λαού που το έζησε, ότι η μεταφορά των παιδιών ήταν σαφώς προαιρετική. Οι γονείς υπέγραφαν για τη μεταφορά των παιδιών τους πριν τη μεταφορά τους διά μέσου των αλβανικών συνόρων, εκτός από περιπτώσεις ανήλικων παιδιών που είτε δεν είχαν γονείς, είτε οι γονείς τους βρίσκονταν αιχμάλωτοι ή κρατούμενοι κι εξόριστοι και δεν υπήρχαν άλλοι συγγενείς για να αναλάβουν την ευθύνη τους. 

Έτσι και τα παιδιά της οικογένειας Γκατζογιάννη δεν είχε κανένα λόγο να φοβάται για τον εαυτό ή τα παιδιά της. 

Ωστόσο, η Ελένη Γκατζογιάννη οργανώνει προσωπικά όχι μία, όχι δύο αλλά τρεις απόπειρες φυγής από το χωριό της και όχι μόνο για τη δική της οικογένεια. Η προσπάθεια την πρώτη φορά ματαιώνεται, όπως και τη δεύτερη και περιλαμβάνει συνολικά 22 άτομα του χωριού. Την τρίτη φορά, η φυγή πραγματοποιείται, χωρίς όμως την Ελένη και την κόρη της Γλυκερία. Παρόλα αυτά, 20 άτομα καταφέρνουν να περάσουν στις κυβερνητικά ελεγχόμενες περιοχές. 

Θυμίζουμε ότι τόσο στις περιοχές του ΔΣΕ, όσο και στις περιοχές του κυβερνητικού στρατού, η ελεύθερη μετακίνηση πολιτών απαγορευόταν αυστηρά και μπορούσε να οδηγήσει σε στρατοδικείο και σε εκτέλεση, πόσο μάλλον αν αποδεικνυόταν το στήσιμο μιας ολόκληρης επιχείρησης συνεργασίας με το αντίπαλο στρατόπεδο... Πόσο δε μάλλον, όταν η ίδια παράβαση επιχειρούταν τρεις φορές.

O ίδιος ο Γκατζογιάννης αναφέρει στο βιβλίο του: "Κατά το πλείστον, οι γείτονές μας μας αποφεύγανε ή πρόδωσαν τη μάνα μου", αλλού αναφέρει ότι η θεία του και ο πατέρας του, του είχαν πει δεκάδες φορές, ότι ήταν οι συχωριανοί τους που κατάγγειλαν τη μητέρα του στο κλιμάκιο της Λαϊκής Πολιτοφυλακής. Γεγονός που σημαίνει ότι στη δίκη της υπήρχαν μάρτυρες κατηγορίας, που συμμερίζονταν τον αγώνα του ΔΣΕ και είχαν αναφέρει τη δράση της Γκατζογιάννη.

Η υπόθεση των επιχειρήσεων φυγής ξεκινούν όταν, κατ' ομολογία του Γκατζογιάννη, η μητέρα του έρχεται σε επαφή με τον πρώην ΕΔΕΣίτη Μηνά Στρατή, την άνοιξη του 1947. Ο Στρατής, που την ενημερώνει ότι πλέον εργάζεται στην Ασφάλεια του Στρατού και ότι έχει έρθει στο χωριό για κάποια ανάκριση, την προτρέπει να διαφύγει, καθώς ο ΔΣΕ σύντομα θα καταλάβει το μέρος.

Σε άλλο σημείο του βιβλίου "ΕΛΕΝΗ" μαθαίνουμε ότι τα συνθήματα για την αποχώρηση της Ελένης και των παιδιών της από το χωριό είναι δύο: Πρώτον, η φράση "τα στάχυα μεστώσανε για θέρος", την οποία της μεταφέρει κάποια χωρική μυημένη στην επιχείρηση και μια μεγάλη φωτιά που θα ανάψει στο ύψωμα Μεγάλη Ράχη, στις θέσεις του κυβερνητικού στρατού.

Εδώ δημιουργείται η εξής απορία: Τόσο εύκολα ένας ή μερικοί έστω πολίτες μπορούσαν να φθάσουν στις θέσεις του κυβερνητικού στρατού και να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά;

Προφανώς όχι. Προφανώς μόνο κατόπιν συνεννόησης με τον ίδιο τον κυβερνητικό στρατό και ασφαλώς μέσω της υπηρεσίας πληροφοριών του. Το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι το ποιος ήταν ο σύνδεσμος της Ελένης Γκατζογιάννη με τον κυβερνητικό στρατό. Ήταν ο Μηνάς Στρατής; Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται ποτέ σε αυτό, όμως θεωρεί δεδομένο ότι οι αναγνώστες του, θεωρούν αυτονόητο ότι σε εμπόλεμη κατάσταση, ο κυβερνητικός στρατός θα άφηνε πολίτες να περιδιαβαίνουν στις γραμμές του.

Εύλογα λοιπόν φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι η Ελένη Γκατζογιάννη ήταν μέλος ενός κυκλώματος που είτε καθοδηγούταν, είτε εποπτευόταν από την Ασφάλεια Στρατού.

Η πράξη της συνιστούσε λοιπόν βαρύτατο αδίκημα για ένα στρατοδικείο. Όχι για ένα κομμουνιστικό στρατοδικείο, αλλά για ένα οποιοδήποτε στρατοδικείο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις οδηγίες για "κανέναν οίκτο" στους καπαπίτες, που έδωσε ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος, κατά την έναρξη του σχεδίου "Περιστέρα" στην Πελοπόννησο.


Σε οποιοδήποτε λοιπόν στρατό, οποιαδήποτε ιστορική περίοδο, η Ελένη Γκατζογιάννη θα αντιμετώπιζε το απόσπασμα.



Βασανίστηκε τελικά η Ελένη Γκατζογιάννη; 


Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου ΕΛΕΝΗ, ο συγγραφέας επιδίδεται με αφοσίωση στο να πείσει τον αναγνώστη για τον βασανισμό της μητέρας του. Αναφέρει μάλιστα δύο είδη βασανιστηρίων που υπέσθη: Τη φάλαγγα και την εξάρθρωση των χεριών, με σχοινί δεμένο πίσω από την πλάτη.

