"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Νάκος Μπελλής - Το καμάρι της Ομβριακής- Μέρος 3ο


Συνέχεια

Η διάλυση των λεγεωναρίων του Πριγκιμάτου


Μετά τη μεγάλη επιχείρηση του ΕΛΑΣ στην Καΐτσα, ο Νάκος Μπελλής με τους άντρες του βρέθηκε στη Θεσσαλία, με αποστολή τη διάλυση των "Λεγεωναρίων του Πριγκιπάτου", μιας αυτονομιστικής οργάνωσης που δρούσε μέσα στο βλαχόφωνο πληθυσμό και συνεργαζόταν στενά με τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις, οι οποίες τους είχαν υποσχεθεί τη δημιουργία αυτόνομου βλαχικού κράτους με πρωτεύουσα τη Σαμαρίνα. Είχαν αρχηγό τους κάποιον πρίγκιπα Διαμάντη, βλαχόφωνο δικηγόρο από τη Θεσσαλία. Στο σώμα αυτό είχαν καταταγεί κυριολεκτικά όλα τα καθιζήματα της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας: Κλέφτες, καταδότες της αστυνομίας και της χωροφυλακής, δωσίλογοι, δολοφόνοι κτλ. Στη Θεσσαλία το σώμα αυτό πλιατσικολογούσε τακτικά τα χωριά και βιαιοπραγούσαν αυθαίρετα ενάντια στον ντόπιο πληθυσμό. Τέτοια σώματα συγκροτήθηκαν στα Τρίκαλα, στην Ελασσόνα, στη Σαμαρίνα, στα Γρεβενά, στο Μέτσοβο, στην Καλαμπάκα, στη Λάρισα και στα Φάρσαλα και δέχθηκαν την υλική υποστήριξη των Ιταλών.

Έως το 1943, ο ΕΛΑΣ είχε εκμηδενίσει όλα τα σώματα αυτά. Παρέμεναν μόνο ορισμένες ομάδες στη Λάρισα και την Ελασσόνα. 

Ο Νάκος Μπελλής και η ομάδα του έλαβαν εντολή διάλυσης των λεγεωναρίων της Θεσσαλίας. Η αποστολή του ολοκληρώθηκε σε διάστημα περίπου επτά ημερών και οδήγησε στην σχεδόν ολοκληρωτική διάλυση των λεγεωναρίων. 

Επιστρέφοντας στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ, ο Μπελλής έφερε στον Άρη ένα από τα μαύρα καλπάκια των λεγεωναρίων, σαν δώρο και σαν ένδειξη ότι οι λεγεωνάριοι είχαν εκμηδενιστεί. Το καλπάκι υιοθετήθηκε από τον Άρη και την ομάδα ασφαλείας του, τους γνωστούς μαυροσκούφηδες, οι οποίοι φορούσαν τα μαύρα καλπάκια των λεγεωναρίων, με το σήμα το ΕΛΑΣ ραμμένο επάνω τους. Έτσι, ένα σύμβολο του κατακτητή μετατράπηκε σε ένα σύμβολο του λαϊκού αγώνα.



Η μάχη της Ομβριακής


Στο τέλος του Νοέμβρη του 1942, ο Νάκος Μπελλής κλήθηκε στο χωριό του, την Ομβριακή για να λύσει το θέμα κλοπής κάποιων ζώων. Παραμονή του αγίου Ανδρέα έφτασε με τους αντάρτες στην Ομβριακή και το χωριό τους υποδέχθηκε με ένα μεγάλο γλέντι στην πλατεία. Απο το μπαλκόνι του κοινοτικού γραφείου, μίλησε στο λαό του χωριού, ο Νάκος Μπελλής και ο Βάσος, για το σκοπό του αγώνα που διεξάγει ο ΕΛΑΣ. Ο λόγος τους οδήγησε πολλούς νέους της Ομβριακής στο να καταταγούν στα μάχημα τμήματά του. 

Την επομένη ημέρα, ο Μπελλής συγκρότησε το ανταρτοδικείο του χωριού και καταδίκασε το ληστή σε θάνατο. Μετά ρώτησε τους συχωριανούς του εάν εγκρίνουν την απόφαση, όμως αυτοί, με πρώτο δάσκαλο του χωριού Κώστα Παπαποστόλου ζήτησαν να μην χυθεί αίμα στην πλατεία του χωριού. Ο Μπελλής ακούγοντας τη γνώμη του χωριού, χάρισε τη θανατική ποινή του κλέφτη προειδοποιώντας τον ότι εάν ξανασυμβεί, αυτή θα ήταν άμεσα εκτελεστή.


Σύγχρονη άποψη της Ομβριακής

Το ίδιο απόγευμα, η οργάνωση του Δομοκού πληροφόρησε το τμήμα Μπελλή ότι οι Ιταλοί κινούνται προς την Ομβριακή. Ο Μπελλής διέταξε να διαλυθεί το γλέντι και να πάνε όλοι οι κάτοικοι στα σπίτια τους. Οι δυνάμεις του, μαζί με ένοπλους συχωριανούς του έπιασαν θέσεις γύρω από το χωριό και τους περίμεναν. Ένας ιταλόφιλος προδότης από το Δομοκό, ο Λάκης Αλαμάνης επωφελούμενος από την ομίχλη που επικρατούσε και δεν επέτρεπε στους αντάρτες να δουν μακριά, οδήγησε τους Ιταλούς στην Ομβριακή από ένα κρυφό μονοπάτι, την ίδια ώρα που από αυτό περνούσε ένα μεγάλο κοπάδι αγελάδες. Οι Ιταλοί μπήκαν στο χωριό και προχώρησαν προς τα γραφεία της κοινότητας. Εκείνη τη στιγμή, οι αντάρτες αντιλήφθηκαν την κίνηση και άνοιξαν πυρ.

Ακολούθησε σύγκρουση που στοίχησε τη ζωή σε τρεις Ιταλούς, ενώ από τον ΕΛΑΣ τραυματίστηκε βαριά ο Γρηγόρης Χατζόπουλος, ο οποίος υπέκυψε σε 3-4 ημέρες. Οι Ιταλοί αποχώρησαν άπρακτοι από την Ομβριακή προς το Δομοκό, ενώ οι αντάρτες κινήθηκαν ξανά προς τα ορεινά. Την επομένη, στη 01/12/1942, οι Ιταλοί μπήκαν ξανά στο χωριό, συγκέντρωσαν τους άνδρες του στην πλατεία και πήραν δέκα νέους, τους οποίους εκτέλεσαν στην Παπατράχη ως αντίποινα. 

Τα ονόματά τους είναι:

Κωνσταντίνος Πανάρας
Αθανάσιος Μακαρές
Κωνσταντίνος Καρούσος
Ιωάννης Παπαϊωάννου
Δημήτρης Παπαϊωάννου
Αθανάσιος Φαράντος
Ιωάννης Ρίζος
Κωνσταντίνος Θέος
Ανδρέας Μόσχος
Ηλίας Ντάλλας



Η συνάντηση με το Ζέρβα στη Ροβέλιστα


Αμέσως μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, αλλά και τη μεγάλη μάχη του ΕΛΑΣ στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, ο Ζέρβας συμφώνησε να συναντήσει τον Άρη Βελουχιώτη, με μια μικρή αντιπροσωπία στελεχών του. Το αρχηγείο του ΕΛΑΣ αποφάσισε στην ομάδα του Άρη να συμμετέχουν οι: Μπελλής, Λευτεριάς και Παπακουμπούρας. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στη 1η Γενάρη του 1943, στο Μοναστήρι της Ροβέλιστας.

Ο Ζέρβας περίμενε εκεί τους αντάρτες, μαζί με άλλα στελέχη του ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ και αφού χαιρέτησε τον Άρη πρότεινε το χέρι του και στα άλλα στελέχη του ΕΛΑΣ. Στους δύο που για πρώτη φορά έβλεπε, Λευτεριά και Μπελλή, αυτοπαρουσιάστηκε με την περιέργεια να ανακαλύψει από τα ψευδώνυμά τους, εάν επρόκειτο για σημαίνοντα κομματικά στελέχη του ΚΚΕ. Ο μεν Τάσος Λευτεριάς του εδραίωσε αυτή την πεποίθηση, ο δε Νάκος Μπελλής του έδωσε μια πολύ απρόβλεπτη απάντηση:

- Στρατηγός Ζέρβας χαιρετάει το Νάκο Μπελλή.
- Νάκος Μπελλής, τρομπονιστής του Ελληνικού Στρατού χαιρετάει το στρατηγό.

Και βέβαια, ο Μπελλής ήταν όντως τρομπονιστής του προπολεμικού αστικού στρατού, δηλαδή, ο 13ος απλώς στρατιώτης της ομάδας μάχης. Του άρεσαν του Μπελλή τέτοιοι αυτοσαρκασμοί. Ίσως για αυτή την "ανευλάβεια", ο Ζέρβας γράφει στο ημερολόγιό του πως μόνο με το Λευτεριά από τους συνοδούς του Άρη μπορούσε κανείς να συζητήσει, γιατί ο Μπελλής δεν μπορούσε να καταλάβει τα όσα άκουγε. Έπεφτε όμως πολύ έξω. Ο Μπελλής και να καταλάβει μπορούσε και να ενσωματώσει τα όσα άκουσε στην ήδη μεγάλη μαχητική του πείρα. 

Τελικά η συνάντηση δεν κατέληξε σε κάποια συμφωνία για την ενοποίηση του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Η πρόταση του Άρη ήταν να είναι ο Ζέρβας ο στρατιωτικός επικεφαλής, καπετάνιος ο Άρης και πολιτικός ένα πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης. Ο Ζέρβας ζητούσε, το τρίτο πρόσωπο να είναι ο Άγγλος ταγματάρχης Κρις Γουντχαουζ, που τον είχε φέρει και στη συνάντηση, όμως ο Άρης αρνήθηκε τη συμμετοχή ξένων στη διεύθυνση των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων. Στις 3 Γενάρη του 1943, ο ΕΛΑΣ επέστρεψε από τη Ροβέλιστα. Ο μεν Άρης έφυγε εσπευσμένα για την Αθήνα προκειμένου να συναντηθεί με το Κόμμα, ο δε Μπελλής επέστρεψε στη Ρούμελη, μέσω της Δυτικής Θεσσαλίας.


H ανατίναξη της γαλαρίας στο Κούρνοβο


Στις 23/05/1943, στο χωριό Νεχώρι Τυμφρηστού, ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης, ο Άρης Βελουχιώτης και ο Βασίλης Σαμαρινιώτης επιθεώρησαν το τάγμα του ΕΛΑΣ Δομοκού, που αποτελούταν από τρεις λόχους δύναμης 250 ανδρών και του έδωσαν τη διαταγή ανατίναξης της γέφυρας-γαλαρίας του Κούρνοβου.

Η γέφυρα αυτή ήταν μεγάλης σημασίας για τον εφοδιασμό των κατοχικών δυνάμεων από και προς την Ελλάδα, ενώ σαν επιχείρηση ήταν και ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς η γέφυρα-γαλαρία βρισκόταν ανάμεσα στο χωριό Δερελί και το Λιανοκλάδι, χωριά με διαρκή γερμανική φρουρά. Εκτός αυτού, η γραμμή λειτουργούσε κανονικά και μεγάλες δυνάμεις μπορούσαν άμεσα να φτάσουν σιδηροδρομικώς για ενίσχυση των Γερμανών.

Η επιχείρηση σχεδιάστηκε με μεγάλη προσοχή και λεπτομέρεια: Ο 1ος Λόχος με επικεφαλής το λοχαγό Διομήδη και καπετάνιους τους Σούλα Αποστολόπουλο και το Θανάση Γιαννακόπουλο θα έπαιρνε θέση κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής προς το Δερελί. Ο 2ος Λόχος με επικεφαλής το λοχαγό το Μεσσολογγίτη είχε λάβει θέσεις προς το Κούρνοβο και ο 3ος Λόχος με επικεφαλής το λοχαγό το Νικηφόρο Καρκάνη βρισκόταν πάνω και γύρω από τη γαλαρία ως εφεδρεία. 

Για τα εκρηκτικά την ευθύνη είχε ο Σπύρος Μπέκιος (Λάμπρος), λοχαγός μηχανικού του ΕΛΑΣ, ο οποίος υπηρετούσε στο αρχηγείο Ρούμελης.


Η γαλαρία στο Κούρνοβο.

Η ανατίλαξη πραγματοποιήθηκε τη νύχτα μεταξύ 1ης και 2ας Ιούνη, ακριβώς τη στιγμή που από τη γραμμή διέρχονταν αμαξοστοιχία γεμάτη από Ιταλούς στρατιώτες. Η έκρηξη φώτισε τη νύχτα και οι απώλειες των Ιταλών ήταν πολύ μεγάλες. Υπολογίζονται στους 550-600 νεκρούς και βαριά τραυματίες. Η συγκοινωνία διακόπηκε για πολλές ημέρες. Αυτό υπήρξε και το πρώτο μεγάλο και επιτυχημένο σαμποτάζ στην επαρχεία Δομοκού, από τον ΕΛΑΣ, το οποίο ανέβασε το ηθικό των ανδρών του αρχηγείου Δομοκού.

Η επιχείρηση απέσπασε επίσης τα συγχαρητήρια του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής.

Σχετικά με αυτή, έκθεση της Στρατιάς Ε΄ των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, που εδράζονταν στη Θεσσαλονίκη αναφέρει:

"19/06/1943 ...Το σαμποτάζ εις βάρος της σιδηροδρομικής γραμμής, εις το τούνελ του Νεζερού εις τας 2 Ιουνίου αποδεικνύεται κατά τρόπον εντυπωσιακόν ότι διατηρείται ακέραια και είναι δυνατόν ανά πάσαν στιγμήν να εκδηλωθεί απειλή κατά των κυρίων σιδηροδρομικών αρτηριών από μέρους των ανταρτικών δυνάμεων..."

Με τη γνωστή τακτική των αντιποίνων, οι Ιταλοί εκτέλεσαν στις 6 Ιουνίου 1943, 109 πατριώτες έξω από το Νεζερό. Από αυτούς 54 ήταν κομμουνιστές που κρατούνταν στην Ακροναυπλία από την εποχή της Μεταξικής Δικτατορίας και στα τέλη του 1942 είχαν μεταφερθεί στο ιταλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, στη Λάρισα. Οι άλλοι εκτελεσθέντες ήταν κυρίως Θεσσαλοί, μέλη και στελέχη του ΕΑΜ. Σήμερα το μνημείο της εκτέλεσης περιλαμβάνει 106 ονόματα, όμως έχει διαπιστωθεί ότι οι εκτελεσθέντες υπήρξαν 109 στον αριθμό.


