"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Ο Τίτο, ο Στάλιν και οι «μακεδονομάχοι»


Ένα εξαιρετικό ιστορικό και πολιτικό άρθρο του Νίκου Μπογιόπουλου

Με αφορμή το Σκοπιανό, τις τελευταίες μέρες, δίπλα στον ριζοσπαστικό… ΝΑΤΟισμό του ΣΥΡΙΖΑ,  έχουμε και μια πλημμυρίδα εθνικιστικής υστερίας.

    Σε αυτήν πρωτοστατούν, φυσικά, τα ναζιστοσάιτ, οι φασιστοφυλάδες και τα χρυσαυγίτικα τρωκτικά του διαδικτύου. Μαθαίνουμε, δε, ότι η δεδομένη συμμετοχή της ΝΔ στα εμέσματα αυτού του συρφετού θα πάρει και πιο επίσημα χαρακτηριστικά με τη συμβολή μεγαλοστελεχών της. Ιδωμεν…

    Σε κάθε περίπτωση κοινός τόπος όλων αυτών των «πατριωτών» είναι η ανασκολόπιση της ιστορίας με κοινό παρονομαστή την εξής αντικομμουνιστική πυξίδα: Για ό,τι ζούμε περί το Σκοπιανό, την ευθύνη φέρει… το ΚΚΕ.

    Από το γεγονός, δηλαδή, ότι η υπογραφή της συμφωνίας με τα Σκόπια έγινε στις Πρέσπες μέχρι ότι η Γιουγκοσλαβία είχε στο εσωτερικό της μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία», το εθνικιστικό (τι άλλο θα ήταν;) ανάθεμα, πέφτει στον… Ζαχαριάδη, στον Στάλιν (μονίμως…), στους κομμουνιστές, στο ΚΚΕ. Αλλά κι όταν μιλούν για τον Τίτο, πάλι το ΚΚΕ φταίει. Γιατί; Διότι ο Τίτο ήταν κομμουνιστής… 

    Έτσι, κατά το προσφιλές στην υπόθεση του Σκοπιανού, για να σερβιριστεί το γλυκό της ιστορικής παραχάραξης και της πολιτικής αμορφωσιάς, ξεθάβετε η περίφημη 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ του Γενάρη του ‘49, με τρόπο αποσπασματικό, συνθηματολογικό, πρωτόγονα αντικομμουνιστικό.

    Μια συνοπτική παρουσίαση του θέματος της Ολομέλειας μπορεί ο αναγνώστης να βρει εδώ:



    Γνωστά, άλλωστε, πράγματα για όσους πραγματικά ενδιαφέρονται. Σε αυτούς δεν ανήκουν, φυσικά, οι τυμβωρύχοι.

    Οι δε τυμβωρύχοι, που ασκούν «κριτική» και ολοφύρονται για την τάχα έλλειψη «αυτοκριτικής» (από τους κομμουνιστές, φυσικά…) περί την 5η Ολομέλεια, τι δεν λένε; Ότι το μόνο κόμμα που έχει τοποθετηθεί ολοκληρωμένα για την 5η Ολομέλεια, αλλά και για την πολιτική προϊστορία εκείνης της θέσης, είναι το ίδιο το ΚΚΕ! Και μάλιστα εδώ και 70 ολόκληρα χρόνια!!!

    Τι δεν λένε; Ότι εκείνη η λαθεμένη θέση, δεν κράτησε ούτε δέκα μήνες.  Ότι ήταν το ίδιο το ΚΚΕ που την εγκατέλειψε στην αμέσως επόμενη, την 6η Ολομέλεια, τον Οκτώβρη του ‘49. Ότι ήταν το ίδιο το ΚΚΕ που την απέρριψε. Πότε; Εδώ και 70 χρόνια!

    Μα οι καλοί μας «λαθολόγοι», που ζητούν… εξηγήσεις από τους κομμουνιστές και τους επιτιμούν για «έλλειψη αυτοκριτικής» (για μια θέση που οι κομμουνιστές, όμως, την έχουν εξηγήσει και απορρίψει εδώ και 70 χρόνια), απορροφημένοι καθώς είναι με την αντικομμουνιστική σπέκουλα, αποφεύγουν – όπως ο διάολος το λιβάνι – να μας πουν ένα ακόμα: Κάποιο δείγμα δικής τους αυτοκριτικής, για όσα αυτοί διέπραξαν καθ’ όλη τη διάρκεια της 70χρονης αντικομμουνιστικής «λαθολογίας» τους, υπάρχει;  Ένα τέτοιο δείγμα έχουν να μας παρουσιάσουν;

    Πάμε, λοιπόν, να δούμε τι αυτοί έκαναν και τι «ξεχνούν»:

Πρώτο:  Θυμούνται ότι ο Τίτο ήταν κομμουνιστής. Τι «ξεχνούν»; «Ξεχνούν» ότι το 1948 η σύγκρουση μεταξύ Στάλιν – Τίτο οδηγεί στην αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ. «Ξεχνούν» ότι από εκεί και πέρα ο Τίτο γίνεται το αγαπημένο παιδί των Αμερικάνων.  Όσοι μιλούν για Τίτο σήμερα, ώστε να πέφτει το «τιτικό» ανάθεμα στον… κομμουνισμό, στον Στάλιν και πάντα στο ΚΚΕ, αυτό το «ξεχνούν». Τόση, μάλιστα, είναι η αγάπη των Αμερικάνων προς τη Γιουγκοσλαβία (που είχε ήδη μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία» στο εσωτερικό της)  που οι τράπεζές τους αποδεσμεύουν τις ποσότητες του χρυσού της που κατακρατούν και τον Σεπτέμβρη του ’49 οι ΗΠΑ χορηγούν το πρώτο δάνειο στον Τίτο ύψους 20 εκ. δολαρίων.

    Δεύτερο:  Μαζί με την αγάπη τους προς τον Τίτο, οι Αμερικάνοι – την ίδια εποχή που ρίχνουν βόμβες ναπάλμ στην Ελλάδα –ζητούν επιμόνως από τις δουλικές ελληνικές κυβερνήσεις την πλήρη εξομάλυνση των ελληνο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων με στόχο τον περαιτέρω προσεταιρισμό της Γιουγκοσλαβίας στην αγκαλιά της Δύσης. Οι επιθυμίες των Αμερικάνων (παρότι η Γιουγκοσλαβία έχει ήδη μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία» στο εσωτερικό της) αντιμετωπίζονται από το εγχώριο αστικό πολιτικό σύστημα, όπως συνήθως: Ως προσταγή.

     Τρίτο: Στο πλαίσιο της ικανοποίησης των Αμερικανικών προσταγών – την προώθηση των οποίων έχει αναλάβει η βρετανική διπλωματία – ο Πιπινέλης (ήδη από τον Μάρτη του ’49) ενημερώνει τον Βρετανό πρέσβη για κινήσεις «συνεννόησης» μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας (https://www.rizospastis.gr/static.do?page=/history/dse/DSE_MEROS_68_23-01-97_10.jsp).