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο ΔΣΕ βασάνιζε γυναίκες και μάλιστα φρικτά, το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί; Τι ήθελαν οι "δήμιοι" της Γκατζογιάννη να της αποσπάσουν όταν, όλα τα μέλη του δικτύου της φυγής είχαν συλληφθεί, συχωριανοί τους (όπως αναφέρει ο Γκατζογιάννης) είχαν αποκαλύψει το σχέδιό τους και μάλιστα, η μαχήτρια του ΔΣΕ Μηλιά Ντουμπρογιάννη που γνώριζε το σχέδιο, μέσω της μητέρας της, το αποκάλυψε στην Πολιτοφυλακή.

Προφανώς λοιπόν, πέραν των σαδιστικών ενστίκτων, που για τον Γκατζογιάννη είναι αυταπόδεικτα για κάθε κομμουνιστή και μαχητή του ΔΣΕ, οι "δήμιοι" της Γκατζογιάννη δεν χρειαζόταν καμιά περαιτέρω απόδειξη ή ομολογία.

Αργότερα, ο Γκατζογιάννης στη σελίδα 463, του βιβλίου, επανέρχεται στο σενάριο των "μερικών ξυλοδαρμών" που χρειάστηκαν για να "σπάσει" η μητέρα του, για να μας μιλήσει παρακάτω ξανά για φρικτά μαρτύρια και φάλαγγα. Ωστόσο, σε διάστημα από τη 19η έως την 28η Αυγούστου (ημέρα σύλληψης και εκτέλεσης της Γκατζογιάννη), μεσολαβούν μόλις 9 ημέρες. Διάστημα στο οποίο είναι αδύνατο για κάποιον που έχει υποστεί φάλαγγα και μάλιστα επανειλημμένα να κάνει μερικά βήματα, όχι να περπατήσει "σε απόκρημνο μονοπάτι για τον τόπο της εκτέλεσης".

Το αναληθές του βασανισμού αποκαλύπτεται επίσης, στο γεγονός ότι την ημέρα της εκτέλεσής της, η Ελένη Γκατζογιάννη "τρέχει στη μεγάλη κάμαρα του σπιτιού της, για να βάλει το εικόνισμα της Παναγίας στη θέση του", ενώ πλήθος χωρικών τη βλέπουν να περπατά, με τους άλλους μελλοθανάτους στον τόπο της εκτέλεσης.

Σοβαρότερη μαρτυρία για το ζήτημα του βασανισμού, προέρχεται από το βιβλίο του Αναστάση Τάκα και τη συνέντευξη του μαχητή του ΔΣΕ Αριστείδη Φλιούκα, που ζούσε προφανώς ως πολιτοφύλακας στο χωριό Λιας. Ο Φλιούκας αναφέρει κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξαν βασανισμοί, λέγοντας ότι η Ελένη Γκατζογιάννη "Μίλησε αμέσως και τα 'πε όλα. Η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι, από την πρώτη στιγμή και έλεγε ακόμα και πράγματα για τα οποία δεν την είχανε ρωτήσει".


Συνεχίζεται 

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Εκφάνσεις της ταξικής βίας του ΔΣΕ



Στη σύγχρονη ιστοριογραφία και δη στο πλαίσιο της Νέας Ιστορίας (τόσο νέα που η ναφθαλίνη της μυρίζει από μακριά) εντοπίζεται μια εκτενής προσπάθεια "αποχρωματισμού" του ΔΣΕ και διαφόρων μορφών του ταξικού κινήματος της εποχής (βλέπε Νίκος Μπελογιάννης), επιχειρώντας το συσκοτισμό της ταξικής διάστασης στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Έτσι, ο αγώνας του ΔΣΕ τοποθετείται απλά και μόνο, είτε στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, στην καλύτερη περίπτωση, είτε σαν ένα "τραγικό γεγονός", αδελφοκτόνου πολέμου. Και όμως είναι σε διάφορες εκφάνσεις της σύγκρουσης του Εμφυλίου που εντοπίζουμε σαφή στοιχεία της ταξικής σύγκρουσης, που είναι ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος. Εντοπίζουμε, με άλλα λόγια, τι επιφύλασσε ο ΔΣΕ στην αστική τάξη της χώρας. Αυτό λοιπόν το ιστορικό στοιχείο, που έρχεται από το παρελθόν και αποτελεί το μέλλον της ανθρωπότητας, καλό είναι να μένει στη σκιά, προκειμένου οι νέες γενιές ανθρώπων να μην μάθουν ποτέ την ιστορική εμπειρία, της πάλης των τάξεων στη χώρα τους.

Παρακάτω, θα αναδείξουμε τέτοια στοιχεία, αποδίδοντας στο ΔΣΕ και τον αγώνα του, την πραγματική του, ταξική διάσταση.


Ο ΔΣΕ τσακίζει τους εργοστασιάρχες της Νάουσας και καίει τα χρεόγραφα των τραπεζών.


Βρισκόμαστε στο Γενάρη του 1949, στις τελευταίες ώρες της μάχης της Νάουσας, όπου ο ΔΣΕ έχει καταλάβει τους βασικούς επιχειρησιακούς στόχους του μέσα στο "μικρό Μάντσεστερ"(η Νάουσα λεγόταν έτσι λόγω του ισχυρού της εργατικού κινήματος, που πολλές φορές η εργοδοσία του Λαναρά και των άλλων εργοστασιαρχών είχε πνίξει στο αίμα) και μοναδική εστία αντίστασης που απέμενε στις κυβερνητικές δυνάμεις ήταν τα κλωστήρια και η έπαυλη της οικογένειας Λαναρά. 

Στο μεν εργοστάσιο βρισκόταν η έδρα του ταξίαρχου Κατσούδη, στη δε έπαυλη ένα εκτενές συρματόπλεγμα, εναλλασσόμενο από πολυβολεία καθιστούσε το οίκημα σχεδόν απροσπέλαστο. Λίγες ώρες πιο πριν, ο ΔΣΕ είχε μπει στις δύο τράπεζες της πόλης και είχε κάψει όλα τα έγγραφά τους, με σκοπό να ακυρώσει τα χρέη των φτωχών κατοίκων.

Έτσι λοιπόν, αυτές τις τελευταίες ώρες της μάχης τα δύο στρατόπεδα είχαν σαφείς τις ταξικές τους αποχρώσεις: Ο μεν ΔΣΕ προχωρούσε με επευφημίες των εργατών και εργατριών της πόλης, όπως η Ζίνα Σπυροπούλου, ο δε κυβερνητικός στρατός προσπαθούσε να προστατεύσει το κεφάλαιο και τη ζωή των Ναουσαίων αστών.