Συνεχίζεται

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

Νάκος Μπελλής - Το καμάρι της Ομβριακής- Μέρος 2ο


Συνέχεια


Η συνάντηση του Νάκου Μπελλή με τον Άρη Βελουχιώτη


Τον Ιούλιο του 1942, ο Μπελλής συνδέθηκε με το Γραμματέα της Υπαχτίδας του Δομοκού, δάσκαλο Τάκη Καρκάνη, από το Δερελί, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι εκεί κοντά βρίσκεται ο Άρης Βελουχι΄της και τον προέτρεψε να συναντηθεί μαζί του. Ο Άρης είχε μηνύσει στο Μπελλή, πολλές φορές ότι θέλλει να τον ανταμώσει, αλλά ο Μπελλής δεν είχε απαντήσει. Από τη δική του μεριά, ο Άρης είχε στο νου του να τον συναντήσει οπωσδήποτε και προσπαθούσε να τον συναντήσει σε κάποιο από τα περάσματά του. Στις 22 Ιουλίου 1942 μετά από το χτύπημα του Μαραθέα, ο Άρης με τους αντάρτες του βρίσκονταν στη Νέα Μάκριση. Το λημέρι τους ήταν στην τοποθεσία Στρογγύλη, όπου τους τροφοδοτούσε ο Ηλίας Μπάκας. Λίγο πιο κάτω ήταν το λημέρι του Μπελλή και του Κέντρου που ήταν μέλος της ΟΚΝΕ. Κανείς από τους δύο άντρες δεν υποψηιαζόταν ότι είναι τόσο κοντά, ο ένας στον άλλο.

Την ίδια μέρα, ο Κέντρος που υπέφερε από ένα τραύμα ανέβηκε προς τη Στρογγύλη και χωρίς να το καταλάβει έπεσε επάνω στους αντάρτες, οι οποίοι τον περικύκλωσαν και τον ρώτησαν ποιος είναι. Εκείνος απάντησε ότι βρισκόταν στην ομάδα του Μπελλή και ο Άρης ζήτησε από το Βάσο να πάει να τον φέρει. Πράγματι, λίγο μετά, ο Μπελλής εμφανίστηκε με τους άνδρες του και το Βάσο, στο λημέρι του Άρη. Όταν έφτασαν, ο Μπελλής ρώτησε:

-Ποιος είναι ο καπετάνιος σας μωρέ;

Ο Άρης του είπε:

- Έλα κοντά μου, Νάκο.
- Εσύ είσαι μωρέ ο Άρης;
- Καλωσόρισες καπετάν- Μπελλή, τόκα και μπέσα.

Οι άνδρες αφού έδωσαν χέρια έκατσαν να συζητήσουν. Ο Άρης μίλησε για τον αγώνα του ΕΛΑΣ και ο Μπελλής διέκοπτε για να κάνει ερωτήσεις. Τέλος, ο Άρης είπε:

" Θα έρθεις μαζί μας. Μαζί μπορούμε να πολεμήσουμε καλύτερα τους κατακτητές της πατρίδας. Δεν κάνεις τίποτε γυρίζοντας μονάχος σου σαν αγρίμι στα βουνά. Θα γίνεις καπετάνιος εδώ στο λαϊκό στρατό και θα μπορέσεις έτσι να δώσεις περισσότερα στην πατρίδα. Κι αν δεν έρθεις μαζί μας, γύρωα σπίτι σου. Το βουνό δεν μας χωράει και μας και σας και πρέπει να ξέρεις πως θα σε πολεμήσουμε."

Ο Μπελλής κατάλαβε καλά τι του έλεγε ο Άρης, αλλά και ότι ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ τον εκτιμούσε. Έτσι, δεν άργησε να απαντήσει:

"Σύμφωνοι καπετάνιε. Μαζί θα συνεννοηθούμε."

Από εκείνη τη στιγμή, ο Μπελλής εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και στο αρχηγείο της ομάδας του Άρη.

Είναι γνωστό ότι οι αντάρτες που έβγαιναν στο βουνό, για προστασία των οικείων τους υιοθετούσαν κάποιο ψευδώνυμο. Ο Νάκος Μπελλής όταν του έγινε τέτοια πρόταση αρνήθηκε και μάλιστα κράτησε το υποκοριστικό του (τον έλεγαν Γιάννη), δηλαδή Νάκος, γιατί όπως έλεγε ήταν περήφανος για το όνομά του και τον τόπο καταγωγής του. 

Η αφομοίωση του Μπελλή με τους άλλους αντάρτες δεν ήταν βέβαια εύκολη. Ένιωθε στενάχωρα. Δεν ήταν πια αφέντης του εαυτού του. Τώρα δεν μπορούσε να κουνήσει ρούπι, χωρίς την άδεια του Άρη. Ζούσε και υπέφερε όπως όλοι οι άλλοι αντάρτες. Καμιά φορά όταν κάπνιζε έλεγε: "Ω ρε, όλο γυφτοφάσουλα θα τρώμε...", σχολιάζοντας με χιούμορ το φτωχό καθημερινό φαγητό των ανταρτών.

Ένα βράδυ, ο Μπελλής το έσκασε από την ομάδα του Άρη και πήγε κρυφά στο χωριό του, χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Αλλά το αρχηγείο τον είδε και τον είχε καταδικάσει σε θάνατο, στο διάστημα της απουσίας του. Δεν του είπαν όμως τίποτα και αποφάσισαν να τον προσέξουν μην τύχει και ξαναφύγει, κίνηση επικίνδυνη και ύποπτη. Το βράδυ, ο Άρης βλέποντας πως ο Νάκος κοιμόταν ήσυχος αποφάσισε να μιλήσει το πρωί με τους συντρόφους του και να μην εκτελέσουν την απόφαση. Πίστευε, πως ο Μπελλής ήταν απλά ατίθασος και όχι καταδότης. 

Όταν ξύπνησε ο Μπελλής, ο Άρης τον πήρε παράμερα και κατέβηκαν σε μια ρεματιά. Του μίλησε ώρες για τον αγώνα, για το ΕΑΜ, για τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ. Ο Μπελλής άκουγε με προσοχή. Ποτέ δεν είχε κουβεντιάσει με έναν άνθρωπο που ήξερε τόσο πολλά για τα πράγματα αυτά. Κλείνοντας, ο Άρης του είπε:

- Είσαι σύμφωνος Μπελλή για τα όσα σου είπα;
- Ναι
- Τότε να δώσουμε τα χέρια και να συνταυτίσουμε τη μοίρα μας, με την οργάνωση και το ΕΑΜ.
- Τη συνταυτίζουμε Άρη, αλλά εσύ δεν μου μοιάζεις για επαναστάτης.
- Γιατί; Πώς το κατάλαβες; Μήπως επειδή δεν φοράω τόσα άρματα όσα εσυ;
- Ναι! Μοιάζεις σα διευθυντής μηχανοστάσιου.
- Το ξέρω γιατί μου το λες. Γιατί εγώ φοράω τραγιάσκα κι άρβυλα, ενώ εσύ έχεις πολλά μπιχλιμπίδια. Αλλά όταν γνωριστούμε καλύτερα και δράσουμε μαζί, θα τα ξαναπούμε. Τι γράμματα ξέρεις;
- Τετάρτη δημοτικού. Εσύ;
- Τελειόφοιτος Γυμνασίου, αλλά έχω περάσει από τη σχολή Ευελπίδων. Είμαι αξιωματικός. 
- Τι βαθμό έχεις;
- Ταγματάρχης πυροβολικού. Αλλά μην αμφιβάλλεις. Θα περάσουμε καλή ζωή και θα φτάσουμε στο τέρμα του σκοπού μας, όταν συνεργαζόμαστε. Καπετάνιος θα είσαι εσύ, στρατιωτικός ο Άθως γιατί είναι ανθυπολοχαγός και πολιτικός καθοδηγητής εγώ.
-Γιατί στρατιωτικός να είναι Άθως κι όχι εσύ που είσαι ταγματάρχης;
- Δεν πειράζει και οι τρεις ίδια αξία έχουμε. Θα συνεργαζόμαστε. Λοιπόν τι λες;
- Το μόνο που λέω είναι ότι είμαι στη διάθεσή σου.
- Στην τιμή σου Νάκο; Θα κρατήσεις το λόγο σου;
- Ο Μπελλής δεν είναι παιδί Άρη.

Με την κουβέντα αυτή, ο Άρης έλυσε οριστικά το πρόβλημα με το Μπελλή. Είχε εμπιστοσύνη στο λόγο του και δεν έκανε λάθος. Ο Νάκος Μπελλής έμμεινε ως το τέλος πιστός αγωνιστής στις αρχές του ΕΑΜ, ηρωικός μαχητής του ΕΛΑΣ και αργότερα του ΔΣΕ. Λίγο πιο μετά, μέσα στο 1942, με πρόταση του Άρη και του Μήτσου Μπακόλα, ο Νάκος Μπελλής έγινε και τακτικό μέλος του ΚΚΕ.


Ο Νάκος Μπελλής και αριστερά του ο υπολοχαγός του ΕΛΑΣ Θανάσης Καλλινός (Αμάρμπεης) από την Τσαρίτσανη.



H υπόθεση του Θανάση Βουρλάκη


Μια ακόμα υπόθεση που εμπλέκεται στη ζωή και τη δράση του Νάκου Μπελλή υπήρξε αυτή του αδελρφού του μετέπειτα παρακρατικού συμμορίτη του Εμφυλίου, Θανάση Βουρλάκη. Στις 26 Ιουλίου 1942, η ομάδα του Άρη βρέθηκε στο πανηγύρι της Κυδωνιάς κοντά στη Γιαννιτσού. Εκεί οι αντάρτες συμμετείχαν στον εορτασμό και ο Άρης εκφώνησε λόγο που ενθουσίασε τον κόσμο. Όμως αργότερα στο πανηνύρι, έφθασε ο Γ. Φράγκος, μέλος της Περιφερειακής Οργάνωσης του ΚΚΕ, μεταφέροντας μήνυμα για τον Άρη, το οποίο είχε να κάνει με την υπόθεση της δράσης του Θανάση Βουρλάκη, από τη Μοσχοκαρυά και μέλος του ΕΛΑΣ. Το αρχηγείο ήταν ανήσυχο γιατί δεχόταν πολλές επικρίσεις που ενέταξε στις γραμμές του το Θανάση Βουρλάκη. 

Ο Άρης δεν είχε πει τίποτε στα μέλη του αρχηγείου, αλλά μάζευε πληροφορίες από πρόσωπα που εμπιστευόταν για το Βουρλάκη. Με το μήνυμα του Κόμματος, ο Άρης εξακρίβωσε ότι ο Βουρλάκης είχε ρημάξει τα χωριά στην κλεψιά και συνεργαζόταν με κάποιον συνεργάτη των Ιταλών, το δωσίλογο Πατακιά. Φεύγοντας από πανηγύρι, ο Άρης φώναξε κοντά του το Μπελλή, το γέρο-Λέβα, το Θάνο και τον Άθω και τους διάβασε το χαρτί που πήρε από το Κόμμα. Το χαρτί έγραφε επίσης, ότι ο Βουρλάκης συνεργάζεται με τους Ιταλούς για να δολοφονήσει τον Άρη. Σκοτώνοντάς τον θα βρει τον Πατακιά και θα συνεργαστεί με το Μαραθέα, του οποίου ο γιος κρατούνταν από τους αντάρτες. Μαζί με το Μαραθέα και άλλους τσιφλικάδες και συνεργάτες των Ιταλών, σκόπευαν να εγκλωβίσουν τους αντάρτες και να τους διαλύσουν ολοκληρωτικά, απελευθερώνοντας και το γιο Μαραθέα.

Ο Μπελλής ζήτησε αμέσως να εκτελέσει το Βουρλάκη. Όμως ο Θάνος σύστησε να αναμείνουν και να εξακριβώσουν την υπόθεση αφού φθάσουν στα Πιτσιωτά. Στα Πιτσιωτά, οι κάτοικοι θύμωσαν πολύ που είδαν το Βουρλάκη ανάμεσα στους αντάρτες. Αμέσως όμως ο Άρης κάλεσε το γραφείο της οργάνωσης και τους επικεφαλής του ΕΛΑΣ στο σχολείο του χωριού για συνεδρίαση. Κάλεσαν επίσης το Βουρλάκη για να συζητήσουν.

Ο Άρης ρώτησε τον Βουρλάκη:

- Θανάση εσύ τον γνωρίζεις τον Πατακιά;
- Και βέβαια τον γνωρίζω. Μπας και θέλει και αυτός να καταταγεί στον ΕΛΑΣ;

Απάντησε τότε ο Μπελλής

- Τέτοια ζλάπια εδώ δεν τα θέλουμε. Αυτός είναι κώλος και βρακί με τους Ιταλούς ή μπας και δεν το ξέρεις.
- Πώς δεν το ξέρω.

Λέει τότε ο Άρης:

- Αφού το ξέρεις Θανάση, να πας να τον χαλάσεις.
- Εγώ ποτέ, αποκρίθηκε ο Βουρλάκης κιτρινίζοντας από το φόβο.
- Έτσι αποφάσισε η διοίκηση. Αρνείσαι να εκτελέσεις τις αποφάσεις της διοίκησης;
- Αρνούμαι. Τον Πατακιά τον γνωρίζω. Τον έκανα συντροφιά και τον λογαριάζω σαν φίλο μου. Τώρα αν του μπήκε η τρέλα να συνεργαστεί με τον κατακτητή, έτερον εκάτερον. Αρνούμαι και τιμωρήστε με. 

Το ανταρτοδικείο συνερδρίασε άμεσα και καταδίκασε το Βουρλάκη σε θάνατο για σχέδιο δολοφονίας του αρχηγού του ΕΛΑΣ, για κλοπές και για άρνηση εκτέλεσης διαταγής θανάτωσης εθνοπροδότη. Η απόφαση εκτελέστηκε αμέσως.  Στη συνέχεια το αρχηγείο κινήθηκε στην Παλιά Γιαννιτσού, γιατί ειδοποιήθηκαν πως είχε πάει ιταλικό απόσπασμα και ρήμαζε το χωριό. Ο Άρης συνέστησε στο Μπελλή να μεταφέρει την οικογένειά του από την Παλιά Γιαννιτσού γιατί κινδύνευε. Πράγματι, η οικογένεια του Μπελλή μεταφέρθηκε στο μοναστήρι της Ρεντίνας και από εκεί στο χωριό του Μπελλή, την Ομβριακή, όπου βρέθηκαν οι αντάρτες. 


Συνεχίζεται


Έφυγε η Αργυρώ Κατσιγιάννη- Κωνσταντινιάδου


Με μεγάλη λύπη αποχαιρετήσαμε χθες στο Βύρωνα την αγαπημένη μας γιαγιά Αργυρώ Κατσιγιάννη- Κωνσταντινιάδου, που έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 95 ετών. 