Μια στάση εδώ: Ο Πιπινέλης, για να μαθαίνουν οι νεώτεροι και να θυμούνται οι παλιότεροι, είναι ο από τον Ιούνιο του 1947 έως τον Νοέμβριο του 1948 ο μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών και αργότερα ο υπηρεσιακός υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Θεοτόκη το 1950, είναι από το 1952 ο μόνιμος αντιπρόσωπος της χώρας στο ΝΑΤΟ, είναι μετεμφυλιακά το στέλεχος του Ελληνικού  Συναγερμού του Παπάγου, είναι ο βουλευτής της ΕΡΕ και ο υπουργός Εμπορίου στην κυβέρνηση Καραμανλή (1961-1963) και φυσικά είναι ο μόνιμος υπουργός Εξωτερικών της χούντας των συνταγματαρχών μέχρι το θάνατό του το 1970. Αυτός ο… πατριώταρος είχε αναλάβει την υπόθεση.
    Τέταρτο: Λίγες μέρες αργότερα από την ενημέρωση Πιπινέλη στον Βρετανό και «συγκεκριμένα στις 31 Μαρτίου η λονδρέζικη εφημερίδα «Daily Mail» δημοσίευσε μια συνέντευξη του αντιπροέδρου της ελληνικής κυβέρνησης και υπουργού Εξωτερικών Ντ. Τσαλδάρη, ο οποίος δήλωνε ότι ενδέχεται μέσα σ’ ένα χρόνο η Ελλάδα να είναι σύμμαχος του Τίτο» (βλ: ο.π). Έτσι παιζόταν το παιχνίδι, παρά τις διαψεύσεις που ακολούθησαν. Και ποιοι το έπαιζαν το παιχνίδι της ελληνογιουγκοσλαβικής σύμπλευσης, για την υπέρ Αμερικανών αξιοποίηση της σύγκρουσης μεταξύ του Στάλιν με τον Τίτο (σε μια περίοδο που η Γιουγκοσλαβία έχει ήδη μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία» στο εσωτερικό της);   

Άλλη μια στάση εδώ: Ποιος ήταν ο Ντίνος Τσαλδάρης; Μα ποιος άλλος από τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος, μέγας εθνικόφρων, διατελέσας άλλοτε πρωθυπουργός, άλλοτε αντιπρόεδρος και άλλοτε υπουργός Εξωτερικών σε πλείστες όσες εμφυλιακές κυβερνήσεις.

    Πέμπτο: Ο,τι δεν ολοκληρώθηκε εν μέσω εμφυλίου ήρθε να ανατεθεί στον πρόθυμο Νικόλαο Πλαστήρα και στον ακόμα προθυμότερο αντιπρόεδρό του, τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ετσι, μόλις 5 μέρες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης, στις 20 Απρίλη 1950, ο Πλαστήρας στη συνάντησή του στην Αθήνα με τον S.Sehovic, τον επιτετραμμένο της Γιουγκοσλαβίας (σσ: της Γιουγκοσλαβίας που έχει ήδη μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία» στο εσωτερικό της) δίνoυν τα χέρια για την πλήρη εξομάλυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων (μεταξύ άλλων: Σ.Σφέτας, Η εξομάλυνση των ελληνο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων 1950/51, Βαλκανικά Σύμμεικτα 12-13 (2001- 2)).

    Έκτο: Με στρωμένο το έδαφος όλο το προηγούμενο διάστημα, τα πάντα ολοκληρώθηκαν μετά την ανάληψη από τον Σοφοκλή Βενιζέλο της δικής του διακυβέρνησης. Έτσι στις 28 Νοεμβρίου 1950, ο Βενιζέλος – με αντιπρόεδρο τον Γεώργιο Παπανδρέου και υπουργούς τους Ευάγγελο Αβέρωφ και Κωνσταντίνο Τσάτσο – διακηρύσσει  στη Βουλή την πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων των δυο κρατών και σε λιγότερο από ένα μήνα γίνεται ανταλλαγή πρεσβευτών μεταξύ της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας (της χώρας, δηλαδή, που είχε ήδη μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία» στο εσωτερικό της)…

    Έβδομο: Κάπως έτσι φτάνουμε στα 1954. Κυβέρνηση ο Συναγερμός. Πρωθυπουργός ο Παπάγος. Μέλη της κυβέρνησης όλοι οι πρόγονοι των «η Μακεδονία είναι μια και ελληνική»: Από Καραμανλή και Ράλλη μέχρι Κανελλόπουλο και Στέφανο Στεφανόπουλο. Στο κείμενο του κοινού ανακοινωθέντος με τη Γιουγκοσλαβία (της χώρας που έχει ήδη μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία» στο εσωτερικό της) αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής (Βήμα 6/6/1954 και Νίκος Μισολίδης «Οι ελληνο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις 1950 – 1954»):

    «Kατόπιν προσκλήσεως του Βασιλέως των Ελλήνων, ο Πρόεδρος Γιόσιπ Μπρος Τίτο αφίκετο δι’ επίσημον επίσκεψιν εις Αθήνας την 2αν Ιουνίου 1954. Ο κ. Κότσα Πόποβιτς, υπουργός Εξωτερικών, μετείχε της συνοδείας  του Προέδρου. Κατά τας συνομιλίας, αίτινες έλαβον χώραν και εις ας μετέσχον ο Στρατάρχης Τίτο, ο Στρατάρχης Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Αλέξανδρος Παπάγος, ο υπουργός των Εξωτερικών κ.Σ. Στεφανόπουλος, εξητάσθη επιμελώς η διεθνής κατάστασις υπό το φως των προσφάτων γεγονότων.

    Αι συνομιλίαι αύται, χαρακτηρισθείσαι υπό πλήρους εγκαρδιότητος, κατέδειξαν δια μίαν εισέτι φοράν, την στενήν φιλίαν, ήτις υφίσταται μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδος και επέτρεψαν να διαπιστωθή ταυτότης αντιλήψεων εφ’ όλων των ζητημάτων, άτινα απετέλεσαν αντικείμενον των εν λόγω συνομιλιών.

    Η εξέτασις  των ειδικών θεμάτων, άτινα ενδιαφέρουν τας δύο χώρας, απέδειξε την αρμονίαν των μεταξύ των σχέσεων και την θέλησιν προς σταθεροποίησιν αυτών. Εξεφράσθη η επιθυμία επεκτάσεως της εποικοδομητικής συνεργασίας των εφ΄όλων των πεδίων: πολιτικού, οικονομικού και μορφωτικού. Εις τον τομέα των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών διεπιστώθη ότι αι πραγματοποιηθείσαι μέχρι τούδε πρόοδοι υπήρξαν λίαν ικανοποιητικαί και ότι το πνεύμα ειλικρινούς και πλήρους συνεργασίας , εφ’ ου αι σχέσεις αύται βασίζονται, δικαιολογεί γόνιμον δια το μέλλον προοπτικήν».

    Και παρακάτω:

«(…) αι δύο Κυβερνήσεις, εν πλήρει συμφωνία μετά της Τουρκικής Κυβερνήσεως, συνεφώνησαν όπως συμπληρώσουν το Τριμερές Σύμφωνον, δια της συνάψεως επισήμου συμμαχίας, σταθεροποιούσαι αύτω την ειρήνην και την συλλογικήν ασφάλειαν εν τω πνεύματι του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών. Προς τον σκοπόν τούτον απεφάσισαν όπως η συμμαχία συσταθή (sera etablie) υπό του Συμβουλίου των Υπουργών των Εξωτερικών, κατά την προσεχή τούτου ετησίαν Σύνοδον εν Βελιγραδίω(…)».

    Αυτό ήταν το κλίμα των σχέσεων με την Γιουγκοσλαβία και στις κατοπινές συναντήσεις του Κωνσταντίνο Καραμανλή με τον Τίτο και το 1956 (δυο μάλιστα φορές, μια στην Ελλάδα, μία στο Βελιγράδι), σε αυτό το κλίμα είχαμε το Νομοθετικό Διάταγμα 4009, ΦΕΚ 238 της 5/11/1959 περί αμοιβαίων δικαστικών σχέσεων Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας όπου στο άρθρο 7 γίνεται λόγος για το υπουργείο Δικαιοσύνης της Μακεδονίας κοκ.

    Έτσι διαμορφώθηκαν, με δυο λόγια,  οι σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία καθ’ υπόδειξη των Αμερικάνων, πριν ακόμα λήξει ο εμφύλιος, μετά την σύγκρουση Στάλιν – Τίτο, και ενώ η Γιουγκοσλαβία είχε ήδη μια δημοκρατία με το όνομα «Μακεδονία» στο εσωτερικό της…

    Αυτή είναι η πολιτική προϊστορία των σημερινών μας «μακεδονομάχων». Που ψάχνουν την αιτία της εθνικιστικής τους ζαλάδας στο… ΚΚΕ. Ούτε στους Αμερικάνους και στις θωπείες τους προς τον Τίτο, ούτε στην δική τους αμερικανοφροσύνη. Στο ΚΚΕ…   

    Μόνο που όταν γίνονταν όλα τα προηγούμενα, κι εφόσον σήμερα τα θεωρούν «αποτρόπαια», να ενημερώσουμε τους Βουκεφάλες για μια σημαντική αποκάλυψη: Τότε, ξέρετε, δεν κυβερνούσε το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ, για την ακρίβεια, ήταν εκτός νόμου. Κυβερνούσαν αυτοί. 