Η τελική επίθεση ενάντια στα "Κλωστήρια Λαναρά" ξεκίνησε στις 15:00, όπου ισχυρές δυνάμεις του ΔΣΕ έσπασαν τον εξωτερικό κλοιό των εργοστασίων με αντιαρματικά και κατέλαβαν τα εργοστάσια, με τον ταξίαρχο Κατσούδη να εγκαταλείπει κρυφά την έδρα του, αφήνοντας πίσω ακόμα και τον ασυρματιστή του. 

Ο ΔΣΕ προχώρησε και πυρπόληση του εργοστασίου, κίνηση συμβολική, καθώς γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να παραμείνει για πολύ στην πόλη. 

Αντίστοιχη σύγκρουση λαμβάνει χώρα και στην έπαυλη της οικογένειας Λαναρά. Ο ΔΣΕ την εκπορθεί μεταφέροντας για βολή ένα από τα ορειβατικά του πυροβόλα. Σύντομα, οι οπλίτες που προστατεύουν την έπαυλη παραδίδονται και πίσω τους ακολουθούν τριάντα πολίτες, όλοι βιομήχανοι ή μέλη των οικογενειών τους. Η μοίρα τους παραμένει άγνωστη, αν και θεωρείται πολύ πιθανή η εκτέλεση των εργοστασιαρχών.

Πριν την αποχώρησή του από την πόλη, ο ΔΣΕ πυρπολεί ολοσχερώς τις βίλες και τις επαύλεις των βιομηχάνων: Λαναρά, Πετρίδη, Χρηστίδη, Αγγελάκη, Κάψη, Κιλιμπουρίδη και Κιτσέλη. 


Πηγή: Νίκος Κυτόπουλος, Η μάχη της Νάουσας, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999, σελ. 79-99.



Ο ΔΣΕ Σάμου "διαγράφουν μονομερώς" τα χρέη του Σαμιώτικου λαού


Το Σεπτέμβρη του 1947, ο ΔΣΕ Σάμου βρίσκεται ακόμα σε ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, σε έναν μεγάλο ελιγμό αποφυγής, ο ΔΣΕ του νησιού συνειδητοποιεί ότι το Καρλόβασι είναι ουσιαστικά αφύλακτο και περνά από μέσα του. Έτσι, το 1948, στις 20-21 Γενάρη, ο ΔΣΕ ενεργεί επιχείρηση ενάντια στο Καρλόβασι, με στόχο την εμποροβιομηχανική περιοχή του Όρμου.

Στόχος της επιχείρησης είναι η κατάληψη των βυρσοδεψείων, των Γενικών Αποθηκών και των τραπεζών που βρίσκονταν σε αυτή την περιοχή. Από εκεί, ο ΔΣΕ στόχευε στο να επιτάξει τρόφιμα, δέρματα και τα χρήματα των τραπεζών. 

Καθώς η επιχείρηση προχωρούσε και ο ΔΣΕ κατέλαβε την Εθνική Τράπεζα στον Όρμο, εντόπισε στο εσωτερικό της δύο υπαλλήλους που ακόμα εργάζονταν, συσκευάζοντας μεγάλα πακέτα. Ο συγκροτηματάρχης του ΔΣΕ Βακάκης, ενημερώθηκε τότε, από τους δύο υπαλλήλους, ότι με εντολή της διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, όλα τα διαθέσιμα σε χρήμα των υποκαταστημάτων της στο νησί, έπρεπε να μεταφερθούν στο Καρλόβασι, να συσκευαστούν και να σταλούν στην Αθήνα. Έτσι, ο ΔΣΕ κατέλαβε εκείνη την ημέρα 360 εκατομμύρια δραχμές, φιλοδωρώντας τους δύο υπαλλήλους με 20 εκατομμύρια τον κάθε έναν. 

Μετέπειτα, οι άνδρες του ΔΣΕ άνοιξαν το αρχείο της τράπεζας και έκαψαν ολόκληρο το περιεχόμενό του εξαφανίζοντας πρακτικά τα χρέη του Σαμιώτικου λαού. Το χρηματικό ποσό που ο ΔΣΕ κατέλαβε, χρησιμοποιήθηκε αργότερα για την αγορά τροφίμων και ιματισμού από αγρότες, κτηνοτρόφους και εμπόρους των περιοχών του νησιού που έλεγχε. 


Πηγές: Συλλογικό έργο, Ο αγώνας του ΔΣΕ στη Σάμο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2004, σελ. 115-117.
Μαρτυρία του πρώην μαχητή του ΔΣΕ, Θανάση Μπαρόλια, Αθήνα 2009.





Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Άγνωστες σελίδες από την κόλαση της Μακρονήσου - μέρος 2


Συνέχεια


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 39-41.


« “Αλτ!”, ακούγεται μια βροντερή φωνή. Ο φαντάρος κοκάλωσε, έτσι από συνήθει πια. Τρεις αλφαμίτες λαχανιασμένοι απ΄το τρέξιμο τον κύκλωσαν.
- Πού πας ρε;

- Για νερό μου συνάδελφε, δεν μπορώ να κρατηθώ άλο. Άλλωστε ξημέρωσε, ένα λεπτό και θα χτυπήσει η σάλπιγγα εγερτήριο.

“Φαπ!”, του έρχεται μια γροθιά στο πρόσωπο. “Γδουπ!”, μια ροπαλιά στην πλάτη.
- Γιατί συνάδελφοι βαράτε;

Οι γροθιές κι οι ροπαλιές πέφτουν ακατάπαυστα.

- Να γιατί! Να γιατί! Θες και τα ρέστα παλιοτόμαρο; Προδότη! Γιατί δεν κάνεις δήλωση ρε να πας έξω; Γιατί ρε τομάρι;

- Γιατί θέλω να μείνω άνθρωπος.

- Για τη θάλασσα τότε. Λέει ο ένας

- Για τη θάλασσα!

- Μπρος! Και τον τραβά ο ένας από το γιακά.

- Μπρος! Τον σπρώχνουν οι άλλοι δύο από πίσω. 

- Είμαι άρρωστος βρε συνάδελφοι, πριν δέκα μέρες σηκώθηκα από το κρεβάτι από πλευρίτη, σκεφτείτε τη θέση μου.