Γεννημένη στο Βύρωνα από πρόσφυγες γονείς, η Αργυρώ σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία και έγινε δασκάλα. Υπήρξε ένας βαθιά αγαπητός, συμπονετικός άνθρωπος, με βαθιά αίσθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Κατά τη διάρκεια της ζωής της φρόντισε και αγάπησε τους μαθητές της, εργαζόμενη στο ιδιωτικό σχολείο "Βυζάντιο" και συμμετείχε με το σύζυγό της, στις μεγάλες απεργίες της δεκαετίας του '60, μέσα από τον "Βύρωνα" το ταξικό της σωματείο και την ΟΙΕΛΕ, την αντίστοιχη ομοσπονδία. Κοντά της βρέθηκαν δεκάδες κομμουνιστές και αριστεροί εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς. Υπήρξε οπαδός και ψηφοφόρος του ΚΚΕ.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η ίδια, αλλά και η οικογένειά της συμμετείχαν ενεργά στην Εθνική Αντίσταση. Ο πατέρας της, τριατατικός υπάλληλος, προσέφερε τις υπηρεσίες της στο ΕΑΜ και την Εθνική Αλληλεγγύη του Βύρωνα. Η ίδια συμμετείχε στην οργάνωση των Παιδικών Συσσιτίων Καισαριανής, της Εθνικής Αλληλεγγύης, μαζί με δεκάδες άλλους αγωνιστές. Παράλληλα, συμμετείχε και στο ΕΑΜ αναλαμβάνοντας με την οικογένειά της επικίνδυνα καθήκοντα. Στο σπίτι της οικογένειας, στην ξύλινη ντουλάπα που κρατούσαν στο υπόγειο, φυλάσσονταν όπλα του ΕΛΑΣ Βύρωνα, ενώ το ΕΑΜ τους είχε εμπιστευθεί την απόκρυψη και την τροφοδοσία του Βρετανού σαμποτέρ Dick Richards, που είχε αποστολή την ανατίναξη του γερμανικού αεροδρομίου στον Πειραιά. 

Η γιαγιά μας αγαπούσε πολύ τους ανθρώπους. Με το σύζυγό της μεγάλωσε με την ίδια αγάπη, δύο κόρες και τρία εγγόνια. 

Αντί στεφάνων, η οικογένεια και οι φίλοι της προσέφεραν χρήματα στο  ίδρυμα"Σπίτι του Αγωνιστή".


Η Αργυρώ Κωνσταντινιάδου (τρίτη από δεξιά, όρθια) στα Παιδικά Συσσίτια της Εθνικής Αλληλεγγύης στην Καισαριανή.


Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Νάκος Μπελλής - Το καμάρι της Ομβριακής- Μέρος 1ο


Η παρακάτω σειρά άρθρων βασίζεται στο εξαιρετικό βιβλίο των εκδώσεων Σύγχρονη Εποχή, Εγώ είμαι ο Νάκος ο Μπελλής το καμάρι της Ομβριακής, που μέσα από αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις κατορθώνει να συνθέσει το αγωνιστικό πορτραίτο του ήρωα της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ Νάκου Μπελλή. Στα άρθρα που θα ακολουθήσουν θα σκιαγραφηθεί η ζωή και η δράση του θρύλου της Ομβριακής Νάκου Μπελλή, από το "κλαρί" της παρανομίας, στον ΕΛΑΣ, το ΔΣΕ και την πολιτική δράση στη Ρουμανία.


Γέννηση και παράνομη δράση


Γιος του ακτήμονα αγρότη Ανέστη Μπελλή, ο Νάκος γεννήθηκε το 1909 ή το 1907 στην Ομβριακή Δομοκού. Τον πατέρα του τον έζησε λίγο, καθώς σκοτώθηκε το 1912 στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο. Ο Νάκος ήταν παντρεμένος με την Αφροδίτη Φραγκάκη με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, το Μανώλη, την Ελένη, τον Ανέστη και τη Σοφία. Από τα δώδεκα, η μητέρα του τον στέλνει να δουλέψει στα χωράφια των νοικοκυραίων του χωριού για να ζήσουν. Όταν ενηλικιώθηκε, άσκησε αρχικά το επάγγελμα το ψαρά στη λίμνη της Ξυνιάδας και αργότερα αυτό του ζωέμπορα και κρεοπώλη, με το μαγαζί του να είναι απέναντι από την πλατεία της Ομβριακής.

Συνεταιρίστηκε με τον Γιώργο Φλωρή από τον Πειραιά, που είχε παντρευτεί την κόρη του τσιφλικά Γιάννη Ζαρίμπα από το Δομοκό. Ο Μπελλής αγόραζε ζώα, τα έσφαζε και τα μετέφερε με το τραίνο στην Αθήνα, από όπου ο Φλωρής τροφοδοτούσε τα μαγαζιά της πόλης. Στην πορεία δημιουργήθηκαν όμως οικονομικές διαφορές, καθώς ο Φλωρής δεν του απέδιδε τα οφειλούμενα. Κάποια μέρα στις αρχές του 1942, λογομάχησαν έντονα στην πλατεία του Δομοκού. Ο Ζαρίμπας, πεθερός του Φλωρή άκουσε τις φωνές και πετάχτηκε έξω, σηκώνοντας τη μαγκούρα του για να χτυπήσει το Μπελλή. Εκείνος τράβηξε το πιστόλι του και τον σκότωσε. Άρχισε αμέσως να τρέχει τον κατήφορο για να μην τον συλλάβουν οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής ή η Αστυνομία. 


Ο Νάκος Μπελλής στον ΕΛΑΣ.


Ο Μπελλής βρήκε σύντομα καταφύγιο σε μια στάνη ενός γνωστού του τσοπάνη, ο οποίος φύλαγε δύο παλιά τουφέκια. Το ένα το κρατά για εκείνον και το άλλο το δίνει στον Κώστα Κέντρο, ένα νεαρό φυγόδικο από το χωριό Λουτροπηγή, ο οποίος καταζητούταν για κατοχή σφαιρών. Από εκεί ξεκινά και η αγωνιστική ιστορία του Νάκου Μπελλή, καταρχήν ως φυγόδικου, που τον κυνηγούσαν οι διωκτικές αρχές και η οικογένεια του Ζαρίμπα και μετέπειτα ως στελέχους του ΕΛΑΣ.

Ο Νάκος εκείνη την εποχή πρέπει να ήταν περίπου 33ών ετών. Μετρίου αναστήματος, γεροδεμένος, με τσιγκελωτό μουστάκι, που δεν το "αποχωρήστηκε" ποτέ στη ζωή του. Παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε όπως πολλοί να έρθει σε επαφή με τους Χωροφύλακες ή τους Ιταλούς και να κλείσει μια συμφωνία μεταξύ τους, ενάντια στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ, ο Νάκος ποτέ δεν το έπραξε. Τους πρώτους δεν τους υπολόγιζε, ενώ τους δεύτερους τους λόγιζε ως κατακτητές και άρα αντίπαλους. 

Βέβαια, ο Νάκος Μπελλής δεν ήρθε τότε σε προσωπική επαφή με τις ιδέες και τη δράση του ΚΚΕ. Όπως γράφει στο βιογραφικό του, γνώρισε το ΚΚΕ το 1937, μέσω του στελέχους του Κόμματος Γιώργου Γιαταγάνα, ενώ έδινε τακτικά οικονομικές ενισχύσεις στο ΚΚΕ, έως το 1941, μέσω του Βαγγέλη Λέβα. Όταν δημιούργησε τη μικρή του ομάδα "κλαριτών", το ΚΚΕ ήρθε σε επαφή μαζί του και του πρότεινε να συνεργαστούν. Ωστόσο, τότε ο Μπελλής δεν έδωσε σημασία. Πίστευε ότι το εθνικό του χρέος θα το έπραττε με το δικό του τρόπο, βεβαίως πίσω από τούτη την αντίληψη κρυβόταν μια απροθυμία να μπει στην πειθαρχία της οργανωμένης ζωής. Κατά την άποψή του, μόνο δύο οργανώσεις αγωνίζονταν τίμια για την ελευθερία της πατρίδας, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Έτσι, ο Μπελλής έγραφε συχνά με μπογιά στα πουκάμισά του, πότε ΕΑΜ, πότε ΚΚΕ, πότε ΕΑΜ και ΚΚΕ, με κόκκινα γράμματα. Ορισμένες φορές ζωγράφιζε σφυροδρέπανα στους τοίχους των χωριών όπου έμπαινε. Η δράση του κοντολογίς υπήρξε αυτή ενός σύγχρονου "Ρομπέν των Δασών". Έμπαινε με τους άνδρες του σε κάποιο χωριό, μάζευε τους χωρικούς και διέταζε τους τσιφλικάδες, που γνώριζε προσωπικά να του φέρουν καλαμπόκι, στάρι και άλλα χρειώδη. Μετά τα μοίραζε ο ίδιος στους φτωχούς. 


Η συνάντηση του Μπελλή με το Γιώργο Φράγκο


Το Φλεβάρη του 1942 ανέβηκε εκ μέρους του ΚΚΕ στην Οργάνωση της Φθιώτιδας του ΚΚΕ, ο Γιώργος Φράγκος, για να πάρει μια εικόνα των νέων οργανώσεων και μελών του ΚΚΕ, στα 35 χωριά της περιοχής. Πρώτος σταθμός του Φράγκου ήταν το χωριό Άγιος Γεώργιος, κοντά στα Μεταλλεία. Ο Φράγκος ζήτησε από τον παλιό σύντροφό του Αλέκο Καυκούλα, να φωνάξει τα στελέχη της οργάνωσης του ΚΚΕ στα Μεταλλεία και να προετοιμάσουν έναν χώρο για σύσκεψη. 

Το ίδιο βράδυ, ο Φράγκος συναντήθηκε σε ένα σπιτάκι κοντά στα Μεταλλεία, με τους Στέλιο Πανάρα και Τάκη Καρκάνη και έβαλαν μπροστά τα καθήκοντα της οργάνωσης του ΚΚΕ για την κινητοποίηση των εργατών, καθώς και την ίδρυση μιας επιτροπής του ΕΑΜ για τους εξωκομματικούς. Οι δύο σύντροφοι του Φράγκου τον ενημέρωσαν τότε, ότι στο διπλανό δωμάτιο βρίσκονταν δύο κλαρίτες, ο Νάκος Μπελλής και ο Τζανής, οι οποίο εκβίαζαν την εταιρεία της Ξυνιάδας για να τους δίνει στάρι για να το μοιράζουν στους αγρότες. Του είπαν μάλιστα ότι ο Μπελλής τοιχοκολλούσε και αφίσσες με το σφυροδρέπανο, ενώ ήταν σε επαφή με το ΚΚΕ. Ο Φράγκος ζήτησε να κανονιστεί για την επόμενη ένα ραντεβού με τους δύο, σε κάποιο σπίτι της Ομβριακής.

Το ρανετβού κλείστηκε για τις 11 το βράδυ, στο σπίτι του αγροφύλακα και ΕΑΜίτη Κουτσογιαννακόπουλου, που βρισκόταν έξω από την Ομβριακή. Μπελλής και Τζανής μπήκαν με΄σα φορώντας μαύρους ντουλαμάδες και φυσεκλίκια σταυρωτά, με τα τουφέκια στα χέρια και τα μαχαίρια στις ζώνες. Ο Φράγκος τους ενημέρωσε ότι ήταν εκπρόσωπος της περιφερειακής οργάνωσης του ΚΚΕ και πως το ΚΚΕ δεν ενέκρινε τους εκβιασμούς, ακόμα και αν το στάρι μοιραζόταν στους φτωχούς. Τους τόνισε ότι δεν ενέκριναν που μεταχειρίζονταν τα σύμβολα του ΚΚΕ και τους υπέδειξε ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι να αγωνιστούν. Να πιάσουν για παράδειγμα ένα γερμανικό καμιόνι και να μοιράσουν τα εφόδια στους χωρικούς, ενώ τα όπλα να τα κρατήσουν εκείνοι. 

Τα λόγια του Φράγκου δεν άρεσαν στον Μπελλή, ο οποίος πετάχτηκε αμέσως επάνω θυμωμένος.

Ο Φράγκος, του απάντησε ψύχραιμα:

"Άκουσε Νάκο. Εμείς δεν φοβόμαστε κανέναν. Ούτε εσένα. Πίσω από εμένα υπάρχουν χιλιάδες αγωνιστές και πραγματικά παλικάρια. Σε λίγο θα δεις που θα γεμίσουν τα βουνά από πατριώτες που δε θα ληστεύουν αλλά θα πολεμάνε τον κατακτητή και εσείς δεν θα έχετε θέση στα βουνά. Σκέψου λογικά και παραμέρισε, ώσπου να σε χρειαστούμε. Την οικογένειά σου μπορούμε να την αναλάβουμε εμείς και πάψε να μεταχειρίζεσαι την ταμπέλα του Κόμματος με τα σφυροδρέπανα, γιατί δεν είσαι καν μέλος του. Εμείς δεν κάνουμε τέτοιες δουλειές σαν τις δικές σου, ούτε κομματικό αγώνα, αλλά αγώνα για τη λεφτεριά, για το ξεσκλάβωμα της πατρίδας. Αν συνεχίσεις θα αναγκαστούμε να δώσουμε εντολή σε όλες τις οργανώσεις μας να μην σε προστατεύουν πια, όπως κάνανε μέχρι τώρα."

Ο Μπελλής αποχώρησε χωρίς να μιλήσει από τη συνάντηση. Αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή επαφή του με το ΚΚΕ, όχι όμως, όπως θα δούμε και η τελευταία.


Γιώργος Φράγκος, στέλεχος του ΚΚΕ Φθιώτιδας και πρωτεργάτης της ανασύνταξης του Κόμματος και της εδραίωσης του ΕΑΜ στην περιοχή του Δομοκού και σε ολόκληρο το νομό.




Συνεχίζεται



Διατροφικά τεχνάσματα στις δύσκολες μέρες του Εμφυλίου


Κατά το τελευταίο έτος του Εμφυλίου πολέμου και καθώς ο Δημοκρατικός Στρατός υστερούσε σημαντικά σε εφόδια, δίκτυα τροφοδοσίας και ανθρώπους, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει υπήρξε αυτό της πείνας. Ιδιαίτερα για τα τμήματά του μακριά από το Γράμμο, όπου η διατροφή εξακολουθούσε να επιλύεται ως ζήτημα με τακτικό τρόπο, το ζήτημα της τροφής υπήρξε ιδιαίτερα οξύ. Το ίδιο δύσκολη υπήρξε και η εξεύρεση τροφής για τις μετέπειτα ξεκομμένες ομάδες του ΔΣΕ που παρέμεναν στην Ελλάδα, μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ πέρα από τα σύνορα. 