    Όπως αυτοί κυβερνούσαν – και πάλι – όταν έβαλαν την υπογραφή τους για την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Και όταν πρόσφεραν την Ελλάδα ως ορμητήριο στον αγαπημένο τους ΝΑΤΟ, για τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, με αποτέλεσμα να πάρει το Σκοπιανό την μορφή που πήρε.


Πηγή: εδώ

Από τις τελευταίες στιγμές του ΔΣΕ Σάμου- Μέρος 3ο

Συνέχεια

"Από την άλλη μέρα ο Αρκάδης δε θα ξανάβλεπε τους άλλους της συντροφιάς του. Εκείνους τους πήγαν αλλού. Αυτόν τον ρίξανε σε ένα μπουντρούμι των Μεταγωγών του Βαθιού από όπου τον παραλάμβαναν οι στρατιωτικοί ανακριτές. Οι μέθοδες της ανάκρισης αλλάζανε κάθε φορά. Μα η πείνα, οι προπηλακισμοί και η ψυχολογική βία αποτελούσαν το τρίπτυχο της σατανικής μηχανής, που επί τρεις βδομάδες είχε βαλθεί να του σπάσει τα νεύρα, να του λυγίσει την ψυχική αντίσταση και να τον μεταβάλει σε ράκος.

Συχνά συρότανε σε έρημα μέρη έξω από την πόλη, όπου δουλεύανε γύρω του αυτόματα σε σκηνές εκτέλεσης και δεν ήξερε ποια από αυτές θα ήταν αληθινή. Κάποια νύχτα πήγανε και τον πήρανε τρεις ΕΣΑτζίδες. Και σε λίγο τον έριξαν σε ένα μπουντρούμι του παλιού τριώροφου κτηρίου της Στρατιωτικής Διοίκησης. 

- Αν δεν ξεράσεις θα αφήσεις εδώ μέσα τα κόκαλά σου.

του είπε με μια αργόσυρτη φωνή, ο επικεφαλής. Κι έκλεισε με πάταγο τη σιδερόπορτα. Τότε ο Νικήτας κατάλαβε ότι από αυτή τη στιγμή η δοκιμασία του έμπαινε σε πιο στυγνή φάση. Και βάλθηκε να προετοιμαστεί ψυχολογικά για οτιδήποτε θα συνέβαινε. Έτσι όλη εκείνη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι, περιμένοντας να έρθουνε και να τον φωνάξουν. Όμως δεν ήρθαν. Αλλά δεν ήρθαν ούτε την επόμενη, ούτε τη μεθεπόμενη μέρα ή νύχτα. Κι οι ώρες του περνούσαν μαρτυρικά. Γιατί δεν του έλλειπε μόνο το φαγητό και το νερό. Του έλλειπαν τα πάντα που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει...

Στο σκοτεινό κλουβί που ήταν κλεισμένος δεν υπήρχε παράθυρο για να έρθει το φως. Δεν έφτανε ο αέρας. Και κάθε τόσο, πέφτοντας κατάχαμα, έβαζε τα ρουθούνια του στο κενό που άφηνε η πόρτα με το δάπεδο για να πάρει λίγη ανάσα. Αλλά κάποτε άνοιξε η πόρτα. 

- Έβγα έξω ρε.

Ο Νικήτας επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά ήταν τόση η εξάντληση του που δεν κατάφερε με το πρώτο να σταθεί στα πόδια του. Προχώρησε στην έξοδο τρικλίζοντας. Ακολουθώντας το φρουρό ανέβηκαν στο ισόγειο. Έπειτα πήραν ένα διάδρομο και βρέθηκαν μπροστά στο ισόγειο. Έπειτα πήραν έναν διάδρομο και βρέθηκαν μπροστά σε μια πόρτα που έγραφε: "Α2 Ανακριτικόν Τμήμα". Την άνοιξε ο ΕΣΑτζής και μπαίνοντας ο Νικήτας αντίκρισε καθισμένον σε ένα γραφείο τον ανακριτή. Φορούσε τη στολή του λοχαγού κι ήταν ψηλός και παχύς άντρας, που με το αλλόκοτο πρόσωπο και τα δασύτριχο κεφάλι του, έδινε την εντύπωση όρθιου γουρουνιού.

Ο ανακριτής δε βιάστηκε να μιλήσει. Άνοιξε πρώτα ένα φάκελο. Διάβασε κάτι χαρτιά. Βγήκε για λίγα λεπτά έξω. Ξαναγύρισε, κι όταν χτύπησε το τηλέφωνο είπε: 

-Μάλιστα κύριε ταξίαρχε, λοχαγός Δαμιανός.
- Μάλιστα, μάλιστα! Τον έχω μπροστά μου.

Ύστερα ακούμπησε το ακουστικό κι αφού κοίταξε ερευνητικά τον αιχμάλωτο είπε με ύφος προστάτη:

- Κρίμα! Είσαι και μορφωμένο παιδί και θα χαθείς τζάμπα.
- ...
- Κι όμως μπορείς να σωθείς και να φτιάξεις τη σταδιοδρομία σου. Φτάνει να φανείς έξυπνος.
- ...
- Από την έκθεση της ταξιαρχίας που σε έπιασε βλέπω ότι ήρθες από την Ικαρία. Έτσι δεν είναι;
- Μάλιστα.
- Σε κατηγορούν ότι έχεις λάβει μέρος σε πολλές μάχες και ότι ανέλαβες μυστικές αποστολές. Τι έχεις να πεις;
- Τίποτα.
- Ήσουν στη μάχη της Πλάκας, όπου εφονεύθησαν 16 οπλίτες και 2 αξιωματικοί;
-...
- Δεν άκουσες την ερώτηση;
- Μάλιστα.
- Γιατί δεν απαντάς;
- ...
- Ποιο πόστο κατέχεις;
- ...
- Άκου να σου πω, όταν σε ερωτώ να απαντάς γιατί αν χάσω την υπομονή μου θα μετανιώσεις.
- ...
- Τέλος πάντων. Τι έχεις να πεις;
- Έχω να σας πω αυτά που έχω ξαναπεί. Δραπέτευσα από την Ικαρία, ενώ με μετέφεραν για τα ιεροεξεταστήρια της Ασφάλειας της Αθήνας. Κι ύστερα πέρασα με βάρκα στα ελεύθερα βουνά της Σάμου. Τίποτα άλλο.
- Και δεν μετανοείς που συνέπραξες με τους προδότες της πατρίδας;
- Οι αντάρτες δεν είναι προδότες. Είναι τα καλύτερα παιδιά του λαού που αγαπάνε την πατρίδα και την ελευθερία.
- Ως εδώ κάθαρμα! 

είπε ο ανακριτής οργισμένα και στο λεπτό αρπάζοντας μια καρέκλα την εκσφενδόνισε στο κεφάλι του Νικήτα. Εκείνος έχασε τις αισθήσεις του κι έπεσε αιμόφυρτος στο πάτωμα. 

Κάποτε άρχισε να συνέρχεται. Και λίγο αργότερα κατάλαβε πως βρισκότανε στην αποθήκη κάποιου αγροτόσπιτου. Σύρθηκε προς την πόρτα. Κι από μια χαραμάδα διέκρινε σε κοντινή απόσταση έναν ένοπλο στρατιώτη που έκανε τη σκοπιά του. Ύστερα ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και προσπάθησε να αυτοσυγκεντρωθεί. Μα του ήταν αδύνατο. Γιατί πονούσε όλο το σώμα του κι απ' τη δίψα είχαν κολλήσει τα σωθικά του. Περνούσε η ώρα και το λιγοστό φως της αποθήκης άρχισε να χάνεται. Αλλά ξαφνικά ακούστηκαν βήματα που όλο πλησίαζαν. Κάποια στιγμή σταμάτησαν. Άνοιξε η πόρτα και μπροστά του διαγράφηκε η σιλουέτα του φρουρού στρατιώτη.