Τον σπρώχνουν με μοβόρικες κινήσεις και κλωτσιές. “Τράβα ρε κτήνος! Αυτό θέλουμε και μεις να σε ξεκάνουμε, να πας στο διάβολο αφού δε γίνεσαι άνθρωπος.”

- Βρε παιδιά δεν έχετε καρδιά; Δεν είσαστε άνθρωποι; Άστε με δεν θα ξαναβγω πριν το εγερτήριο!

- Σκασμός, στο διάβολο τομάρι!

Τα παρακάλια τα παίρνει ο αέρας. Αναλογίζεται τις συνέπειες του πρωινού χειμωνιάτικου μπάνιου και τον συνεπαίρνει ένας βασανιστικός τρόμος. Βλέπει τον εαυτό του κρεβατωμένο απ’ το ξύπνημα του παλιού πλευρίτη, χρίς την απαραίτητη δίαιτα, χωρίς φάρμακα, χωρίς ανθρώπινο κρεβάτι, χωρίς έναν γιατρό- άνθρωπο- να του γλυκογελάσει. Όλα περνάνε απ’ το μυαλό του σα κινηματογραφική ταινία και του παγώνουν το αίμα, του σουβλίζουν την καρδιά.

Φτάσανε στη θάλασσα σ’ ένα βράχο. Η πρωινή κρυάδα της θάλασας, τσουχτερή, τους μαστιγώνει το πρόσωπο. Τα κύματα ήρεμα-ήρεμα φτάνουν ως το βράχο και χαδεύουν τα παπούτσια. Τα παρακάλια συνεχίζονται.

- Άστε με συνάδελφοι! Για τελευταία φορά παραβαίνω τη διαταγή! Άστε με! Τρέμει σύγκορμος, το ξέσαρκο πρόσωπό του έχει κιτρινίσει, τα δόντια του κροταλίζουν.

- Εμπρός να τον ρίξουμε, λέει ο ένας “τι καθόμαστε με τέτοιο κρύο και ξεπαγιάζουμε”.

- Να τον ρίξουμε, φωνάζει κι ένας άλλος.

- Σταθείτε, λέει ο τρίτος, “μπορεί και να μην τον ρίξουμε, μπορεί και να τον αφήσουμε. Από αυτόν εξαρτάται.”

- Ναι συνάδελφοι μη με ρίξετε.

- Θα σ’ αφήσουμε με μια προϋπόθεση.

- Ναι συνάδελφοι δεν θα ξαναβγώ ποτέ έξω πριν το σάλπισμα.

- Αν δεν κάνεις δήλωση, τώρα δα σ’ ένα λεπτό, θα σε πνίξουμε.

- Λέγε ρε! Λέγε!

Τον τράνταξαν οι λέξεις αυτές. Η καρδιά του σφίχτηκε, η ανασαιμιά του έγινε βαριά κι έβγαινε σφυριχτή, τα δόντια σταμάτησα το κροτάλισμά τους και σφίχτηκαν γερά. Τα χείλια έκαναν ένα παράξενο μορφασμό.

- Λέγε ρε! Λέγε!

- Δε γίνεται συνάδελφοι.

- Γιατί ρε δε γίνεται; Λέγε ρε! Κι αρχίζουν ξανά οι ροπαλιές.

- Η συνείδησή μου δεν μου το επιτρέπει...

Έξι μανιασμένα χέρια τον σπρώξανε. Ένα “μπλουμ” ακούστηκε κι ο φαντάρος βρίσκεται στη θάλασσα. Κινεί χέρια και πόδια παλεύοτνας να πιάσει τα βραχάκια. Ο τρόμος του ζωγραφίζεται στα μάτια του. Πιάνει ένα βραχάκι, το κρατά μ’ όση δύναμη του ‘χει απομείνει, παλεύει. Τα ρόπαλα χτυπάνε τα χέρια, ένα πόδι πατάει το κεφάλι, ξαναβουλιάζει. Ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, προσπαθεί να πιάσει τα βραχάκια, ξανά ένα πόδι, ξανά στον πάτο. Ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, έχει την αγωνία του ναυαγού που κατάφερε να φτάσει στη στεριά, μα τ’ αγριεμένα κύματα δεν τον αφήνουν να πιάσει τα βράχια. Τα χέρια του δεν πιάνουν πια, νέκρωσαν τα νεύρα, τα μάτια εξογκώθηκαν, το πρόσωπο παίρνει κέρινη απόχρωση. Πνίγεται. Πάει να μιλήσει κάτι να πει, μα το στόμα του γεμίζει θάλασσα. Μια άναρθρη κραυγή ακούγεται, κραυγή θανάτου.

Οι σαδιστές γελάνε, γελάνε σαρκαστικά, σατανικά. Λίγο κι ο θάνατος θα ‘ρθει. Τρία χέρια τον αρπάνε απ’ τα μαλλιά και τον σέρνουν, τ’ άλλα τρία τον πιάνουν από παρακάτω, απ’ το σακάκι και το παντελόνι. Σε λίγο είναι έξω, σωριασμένος στο βράχο. Το αίμα έχει παγώσει στις φλέβες, τα μάτια έχουνε σκοτεινιάσει, το πρόσωπο κάνει παράξενους σπασμούς, όλο το σώμα σπαρταρά. Ακούγεται η σάλιπγγα.

- Πιάστε τον τώρα να τον πάμε παραπάνω. »


Ιστορικό Αρχείο ΚΚΕ - έγγραφο μαρτυρία για τη Μακρόνησο


«Μας διέταξαν να καθίσουμε όλοι κάτω και να σηκωθούν όσοι ξέραν γράμματα άνω από την 6η γυμνασίου που νομίζοντας οι δήμιοι, άμα τσακίσουν πρώτα τους εγγράμματους γρήγορα θα λυγίσουν οι υπόλοιποι, αλλά ούτε και μ’ αυτό το πέτυχαν. Τον πρώτον τον έδεσαν χειροπόδαρα και άρχησαν τα γκλοπς. Ήταν ο Αριστείδης Αρσένης, φοιτητής Νομικής, Καθοδηγητής της ΕΠΟΝ. Δεύτερος ήταν ο Πατρούδης Μιχάλης καθηγητής Φιλολογίας από τη Θάσο και συνέχιζε το κακό μέχρι το βράδυ. Τέλος μας πήγαν στους λόχους.»



Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 125- 126.