Στο παραπάνω πρόβλημα συντελούσαν μια σειρά απο παράγοντες που το καθιστούσαν ιδιαίτερα δύσκολο να επιλυθεί:

1) Το γεγονός ότι ήδη από το 1948, ο κυβερνητικός στρατός είχε μετακινήσει πάνω από 1.000.000 ανθρώπους της υπαίθρου, οι οποίοι υπήρξαν βασικοί τροφοδότες του ΔΣΕ, αφήνοντας τεράστιες περιοχές της ελληνικής επαρχείας, παντελώς έρημες.

2) Η στρατηγική της "καμμένης γης" που ο κυβερνητικός στρατός ξεκίνησε να ακολουθεί από το 1948. Καθώς οι μονάδες του επέδραμαν στις ορεινές και επαρχειακές περιοχές φρόντιζαν να καταστρέφουν τα χωράφια, τα μποστάνια και τους κήπους των κατοίκων της περιοχής, σκότωναν τα οικόσιτα ζώα τους και δηλητηρίαζαν ακόμα και το νερό των πηγαδιών.

3) Η ανάγκη για διαρκή κίνηση και ελιγμούς, σπάνια επέτρεπε στο ΔΣΕ να διατηρεί μια ορισμένη περιοχή υπό τον έλεγχό του, εκτός αυτών του Γράμμου και του Βίτσι. Το παραπάνω σήμαινει πως οι μαχητές δεν μπορούσαν να επιδοθούν στην καλλιέργεια και στην κτηνοτροφία και να αποκτήσουν σταδιακά δικά τους ζωά και σπαρτά. Οποιοδήποτε εφόδιο διέθεταν σε πλεόνασμα, τοποθετούταν συνήθως σε κρύπτες, από τα γνωστά "συνεργεία απόκρυψης" για μελλοντική χρήση. Πολλές φορές τα τρόφιμα αλλοιώνονταν όντας μέσα στο έδαφος ή οι κρύπτες εντοπίζονταν από τον κυβερνητικό στρατό και καταστρέφονταν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι μαχητές και οι μαχήτριες του ΔΣΕ αναγκάζονταν να προβαίνουν σε μια σειρά τεχνασμάτων και επιλογών για να εξασφαλίζουν την καθημερινή τους διατροφή. Εδώ θα εξετάσουμε μερικές από αυτές:

Αλεύρι: Το αλεύρι στο ΔΣΕ ήταν ένα ιδιαίτερα πολύτιμο είδος και φυλάσσονταν συνήθως για την παρασκευή ψωμιού. Ωστόσο, κατά το τέλος του Εμφυλίου και στα τμήματα ή ομάδες του ΔΣΕ που βρίσκονταν αποκομμένες από τις δυνάμεις του Γράμμου-Βίτσι, η παρασκευή ψωμιού ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη και επικίνδυνη υπόθεση. Πρώτα από όλα, η παρασκευή ψωμιού απαιτούσε χρόνο και εκτενή χώρο, που οι ομάδες αυτές δεν διέθεταν, καθώς βρίσκονταν διαρκώς σε κίνηση. Παράλληλα, η παρασκευή ψωμιού απαιτούσε ξυλόφουρνους που παρήγαγαν πολύ καπνό και προφανώς θα τραβούσαν τα βλέμματα του αντιπάλου. Το αλεύρι λοιπόν χρησιμοποιούταν συνήθως σε μια παλιά αντάρτικη συνταγή, το γνωστό "κουρκούτι" ή "κατσαμάκι". Πρόκειται απλώς για βραστό νερό με ανακατεμένο αλεύρι, που σιγοβράζει για λίγη ώρα σε χαμηλή φωτιά. Παρασκευάζεται εύκολα και δεν απαιτεί μεγάλες φωτιές που παράγουν πολύ καπνό. Από πλευράς θερμιδών, το "κατσαμάκι" φαίνεται ότι μπορούσε σε κάποιο βαθμό να υποκαταστήσει το ψωμί, καθώς υπάρχουν αναφορές για ομάδες ανταρτών που τρέφονταν με αυτό σε τακτική βάση και δεν υπέκυπταν στην πείνα και την εξάντληση.

Χόρτα: Αναγκαστικά, σημαντικό μέρος της διατροφής των μικροομάδων του ΔΣΕ ήταν και τα άφθονα χόρτα που φύτρωναν στις ορεινές περιοχές κίνησής τους. Οι μαχητές και οι μαχήτριες συχνά έτρωγαν μόνο βραστά ραδίκια, λούπινα, ζοχούς, καυκαλήθρες και άγρια κρεμμύδια. Πρόκειται σαφώς για μια λύση ανάγκης που από πλευράς διατροφικού περιεχομένου δεν μπορούσε να καλύψει τις θερμιδικές ανάγκες ενός ενήλικα, πόσο μάλλον την πολύωρη κίνηση και τη διαρκή σωματική καταπόνηση στην οποία βρίσκονταν οι δυνάμεις του ΔΣΕ. 



Οργανωμένη προετοιμασία συσσιτίου στο ΔΣΕ.


Μανιτάρια: Καθώς ο Δημοκρατικός Στρατός υπήρξε ένας στρατός που για αντικειμενικούς λόγους συσπείρωνε κυρίως ανθρώπους της υπαίθρου και αγρότες, είναι φυσικό πολλοί από αυτούς να κατέχουν σημαντικές γνώσεις και ικανότητες για την επιβίωση στα βουνά και τα δάση. Μια από αυτές τις γνώσεις υπήρξε και η γνώση των εδώδιμων μανιταριών, που αποτελούν σημαντική πηγή προτεϊνών. Έτσι, μια ομάδα των ανταρτών που διέθετε κάποιον που γνώριζε να επιλέξει τα μανιτάρια μπορούσε με ασφάλεια να προσθέσει και αυτά, στο συσσίτιό της. Πολλές φορές, η πείνα των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ υπήρξε τόσο έντονη, που ορισμένοι μαχητές και μαχήτριες αναφέρεται ότι έτρωγαν ωμά μανιτάρια χωρίς να γνωρίζουν να ξεχωρίζουν τα εδώδιμα από τα δηλητηριώδη. Στη βιβλιογραφία γύρω από τον Εμφύλιο εντοπίζονται λίγες αναφορές για μαχητές και μαχήτριες που υπέφεραν μέρες μετά από παραισθήσεις. 

Χελώνες: Μια ακόμα πηγή προτεϊνών των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ υπήρξε και η χελώνα. Καθώς ήταν από τα λίγα ζώα που οι κυβερνητικές δυνάμεις δεν μπορούσαν μαζικά να εξοντώσουν, οι ομάδες του ΔΣΕ κατέφευγαν πολλές φορές σε αυτό το είδος για τροφή. Οι χελώνες τρώγονταν κυρίως βραστές ή σε ζωμό με χόρτα, ο οποίο "αυγοκοβόταν" με τα αυγά της χελώνας, που μοιάζουν με τον κρόκο των αυγών της κότας. Σε διάφορα βιβλία αναφέρεται ότι η γεύση του κρέατος της χελώνας μοιάζει πολύ με αυτή του κοτόπουλου και θεωρούταν "εκλεκτό φαγητό", μετά από πολλές ημέρες διατροφής μόνο με κουρκούτι και χόρτα.

Αγριογούρουνα: Σε περιοχές όπως το Πήλιο, οι μαχητές του ΔΣΕ είχαν ορισμένες φορές την τύχη να συναντούν αγριογούρουνα, τα οποία, ως γνωστόν, έχουν πλούσιο σε πρωτεϊνη και λίπος κρεάς, είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο να κυνηγηθούν και το κυνήγι τους απαιτεί πολλούς ανθρώπους. Για αντικειμενικούς λόγους λοιπόν (χρόνος, χρήση οπλισμού, αριθμός ατόμων που μπορούσαν να διατεθούν στο κυνήγι), το κυνήγι του αγριογούρουνου ήταν σπάνιο. Επίσης, προϋπεθετε τη χρήση οπλισμού, που με τα περιορισμένα πυρομαχικά του ΔΣΕ ήταν μάλλον αδύνατη. Σε ορισμένα βιβλία παρόλα αυτά, αναφέρεται και η προσπάθεια για το κυνήγι αγριογούρουνου. Μια τέτοια αναφορά δίνει το βιβλίο του Γιώργη Τρικαλινού:

"Αναζητώντας τροφή, σκεφτήκαμε να κυνηγήσουμε και αγριογούρουνα, που ήταν άφθονα στο Πήλιο. Ήταν όμως πολύ δύσκολο να τα κυνηγήσεις. Το αγριογούρουνο είναι πονηρό ζώο. Μυρίζεται από μακριά, καταλαβαίνει όσο κανένα άλλο αγρίμι τον κίνδυνο και παίρνει τα μέτρα του. Μια φορά διαπιστώσαμε πως μια αγριογουρούνα, με καμιά δεκαριά γουρουνάκια πήγαινε κάθε μέρα κι έπινε νερό σε μια σουβάλα πάνω από τη θέση "Μασδέκη τα ράδια". Ναρκοθετήσαμε το πέρασμα και καλυμμένοι περιμέναμε ακίνητοι όλοι, να περάσει την καθορισμένη ώρα το κοπάδι. Στο μεταξύ κάναμε όνειρα για το πώς θα τη μαγειρέψουμε. Για μια στιγμή εκεί που περιμέναμε βλέπουμε τη γουρούνα να τραβάει μπροστά και πίσω της δέκα γουρουνάκια. Πέρασαν δίπλα από τις νάρκες, αλλά δεν τις πάτησαν. Τις κατάλαβαν μάλλον από τη μυρωδιά τους. Πήγαν στη σουβάλα, ήπιαν νερό και έφυγαν χωρίς να γίνει τίποτε."


Μελίσσια: Τα μελίσσια υπήρξαν και αυτά ένα σημαντικό, αλλά σπάνιο μέσο διατροφής των μαχητών του ΔΣΕ. Σημαντικό καθώς η θερμιδική και διατροφική αξία του μελιού είναι ιδιαίτερα σημαντική, σπάνιο, καθώς οι κυψέλες των μελισσιών καταστρέφονταν συνήθως από τον κυβερνητικό στρατό ή βρίσκονταν πολύ κοντά σε κατοικημένες περιοχές, που κατά τη λήξη του Εμφυλίου, στρατοκρατούνταν. Ωστόσο, στη βιβλιογραφία εντοπίζονται περιστατικά όπου ομάδες μαχητών του ΔΣΕ βρίσκουν τυχαία κάποια κυψέλη ή κάποιο μελίσσι. Η μέθοδος συλλογής του μελιού συνέβαινε με ένα έξυπνο τέχνασμα, που όμως καθιστούσε την κατανάλωση του μελιού ως μια ιδιαίτερα επίπονη διαδικασία. Το τέχνασμα αυτό περιγράφει ο Γιώργης Τρικαλινός, στο βιβλίο του:

"Βρήκαμε 3-4 εγκαταλειμμένες κυψέλες. Στην είσοδο κάθε κυψέλης βάζαμε μπαρούτι από τις σφαίρες, βάζαμε φωτιά στο μπαρούτι και οι μέλισσες αχρηστεύονταν. Ανοίγαμε σε συνέχεια την κυψέλη, βγάζαμε με το μαχαίρι τις κερήθρες με το μέλι. Ένα μέρος το τρώγαμε, ένα άλοο το βάζαμε στις καραβάνες μας για αργότερα. Αλλά όπως τρώγαμε τις κερύθρες δεν βλέπαμε πως μπορεί οι μέλισσες να αχρηστεύονταν, όμως το κεντρί τους δούλευε, ζούσε ακόμα. Και μας δάγκωναν στα χείλη, στη γλώσσα, στα μάγουλα, στα χέρια. Κι άρχιζαν να πρήζονται και να μας πονάνε. Ήταν αστείο να βλέπει ο ένας τον άλλο με πρησμένα χείλη, με πρησμένη τη γλώσσα και τα μάγουλα. Γελούσαμε παρά τους πόνους που νιώθαμε από τα τσιμπήματα που δεχθήκαμε από το κεντρί της μέλισσας".


Πηγές:

Γιώργης Τρικαλινός, 292 ημέρες μετά το Γράμμο-Βίτσι, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007.
Κώστας Πεντεδέκας, 88 Μονάδα χώρου- Διλοχία Γκούρα, Εντός, Αθήνα 2008.
Τάκης Ψημμένος, Αντάρτες στ' Άγραφα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009.



Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019

Ο ηρωικός θάνατος του Αργύρη Φορτωτήρα και του Γιάννη Παπαβαγγέλη


Βρισκόμαστε στις αρχές του Φλεβάρη του 1950. Ο Δημοκρατικός Στρατός έχει από καιρό υποχωρήσει πέρα από τα σύνορα και ο Εμφύλιος έχει οριστικά τελειώσει στην Ελλάδα. Ωστόσο, πολύ μακριά από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, περίπου 150 μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού παραμένουν στο Πήλιο. Σκοπός τους είναι να κρατήσουν ζωντανή την παρουσία του ΔΣΕ και να συγκεντρώσουν όσους ξεκομμένους μαχητές και μαχήτριες μπορούν προωθώντας τους πέρα από τα σύνορα. Οι συνθήκες ζωής ή μάλλον, επιβίωσής τους είναι εξαιρετικά δύσκολες: Πείνα, κρύο, διαρκείς μετακινήσεις και ο κίνδυνος των διαρκών ανιχνεύσεων και εξορμήσεων των κυβερνητικού στρατού που θερίζουν την περιοχή για να τους εντοπίσουν.

Οι μαχητές αυτοί, διασπούνται σε μικρές ομάδες των 15-20 ατόμων για να κινούνται ευέλικτα και να μπορούν να τραφούν περισσότερο αποτελεσματικά. Κύρια τροφή τους: Χόρτα, φρούτα και το λίγο αλέυρι με το σπάνιο κρέας που θα τους τύχει.

Σταδιακά αυτές οι ομάδες έχασαν μεγάλο μέρος των μαχητών και μαχητριών τους, καθώς έπεφταν σε ενέδρες και μικροσυμπλοκές ή χάνονταν από την πείνα, τις νάρκες και τις ασθένειες. 

Μια από αυτές τις μικρές ομάδες υπήρξε και αυτή των ηρώων του ΔΣΕ Αργύρη Φορτωτήρα και του Γιάννη Παπαβαγγέλη. 

Στις αρχές του Φλεβάρη του 1950, η ομάδα αυτή που αποτελούταν πια 7-8 άτομα μετακινούταν προς το νότιο Πήλιο προς εξεύρεση τροφής. Η ομάδα βρέθηκε κοντά στην Αργαλαστή, στη θέση Αγία Μαρίνα, όπου συνάντησε απρόσμενα την ενέδρα ενός τάγματος στρατού. Με τα πρώτα πυρά, διατάχθηκε σύμπτυξη προς τις ορεινές πλαγιές, όμως ο Γιάννης Παπαβαγγέλης (από τη Μελίβοια) είχε ήδη τραυματιστεί βαριά από ριπή. Ο Αργύρης Φορτωτήρας πήρε στην πλάτη το σύντροφό του και υποχωρούσε καλύπτοντας τον ίδιο και τους συντρόφους του με ριπές του τόμιγκαν. 