- Πονάς; Σε έχουνε χτυπήσει πολύ;
- Πονάω...
- Θέλεις τίποτε;
- Που βρισκόμαστε;
- Σε ένα φυλάκιο, έξω από το Βαθύ. Λέγε θέλεις τίποτα;
- Νερό...νερό...
- Περίμενε, φτάνω αμέσως.

Σε λίγα λεπτά ο στρατιώτης έδινε στον κρατούμενο ένα παγούρι με νερό που το κατέβασε μονορούφι. Και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα:

- Σε ευχαριστώ φίλε. Θα σε θυμάμαι για πάντα.
- Λυπάμαι που είσαι σε αυτή τη δύσκολη θέση.
- Όλα αντιμετωπίζονται...
- Μα εσύ δε φαίνεσαι στρατιώτης.
- Είμαι από την Αθήνα.
- Α, τώρα ξέρω. Είσαι από τους δραπέτες της Ικαρίας.
- Ακριβώς
- Μήπως είσαι ο Αρκάδης;
- Ναι
- Είσαι τυχερός. Γιατί γράψανε οι εφημερίδες πως πιάστηκες κι είναι δύσκολο να σε εξαφανίσουν.
- Σε ευχαριστώ και πάλι για την καλοσύνη σου.
- Πάω να σου φέρω κάτι.

είπε ο στρατιώτης και ξανάκλεισε την πόρτα. Όταν ξαναγύρισε, έφερε στον Νικήτα ψωμί κι ένα κομμάτι κρέας λέγοντας:

- Είναι από το συσσίτιό μου.

Έπειτα έφυγε, αλλά σε κάμποση ώρα ξαναπήγε.

- Άσχημα νέα. Έχεις μπλέξει άσχημα με αυτόν τον Δαμιανό.
- Και ποιος είναι αυτός ο Δαμιανός;
- Ο ανακριτής του Α2, ο προϊστάμενος.
- Α τον ξέρω.
- Είναι αδίστακτος και τον τρέμουνε όλοι.
- Επειδή αυτό το όνομα μου θυμίζει κάτι, μήπως ξέρεις από που κατάγεται;
- Είναι Σαμιώτης.

Ο στρατιώτης εδώ καληνύχτισε γιατί τελείωνε τη βάρδιά του. Κι η νύχτα από τη στιγμή αυτή κύλαγε βαριά. Όμως ο Νικήτας είχε μια διάθεση που δεν μπορούσε να βρει που οφειλόταν. ίσως τον είχε τονώσει η ανθρωπιά του στρατιώτη. Ίσως γιατί στο πρόσωπο αυτού του νέου έβλεπε τον καινούργιο κόσμο για τον οποίο άξιζε να δώσει κανείς κι αυτή τη ζωή του. Έτσι όταν τον πήρανε και τον πήγανε στο φυλάκιο μπροστά στον ανακριτή "δεν του καιγότανε καρφί".

- Αρκάδη σου δίνω την τελευταία ευκαιρία για να γλιτώσεις. Αλλιώς θα σε φάει το σκοτάδι.
- ... 
- Σε ερωτώ: Που είναι κρυμμένο το αρχείο του αρχηγείου; Ποιοι είναι οι πληροφοριοδότες και οι οικονομικοί ενισχυτές των συμμοριτών; Που έχετε κρύψει τρόφιμα;
- Δεν ξέρω.
- Αν δεν απαντήσεις δε δύο μόνο λεπτά, θα σε παραδώσω σε αυτούς

είπε κι έδειξε τρεις-τέσσερις ΕΣΑτζήδες. 

- Δεν ξέρω!

απάντησε κοφτά ο Νικήτας. Τότε ο ανακριτής σηκώθηκε και άρχισε να σκούζει:

- Πάρτε τον από 'δω!

Κι αμέσως τον άρπαξαν οι λυκάνθρωποι και σηκωτό τον έβγαλαν έξω από το φυλάκιο. Βάδισαν καμιά πενηνταριά μέτρα και τον έστησαν στον τοίχο κάποιου ερειπωμένου καλυβιού. Ύστερα άναψαν τους προβολείς ενός τεράστιου καμιονιού. Και με προτεταμένα τα αυτόματα τον πλησίασαν. 

- Θα τα πεις ρε;
- Δεν ξέρω τίποτα.

Τότε άρχισαν τις ριπές που έκαναν να πέφτουν οι αδύνατοι τοίχοι και τα κεραμίδια του καλυβιού. Κι εκείνος έμενε ακίνητος. Κι όταν του έφυγε η πρώτη ζάλη από τις φωτιές και τις κλαγγές των όπλων κατάλαβε ότι είχε να κάνει με ακόμα μια εικονική εκτέλεση.

Κάποτε η εικονική εκτέλεση σταμάτησε. Και δρασκελίζοντας οι λυκάνθρωποι τον άρπαξαν βιαστικά και τον έριξαν στο καμιόνι που ξεκίνησε αμέσως. Σε λίγο σταμάτησε. Τον έβγαλαν, τον πέρασαν μπροστά από ένα φρουρό και τον πέταξαν σ ένα μπουντρούμι.

Το πρωί ένιωθε πιο δυνατός γιατί με όλους τους πόνους είχε ξεκλέψει κι ένα υπνάκι. Φάνηκε κι ένας σκοπός.

- Μπορώ να πάω στο αποχωρητήριο;
- Μπορείς

του απάντησε εκείνος κι αμέσως του άνοιξε την πόρτα. Ο Νικήτας βγήκε. Και μπόρεσε έπειτα από πολλές μέρες να ρίξει λίγο νερό στο παραμορφωμένο από το πηγμένο αίμα και τη σκόνη κεφάλι του. 

- Σε ευχαριστώ, είπε στο φρουρό αλλά αυτός δεν μίλησε. Αλλά όταν ξαναμπήκε στο κρατητήριο ο Νικήτας, άνοιξε το φινιστρίνι και τους είπε χαμηλόφωνα:

- Είσαι ο Αρκάδης;
- Ναι.
- Από ποια συνοικία;
- Από το Παγκράτι.
- Εγώ είμαι από του Γκύζη.
- Χαίρομαι γιατί κάποτε θα ξανανταμώσουμε.
- Κουράγιο, όταν φύγεις από εδώ μέσα θα τελειώσουν τα βάσανά σου.

Το φινιστρίνι ξανάκλεισε. Κι οι ώρες περνούσαν. Και μόνο από τους χτύπους του ρολογιού κάποιας κοντινής εκκλησίας κατάλαβε ότι είχε έρθει η νύχτα. Κάποτε το ρολόι χτύπησε έντεκα φορές. Ήταν έντεκα πριν τα μεσάνυχτα., όταν άκουσε το ποδοβολητό. Άνοιξε η σιδερόπορτα κι άκουσε να τον προστάζουν. 

- Σήκω απάνω ρε.

Αυτός σηκώθηκε και προχώρησε στο μισοσκότεινο διάδρομο. Ύστερα ακουμπώντας στον τοίχο ανέβηκε τη σκάλα. Στο ισόγειο τον παρέλαβαν δύο πανύψηλοι ΕΣΑτζήδες και "σηκωτό" τον ανέβασαν στην ταράτσα. 

- Τώρα θα δούμε αν είσαι παλικάρι, και ανοίγοντας μια πόρτα ένας τον έσπρωξε σε ένα τσιμεντένιο κελί δίχως παράθυρα.

- Τι λες, θα τα πεις ή θα σε σουβλίσω σαν τον κατσίκι, ακούστηκε μια φωνή μέσα στο κελί. Εκείνος δεν απάντησε. Και κοιτάζοντας γύρω του πρόσεξε τα .. σύνεργα που θα χρησιμοποιούσαν σε λίγο επάνω του. Ανάμεσά τους ήταν και μια γκαζιέρα που είχε κιόλας πάνω της πυρακτώσει δυο-τρία σουβλιά.

- Λέγε ρε θα μιλήσεις;
- Δεν ξέρω τίποτα.