«“Λοιπόν αδερφάκι λέγε κάνεις δήλωση, για δε κάνεις; Αν δεν κάνεις θα σε σουβλίσουμε σαν τον Αθανάσιο Διάκο.”

“Δεν κάνω.”

“Δεν κάνεις. Μπράβο ρε μάγκα μου!” Και σε ένα δήμιο διατάσσει: “Bάλε τις σούβλες στη φωτιά.” Ο δήμιος πήρε από χάμω δύο μακριές σιδεροσούβλες με ξύλινη λαβή. Τις δείχνει στο φαντάρο με τρόπο απειλητικό και τρέχει στη φωτιά.

“Ώστε δεν κάνεις!”

“Όχι δεν κάνω.”

“Ωραία! Δώστε του ένα γερό ξύλο ώσπου να κοκκινίσουν οι σούβλες. Έτσι για να μη χασομεράμε.”
Τα ρόπαλα ανεβοκατεβαίνουν κατασύνεχα πάνω του. Τα πνιχτά γέλια παραφροσύνης, με τα σαδιστικά γέλια των δημίων, με σπαραχτικές φωνές: “Μανούλα μου! Μανούλα μου!” Όλες αυτές οι φωνές ανταμώνονται, συμπλέκονται κι εκφράζουν την πιο τελειοποιημένη μέθοδο ανάνηψης.

“Άστε τον, γυμνώστε τον.” Διατάσσει ο επικεφαλής.

Σε πέντε λεπτά έχει γυμνωθεί τελείως. Το σώμα του είναι γεμάτο από μαύρες λουρίδες, μαύρες σαν κατράμι.

“Kερατά, εκμεταλλεύεσαι την καλοσύνη μας και μας κοροϊδεύεις.”

“Τομάρι!”

“Φέρτε τις σούβλες γρήγορα!”

Ο δήμιος ακουμπά τη σούβλα πάνω στη σάρκα. Την ακουμπά εδώ, την ακουμπά εκεί, την ακουμπά παρακάτω. Το κορμί τινάζεται, πηδά ξέφρενα, χορεύει το χορό της φρίκης. Ένα ανέκφραστο μούγγρισμα πόνου αναδίνεται. Γίνεται ο δυνατότερος τόνος στην τραγική συμφωνία της νύχτας. Η σούβλα σέρνεται στη σάρκα. Τα πόδια κομματιάζονται με το χορό στις κοφτερές πέτρες. Τα μουγγρητά πληθαίνουν. Μια μυρωδιά καιόμενης σάρκας πιλατεύει τα ρουθούνια. 

Πλήγιασε όλη η πλάτη, ξεκοκκίνησε το σίδερο. Έρχεται ο δεύτερος. Τούτος είναι πιο καννίβαλος. Φέρνει τη σούβλα πίσω και την μπήγει με ορμή στο ψαχνό, στο κωλομέρι. Με την απάθεια που θα πέρναγε στη σούβλα ένα κομμάτι αρνήσιο ή χοιρινό κρέας. Μια έξαλλη ανατίναξη του κορμιού έγινε ως ένα μέτρο ψηλά. Η μύτη είναι ακόμα καρφωμένη στη σάρκα κι η λαβή κρατιέται στο χέρι του δημίου. Μια άναρθρη κραυγή ξεκολλά από τα χείλια του και ανακλαδώνεται στο διάστημα. Κυλίστηκε χάμω, βουβός, ασάλευτος, κομματιασμένος απ’ το πέσιμο στα βράχια. Όλο του το σώμα είναι μια πληγή που τρέχει αίμα. Ο δήμιος παρατηρεί το αίμα που κυλά στη σούβλα γελώντας. Γελάνε όλοι οι δήμιοι.

“Τα τέρατα... Ούτε με πυρωμένα σίδερα δε λυγάνε!”»



Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 126- 127.


«Πιο πάνω άλλη φωτιά και πάνω ένα καζάνι. Βράζει πίσσα, χοχλακάει. Κοντά τρεις δήμιοι με έκφραση αγριεμένων θηρίων. Ο ένας με μια σιδεροκουτάλα ανακατώνει το καζάνι τραγουδώντας:

“Στην πίσσα μπολσεβίκοι θα σας κάνω μπάνιο,Το καθήκον με προστάζει ζωντανούς να σας βράσω”

Tα ίδια λόγια στον ίδιο σκοπό επαναλαμβάνονται για ώρα πολλή. 

“Γιατί ρε δε θες να γίνεις Έλληνας;” ρωτά ο επικεφαλής του συνεργείου το φαντάρο που στέκει γυμνός μπροστά του. Ο φαντάρος, μέτριος στο ανάστημα με χοντρά αντρίκια χαρακτηριστικά, βαθιά μελαχροινός, τους κοιτάζει με σταθερό βλέμμα και τους λέει: “Είμαι Έλληνας και γι’ αυτό με βασανίζετε.”

“Έχεις ένα λεπτό να το σκεφτείς, πριν σε ρίξουμε στο καζάνι.”

“Μη μου δίνετε προθεσμία.”

“Μπρός στο έργο σας!”, ουρλιάζει ο επικεφαλής. Μια κουταλιά χοχλακιαστή πίσσα ρίχνεται στην κορυφή της πλάτης. Γλιστρά προς τα κάτω. Δεύτερη. Τρίτη. Κι άλλη, κι άλλη συνέχεια. Χοροπηδά ασταμάτητα, ξέφρενα. Απανωτές, άναρθρες, πνιχτές κραυγές, προσθέτονται στον ίλιγγο του ομαδικού σπαραγμού της νύχτας.»


Ηλέκτρα Καραγκίτσου & Παντελής Καραγκίστος, Τα παιδιά της ξενιτιάς – Αυτοβιογραφία ενός κομμουνιστή, Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Αη-Στράτη, Αθήνα 2013, 160, 163 και 172.



«Κάθε βράδυ μας πήγαιναν στη θάλασσα και μας ρίχνανε μέσα. Μετά μας κτυπάγανε με μαστίγια από βούνευρο. Οι βασανιστές μας έρχονταν ντοπαρισμένοι. Τους δίνανε ναρκωτικά για να ‘ναι ανελέητοι, μεθυσμένοι όταν μας βασανίζουν. Και τα σκεπάσματά μας τα πετάγανε στη θάλασσα.». 