Ωστόσο, ανεβαίνοντας πιο ψηλά κουράστηκε και καθώς και αυτό αιμορραγούσε από τραύμα στο πόδι του αναγκάστηκε να αφήσει το σύντροφό του και να κρυφτεί σε μερικές κουμαριές. Σε λίγο, οι στρατιώτες εντόπισαν τον Γιάννη Παπαβαγγέλη και τον αποτελείωσαν αν και ήταν τυπικά αιχμάλωτός τους, πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη εκείνη την εποχή. Έτσι, έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Παπαβαγγέλης ένας από τους πρώτους αντάρτες της Κατοχής, που βγήκε στο βουνό ήδη από το 1942. 

Ο Αργύρης Φορτωτήρας βλέποντας τους στρατιώτες να πλησιάζουν δοκίμασε να πυροβολήσει τον λοχία που ηγούταν της επίθεσης, όμως το τόμιγκαν έπαθε εμπλοκή και έμεινε ανυπεράσπιστος. Νομίζοντας πως είχε εντοπιστεί από το στρατό, ο Αργύρης Φορτωτήρας έδωσε τέλος στη ζωή του με μια χειροβομβίδα. Την έβαλε κάτω από το σαγόνι και τράβηξε την περόνη. Υπήρξε και αυτός ένας από τους πρώτους αντιστασιακούς της Αργαλαστής που κατά την Κατοχή είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς και είχε σταλεί στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, από όπου επιβίωσε και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1944. 

Τα κεφάλια των δύο ηρώων του ΔΣΕ και της Εθνικής Αντίστασης αποκόπηκαν από τους άνδρες του ΕΣ και μεταφέρθηκαν στην πλατεία της Αργαλαστής, όπου και εκτέθηκαν. Οι αξιωματικοί του στρατού έστησαν μάλιστα ολόκληρο γλέντι με τραγούδια και κρασί, κάτω από τα δύο τρόπαιά τους, κίνηση που προκάλεσε τον αποτροπιασμό των κατοίκων του χωριού, οι οποίοι δεν βγήκαν από τα σπίτια τους. 

Τα νέα του χαμού των δύο παλικαριών του λαϊκού κινήματος έφθασαν στην ομάδα τους δύο ημέρες μετά, όταν η ομάδα μπήκε κρυφά στην Αργαλαστή για ανεφοδιασμό. Οι σύντροφοί τους, τους έκλαψαν πικρά.

Πηγή: Γιώργης Τρικαλινός, 292 ημέρες μετά το Γράμμο-Βίτσι, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007.


Η δολοφονία του Γιάννη Σταράκη στις Φυλακές Αβέρωφ


Ο Γιάννης Σταράκης υπήρξε ένας από τους πολλούς αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης που με την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου οδηγήθηκε στη Μακρόνησο, στο γνωστό "Σχολείο Αναμορφώσεως" και υπέστη δεκάδες από τα πιο σαδιστικά βασανιστήρια. Πέρασε το σύρμα του "ηλιακού πειθαρχείου", το πέταγμα στη θάλασσα, το ανελέητο ξύλο των βασανιστών της Αστυνομίας Μονάδας και τέλος κλείστηκε στα συρματοπλέγματα των χαραδρών του νησιού, όπου βρίσκονταν οι "αμετανόητοι" υπό αυστηρή ακινησία και καθημερινά πολύωρα βασανιστήρια, που του στοίχισαν μάλιστα και το ένα του μάτι.

Σε ένα από αυτά τα μαρτύρια της χαράδρας, ο Γιάννης Σταράκης δεν άντεξε και έχασε τα λογικά του. Καθώς οι δήμιοί του τον χτυπούσαν, ο Σταράκης πετάχτηκε όρθιος άρχισε να τραγουδάει ασυνάρτητα, τα φτύνει και να μουτζώνει τους βασανιστές τους. Οι βασανιστές του διαπίστωσαν ότι όσο πιο πολύ χτυπούσαν το Σταράκη, τόσο περισσότερο γινόταν επιθετικός και εξαγριωνόταν. 

Η "γνωμάτευση" των ΑΜιτών, γιατί προφανώς δεν έστειλαν ποτέ το Σταράκη σε κανονικό γιατρό, ήταν ότι τρελάθηκε. 

Αργότερα, σε μια από τις καραβιές των τρελών της Μακρονήσου, πίσω στην Αθήνα, βρέθηκε και ο Γιάννης Σταράκης. Όπως και πολλούς άλλους, το Γιάννη Σταράκη τον έκλεισαν στο Δαφνί και τον υπέβαλαν σε ηλεκτροσόκ, τα οποία θεωρούνταν εκείνη την περίοδο ως ιατρική αγωγή, που καταπράϋνε τις εξάρσεις των ψυχοπαθών.

Μετά από αυτή την επίπονη αγωγή, ο Γιάννης Σταράκης μεταφέρθηκε στις Φυλακές Αβέρωφ, σε ένα από τα παραπήγματα των "τρελών" που αφενός δεν μπορούσαν να σταλούν ξανά στη Μακρόνησο, καθώς δεν είχε νόημα η απόσπαση "δήλωσης", αλλά παράλληλα εξέτιαν ποινή για πολιτικά αδικήματα. Οι σύντροφοί του θυμούνται ότι ο Σταράκης πάθαινε συχνά κρίσεις επιληπτικού τύπου. Έπεφτε στο προαύλιο και έχοντας φοβερούς πόνους, έβαζε τα δάχτυλα των χεριών του στα αυτιά, καθώς νόμιζε πως δύο σκουλίκια από σίδερο έτρωγαν το μυαλό του. Άλλες φορές νόμιζε πως πια δεν ήταν άνθρωπος αλλά ένα σπυρί στάρι ή καλαμπόκι και καθόταν ακίνητος και μονολογώντας στον εαυτό του.

Τον Γιάννη Σταράκη τον δολοφόνησαν λίγο μετά την 25η Μαρτίου 1950, καθώς δεν έδειξε τον πρέποντα σεβασμό στα μεγαλόσχημα παράσιτα της αστικής τάξης της χώρας του, που τον έφεραν σε αυτή την κατάσταση ψυχικής αστάθειας. 

Στις 25 Μαρτίου 1950, ο γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και η Φρειδερίκη επισκέφθηκαν με μεγάλη επισημότητα τις Φυλακές Αβέρωφ για να γιορτάσουν με τους κρατούμενους την εθνική γιορτή. Το προάυλιο της φυλακής στολίστηκε και τη βασίλισσα μετέφεραν στους ώμους, οι φαντάροι της προσωπικής της συνοδείας. Φυσικά, οι πολιτικοί κρατούμενοι που αρνήθηκαν να γιορτάσουν με τη βασίλισσα βρίσκονταν, με δρακόντεια μέτρα ασφαλείας κλεισμένοι στα κελιά τους ή στην απομόνωση των φλυακών... προληπτικά. Όμως, η διεύθυνση δεν υπολόγισε το Γιάννη Σταράκη. 

Από το "τρελάδικο" της φυλακής, η διεύθυνση έδωσε εντολή να φέρουν στη γιορτή μερικούς από τους πιο ακίνδυνους ψυχοπαθείς, για να συμπληρώσει προφανώς τον αριθμό των "εορταζόντων", που αυθόρμητα έσπευσαν να γιορτάσουν με τη βασίλισσα. Μετά τον λόγο που εκφώνησε ο γραμματέας του υπουργείου και η βασίλισσα, μια φωνή ακούστηκε στο προάυλιο. Ήταν ο Γιάννης Σταράκης που είπε:

"Έ! Εσείς εκεί! Σταθείτε όλοι και ακούστε με! Θα σας βγάλω κι εγώ σήμερα έναν λόγο για την επέτειο της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Εγώ ο ανεπίσημος, ο Γιάννης Σταράκης, που με φέρανε απ' το νησί των Παρθενώνων, θέλω να βγάλω έναν θερμό λόγο για την πατρίδα. Για ΄σενα φόνισσα μητριά, που σέρνεσαι με την κοιλιά σαν τη σκύλα την ψωριάρα και γλείφεις τις μπότες του αφέντη σου που είναι βαμμένες κόκκινες από το αίμα το δικό μου. Σε χαιρετώ εγκάρδια. Σε φτύνω στο ψηλό σου πηλίκιο! Στα κίτρινα σιρίτια σου και στα χρυσά σου αστέρια! Και μάθε τώρα από τον ανεπίσημο Γιάννη Σταράκη πως τα ψωμιά σου τα έφαγες!"

Εκείνη τη στιγμή οι δεσμοφύλακες όρμησαν πάνω στο Σταράκη και άρχησαν να τον σέρνουν σηκωτό στην απομόνωση. Εκείνος όμως δεν σταματούσε. Κλωτσούσε και έσπρωχνε και φώναζε:

"Πίσω ψοφίμια του κερατά! Πίσω χιτλερόπουλα της πουτάνας της Φρειδερίκης! Δεν τελείωσα ακόμα το λόγο μου! Δεν είπα ακόμα ούτε για το σύρμα της χαράδρας, ούτε για το κρέμασμα, ούτε για το χαλασμένο μπακαλιάρο και τις παστές σαρδέλες που μου τρύπησαν το στομάχι. Δεν σας είπα για το σπασμένο ποδάρι μου, ούτε για το βγαλμένο μάτι μου, ούτε για τη γάτα που κολυμπούσαμε μαζί στη θάλασσα δεμένοι στο ίδιο τσουβάλι".

Κάπου εκεί, ο Γιάννης Σταράκης σταμάτησε την ομιλία του, καθώς τα χτυπήματα από τα γκλομπ έπεφταν πια βροχή. Τον έκλεισαν στο πειθαρχείο της φυλακής, όπου τον χτύπησαν ανελέητα. Τρεις ημέρες μετά, η διεύθυνση της φυλακής κάλεσε την ομάδα συμβίωσης των πολιτικών κρατουμένων να παραλάβει το Σταράκη και να τον πάει στο αναρρωτήριο. Διαπίστωσαν ότι το σώμα του ήταν όλο πρησμένο και γεμάτο εκτενείς μελανιές. Ανάσαινε με μεγάλη δυσκολία βγάζοντας έναν υπόκωφο ρόγχο. Λίγες μέρες μετά πέθανε στο αναρρωτήριο, δίπλα στους συντρόφους του.


Ο Γιάννης Σταράκης, στο "τρελάδιο" των Φυλακών Αβέρωφ. Σκίτσο του Βασίλη Φυτσιλή.


Πηγή: Βασίλης Φυτσιλής, Κουβεντιάζοντας με το Γιάννη, Εντός, Αθήνα 1999.


Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Μακρονήσι, Το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω


Γνώρισα τον Απόστολο Μπογιατζή, όχι συμβατικά και όπως κανείς γνωρίζεται συνήθως, αλλά μέσα από το πλούσιο και εκτενές αυτοβιογραφικό υλικό που άφησε πίσω του και το οποίο είχα τη χαρά και το προνόμιο να μελετήσω, μέσω του γιου του Βασίλη Μπογιατζή. 






Γραμμένο κατά τη δεκαετία του '80, σε γλώσσα μεστή και γρήγορη, το αυτοβιογραφικό υλικό του Απόστολου Μπογιατζή δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ένα μυθιστόρημα, που κρατά τον αναγνώστη του καθηλωμένο. Γεννημένος το 1910, ο Απόστολος Μπογιατζής έλαβε μέρος στους ταξικούς αγώνες της εποχής του, τασσόμενος στη μεριά των πολλών, που είχαν λίγα. Για τους αγώνες που έδωσε θα "αμειφθεί", από το αστικό κράτος, με τις διώξεις και την εξορία, το ξύλο και τα βασανιστήρια, όπως οι περισσότεροι κομμουνιστές και αγωνιστές της εποχής. Το βιβλίο- αυτοβιογραφία του Απόστολου Μπογιατζή λαμβάνει χώρα στο κολαστήριο της Μακρονήσου, το "ελληνικό Νταχάου", όπως γλαφυρά την παρομοιάζει ο Γιώργης Λαμπρινός.

Η πρώτη εντύπωση που προκάλεσε το στρατόπεδο, στον Απόστολο Μπογιατζή αποτυπώνεται με γλαφυρό και ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο: «εδώ δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα, μόνον ψυχή βαθιά, εδώ δεν έχει θέση η παροιμία ‘έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα’, εδώ είναι στίβος, όποιος μπορεί και ανεβεί απάνω στο ανήφορο και βγει όρθιος, αυτό είναι!»

Έτσι, ο Απόστολος Μπογιατζής θα αποφασίσει να ανέβει αυτό το δύσκολο ανήφορο. Όχι απλώς όμως να τον ανέβει, αλλά να το αποτυπώσει κιόλας, στην παραμικρή του λεπτομέρεια. 

Στο βιβλίο του Απόστολου Μπογιατζή, Μακρονήσι, Το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω αποτυπώνεται ο ζόφος του στρατοπέδου "ιδεολογικής αναβάπτισης" της Μακρονήσου και μάλιστα, όχι με το ύφος της απλής καταγραφής του προσωπικού μαρτυρίου, αλλά με την ψύχραιμη αποτύπωση του μαρτυρίου των συντρόφων που υποφέρουν κοντά του. Η γραφή του δεν έχει ίχνος αυτολύπησης, μεμψιμοιρίας ή δράματος. Αντιθέτως, τη διαπερνά η γενναιότητα και η αισιοδοξία για τη ζωή, που διακατέχει κάθε επαναστάτη. Το βιβλίο του Απόστολου Μπογιατζή διαθέτει επίσης ένα ακόμα αξιοσημείωτο προτέρημα, που το καθιστά χρήσιμο για τον ερευνητή, τον ιστορικό, αλλά και τον απλό αναγνώστη: Καταγράφει χωρίς συναισθηματισμούς και χωρίς το ηρωικό στοιχείο, τη λεπτομέρεια και κυρίως την ασχήμια της Μακρονήσου. Την αφόρητη ζέστη, το ξύλο, τις βρισιές, το κουβάλημα πέτρας, τη μύγα, την πείνα, τα βασανιστήρια. Όλες τις "αποχρώσεις του μαύρου" στο "ψηφιδωτό" της βίας, του αστικού κράτους της εποχής. 

"Με λίγα λόγια, όλος ο περίγυρος, ό, τι έβλεπε το μάτι σου, ήταν μαύρο, κατάμαυρο για όλους. Γύρναγα και κοίταζα τα πάντα και ήταν φοβερό πώς έκαναν αυτό τον κόσμο έτσι. Δηλαδή είχε δημιουργηθεί πνεύμα τρόμου. και τα παράλια και τα τοπία αυτού του νησιού ήταν όλα άγρια που ζούσες καθημερινά και γινόσουν άγριος και συ. Ερχόταν η ίδια η στιγμή για να προφυλαχτείς όχι μόνο από αυτούς, τους βασανιστές, μα ακόμη από τα ίδια τα στοιχεία της φύσης. Δεν έφταναν όλα αυτά, έπιασε και η βροχή και η φάλαγγα προχωρεί."