Τότε οι υπάνθρωποι τον έδεσαν μισόγυμνο και ξυπόλυτο πάνω σε έναν πάγκο. Κι αμέσως άρχισαν τα μαρτύρια. Τον χτυπούσαν ουρλιάζοντας: "Μαρτύρα! Μαρτύρα!" Κι όταν δεν πήραν απάντηση βάλανε μπροστά τα μεγάλα μέσα... Άρπαξε κάποιος από τους κανίβαλους ένα πυρακτωμένο σουβλί και με σβελτάδα "ειδικού" το έμπηξε στη μέση της πατούσας του αριστερού ποδιού του Νικήτα. Εκείνος όμως δεν πρόλαβε να βγάλει ανάσα κι ούτε καν να πονέσει. Γιατί η φωτιά άναψε το αίμα του κι έχασε τις αισθήσεις του. Και μάταια οι δήμιοι απειλούσαν: "Μαρτύρα γιατί θα σε κάψουμε ολόκληρο". Έτσι καταϊδρωμένοι και απογοητευμένοι βάλανε τον αιχμάλωτο αντάρτη σε μια κουβέρτα και τον ξαναπήγανε στο μπουντρούμι που ήταν πριν λίγο. 

Λίγο αργότερα τον μεταφέρανε στο απομονωτήριο του τμήματος μεταγωγών."


Συνεχίζεται 


Το Βαθύ της Σάμου.

Αντάρτες του ΔΣΕ Σάμου.




Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Μάχη της Κρήτης: Ήρωες οι ναζί εισβολείς, αφελείς και εκτελεστές αιχμαλώτων οι Κρητικοί


Άλλο ένα δείγμα της θρασυδειλίας των ναζιστών της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή είναι η προσχηματική διαγραφή του βουλευτή τους Μπαρμπαρούση,  ο οποίος μιλώντας στη Βουλή κάλεσε την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να προχωρήσει σε πραξικόπημα.

Πρώτα τον χειροκρότησαν, αποδεικνύοντας έτσι τη συμφωνία με όσα είπε και μετά -και αφού είχε περάσει μια ώρα- ο Μιχαλολιάκος τον διέγραψε από την κοινοβουλευτική τους ομάδα -όχι και από την οργάνωσή τους-, γιατί αυτά που είπε «ήταν εκτός γραμμής» και γιατί «με την δήλωση του αυτή έδωσε μια βαθιά επικοινωνιακή ανάσα στο ΣΥΡΙΖΑ».

Αυτοί οι «λεβέντες». Που, δρώντας στο σκοτάδι παρουσιάζουν το πραγματικό ναζιστικό πρόσωπό τους και όταν βρίσκουν λίγο τα σκούρα, δεν διστάζουν να αποκηρύξουν τον πραγματικό τους εαυτό.

Αυτοί οι «πατριώτες». Που τιμούν, τάχα, τη Μάχη της Κρήτης, αλλά στην πραγματικότητα πανηγυρίζουν για τη νίκη των ναζιστικών ορδών του Χίτλερ.

«Εκεί κοντά στο Μάλεμε, υπάρχει η τελευταία κατοικία, εκείνων που αψήφισαν τις εξωτερικές πραγματικότητες και νίκησαν. Αναγνωρίζοντας την πραγματική εικόνα και σημασία των γεγονότων της εποχής εκείνης, τους απευθύνουμε έναν ακόμη Χαιρετισμό», αναφέρει έγγραφο που βρέθηκε στα αρχεία τους και περιλαμβάνεται στη δικογραφία, στη δίκη που διεξάγεται εναντίον τους. Ενώ, τους Κρητικούς που αντιστάθηκαν υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και την ελευθερία τους, τους  χαρακτηρίζουν στο ίδιο έγγραφο, «αφελείς» και «θύματα στον δούρειο ίππο του αντιγερμανισμού», αλλά και  «οπλαρχηγούς» και «εκ του ασφαλούς πάντοτε πολέμαρχους μαχαιροβγάλτες» που εκτελούσαν «αιχμάλωτους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές».

Να τι γράφουν σε αυτό το έγγραφο,  που τιτλοφορούν «Η μάχη της Κρήτης» οι απόγονοι των Γερμανοτσολιάδων και του Τσολάκογλου, «η σπορά των ηττημένων του '45», όπως λέει ο Μιχαλολιάκος :

«1987 1941: Σαρανταέξι Χρόνια από τις φονικότατες μάχες στο νησί που δίκαια χαροκτηρίστηκε σαν το "κλειστό σταυροδρόμι" της Μεσογείου, τον τόπο δηλαδή, που πολλά "εισέρχονται" και τίποτα δεν "βγαίνει", ή τουλάχιστον "βγαίνει" όταν δεν είναι η ώρα του.

Φαίνεται πως ο "μύθος" του Μίνωα και του Μινώταυρου έχει οριοθετήσει την μοίρα του νησιού, τόσο στον τύπο, όσο και στην ουσία, τόσο στο "ένδυμα" όσο και στην "ψυχή" του. Μονάδες του Ελληνικού στρατού, βρέθηκαν στο πλευρό των Αγγλων της ιντέλλιτζενς και του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Πολεμούσαν, πιστεύοντας πως, κατά βάθος, έρχονταν πίσω τους η ατέλειωτη Βρετανική αυτοκρατορία. Πόσο ενάντιοι ήσαν οι Ελληνες τότε στο Γ Ράιχ;

Αντιπαρερχόμενοι τις πρόσφατες τότε ιστορικές συγκυρίες, παρατηρούμε τα εξής: Πρώτον, τον παρέλκυσμα τμημάτων των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τις Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Στο σημείο αυτό, πρωτεύοντα ρόλο έπαιξαν οι άνθρωποι ταυ παλατιού, οι οποίοι, χειροπάδαρα δεμένοι στο Βρετανικό άρμα εξετέλεσαν κατά γράμμα τις εντολές των πατρόνων τους. Η άσκοπη θυσία πολλών νεαρών Ελλήνων, που από αφέλεια τους ακολούθησαν, φυσικά δεν τους ενδιέφερε. Εκείνο που προείχε, ήταν να ικανοποιηθούν οι ισχυροί προστάτες, οι οποίοι, κάποτε θα τους αντάμειβαν.

Δεύτερον, την μακρόχρονη και σαφή δράση των πρακτόρων και πρακτορίσκων των δυτικών συμμάχων στο "κλειστό αυτό σταυροδρόμι". Εκμεταλλευόμεναι την de φάκτο αγγλόφιλη και συνάμα αντιγερμανική τοποθέτηση και παράδοση του νησιού αυτού κυρίως λόγω Βενιζέλου, είχαν προετοιμάσει τέλεια τα έδαφος για ολόπλευρη και συνεχή αντίδραση κατά των Γερμανών. Οι αφελείς Κρήτες, εύκολα έπεσαν θύματα στον Δούρειο ίππο του αντιγερμανισμού. 'Ηδη, από τις πρώτες ώρες των επιχειρήσεων, αναφέρονται περιστατικά εκτελέσεως αιχμαλώτων Γερμανών αλεξιπτωτιστών από τους "οπλαρχηγούς" και τους εκ του ασφαλούς πάντοτε, πολέμαρχους μαχαιροβγάλτες.

Πόσο εύκολη επιχείρηση ήταν η κατάληψη της Κρήτης; Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, πως οι αμυνόμενοι, ήσαν πολλαπλάσιοι, πλέον του ότι ευνοούνταν από τον περιβάλλοντα χώρο. Είναι εξ ίσου αναμφισβήτητο, το ότι με τα δεδομένα τεχνικής υποστηρίξεως των πρώτων ημερών του πολέμου, η από του αέρος κατάληψις ενός τέτοιου στόχου, άγγιζε τα όρια του εξωπραγματικού. Οι επιτιθέμενοι όμως, τα κατάφεραν. Εις πείσμα των περιστάσεων, των μακρόχρονα στημένων σκηνικών, και των σάπιων συμφερόντων της Βρετανικής τότε υπερδυνάμεως, ο αγκυλωτός σταυρός, υψώθηκε εκεί που δεν τον ήθελαν... Και ο Βρετανικός στόλος και ο Βρετανικός στρατός, που από τον Αύγουστο του 1940 παραθέριζαν στα Κρητικά παράλια, πήραν το δρόμο του γυρισμού, για πάντα. Τίμημά τους ο αργός θάνατος, ο θάνατος εκείνου που ακολουθεί χωρίς να βλέπει τον "Αγνωστο αφέντη".