«Το βράδυ μας πήγαν σ’ ένα καινούργιο χώρο. Εκεί μας ξεγύμνωσαν και άρχισαν να μας κάνουν προκλητικές και χυδαίες ερωτήσεις. Η περιφρόνησή μας του εξόργισε. Ένα ανθρωπόμορφο τέρας άρχισε να μας καίει με το τσιγάρο του στις κοιλιές μας. Τον μπάρμπα- Μανώλη τον ανεβάσανε σε ένα βαρέλι και τον καίγανε αράδα στην κοιλιά με το τσιγάρο όλων». 

«Σαράντα μέρες ολόκληρες μας δέρνανε νύχτα-μέρα, μας ρίχνανε στη θάλασσα και μας σέρνανε πάνω στα μυτερά βράχια. Οι σάρκες μας ματωμένες. Νόμιζε κανένας πως ήμασταν σκοτωμένα θηρία της θάλασσας που τα σούρνανε να τα βγάλουν στη στεριά. Σαράντα μέρες δεν κλείσαμε μάτι. Τρεις μέρες δε μας δώσανε ούτε μια στάλα νερό. Πολλές φορές μας υποχρέωναν να στεκόμαστε στο χείλος ενός γκρεμού όρθιοι, να στηριζόμαστε μονάχα στο ένα πόδι, με τα ρούχα-σκεπάσματα φορτωμένα στο κεφάλι μας. Κι επειδή αυτό αρνιόμασταν να το κάνουμε, μας χτυπούσαν αλύπητα με καδρόνι στα μισόγυμνα κορμιά μας».

Βασανισμός των ανηλίκων


«Ένας αριθμός νέων σπάσανε, ταπεινωθήκανε. Όσους μείνανε, αρχίσανε να τους δέρνουν άγρια και να τους πετροβολάνε. Σε συνέχεια άρχισαν να τους ρίχνουν στο γκρεμό. Το θέαμα ήταν τραγικό. Ο Σούλης το παρακολουθούσε σαν καινούριος Νέρωνας. Τα παιδιά τα κουτρουβαλούσαν σαν να ‘ταν κοτρόνες. Σε λίγο ανέσυραν πολλά παιδιά, βαριά τραυματισμένα, αλλά πάλι τα κτυπούσαν. Πολλά παιδιά, για να δώσουν τέλος στα φριχτά βασανιστήρια, κατάπιανε κουτάλια για να πεθάνουν. Αμέσως τα πήγαν σε σκηνές και στο αναρρωτήριο».


Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

Άγνωστες σελίδες από την κόλαση της Μακρονήσου - μέρος 1


Το παρακάτω υλικό προέρχεται από αυτοβιογραφικά βιβλία πρώην Μακρονησιωτών που βίωσαν στην ψυχή και στο σώμα τους τη βία και τον ζόφο της Μακρονήσου του Εμφυλίου.


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 119- 124.


«Tώρα ο βασανιζόμενος στέκει ξυπόλητος στις μυτερές πέτρες που του σουβλίζουν και του τρυπούν τις πατούσες. Ένας αλφαμίτης βγάζει την ξιφολόγχη του, είναι εγγλέζικη. Την κοιτάζει σαν να την επιθεωρεί. Πλησιάζει στο φαντάρο και γέρνει το το σώμα του προς τα πόδια του. Η δουλειά αρχίζει. Φέρνει την ξιφολόγχη και τη ζυγίζει, με τη μύτη προς τα κάτω, πάνω από το νύχι του μεγάλου δαχτύλου. Η ξιφολόγχη αφήνεται να πέσει με όλο της το βάρος. Ο σκοπευτής βρήκε το στόχο. Η ξιφολόγχη καρφώνεται το κέντρο του νυχιού. Για ένα δευτερόλεπτο η ξιφολόγχει τρέμει όρθια απάνω στο νύχι. Ύστερα γέρνει στα πλάγια και πέφτει κάτω. Ένα γρύλισμα, σα γουρουνιού καθώς του μπήγεις το μαχαίρι, έφυγε από το στόμα του φαντάρου. Το πρόσωπό του πρασίνισε κι όλο του το κορμί σπαρταρούσε. Στο κέντρο του νυχιού έμεινε ένα σημαδάκι, μια τρυπίτσα που γρήγορα σκεπάστηκε από μια κόκκινη λουρίδα. Τραβά το πόδι του πίσω. Δυο αλφαμίτες το πιάνουν και το καθηλώνουν στην πρώτη θέση, και το κρατούνε ασάλευτο. Το πείραμα επαναλαμβάνεται για πολλές φορές. Και τι επιτυχία, ο σκοπευτής βρίσκει το στόχο του. Τρομερός πόνος.

“Θα κάνεις δήλωση;”

“Όχι” ακούγεται σπαρακτική η κραυγή.

“Βγάλτε του το νύχι”, προστάζει ο επικεφαλής.

“Ναι, να τώρα, στάχου να σκοπεύσω μια τελευταία φορά” λέει ο σκοπευτής. Τούτη τη φορά η ξιφολόγχη δε βρήκε το στόχο, θες γιατί τρέμει το πόδι, θες γιατί ο σκοπευτής δεν σημάδεψε καλά. Το μαχαίρι πέφτει 4 δάχτυλα πιο πάνω στο πόδι. Η τρύπα είναι τώρα μεγάλη και το αίμα που τρέχει άφθονο. Σκέπασε όλο το κάτω μέρος του ποδιού. Η ξιφολόγχη απλώθηκε ματωμένη χάμω. Σφίχτηκαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Τώρα φέρνει την ξιφολόγχη από μπροστά. Ανάμεσα στο κρέας και στο νύχι. Τη σπρώχνει, προσπαθεί να τη φωλιάσει μέσα, να χωρίσει το νύχι. Δύσκολο. Φεύγει ψίχουλο-ψίχουλο το κρέας. Ματώνει.

“Υπογράφεις;”

“Στο διάολο του κερατά, δε βγαίνει.” Βρίζει ο δήμιος.

Χοντρές σταγόνες δάκρυα κυλάνε στα μάγουλα. Χτυπάει σαν καμπάνα το κεφάλι. Σκοτεινιάζει ο νους, χαλαρώνουν οι αισθήσεις. Μουγγρίζει, όλο μουγγρίζει. 

“Κάνεις δήλωση;”

“Οοοοχ”.