Η γραφή του Απόστολου Μπογιατζή υπερβαίνει σχεδόν το χώρο, το χρόνο και κυρίως τη σωματικότητα του μαρτυρίου, που ο ίδιος ζει. Το σπασμένο κεφάλι από το γκλομπ του ΑΜίτη, η δίψα, το δεμένο χέρι, με το χέρι του συντρόφου, που ματώνει στον καρπό, όλα αυτά, δεν εμποδίζουν το συγγραφέα να δει, να παρατηρήσει, να καταγράψει, κάθε λεπτομέρεια του τρόμου και του πόνου. Να αφήσει κάτι πίσω, στην απόλυτή του λεπτομέρεια, για τον αναγνώστη του μέλλοντος. 

Παράλληλα, η εξαιρετική υπόμνηση και επιμέλεια του Βασίλη Μπογιατζή, στα κείμενα του πατέρα του χαρακτηρίζεται από επιστημονική αρτιότητα και σεβασμό στα γραφόμενα. Βοηθά τον αναγνώστη να εντάξει, το εξαιρετικό αυτό ανάγνωσμα, στην εποχή του και να ανασυνθέσει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων. Ορίζει παράλληλα, με αρτιότητα τις συνδετικές γραμμές του στρατοπέδου της Μακρονήσου, με τα στρατόπεδα εργασίας, συγκέντρωσης και εξόντωσης, που χαρακτήρισαν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και σφράγισαν με το μελανό τους στίγμα τον 20ο αιώνα. 

Το βιβλίο του Απόστολου Μπογιατζή και του γιου του Βασίλη αποτελεί μια σπάνια ιστοριογραφική και αυτοβιογραφική δουλειά, που δεν πρέπει να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη.

Διατίθεται από τις εκδόσεις Πληθώρα.


Θεόφιλος Διαμάντης, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου.


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

Συνέντευξη με τον Κώστα Μαραγκουδάκη


Το παρακάτω υλικό αποτελεί μέρος συνέντευξης του Κόκκινου Φάκελου με τον Κώστα Μαραγκουδάκη που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2016, στο Σπίτι του Αγωνιστή.



_Πείτε μας ορισμένα πράγματα για εσάς.

_ Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1925 και είμαι σήμερα 92 ετών. Συνολικά κρατήθηκα σε φυλακές και εξορίες για 10 χρόνια. Πήγα στην Ικαρία από τον Ιούλιος του 1947 έως το Σεπτέμβριο του 1947 με τις συλλήψεις του Ζέρβα, Κρατήθηκα μετά στα Βούρλα για 11 μήνες σε κατάσταση υποδίκου, στη Γιούρα από τις 5/1949 έως τις 12/1951, στη Μακρόνησο από τις 7.1953 έως 7/1954, 5 μήνες στο κρατητήριο της Κηφισιάς και στη Γιούρα και τη Λέρο με την Χούντα από το 1967 έως το 1971.

_ Να ξεκινήσουμε από την  περίοδο της Κατοχής;

_ Φυσικά. Οργανώθηκα στη νεολαία του ΕΑΜ στα μέσα του 1942. Η οργάνωση των νέων ως το 1940 ήταν η φασιστική ΕΟΝ του Μεταξά. Όσοι προσπάθησαν να ξεφύγουν από τη συμμετοχή τους σε αυτή να ξέρετε ότι δεν τα κατάφεραν γιατί αλλιώς δεν μπορούσαν να παρακολουθούν το σχολείο. Με τη βοήθεια των γονιών μου, εγώ προσπάθησα να αποφύγω την ΕΟΝ γραφόμενος με τα 3 αδέλφια μου στους Προσκόπους. Το 1940 με κλείδωσαν στο σχολείο, το Γυμνάσιο Αμαρουσίου και δεν μας έβγαζαν αν δεν γραφόμασταν στην ΕΟΝ. Παράληλα διέλυσαν το σώμα των Προσκόπων. Ο διάδοχος Παύλος που ήταν αρχηγός των Προσκόπων έγινε έτσι αρχηγός της ΕΟΝ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κόσμος ήταν έτοιμος το 1940 να πολεμήσει τον Ιταλό και λόγω του ότι ήταν κατακτητής, αλλά και λόγω του ότι ήταν φασίστας. Το λέω αυτό γιατί στην Ελλάδα τότε υπήρχε έντονη αντιφασιστική διάθεση. 

Το 1942 ήμουν 17 ετών. Ασχολήθηκα με τη δουλειά σε πιο νέα παιδιά και μετά με την ίδρυση της ΕΠΟΝ στις 23/2/43.

_ Υπήρξατε ιδρυτικό μέλος της ΕΠΟΝ;

_ Όχι ιδρύθηκε από μεγαλύτερους σε ηλικία νεολαίους. Μετά την ίδρυση λοιπόν της ΕΠΟΝ, εντάχθηκα κι εγώ στην ΕΠΟΝ και ανήκα στα Βόρεια Προάστεια Αθήνας, με περιοχή δράσης από τα Σίδερα Χαλανδρίου μέχρι τη Δροσιά και από τη Μαγκουφάνα έως την Πεντέλη. Αυτός ήταν ο 9ος τομέας της ΕΠΟΝ.

_ Οι περιοχές που μου λέτε είναι περιοχές διαμονής της αστικής τάξης. Είχε πέραση το ΕΑΜ και η ΕΠΟΝ σε αυτά τα στρώματα;

_ Όχι φυσικά. Όμως η αριστοκρατία εξυπηρετείται από έναν μεγάλο αριθμό λαικών ανθρώπων, νταντάδες, υπηρέτες, σοφέρ, κηπουρούς κτλ. Με αυτόν τον κόσμο δούλευε η οργάνωση. Εκεί στήθηκε μια ισχυρή οργάνωση της ΕΠΟΝ. Εγώ είχα την ευθύνη της Κηφισιάς, Ερυθραίας, Εκάλης, Μαγκουφάνας και των Μελισσίων. Αργότερα αναδείχθηκα σε γραμματέα του 9ου τομέα, το 1944. Τότε έπρεπε να φύγω από την Κηφισιά για να μην συλληφθώ και με υπόδειξη της ΕΠΟΝ μετατέθηκα στον 7ο τομέα ΕΠΟΝ με περιοχή ευθύνης Αμπελοκήπους, Κουντουριώτικα, Γκύζη, Εξάρχεια, Κολωνάκι και τα πέριξ.

_ Στο ΚΚΕ πότε οργανωθήκατε;

_ Στο ΚΚΕ οργανώθηκα στο 1943 με κομματική ευθύνη να εκπροσωπώ την ΕΠΟΝ στην ΚΟΒ Κηφισιάς. Όταν έφυγα για να στρατευθώ μετά το 1944 ήμουν γραμματέας του 7ο τομέα της ΕΠΟΝ. Ήταν τότε πολύ δύσκολες εποχές. Θυμάμαι μια κοπέλα που δούλευε στον Ερυθρό Σταυρό και ήταν γραμματέας της ΕΠΟΝ Κολωνακίου, συγγενής ενός καθάρματος του Τουρκοβασίλη. Όταν πήγα να κάνω συνεργασία μαζί της στο δρόμο στο Κολωνακι, μου είπε «Τι να κάνω που δουλεύω στον Ερυθρό Σταυρό και μου ζητάνε δήλωση αλλιώς θα με απολύσουν;» Της απάντησα ότι αυτό είναι ένα συνειδησιακό θέμα αλλά ένας κομμουνιστής δεν υπογράφει δηλώσεις μετανοίας. Τελικά την έπιασαν, τη φυλάκισαν στις φυλακές Αβέρωφ. Έγραψε στη φυλακή θαυμάσια κείμενα που υπάρχουν στο δίσκο του Μίκη Θεοδωράκη «Κατάσταση Πολιορκίας» και πριν την εκτέλεση τα έδωσε στην Ακρίτα και μετά πέρασαν στο Μίκη.

_  Μάχιμη δράση δεν είχατε κατά την Κατοχή;

_ Όχι. Πήρα μέρος στη Μάχη του Κεφαλαρίου στην Κηφισιά τον Δεκέμβρη του 1944 ως σύνδεσμος όμως. Ήμουν σύνδεσμος του Αρχηγείου και της πρώτης γραμμής. Νικήσαμε μετά από 3 μέρες μάχη. Από τις 17/12 έως τις 19/12 οπότε και είχαμε πλήρη νίκη του ΕΛΑΣ και σύλληψη 550 Βρετανών της αεροπορίας. Όλοι οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία και γλίτωσαν γιατί ο ΕΛΑΣ τους έβγαλε από τη μάχη όταν άρχισαν να έρχονται ισχυρές δυνάμεις βρετανικών τανκ. Τα πολυβόλα τους χτυπούσαν τυφλά και θα μπορούσαν να έχουν σκοτώσει και τους δικούς τους. Ίσως βέβαια να λειτούργησε μέσα τους και το ερώτημα: «Τι κάνω εδώ εγώ;» Ήταν μορφωμένοι άνθρωποι όλοι τους. 

_ Να ξεκινήσουμε τώρα να μιλάμε για την Ικαρία;

_ Πήγα στο νησί ως εξόριστος τον Ιούλιο του 1947. Βήκα μια άριστη κατάσταση. Στο νησί, οι ήδη υπάρχοντες εξόριστοι είχαν οργανώσει τη ζωή τους. Γίνονταν κατανομή στα διάφορα χωριά της Ικαρίας των εξορίστων για να χωράμε όλοι. Εγώ πήγα στο Τσουρέδο. Ο κόσμος των εξορίστων επιδόθηκε σε κάθε καλό έργο προς τους ντόπιους. Στο Τσουρέδο φιάξαμε πλατεία για το χωριό που δεν είχε και άλλα κοινοφελή έργα. Έτσι ο κόσμος της Ικαρίας ανέπτυξε αδελφική σχέση μαζί μας. 

_ Το γραφείο της ΟΣΠΕ από ποιους απαρτίζονταν;

_ Από παλιά στελέχη της ΚΕ του ΚΚΕ και της Εθνικής Αντίστασης. 

_ Ονόματα θυμάστε; 

_ Όχι. Ήταν όμως τα δοκιμασμένα στελέχη. Όταν άρχισε η Χωροφυλακή να κάνει προβοκάτσιες με τους εξόριστους, άρχισαν να μας παίρνουν ανά περιοχή και να μας στέλνουν με καίκι στον Πειραιά για ανάκριση. Εμένα με μερικούς άλλους μας βάλανε δεμένους με φουρτούνα στο καίκι για Πειραιά. Ήμασταν μια παρέα 7 ατόμων. Όμως είχε τόση φουρτούνα που δεν μπορούσαμε καν να μπούμε στο καράβι. Ο καπετάνιος έτσι ζήτησε να λυθούν οι κρατούμενοι. Οι χωροφύλακες του απάντησαν πως οι κρατούμενοι δεν γίνεται να λυθούν. Εκείνος τότε τους λέει: «Εγώ είμαι ο καπετάνιος στο καράβι και εγώ έχω την εξουσία εδώ. Χωρίς να τους λύσετε εγώ δεν τους μεταφέρω.» Έτσι κι αυτοί υποχρεώθηκαν να μας λύσουν. Μέσα στη θάλασσα τώρα, οι χωροφύλακες άρχισαν ένας-ένας να πέφτουν κάτω από τη ζαλάδα σαν κοτόπουλα. Έμεινε μόνο ένας στην πρύμνη. Σε κάποια φάση έπεσε κι αυτός και μείναμε αφύλακτοι. Σε αυτή την κατάσταση φθάσαμε στον Πειραιά. Το κρατητήριο ήταν γεμάτο ασφυκτικά. Οι χωροφύλακες φαίνεται εκτίμησαν τη στάση μας κι ήρθαν στο κρατητήριο να μας κάνουν επίσκεψη και να μας αποχαιρετίσουν πριν φύγουν ξανά για την Ικαρία. 

_ Σχέσεις των εξορίστων με το ΔΣΕ Ικαρίας υπήρχαν; 

_ Περισσότερο για ένα μπέρδεμα της κομματικότητας με άλλες απόψεις που αποσκοπούν όμως στο ίδιο αποτέλεσμα. 

_ Μιλήστε μου για τη Γυάρο

_  Στη Γιούρα δεν πρόλαβα να έρθω άμεσα σε επαφή με την οργάνωση του κόμματος γιατί γρήγορα με τοποθέτησαν σε κλωβό. Αν διαβάσεις το βιβλίο «Γιούρα το θανατονήσι», το κομμάτι για την οικονομική εκμετάλλευση των εξορίστων το έχω γράψει εγώ.  Η Γιούρα λοιπόν, το θανατονήσι, προορίζονταν για τόπος υποχώρηση ή εξόντωσης των κομμουνιστών. Ο στόχος δεν επετεύχθη γιατί αντίθετα με τη Μακρόνησο οι ομάδες των πολιτικών κρατουμένων που έρχονταν ήταν ήδη οργανωμένες. Δεν πήγαινα, ας πούμε, εγώ μόνος μου, πήγαινε όλη η παρέα των καταδίκων. Ήταν κατάδικοι ή υπόδικοι όχι φαντάροι. Κάθε ομάδα που μετά από δίκη πήγαινε στη Γιούρα ήταν ήδη οργανωμένη για αυτό και πιο δυνατή ως σύνολο. Στη Γιούρα μεταχειρίστηκαν αρχικά την καταναγκαστική εργασία με το χτίσιμο των φυλακών και το κουβάλημα τεραστίων ποσοστήτων οικοδομικών υλικών. Αντίθετα στη Μακρόνησο όσοι στάλθηκαν με βάση τη στρατολόγησή τους ήταν άτομα από όλες τις περιοχές της χώρας. Εκείνοι που άντεξαν ενώθηκαν τελικά γιατί όσοι δήλωναν στη Μακρόνησο στέλνονταν σε άλλο τάγμα, συνήθως το ΒΕΤΟ ή το ΓΕΤΟ, ενώ εκείνοι που προορίζονταν για την τελευταία επίθεση ήταν όσοι είχαν αντέξει από το ΑΕΤΟ και ότι είχε απομείνει δυνατό από το ΒΕΤΟ, το ΓΕΤΟ και τη ΣΦΑ. Στη Γιούρα μετάφεραν καταδίκους και άρα πήγαιναν οργανωμένος κόσμο που πέρασε πολλά ως την καταδίκη του και άντεχε. Ενώ στη Μακρόνησο μάζεψαν όλους τους αριστερούς χωρίς να στοχεύσουν παρά μόνο στο ιδεολόγημα της αναβάπτισης.