Εκεί κοντά στο Μάλεμε, υπάρχει η τελευταία κατοικία, εκείνων που αψήφισαν τις εξωτερικές πραγματικότητες και νίκησαν. Αναγνωρίζοντας την πραγματική εικόνα και σημασία των γεγονότων της εποχής εκείνης, τους απευθύνουμε έναν ακόμη Χαιρετισμό.

Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι ο "εξτρεμισμός" της Χρυσής τομής».


Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Όταν οι μαθητές «τσαλάκωσαν» τη 2η «επέτειο» της Χούντας (Αναμνήσεις Σπύρου Χαλβατζή)


Τον Απρίλη του ’69, στα δύο χρόνια της δικτατορίας όταν έγινε μια συγκέντρωση στο Παναθηναϊκό στάδιο μίλησε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος στους μαθητές, που τους πήγαν εκεί οι καθηγητές τους με το ζόρι, τα πρώτα συνθήματα ήσαν: «Παπαδόπουλος», «Παπαδόπουλος». Κάποια στιγμή, από την απέναντι εξέδρα οι μαθητές άρχισαν να φωνάζουν: «Αλατίνη», «Αλατίνη»…


Η παράνομη δράση των κομμουνιστών στις γειτονιές, η προπαγάνδα με τις προκηρύξεις και τα πανό που έσπαγαν το φόβο, οι κινητοποιήσεις στα Πανεπιστήμια που ολοένα πλήθαιναν αποτέλεσαν πραγματικό «σχολείο» του αγώνα για τους μαθητές.

Τα μέλη της ΚΝΕ στα σχολεία και άλλοι πρωτοπόροι μαθητές κινητοποιούνταν για τα οξυμένα προβλήματά τους, οργάνωναν από απλές διαμαρτυρίες στη διεύθυνση του σχολείου τους μέχρι παραστάσεις διαμαρτυρίας στα υπουργεία. Το παρακάτω παράδειγμα ανταπόκρισης του «Οδηγητή» είναι ενδεικτικό για το θάρρος και την αποφασιστικότητα των μαθητών που αγωνίζονταν: «Εφτά νέοι, από 16 μέχρι 19 χρονώv, μαθητές Γυμνασίου που συνελήφθησαν πρόσφατα γιατί είχαν στείλει γράμμα στο Σουηδικό Προξενείο, κήρυξαν απεργία πείνας σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την κακομεταχείρισή τους από τα όργανα της Χούντας. Καλούν σε συμπαράσταση όλη τη νεολαία.»

Οι πυρήνες ΚΝιτών μαθητών έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα αγωνιστικά σκιρτήματα στα σχολεία όλης της χώρας. Τέτοιοι πυρήνες υπήρχαν και συνεχώς μεγάλωναν σε πολλές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στη Λάρισα, στα Γιάννενα, στο Ηράκλειο, στην Πάτρα, στην Καλαμάτα, στα Χανιά, στη Λαμία και αλλού.

Οι πυρήνες αυτοί αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της Μαθητικής Οργάνωσης Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδας (ΜΟΔΝΕ) στις αρχές του 1973.

«Τα σχολεία λειτουργούν «κανονικά». Όποιος μαθητής απουσιάσει θα τιμωρηθεί. Έχουν επιταχθεί λεωφορεία με τα οποία θα πραγματοποιηθεί η «αυθόρμητος προσέλευση» των μαθητών στο Στάδιο.

Με την εμφάνιση του «μεγάλου πατέρα» στο Στάδιο τράνταξε ο τόπος από το γιουχάισμα. Ο «σωτήρας» σαν φρενοβλαβής που είναι, εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο. Καλεί συνεχώς στην «τάξη» και απειλεί πειθαρχικές ποινές. Οι μαθητές απαντούν με ρυθμικές φωνές υπέρ… όχι φυσικά του «σωτήρα» αλλά υπέρ του Ολυμπιακού. Το τσούρμο των χαφιέδων δεν είναι σε θέση να επισημάνει τους «αναρχικούς» γιατί όλοι οι μαθητές φωνάζουν γιουχαΐζοντας χωρίς διακοπή.

Ακολουθεί η γεμάτη μαργαριτάρια, όμως κατά τους «κράχτες» του «εμπνευσμένη» ομιλία του αρχηγού, με αποκορύφωμα την «εμπνευσμένη» διαπίστωση ότι «είμαστε οι καλύτεροι Έλληνες του κόσμου». Αυτό κ. καθηγητά -λέει κάποιος μαθητής στον αυθορμήτως προσελθέντα καθηγητή του- δεν μας το έμαθες. Πού το βρήκε αυτός και μας το σερβίρησε; Ο καθηγητής, αμίλητος, κούνησε το κεφάλι του κι αναστέναξε. Τι να πεί;

Πανδαιμόνιο αποδοκιμασίας ακολούθησε τις «στοργικές» συμβουλές του «αρχηγού» με τις οποίες συμβούλευε τους μαθητές να μην «ακούν τις σειρήνες του αναρχισμού και του αθεϊσμού» αλλά μόνο τις ανοησίες τις δικές του και των υποτακτικών του.

Η υποδοχή φυσικά που επεφύλαξαν οι μαθητές στον αρχηγό της μαύρης συμμορίας ήταν αναπόφευχτη, και εκφράζει το μίσος του υπερήφανου και αγωνιστή Λαού, το μίσος της Ελληνικής Νεολαίας κατά των τυράννων, εφαρμόζει την απόφαση ολόκληρου του Ελληνικού Λαού να αγωνισθεί ως την συντριβή της φασιστικής τυραννίας».

«Οδηγητής», Απρίλης 1969

Από την αγωνιστική στάση των μαθητών

(Αναμνήσεις Σπύρου Χαλβατζή, μέλους του Γραφείου Αθήνας της ΚΝΕ εκείνη την εποχή)




Και στους μαθητές, όπως και σε άλλα τμήματα του πληθυσμού, οι αντιδικτατορικές διαθέσεις μεγάλωναν. Ωστόσο, μαζικά ξεσπάσματα δεν είχαμε τον πρώτο καιρό. Η ΚΝΕ Αθήνας προσπαθούσε να οργανώσει και να ενεργοποιήσει μαθητές. Η ΜΟΔΝΕ – Μαθητική Οργάνωση Δημοκρατικής Νεολαίας, το 1973 σημείωνε βήματα ανάπτυξης σε αρκετά Γυμνάσια της Αθήνας. Η «Μαθητική Φωνή», η παράνομη εφημερίδα της ΜΟΔΝΕ κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι ανάμεσα σε πολλούς μαθητές, όχι μόνον στην Αθήνα και τον Πειραιά, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, τα Γιάννενα και σε άλλες πόλεις.

Ένα γεγονός που καταγράφηκε στην ιστορία είναι το εξής: Τον Απρίλη του ’69, στα δύο χρόνια της δικτατορίας όταν έγινε μια συγκέντρωση στο Παναθηναϊκό στάδιο μίλησε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος στους μαθητές, που τους πήγαν εκεί οι καθηγητές τους με το ζόρι, τα πρώτα συνθήματα ήσαν: «Παπαδόπουλος», «Παπαδόπουλος». Κάποια στιγμή, από την απέναντι εξέδρα οι μαθητές άρχισαν να φωνάζουν: «Αλατίνη», «Αλατίνη». Το «Αλατίνη» ήταν το όνομα άλλης εταιρίας μπισκότων και φάνηκε καθαρά ότι οι μαθητές γιούχαραν, ειρωνεύονταν το «Παπαδόπουλος», που το ταύτιζαν με τα μπισκότα Παπαδοπούλου. Σ’ αυτή τη συγκέντρωση έγινε πανδαιμόνιο, μ’ αποτέλεσμα ο δικτάτορας να μην ολοκληρώσει την ομιλία του στους μαθητές.