Το στόμα έκλεισε. Τα μουγγρητά σταμάτησαν, το μυαλό θόλωσε εντελώς, οι αισθήσεις νεκρώνουν. Το σώμα αναίσθητο, παράλυτο, ρίχτηκε πίσω. Οι δήμιοι τον φέρνουν όρθιο, πάνε να τον συνεφέρουν.

“Nερό”, φωνάζει ο δήμιος. “Γρήγορα”. Ένας κουβάς πέφτει, δεύτερος, τρίτος.

“Φτάνει πια”, φωνάζει ο επικεφαλής. “Τι διάβολο έναν τόνο νερό θα ξωδέψουμε για έν τομάρι;”
Περνούνε τέταρτα, έρχεται η ώρα. Οι δήμιοι περιμένουν. Η υπομονή τους είναι απεριόριστη. Σιγά-σιγά συνέρχεται. Τώρα βλέπει, αντιλαμβάνεται, θυμάται, μιλάει. Ο πόνο όμως τον σαρακίζει. 

“Λέγε ρε, θα υπογράψεις;”

“Όχι” και το πρόσωπό του γίνεται αυστηρό.

“Βγάλε την πένσα!”, ουρλιάζει ο επικεφαλής.

“Λέγε θα κάνεις;”

Ένα “ναι” βραχνό, ψόφιο ξεκόλλησε από τα χείλια του. Όλα σταμάτησαν. Τα μάτια γίναν μια πηγή αστείρευτη. Η τρεμούλα δεκαπλασιάστηκε. Ξέσπασε σε λυγμούς. Καλίει σα μικρό παιδί που το χτυπάς σκληρά.

“Για το αναρρωτήριο”, διατάσσει ο επικεφαλής. “Πείτε τους να τον περιποιηθούν καλά. Έγινε Έλληνας”.» 


***


«Φτάσανε λίγα μέτρα από εκεί που ανοίγεται ο λάκκος. Ο κασμάς στην επαφή του με τις πέτρες αφήνει σπίθες λιγόπνοες που τρυπούν το σκοτάδι.

“Βλέπεις τι κάνουν εκεί ρε! Λέει ο αλφαμίτης με τραχιά φωνή”.
“Όχι, απαντά ήρεμα ο φαντάρος”.

“Ανοίγουν το λάκκο που θα σε ρίξουμε μέσα, τούτη η βραδιά είναι η στερνή σου! Σε λίγες στιγμές το κορμί σου θα σπαρταρά μες σ’ αυτόν το λάκκο. Και πριν ξεψυχήσεις τα χώματα κι οι πέτρες θα σ’ έχουν σκεπάσει, έτσι για να γίνει το ξεψύχισμά σου πιο βασανιστικό. Τότε φώναξε το Στάλιν να σε σώσει. Η ζωή σου τελειώνει. Να, κοίταξε τα γύρω σου για στερνή φορά, άκουσε το νανούρισμα της θάλασσας. Εμείς είμαστε άνθρωποι, ανώτεροι άνθρωποι, δεν είμαστε κτήνοι σαν εσάς. Σου επιτρέπουμε να στείλεις και γράμμα. Γράψε το σε βοηθώ με το φακό μου”. Και άναψε το φακό του. 

“Δε γράφω. Τούτη τη στιγμή δεν έχω κανέναν, ούτε γονείς, ούτε αδέρφια”.

“Τι εννοείς ρε μ’ αυτά που λες;”

“Εννοώ, αυτό που λέω.”

“Ε τότε πήγαινε έτσι, αφού θες. Σε ένα λεπτό το κοιμητήρι σου θα είναι έτοιμο. Εκεί θα σαπίσεις και θα γίνει τροφή για τα σκουλίκια. Γράψε ρε το γράμμα, δώσε τις στερνές σου παραγγελίες, σου κάνουμε αυτή τη χάρη. Δε θέλω, φεύγοντας από τούτο τον κόσμο να φύγεις με την εντύπωση πως δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να σε εξυπηρετήσει. Άλλωστε δε φταίμε εμείς, είναι διαταγή της διοικήσεως να σε εκτελέσουμε.”

 “Δεν έχω να πω τίποτα.”

“Συνάδελφε τελείωσε ο λάκκος”, φωνάζει ο σκαφτιάς.

Ο φαντάρος στέκει ατάραχος, αδιάφορος τελείως στη συζήτηση. Αυτό που λίγο μόνο τον ξαφνιάζει και τον βάζει σε σκέψη είναι το μεγάλον ενδιαφέρον, η μεγάλη καλοσύνη του αλφαμίτη.

“Έλα, τράβα τώρα στο λάκκο, εκεί θα γίνει η εκτέλεση, γιατί ποιος διάβολος θα σε κουβαλάει.”
Εμφανίζοται τότε άλλοι τρεις αλφαμίτες και τσακώνονται λέγοντας πως δεν έχουν δικαίωμα να εκτελέσουν το φαντάρο, μόνο και μόνο επειδή δεν υπογράφει. Λένε ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο να σωθεί, κι ας είναι βλάκας που δεν υπογράφει. Ξαφνικά μιλά ο φαντάρος:

“Αφήστε με επιτέλους σας παρακαλώ να πεθάνω με την ησυχία μου!”
Η τελευταία λέξη του φαντάρου τους “κέρδισε” και τον τραβούν τώρα παράμερα. 

“Επιτέλους μπόρεσα να σε σώσω”, λέει σε τόνο προστατευτικό ένας αλφαμίτης. “Όταν μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει το καλό, πρέπει να το κάνει! Βέβαια θα τιμωρηθώ μα έτσι έχουν τα πράγματα. Το καλό είναι ανάκατο με το κακό. Πιστεύω να μην είναι βαριά η τιμωρία μια που θα παρουσιαστώ στο Α2 και θα τους δώσω τη δήλωσή σου. Θα τους πω πως από καιρό σκεφτόσουν να κάνεις δήλωση. Έτσι κάτι θα γίνει, θα τη βγάλουμε φτηνά.”

“Λυπούμαι που δε θα παρουσιάσεις τη δήλωσή μου και η τιμωρία σου θα είναι βαριά. Υπάρχει όμως ακόμα καιρός να αποφύγεις την τιμωρία.”, λέει ο φαντάρος.

“Τι λές;”, έκανε ξαφνιασμένος ο αλφαμίτης, “Δε δίδεις δήλωση; Σοβαρά μιλάς τώρα; Ασφαλώς αστειεύεσαι!”