_ Μια ερώτηση εδώ: Γιατί θεωρείτε ότι το 1948 έγινε η σφαγή του ΑΕΤΟ;

_ Ξέραν ότι τελειώνει ο Εμφύλιος και θέλαν να σπάσουν και να τελειώσουν με τα δραστήρια στελέχη του ΚΚΕ. Υπήρχαν άτομα που όταν συζητούσαν το θέμα κλαίγανε σαν μικρά παιδιά γιατί είχαν σπάσει. Ο Παπάγος δέχτηκε να γίνει το 53 εξεταστική επιτροπή για το τι συμβαίνει στη Μακρόνησο για να βγάλει και τηνουρά του έξω. Έβαλε επικεφαλής της έναν έμπιστό του αξιωματικό. Έγινε έρευνα πραγματική και ενημέρωσε τον Παπάγο. Αποφασίστηκε τότε από τον Παπάγο να κλείσει το Μακρονήσι. Έδιωξε τους περισσότερους βασανιστές και καταχραστές της Μακρονήσου. Επικράτησε μια άλλη κατάσταση.

_ Πίσω στη Γυάρο λοιπόν;

_ Μετά το Γλάστρα η κατάσταση άλλαξε. Η περίοδος που ακολουθεί ήταν η περίοδος Μπουζάκη. Ο Μπουζάκης είχε σύζυγο δασκάλα συνάδελφο της μητέρας μου και οι γενικά οι δύο οικογένειές μας είχαν αστικές σχέσεις και δεσμούς. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό στη Γιούρα συνενοήθηκα με την καθοδήγηση και τους είπα για τη σχέση. Μου ζήτησαν να πάω στον Α’ Όρμο και να ζητήσω να περάσω στις υπηρεσίες του όρμου. Εκεί είχε το λογιστήριο που λειτουργούσε μόνο με κομμουνιστές. Εμείς θέλαμε τέτοια πόστα γιατί είχαν τεράστια σημασία. Κάναμε τέρατα και σημεία στον αντίπαλο.

_ Όπως;

_ Να σου πω ένα περιστατικό: Πήραμε το κελιδί από έναν χώρο βασανιστηρίων και το παραδώσαμε στην καθοδήγηση. Τους είπαμε ότι δεν θα ξαναλειτουργήσει ο χώρος. Έτσι και έγινε. Κάναμε επίσης καταγγελίες για προμηθευτές του στρατοπέδου και για το κλέψιμο που γίνονταν. Ο Δασκαλάκης, προμηθευτής από τη Σύρο πήγε έτσι φυλακή. Επίσης ότι χρειαζόμασταν σαν οργάνωση, για τα παράνομα ραδιόφωνα ας πούμε, το παίρναμε από τη Σύρο μέσω και των φυλάκων που φοβόντουσαν τη σχέση μας με το διευθυντή. Ένα άλλο που κάναμε ήταν ακραίο, αλλά η εποχή δικαιολογεί νομίζω τα μέσα. Αν φέρναν καποιον άλλο στο λογιστήριο που δεν ήταν δικός μας, αμέσως διογκώναμε τα λάθη του και την επομένη ημέρα τον διώχνανε. Αν έβαζε ας πούμε ανάποδα το καρμπόν μια φορά κατά λάθος, λέγαμε «Καλά αυτός είναι άχρηστος, ούτε το καρμπόν δεν ξέρει να βάλει.» 

_ Η Γυάρος πόσους κρατουμένους είχε τότε;

_ Συνολικά μόνο μπορώ να πω ότι πέρασαν πάνω από 15000.

_ Μετέπειτα σας στέλνουν στη Μακρόνησο.

_ Στη Μακρόνησο πήγα το 1953-1954 ως φαντάρος. Είχαν σταματήσει τα βασανιστήρια, αλλά η μνήμη τους είχε μείνει στον αέρα του νησιού. Σταμάτησαν τα βασανιστήρια γιατί είπαμε, ο Παπάγος πείστηκε και από δικούς του συμβούλους να τα σταματήσει. Εγώ έκανα τη θητεία μου στη Μακρόνησο στον 1ο λόχο απομόνωσης. Έγινα αμέσως εκπρόσωπος των κρατουμένων του λόχου. Κερδίζαμε συνεχώς θέσεις και δυνατότητα να θέτουμε αιτήματα και προβλήματά μας. Άλλαξε αρκετά η διαβίωση και στην απομόνωση μέχρι τη διάλυσή της. Ειδικότερα για μένα έπεσε και από το δικαστήριο η παράταση της θητείας μου για λόγους ανυποταξίας με βάση ιατρικό πιστοποιητικό και απελευθερώθηκα. 

_ Πόσους κρατούμενους είχε τότε το νησί;

_ Ο λόχος απομόνωσης 120-130, συνολικά η Μακρόνησος το πολύ 2000. Αρχικά μου ζητήθηκε δήλωση στη Μακρόνησο και αρνήθηκα. Με στείλαν στην απομόνωση. Στην υποδοχή, όταν περάσαμε στο Α2 γραφείο, ο «Αλφαδύος» που μας εξέτασε μετατίθονταν στην Κορέα. Είχε ταραστεί πολύ και με ρώτησε: «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα με τον πόλεμο στην Κορέα;». Του απάντησα: «Δεν θα ξαναρχίσει ο πόλεμος, σε βλέπω απείραχτο.» Μετά το Α2 μας πήγαν στο ΓΕΤΟ και μας κλείσαν σε ένα τολ που είχε άλογα. Ήμασταν κλεισμένοι μέσα στα σανά στο απόλυτο σκοτάδι. Το απόγευμα οι δηλωσίες ήρθαν και κατ’ εντολής άρχισαν να μας πετάνε πέτρες στο τολ. Μπαίνει τελικά ο γνωστός «Αλφαδύος» και άρχισε να μας βάζει να κάνουμε «προσοχή- ανάπαυση». Εγώ του λέω τότε: «Εγώ δεν δέχομαι καψόνια» και σταμάτησε. Τη νύχτα μας βγάλανε έξω και μας πήγαν σε ένα κτίριο. Εμείς αρχίσαμε να τραγουδάμε. Μόλις μπαίνουμε, μας βλέπουνε οι φαντάροι του κτιρίου και μας υποδέχονται με ανοιχτές αγκαλιές. Ήταν ο λόχος απομόνωσης. 

_Μετά πάμε στο κρατητήριο Κηφισίας;

_ Ναι, στην οδό Κασσαβέτη. Εκεί με κράτησαν λίγο και μετά με άφησαν να φύγω. Εγώ επειδή η προέλευσή μου αστική, γίνονταν πολλές προσπάθειες να με αποσπάσουν από το ΚΚΕ. Θυμάμαι στο κρατητήριο ήρθε να με δει ένας αξιωματικός της Ασφάλειας και με πίεσε να αποκηρύξω επικαλούμενος τις σπουδές μου και την καριέρα που με περίμενε. Του απάντησα: «Τώρα κατάλαβα γιατί δεν μπορείς να παντρέψεις τις κόρες σου. Όταν μου κάνεις τέτοιες προτάσεις χωρίς να καταλαβαίνεις με ποιον μιλάς, ο κάθε γαμπρός θα λέει, τι ανόητος είναι αυτός ο άνθρωπος.»



Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

Από την παρουσίαση του βιβλίου: "80 Χρόνια αγώνες για Λευτεριά και κοινωνική απελευθέρωση"


Κατάμεστο ήταν σήμερα το αμφιθέατρο "Αντωνιάδης" της ΑΣΟΕΕ, όπου λάμβανε χώρα η παρουσίαση του βιβλίου του παλαίμαχου κομμουνιστή, συνδικαλιστή και αγωνιστή, Κώστα Μαραγκουδάκη, με τίτλο: 80 Χρόνια αγώνες για Λευτεριά και κοινωνική απελευθέρωση, από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ.

Ανάμεσα στους δεκάδες ακροατές της παρουσίασης παραβρέθηκαν εκπρόσωποι πολλών παραρτημάτων της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ, της ΠΕΚΑΜ, της ΠΕΑΦΕ, της ΣΦΕΑ, του ΠΑΜΕ, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογιστών, της Ένωσης Λογιστών Πρωτευούσης, των Συνταξιούχων της ΔΕΗ, του Σωματείου Ηθιποιών και του συλλόγου περίθαλψης ηλικιωμένων αγωνιστών "Σπίτι του Αγωνιστή". Ανάμεσα στο πλήθος, γνωστές φυσιογνωμίες του κινήματος, όπως ο εκατοστάχρονος πρόεδρος της ΠΕΚΑΜ Λάζαρος Κυρίτσης, η μαχήτρια του ΔΣΕ Κατίνα Μανιτάρα, το μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ Στέφανος Λουκάς, το στέλεχος του ΚΚΕ και αντιπρόεδρος του ΣΦΕΑ Σπύρος Χαλβατζής και η αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης Μαρία Σιδέρη. 

Η εκδήλωση άνοιξε με σκηνές από το ντοκιμαντέρ του Λ. Βαρδαρού "Τόποι Πολιτικής Εξορίας" και από το ντοκιμαντέρ των Γ. Ξύδα και Ξ. Βαρδαρού, "Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών" στο οποίο και ο ίδιος ο Κώστας Μαραγκουδάκης συνεισέφερε με την προσωπική του μαρτυρία.

Την εκδήλωση παρουσίασε και συντόνισε, ο δημοσιογράφος Κώστας Ψωμιάδης.

Η εκδήλωση συνεχίστηκε με την εκφώνηση του βιογραφικού του Κώστα Μαραγκουδάκη, από την Άλκιστις Φασούλα και μετέπειτα το λόγο πήρε ο παλαίμαχος αγωνιστής Χρήστος Τσιντζηλώνης, πρόεδρος της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ και αντιπρόεδρος της FIR, ο οποίος αναφέρθηκε στη ζωή και τη δράση του Κώστα Μαραγκουδάκη. Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε το στέλεχος του ΚΚΕ Σπύρος Χαλβατζής, ο οποίος αναφέρθηκε στην πολιτική και συνδικαλιστική δράση του Κώστα Μαραγκουδάκη, μέσα από τις σελίδες και του βιβλίου του. Την εκδήλωση έκλεισε ο Χάρης Παπαμάργαρης, οικονομολόγος και πρώην υπουργός, ο οποίος αναφέρθηκε λεπτομερώς στη συνδικαλιστική δράση του Κώστα Μαραγκουδάκη και σε χωρία του βιβλίου που σχετίζονται με αυτή. 

Από την εκδήλωση-βιβλιοπαρουσίαση δεν έλλειψε και το χιούμορ, καθώς ο Χάρης Παπαμάργαρης έκλεισε την ομιλία του με το εξής: "Κώστα έγινες τώρα και γραμματόσημο, για να σε γλύφουν, όσοι σε λοιδορούσαν και σπάζαν στο ξύλο".

Ειδική μνεία στο βιβλίο αφιέρωσι ο Σπύρος Χαλβατζής τονίζοντας στο λόγο του ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Πρόκειται πρώτον για ένα ιστορικό βιβλίο που αποτυπώνει με πληρότητα, αλήθεια και ακρίβεια τον ιστορικό ρου 80 ετών του ταξικού και συνδικαλιστικού αγώνα και του κινήματος. Πρόκειται επίσης για ένα βαθύ και πολιτικό βιβλίο που προχωρά σε σημαντικές πολιτικές εκτιμήσεις, κρίσεις και αξιολογήσεις για το χθές και για το σήμερα. Ένα βιβλίο ενός γνήσιου κομμουνιστή και αγωνιστή, που γράφηκε με βάθος και μεστότητα, ακριβώς "γιατί ο Κώστας Μαραγκουδάκης έζησε στα τσαντίρια της Γυάρου, γιατί κουβάλησε πέτρα στη Μακρόνησο".

Το βιβλίο του Κώστα Μαραγκουδάκη, από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ περιέχει 640 σελίδες ιστορίας και πολιτικών εκτιμήσεων, στο νεανικό και μεστό ύφος του Κώστα Μαραγκουδάκη, που προσωπικά γνωρίζουμε και εκτιμούμε. 

Το συστήνουμε ανεπιφύλακτα.


Φωτογραφίες από την εκδήλωση


Λάζαρος Κυρίτσης και Κώστας Μαραγκουδάκης






Στο βήμα ο Χρήστος Τσιντζηλώνης
Στο βήμα ο Σπύρος Χαλβατζής

Στο βήμα ο Χάρης Παπαμάργαρης





Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Απίστευτο «κάζο» στη Μαριολάτα


Mηνάς Λάγγαρης

Στη Μακεδονία ονομάζονταν «Δεκαρχίες». Στη Ρούμελη «Μαχητικές Ομάδες». Στη Θεσσαλία, συναντούμε επίσης τις ονομασίες «Επιτροπές Προστασίας Ανταρτών» ή «Ομάδες Δράσης» (Αρσενίου), ακόμα και «Ομάδες Αυτοάμυνας» (Μπαλλής).

Ολες αυτές οι ομάδες, από τα μέσα του καλοκαιριού του '43 και στο πλαίσιο της μετατροπής του ΕΛΑΣ σε κανονικό στρατό, θα ονομαστούν πανελλαδικά «Εφεδρικός ΕΛΑΣ» και τα μέλη τους «Εφεδροελασίτες».

Σε αντίθεση με τον «τακτικό» ή «μόνιμο» ΕΛΑΣ, που αποτελούνταν από αντάρτες με αποκλειστική απασχόληση την ένοπλη δράση, σε όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν απαιτούνταν, ο Εφεδροελασίτης σπάνια δρούσε μακριά από τα όρια της περιοχής του.

Συνήθως ασχολούνταν με τις καθημερινές του δραστηριότητες αλλά, όταν χρειαζόταν, άφηνε στην άκρη το αλέτρι, την τσάπα ή τα εργαλεία της δουλειάς του και ξεχώνιαζε το κρυμμένο όπλο του για να προστατέψει το χωριό του, να φυλάξει σκοπιά, να στήσει ενέδρα, ή ακόμη και να συμμετάσχει σε κανονικές μάχες δίπλα στον «μόνιμο» ΕΛΑΣ.

Ο Εφεδρικός ΕΛΑΣ ήταν οργανωμένος σε 15μελείς ομάδες με επικεφαλής τους έναν έμπειρο παλαιό πολεμιστή. Συνδεόταν οργανωτικά με τις άλλες ομάδες της ευρύτερης περιοχής και συντονιζόταν από κάποιον «τομεακό» του ΕΑΜ (σε πολιτικό επίπεδο). Διοικούνταν δε, στο ευρύτερο επιχειρησιακό πεδίο, από κάποιον αξιωματικό ή δοκιμασμένο υπαξιωματικό.

Στη βόρεια πλευρά και στο βάθος της χαράδρας του Παρνασσού, σε υψόμετρο 400 μέτρων, βρίσκεται χτισμένη η Μαριολάτα.[1] Αυτό το μικρό χωριό, σε απόσταση 5 χλμ. από τη Γραβιά, ήταν το πρώτο που δέχτηκε την «επίσκεψη» του αντισυνταγματάρχη Giovanni Aime το μεσημέρι της 23ης Μαρτίου του 1943.