*Από την εξαιρετική έκδοση της Ιδεολογικής Επιτροπής του ΚΣ της ΚΝΕ “Από τη ζωή και δράση της ΚΝΕ στην παρανομία”, που κυκλοφορεί από τη Σύγχρονη Εποχή (2018)

Πηγή: εδώ

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Οι άγνωστες λήψεις του φωτοκινηματογραφικού συνεργείου του ΕΛΑΣ


Οι παρακάτω φωτογραφίες του φωτοκινηματογραφικού συνεργείου του ΕΛΑΣ αλιεύθηκαν από πολλά βιβλία και αφιερώματα για την Εθνική Αντίσταση, όπως το πολύτομο έργο Στ' άρματα, στ' άρματα. Υπεύθυνος για τη συλλογή και την ανάδειξη του έργου, που εν πολλοίς χρεώθηκε λανθασμένα μόνο στους Μπαλάφα και Μελετζή, υπήρξε ο φωτογράφος Μανόλης Κασιμάτης και η πολιτιστική εταιρεία "Φωτογραφίζοντας".

Επικεφαλής του φωτοκινηματογραφικού συνεργείου του ΕΛΑΣ υπήρξε ο Δημήτρης Μεγαλίδης και οι Γ. Νυσιρίου και Θ. Παπαδούκας, υπήρξαν οι βασικοί φωτογράφοι-οπερατέρ, ανάμεσα σε άλλους φωτογράφους και κινηματογραφιστές που παραμένουν σήμερα άγνωστοι. Σε αντίθεση με τον Μελετζή, τα περισσότερα μέλη και στελέχη του φωτοκινηματογραφικού συνεργείου του ΕΛΑΣ γνώρισαν τις διώξεις του μεταβαρκιζιανού κράτους, ορισμένοι πέρασαν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού, άλλοι εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν και έζησαν μετέπειτα στη αφάνεια και τη φτώχεια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Θ. Παπαδούκα που το 1945 αντάλλαξε τη φωτογραφική του μηχανή με ένα ζευγάρι άρβυλα για την αδερφή του Ολυμπία, που δεν είχε παπούτσια.

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα καρέ των παραπάνω αφανών ηρώων του φωτοκινηματογραφικού συνεργείου του ΕΛΑΣ, οργανωμένα σε τέσσερις θεματικές ενότητες.


O Άρης με αντάρτες φωτογραφίζεται στα χιόνια





Στελέχη του ΕΛΑΣ στο σιδηροδρομικό σταθμό Παλαιοφαρσάλων το 1944










Σκηνές μαχών και επιχειρήσεων
Οι παρακάτω σκηνές πιθανώς να "στήθηκαν" προς φωτογράφιση από το συνεργείο προκειμένου να αποτυπωθεί σε φιλμ η δράση και οι επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ


























Μεταφορά τραυματία και ταφή του αφού υπέκυψε στα τραύματά του

Και εδώ δεν αποκλείουμε το "στήσιμο" των φωτογραφιών καθώς οι καλλιτέχνες του συνεργείου επιθυμούν να αναδείξουν τις δυσκολίες και τις θυσίες του αγώνα










Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Από τις τελευταίες στιγμές του ΔΣΕ Σάμου- Μέρος 2ο


"Ήταν πια νύχτα και μια λάμπα ασετυλίνης φώτιζε το δράμα των αιχμαλώτων που ήταν κλεισμένοι σε μια αποθήκη. Ο Μάρκος δεν είχε βρει τις αισθήσεις του. Ο μικρός Μανώλης κάθε τόσο λιποθυμούσε. Ο Νικήτας σε κακό χάλι. Οι δύο άλλοι, δεμένοι σφιχτά με καλώδιο, πόναγαν φοβερά. Αλλά κάποτε ακούστηκε θόρυβος κι ο σκοπός άνοιξε την πόρτα. Κι έκανε την εμφάνισή του ένας με γαλόνια., παράσημα πολλά, αρειμάνιο μύστακα κι ένα μπαστούνι στο χέρι. Πίσω του μια κουστωδία από καμπόσους άλλους. Έριξε μια ματιά βλοσυρή γύρω και πλησίασε το Μάρκο. Τον σκούντησε με το μπαστούνι, μα αυτός δε σάλεψε. Κοίταξε το βαριά τραυματισμένο Μανωλάκη. Κοίταξε και τους άλλους. Και τότε διέταξε: "Αυτοί οι τρεις να μείνουν, τους άλλους πάρτε τους από εδώ". Έπειτα στράφηκε στο Νικήτα:

- Εσύ δεν είσαι ο δραπέτης από την Ικαρία;
- Ναι
- Αν γίνεις καλά, θα έρθεις να πολεμήσουμε μαζί;
- Όχι, για εμένα ο πόλεμος τελείωσε.
- Ώστε έτσι ε; Τώρα θα δεις!

Κι ο γενναίος έδωσε μια κλωτσιά στον τραυματία. Και σαν να μην έφτανε αυτό σήκωσε το μπαστούνι. Κι όπως κατέβαινε για το κεφάλι του Νικήτα έγειρε λίγο εκείνος και βρίσκοντας την πλάτη του έσπασε στα δύο. Η πόρτα έκλεισε. Μα σε λίγο ξανάνοιξε και μπήκε ένας με στολή βαθμοφόρου, γκριζομάλλης και μελαχροινός σαν Αιγύπτιος. 

- Καλησπέρα παιδιά, είμαι ο γιατρός του τάγματος
- Καλησπέρα, αντιχαιρέτησαν οι κρατούμενοι. 

Πλησίασε το Νικήτα. Άνοιξε το βαλιτσάκι του, εξέτασε τον τραυματία και άρχισε προσεκτικά τη θεραπεία. Όλος ανθρωπιά και ευγένεια, ο άνθρωπος αυτός έδωσε χαρά κι αισιοδοξία στον τραυματία, μέχρι που να αναρωτιέται: "Υπάρχουν άνθρωποι σε αυτή τη ζούγκλα;" Τελειώνοντας, ο γιατρός του έσφιξε το χέρι λέγοντας: "Μην ανησυχείς παιδί μου, δεν έχεις τίποτε σοβαρό". Και φεύγοντας συμπλήρωσε, αφήνοντας ένα φιλικό και γεμάτο σημασία χαμόγελο: "Και προπαντώς μη χάσεις το κουράγιο σου".

Μετά τα μεσάνυχτα άνοιξε και πάλι η πόρτα. Ήταν ο καινούργιος σκοπός, ένα λεπτοκαμωμένο παιδί. Έδειχνε περίλυπος. Έριξε από μια ματιά στους αιχμαλώτους και δίχως να πει λέξη έφυγε. Αλλά ξανάρθε. Βάδισε προς τη μεριά του Αρκάδη, πλησίασε, χαμήλωσε το κεφάλι του και με παλλόμενη φωνή είπε: "Ήμουν στην κόλαση της Μακρονήσου. Με βασάνισαν φριχτά και δεν μπόρεσα να αντέξω. Και για να φύγω από εκεί ζήτησα να βγω στις επιχειρήσεις. Να όμως που με φέρανε να σκοτώνω εσάς, που πολεμούσαμε μαζί τους Γερμανούς και μαζί κάναμε όνειρα για τούτον τον τόπο. Συγχώρεσέ με αδερφέ μου."

Το άλλο πρωί τους πήγανε στον Πύργο. Τους πήγανε γιατί τώρα δεν πήγαιναν όπου αυτοί θέλανε. Δεν μπορούσαν να έχουν προτίμηση, που θα πάνε, που θα σταθούν, πότε και πόσο θα κοιμηθούν, πότε και πόσο θα φάνε. Μόνο να περιμένουν μπορούσαν. Να περιμένουν και να υπομένουν τους χλευασμούς, τους εξευτελισμούς και την κούραση. Κι όπως ήταν στριμωγμένοι κάτω από την ξύλινη σκάλα του κτηρίου που έδρευε η ταξιαρχία, καθένας τους κάτι σκεφτόταν, μα άγνωστο τι. Άλλα στο μυαλό του Αρκάδη στριφογύριζε όλη την ώρα η συμβουλή- ποίημα του Καβάφη: "Κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις, τουλάχιστον όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις". Και χαιρόταν που έβρισκε τον εαυτό του ικανό να ανταποκριθεί σε ετούτο το χρέος.