“Μιλώ πολύ σοβαρά, σε στιγμές που παίζεται η αξιοπρέπειά μου δεν αστειεύομαι!”

“Ώστε εσύ νομίζεις πως με το να υπογράψεις ένα χαρτί χάνεις την αξιοπρέπειά σου; Ομολογώ πως είσαι πολύ στενοκέφαλος κα σε παρακαλώ πολύ να το σκεφτείς πιο λογικά, γιατί στο κάτω-κάτω εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω τη ζωή μου για τις βλακείες σου. Αν εξακολουθείς να επιμένεις στις κουταμάρες που λες θα αναγκαστώ να σε γυρίσω πίσω. Και σαν μπεις στο λάκκο φώναξε το Ζαχαριάδη και το Στάλιν να σε σώσουν.”

“Να με πας!”, απαντά πολύ ζωηρά ο φαντάρος και πετιέται απάνω. “Δε μπαίνω μες στο λάκκο με την ελπίδα πως ο Ζαχαριάδης είτε ο Στάλιν θα ρίξουν πάνω μου κανένα πυκνό σύννεφο και θα με κάνουν αόρατο στα μάτια σας, και θα με μεταφέρουν μακριά από αυτό το μακάβριο νησί. Όχι, δενπιστεύω σε τέτοιου είδους θαύματα. Πιστεύω όμως ακραδάνως, πως με το θάνατό μου προσθέτω ένα αγκωνάρι στα θεμέλια μιας νέας πιο ανθρώπινης ζωής.”

Ο αλφαμίτης ούρλιαξε τότε σαν μαινόμενο θεριό. “Πούστη! Άτιμε! Προδότη! Θα πεθάνεις ρε κερατά!”

“Ο προδότης δεν πεθαίνει για ιδανικά. Στου προδότη τη σκέψη και την καρδιά δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο.”, απαντά με σιγανή φωνή ο φαντάρος. Μαινόμενος ταύρος ο δήμιος ρίχτηκε πάνω του. 

Τον χτυπά και τον μεταφέρει με κλωτσιές στο λάκκο. 

“Τράβα αριστερά, μπρος!” Ο φαντάρος συμμορφώνεται με τη διαταγή.

“Μπάμπη!”, φωνάζει ο αλφαμίτης με όλη του τη δύναμη.

“Ποιος είναι;”

“Εγώ ρε ο Μ.”

“Τι έγινε ρε με αυτόνε;”

“Tίποτα ρε, τίποτα!” φωνάζει το ίδιο δυνατά.

“Εκτέλεσέ τον! Εκτέλεσέ τον!”

“Καλά, καλά.”

Μια ριπή από το αυτόματο αναβρόντησε στο πυκνό σκοτάδι. Ο βρόντος ανταμώνεται και γίνεται ένα με τα βογγητά των βασανισμένων. Σε όλα τα κεφάλια αναδύεται τυραννικά η σκέψη του ποιον σκοτώσανε. Κι είναι ένας ή πολλοί; 

“Αύριο κοπρόσκυλο όλοι θα ξέρουν πως εκτελέστηκες, τράβα τώρα για τη διοίκηση.”» 


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 78.


«Ανυπόφορα έχουν γίνει τα νυχτερινά μουγγρητά που αντιλαλούν οι χαράδρες. Μάτι δεν μένει κλειστό στο τάγμα. Πολλοί έχουν ανασηκωθεί απ’ τις κουβέρτες τους. Τ’ αυτιά είναι τεντωμένα, έτοιμα να συλλάβουν και τον παραμικρό θόρυβο. Η καρδιά χτυπά και φουσκώνει και το στήθος τινάζεται. Ο νους ταξιδεύει στις χαράδρες, τις περνά, τις ξαναπερνά απ’ τη μια άκρη στην άλλη και παρακολουθεί με τρόμο τα λογής-λογής βασανιστήρια. Όσα ως τώρα έχουν γίνει, κι όσα μπορούν να γίνουν. Τις πιο απίθανες μέθοδες θανάτου πιάνει ο νους.

Ο τρόμος κι η αγωνία της αναμονής, σαν πριόνι πριονίζει το κορμί και φέρνει ανατριχίλες. Στο μισοσκόταδο της σκηνής ακούγεται μια σιγανή φωνή, που φανερώνει τ’ άγριο φουρτούνιασμα του εσωτερικού κόσμου κείνου που την αφήνει και φεύγει: “Ποιους χτυπούν πάλι ρε παιδιά;” Τα μουγκρητά δεν λένε ονόματα, λένε μόνο πόνο.

“Απελπίστηκα συνάδελφοι”, λέει κάποιος άλλος κι ο τόνος της φωνής του μαρτυράει το μέγεθος της απελπισίας του, “ξεχαρβαλώθηκαν τα νεύρα μου, το μυαλό μου ολοένα και θολώνει, μου φαίνεται πως θα τρελαθώ. Δεν κρατιέμαι πια! Δεν είναι ζωή τούτη! Όλη μέρα δουλειά και ξύλο, όλη νύχτα στη χαράδρα βασανιστήρια, κι αν τους ξεφύγεις καμιά βραδιά, τα βογγητά κι οι νεκραναστεναγμοί πιλατεύουνε το κορμί και φυγαδεύουν μακριά τον ύπνο και στο νου αναδεύονται ολοζώντανες οι εικόνες του βασανισμού των συναδέρφων σου. Φρίκη η μέρα, φρίκη διπλή η νύχτα». 


Φίλιππος Γελαδόπουλος, Μακρόνησος: Η μεγάλη σφαγή του 1948, Αλφειός, Αθήνα 1994, 47. 


« Έρχεται ένας εξόριστος τρεχάτος και ζαλισμένος κι αγκαλιάζει τον ορθοστάτη της σκηνής και κάθεται στην είσοδο. Είχε ξεφύγει φάινεται από την ομάδα βασανισμού. Ματωμένος, γδαρμένος και το αριστερό του μάτι βγαλμένο και να κρέμεται πάνω στο μάγουλό του απ’ το νεύρο. Φύσαγε κι ο αέρας το πηγαινόφερνε. Στοιβαζόταν δε σκόνη γιατί φύσαγε πολύ. Η σκόνη έκανε ολόκληρο στρώμα απάνω στο κρεμασμένο μάτι. Γινόταν μια ματωμένη λάσπη»


συνεχίζεται