Ο Aime, εκτός από διοικητής του ΙΙΙ/44 τάγματος της Μεραρχίας Forli, είναι και φρούραρχος της Γραβιάς. Επισήμως η διοίκηση της 11ης Στρατιάς τηρεί σιγήν ιχθύος για τις πρόσφατες παταγώδεις ήττες του Regio Esercito στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία.[2] Ομως το Radio Fante[3] έχει λειτουργήσει αποτελεσματικά και το κλίμα ανησυχίας στις τάξεις του στρατού είναι εμφανές. Πώς να κρυφτεί εξάλλου το γεγονός ότι από τις 12 Μαρτίου η Καρδίτσα είναι πλέον ελεύθερη πόλη.

Ο Aime όμως είναι φιλόδοξος και από τη στιγμή που έφτασε στα αυτιά του ότι το Αρχηγείο Παρνασσίδας με όλη του τη δύναμη [4] βρισκόταν σε αποστολή στον Ελικώνα, αποφασίζει να δώσει ένα μάθημα στα χωριά της περιοχής, γνωστά για τη φιλοεαμική τους στάση. Παίρνει λοιπόν την πρωτοβουλία και στις 6.30 το πρωί τίθεται επικεφαλής μίας φάλαγγας 2 λόχων τυφεκιοφόρων και μεγάλου μέρους του λόχου διοικήσεως, συνολικής δύναμης 14 αξιωματικών, 360 ανδρών και 5 καραμπινιέρων. [5]

Η φάλαγγα κατευθύνθηκε προς τη Βάργιανη με σκοπό να ανεβεί στον Παρνασσό από ορεινά μονοπάτια και να αιφνιδιάσει τα ανυπότακτα χωριά, χτυπώντας τα από πίσω. Φτάνοντας όμως στις 8.30 π.μ. στη Βάργιανη διαπιστώνει με απογοήτευση ότι τα μονοπάτια είναι καλυμμένα με τόσο χιόνι που καθιστά τη διάβαση αδύνατη. Δεν πτοείται όμως, επιστρέφει στη Γραβιά και από εκεί, μέσω του κανονικού δρόμου, κινείται προς τη Μαριολάτα.






Φτάνει, λίγο μετά τις 13.00, στο ύψος της χαράδρας που χωρίζει τους δυο συνοικισμούς της Μαριολάτας στρέφοντας το μέτωπο της φάλαγγας ακριβώς απέναντι από το χωριό.

Με πλάτη στον ποταμό Κανιανίτη, η κύρια δύναμη αρχίζει να τοποθετεί τους όλμους και τα πολυβόλα, ώστε να δημιουργήσει μια βάση πυρός, ενώ η ομάδα ανιχνευτών κινείται απειλητικά προς τα πρώτα σπίτια.

Ηδη, απ’ όταν οι Ιταλοί γύρισαν στη Γραβιά, η οργάνωση του ΕΑΜ «αμολήθηκε» να μάθει τις προθέσεις τους. Και όταν πια η πορεία τους προς την Παρνασσίδα έγινε φανερή, οι σύνδεσμοι έτρεξαν να ενημερώσουν τα γύρω χωριά. Οι καμπάνες ηχούσαν ακόμη όταν η ιταλική φάλαγγα φάνηκε στο βάθος του κάμπου.

Είναι κανόνας ότι οι χαρισματικοί ηγέτες φαίνονται στα «δύσκολα» και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν που έλαμψε το άστρο του Θόδωρου Καμάρα. Ο «τομεακός» του ΕΑΜ, γεωπόνος από την Κάτω Αγόριανη, ανέλαβε με αποφασιστικότητα την οργάνωση και τον συντονισμό όλης της άμυνας.

Πρώτη η «μαχητική» της Μαριολάτας, οπλισμένη με καμιά δεκαριά λιανοντούφεκα, γκράδες ως επί το πλείστον από τον ΑΠΠ μαζί με ένα «συνομήλικό» τους πολυβόλο (του 1915) χωρίς γεμιστήρες ικανό να εκτελεί μόνο βολή κατά βολή, έπιασε θέσεις «προκάλυψης» αποφασισμένη να μην αφήσει τουs επιδρομείς να περάσουν. Πίσω τους σχεδόν όλο το χωριό πρόθυμο να τους συνδράμει όπως μπορούσε. Το τηλέφωνο έχει πάρει φωτιά.

Καλούνται εσπευσμένα σε βοήθεια η «διπλανή» Κάτω Αγόριανη (Λιλαία), η «ορεινή» Πάνω Αγόριανη (Επτάλοφος) και η «αντικρινή» Σουβάλα (Πολύδροσος). Η απάντησή τους ομόφωνη και κατηγορηματική. «Κρατάτε, αδέρφια, ερχόμαστε».

Ετσι όταν η ομάδα ανιχνευτών του Αime, με τους 5 καραμπινιέρους, πλησίασε τα ακριανά σπίτια δέχτηκε τα πρώτα αναχαιτιστικά πυρά. Η ομάδα έτρεξε να καλυφθεί όσο καλύτερα μπορούσε.

Μάλλον δεν περίμεναν αντίσταση και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι γίνεται. Σιγά σιγά και προσεκτικά, προς αποφυγήν νέων εκπλήξεων, κινούνται να τους ενισχύσουν δυο διμοιρίες τυφεκιοφόρων, υποστηριζόμενοι από ομάδες πολυβόλων.

Τα πυρά αν και αραιά (η έλλειψη πυρομαχικών είναι το πλέον φλέγον πρόβλημα του ΕΛΑΣ) και το δύσβατο των θέσεων των αμυνομένων επιβραδύνουν και αυτή την κίνηση. Από το κυρίως σώμα των Ιταλών στέλνονται δυο επιπλέον διμοιρίες στα δεξιά, υποστηριζόμενες από ομάδα πολυβόλων, με σκοπό να υπερφαλαγγίσουν τους αμυνόμενους, ενώ μία άλλη διμοιρία τυφεκιοφόρων κινείται στα αριστερά ώστε να προστατέψει το αντίστοιχο πλευρό της επίθεσης.

Εχει πάει 14.30 και εκεί που τα πράγματα για τους αμυνόμενους αρχίζουν να παίρνουν άσχημη τροπή μία σάλπιγγα (γεγονός που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και καταγράφεται στις αναφορές των Ιταλών) ηχεί θριαμβευτικά δίνοντας επίμονα το σύνθημα «προχωρείτε». Είναι η «μαχητική» της Κάτω Αγόριανης που έρχεται να πάρει θέση στο διπλανό αντέρεισμα από αυτό της ομάδας της Μαριολάτας.

Τμήμα με 30 ντουφέκια με μπροστάρηδες τους Γ. Σταμάτη (Βραχιώτη), Νικοκαλέκη, τους αδερφούς Γιάννη και Αλέξη Καμάρα, τον Θ. Λάζο (Σβέικ) και άλλους.

Ο σαλπιγκτής Στάθης Μπούκαλης, παρά το λαχάνιασμα, δεν σταματά τα σαλπίσματα προκαλώντας κραυγές ενθουσιασμού από τους αμυνομένους, επιτείνοντας τη σύγχυση των επιτιθεμένων.

Η επιθετική ενέργεια ξανά σταματάει. Με ανεβασμένο το ηθικό οι αμυνόμενοι πυκνώνουν τα πυρά τους. Νέες κινήσεις των Ιταλών. O Αime διατάζει να μπουν στη μάχη και οι όλμοι. Με προσεκτικές αλλά και αργές κινήσεις η Εφεδρεία κινείται προς τα μπροστά.

Με διαδοχικά άλματα στήνονται νέες πιο προωθημένες θέσεις. Αγγελιαφόροι με νέες εντολές κινούνται ανάμεσα στα τμήματα και οι αξιωματικοί, χειρονομώντας, προσπαθούν να εμψυχώσουν τους άνδρες τους.

Και ενώ τα πράγματα πάνε να μπούνε σε μια «σειρά» έχουμε νέα σαλπίσματα και νέες κραυγές ενθουσιασμού από τους αμυνομένους. Είναι η «μαχητική» της Πάνω Αγόριανης. 25 με 30 νέα ντουφέκια. Ομαδάρχες τους οι Στάθης Σούλιος και ο Ανδρέας Μούκας. Συνοδεύονται από απροσδιόριστο αριθμό αμάχων οπλισμένων με γκλίτσες και τσάπες και παίρνουν θέση δεξιά από τους Κατωαγοριανίτες.

Ενδεικτικό της παλλαϊκής κινητοποίησης και του γενικού ενθουσιασμού είναι τα όσα διαδραματίστηκαν όταν οι Πανωαγοριανίτες πέρασαν μπροστά από την Κάτω Αγόριανη στην πορεία τους για το πεδίο της μάχης. Στην περιοχή Κοτρώνι είχε μαζευτεί όλο το χωριό και με κραυγές και ευχές παρότρυνε τους Πανωαγοριανίτες χειρονομώντας και δείχνοντας προς τη Μαριολάτα.

Και σαν να μην έφτανε αυτό νέα οχλοβοή έρχεται να προστεθεί. Αυτή τη φορά από το βάθος του κάμπου. Είναι η «μαχητική» της Σουβάλας. Ενα ουκ ευκαταφρόνητο τμήμα με 70 ντουφέκια που το οδηγεί στη μάχη ο νεαρός γεωπόνος Κώστας Κασούλας, πλαισιωμένος από τους Βορηά, Κοζάκο και τον συνακολουθούντα αριθμό αμάχων που κράδαινε απειλητικά ότι γεωργικό εργαλείο βρήκε εύκαιρο μέχρι και απλά ραβδιά.

Ο Aime παρακολουθεί με τα κιάλια του τις εξελίξεις συνοφρυωμένος. Ο φόβος του είναι μήπως οι επερχόμενοι από τα ανατολικά είναι το Αρχηγείο της Παρνασσίδας. Το τραγικό αποτέλεσμα στον Φαρδύκαμπο είναι πολύ πρόσφατο και το ενδεχόμενο να περικυκλωθεί και να παρελάσει και αυτός αιχμάλωτος όπως ο ταγματάρχης P. Perrone με όλο το τάγμα του στη Σιάτιστα[5] δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται.

Η ώρα είναι 15.45 και o Giovanni Aime αποφασίζει την απαγκίστρωση. Με πολύ προσεκτικές κινήσεις αναδιπλώνεται και εσπευσμένα παίρνει τον δρόμο επιστροφής για τη Γραβιά δίνοντας τέλος σε μια μάχη που, από καθαρά στρατιωτική άποψη, ίσως και να μην άρχισε ποτέ!

Στην αναφορά που υπέβαλε, το ίδιο βράδυ, προς το προϊστάμενο φρουραρχείο της Λαμίας και τη διοίκηση του 44ου Συντάγματος, επικαλείται την επιτακτική ανάγκη να γυρίσει γρήγορα στην Γραβιά γιατί η παραμείνασα φρουρά ήταν μικρή.[6]

Επίσης επικαλείται το προχωρημένο της ώρας ώστε να μην τον «πιάσει» το σκοτάδι, καθώς και ότι η αναδίπλωση ήταν μία κίνηση στρατηγικής που αποσκοπούσε να παρασύρει τον εχθρό στον κάμπο ώστε να αντεπιτεθεί έχοντας σίγουρη τη νίκη. Για τις απώλειες του αναφέρει έναν τραυματία [7] και αυτόν ελαφριά.

Από την άλλη μεριά, στα χωριά, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και ο κόσμος πανηγύριζε ξέφρενα, ενώ δεν είχαμε καμία καταγραφή απωλειών.

Τις επόμενες μέρες το ΙΙΙ/44 θα κλειστεί στο στρατόπεδό του. Θα τοποθετηθούν διπλοσκοπιές και θα ενισχυθεί η περίφραξη με πρόσθετη σειρά συρματοπλεγμάτων. Ούτε σκέψη πια για εξορμήσεις στα χωριά. Και γενικά, ο Regio Esercito, από τον Απρίλιο του '43 και μετά, θα αποσυρθεί από πολλές μικρές και εκτεθειμένες φρουρές και θα βγαίνει από τα στρατόπεδά του μόνο αν είναι ανάγκη. Και αυτό με ενισχυμένες δυνάμεις. Στις 24 Μαρτίου θα εκκενωθεί και δεύτερη επαρχιακή πρωτεύουσα, τα Γρεβενά.

Τη νύχτα της 26ης Μαρτίου μια δύναμη ανταρτών θα περάσει «ξυστά» από τα ακριανά σπίτια της Γραβιάς. Παρά την αναστάτωση που ξεσήκωσαν τα γαβγίσματα των σκύλων, οι Ιταλοί δεν τόλμησαν να βγάλουν ούτε μία περίπολο.

Την επομένη (27/3) φόρτωσαν σε φορτηγά τον εξοπλισμό τους και κατά το απομεσήμερο εγκατέλειψαν τη Γραβιά.

Στις πανηγυρικές εκδηλώσεις που ακολούθησαν, η «μαχητική» της Μαριολάτας, τιμής ένεκεν, παρέλασε πρώτη στην απελευθερωμένη κωμόπολη.

Σημειώσεις

[1] Σήμερα το χωριό έχει μεταφερθεί προς τον κάμπο και πάνω στον κεντρικό δρόμο.
[2] Τον Φεβρουάριο και αρχές Μαρτίου του ’43 έχουμε τις απανωτές και εντυπωσιακές ήττες των Ιταλών στο Σνίχοβο, στη Μερίτσα, στη Βίγλα και στον Φαρδύκαμπο.
[3] Το αντίστοιχο του ελληνικού όρου «ράδιο αρβύλα».
[4] Δυνάμεως πάνω απο150 καλά οπλισμένων και μπαρουτοκαπνισμένων ανταρτών.
[5] Το συντριπτικό χτύπημα στον Φαρδύκαμπο είχε αποτέλεσμα την αιχμαλωσία ολόκληρου ιταλικού τάγματος (603 άνδρες και όλος ο οπλισμός του Ι/13 τάγματος της Pinerolo, που είχε έδρα τα Γρεβενά).
[6] Ο Giovanni Aime, φεύγοντας το πρωί της 23ης Μαρτίου από τη Γραβιά άφησε πίσω του φρουρά 112 ανδρών.
[7] Επρόκειτο για τον ελαφρύ τραυματισμό του στρατιώτη Del Soglio Raffaele του 11ου Λόχου.


 Βιβλιογραφία

Δημήτριος Ν. Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης
Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης: Το Αντάρτικο
Γεώργιος Δ. Ματζώρος: O καπετάν Διαμαντής
Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944. Εκδόσεις ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Archivo Ufficio Storico. Stato Maggiore Esercito. Diario Storico 44 RGT, Bimestre Marzo-Aprile 1943