Κοντά στο μεσημέρι σταμάτησε μπροστά στο σκοπό ένας χωροφύλακας

- Πού είναι ο Αρκάδης, ρώτησε.
- Τι τον θέλεις, αντιρώτησε ο σκοπός.
- Είναι γνωστός μου και θέλω να τον δω.

Ο Νικήτας κάτω από τη σκάλα που βρισκόταν έβλεπε τον απρόσμενο "γνωστό" του και χίλια ερωτηματικά έρχονταν στο μυαλό του. Αλλά όπως πρόσεξε καλύτερα, διέκρινε στη φυσιογνωμία του χωροφύλακα, γνωστά χαρακτηριστικά.

- Απαγορεύεται, είπε κοφτά ο σκοπός. 

Ο χωροφύλακας έφυγε, αλλά πριν περάσουν δέκα λεπτά ξαναγύρισε και μπήκε στο κτήριο με έναν αξιωματικό. Εκεί πλησίασε και κοιτάζοντας, είπε στον αξιωματικό: "Αυτός είναι". Τέλος πλησίασε και άρχισε την κουβέντα:

- Εσύ είσαι ο Αρκάδης;
- Ναι εγώ.
- Που ήσουν εξόριστος;
- Ολόκληρος.
-Αρκάδη δε με γνωρίζεις εμένα; Είμαι ο Μανώλης ο Κρητικός που με έριξες στο χαντάκι όταν δραπέτευσες. Δεν με θυμάσαι;
- Α, ναι σε θυμάμαι
- Μη φοβάσαι δεν θα σου κάνω κακό.
- Τι να γίνει, σε εσένα έτυχε το λαχείο.
- Και βέβαια μου έτυχε το λαχείο. Έβγαλα λίγο την ωμοπλάτη μου, πήγα στο νοσοκομείο κι έπειτα σε σταθμό. Αλλιώς θα ήμουνα μάχιμος. Εσύ την ελευθερία σου ήθελες. Σήμερα έμαθα πως σε πιάσανε κι ήρθα να σε δω.
- Μ' αυτό αποδείχνεις ότι είσαι πολιτισμένος άνθρωπος, κι ότι στέκεσαι πάνω από τα πάθη των καιρών μας. 

Μια λάμψη ικανοποίησης φώτισε το πρόσωπο του επισκέπτη. 

- Σου έφερα και κάτι σοκολάτες και τσιγάρα, είπε χαμογελώντας ο Μανώλης και τα έριξε γρήγορα στις τσέπες του τραυματία. Έπειτα χαιρέτησε κι έφυγε βιαστικός. 

Λίγο αργότερα, δυο άντρες της ΕΣΑ έβαλαν τον Αρκάδη σε μια κουβέρτα, τον ανέβασαν απάνω και τον κάθισαν σε ένα σιδερένιο κιβώτιο. Γύρω του στέκονταν καμιά δεκαριά βαθμοφόροι, που κανείς του λέξη δεν έβγαλε. Επιφύλαξη και περιέργεια μόνο. Ώσπου μπήκε στην αίθουσα ένας μεγαλόσωμος άντρας, με μορφή που θύμιζε τον Μουσολίνι. Εκείνη τη στιγμή όλα αλλάξανε. 

- Κύριε ταξίαρχε, αυτός είναι ο συλληφθής, πρώην εξόριστος, όστις αφίχθη ενταύθα κατόπιν ειδικής εντολής για να εμψυχώσει και καθοδηγήσει τους εντόπιους συμμορίτας. 
- Πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικώς!

Δύο άλλοι φώναξαν: "Θάνατος!" κι ένας άλλος που δεν του αρκούσαν αυτά μπροστά στον ταξίαρχο: "Ρε κάθαρμα, τι ήθελες κι ήρθες εδώ;" Ο Αρκάδης μένοντας ατάραχος, σκεφτόταν: "Θέλουν να μου σπάσουν το ηθικό". Ρώτησε πάλι ο ταξίαρχος: 

- Ρε ξενοκίνητο όργανο σε ερωτώ: Με ποιον τρόπον και δια ποιον σκοπόν ήρθες εις την Σάμον;
- Κι εγώ ερωτώ: Ανακρίνομαι ή υβρίζομαι;

Είπε για απάντηση ο Αρκάδης και τότε συνταράχτηκε το κτήριο, από τις αγριοφωνάρες, τη φασαρία, τις βρισιές και τις απειλές. Έκρηξη φοβερή του ανθρώπου που ήταν προσωποποίηση της μισαλλοδοξίας και του θλιβερού πνεύματος του εμφυλίου πολέμου. 

- Πάρτε τον από 'δω! Πάρτε τον από 'δω. Είναι αμετανόητος και ξέρει πολλά! Ανάκριση και γρήγορα στο στρατοδικείο! Φώναξε ο ταξίαρχος.

Κι αμέσως, ο Αρκάδης γινότανε σηκωτός και πεταγόταν ξανά κάτω από τη σκάλα. Το απόγευμα τους μεταφέρανε στο ισόγειο του αστυνομικού σταθμού. Εκεί μακριά από τη στρατοκρατούμενη ζώνη του χωριού, αισθανόταν καλά, μα για πολύ λίγο. Γιατί ένα μπουλούκι από άντρες κάθε ηλικίας με μισοστρατιωτική περιβολή, με τουφέκια, με μαχαίρια και κλαδευτήρια στα χέρια, βαδίζαν προς τον αστυνομικό σταθμό. Μπαίνοντας στην ευθεία τους είδαν από μια τρύπα οι αιχμάλωτοι. Κι όσο η απόσταση μίκραινε τόσο μεγάλωνε η αγωνία τους, γιατί δε φαινότανε πουθενά σκοπός χωροφύλακας.

- Σκηνοθεσία δήθεν αγανακτισμένων για να μας καθαρίσουν όλους. Είπε θλιμμένα ο Χρήστος Σοφούλης.

Πλησίασαν, λίγα μέτρα μένανε και θα βρίσκονταν στον περίβολο του κτηρίου. Εκεί σταμάτησαν. Κάποιος με μεγάλα μουστάκια και με μούρη γορίλα τους μίλησε για λίγο. Κι όταν τελείωσαν, άρχισαν όλοι να βρίζουν και να φωνάζουν: "Προδότες ήρθε η ώρα σας!" κι άλλα παρομοια. Και μερικοί από τους πιο "βιαστικούς" έτρεξαν κι έψαχναν γύρω. Κλότσησαν κι άνοιξαν την πόρτα του διπλανού δωματίου. Κι έπειτα, παίρνοντας ένα χοντρό κοντάρι, βάλθηκαν να σπάσουν την πόρτα του κρατητηρίου. Κι ο καθένας από τους αιχμαλώτους, σίγουρα θα αναλογιζόταν: "Μέχρι εδώ ήταν η ζωή".

Ξαφνικά όμως ακούστηκε η μηχανή ενός τζιπ και την ίδια στιγμή η προσταγή: "Απομακρυνθείτε γιατί πυροβολώ!" Η μηχανή έσβησε κι ευθύς ξανακούστηκε: " Απομακρυνθείτε! Αστυνομία! Σκοπός, το πολυβόλο". Σαν από μηχανής θεός είχε φτάσει ένας ανθυπολοχαγός έφεδρος. Ήταν ο Ηλιόδωρος, δικηγόρος από την Αρκαδία και πρώην μακρονησιώτης."


Συνεχίζεται


Το χωριό Πύργος της Σάμου.


Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Από τις τελευταίες στιγμές του ΔΣΕ Σάμου- Μέρος 1ο


Το παρακάτω αυτοβιογραφικό κείμενο που περιγράφει τις τελευταίες ημέρες του αγώνα των μαχητών του ΔΣΕ στη Σάμο, το 1949, προέρχεται από τον Νίκο Σίμο, στο βιβλίο του Ανακριτής στο εδώλιο. Ο Σίμος βρέθηκε στις γραμμές του ΔΣΕ Σάμου, μετά από μια πολύχρονη δράση στην ΟΚΝΕ Σπουδάζουσας στην Αθήνα, αλλά και στις γραμμές της ΕΠΟΝ Σπουδάζουσας. Στο λίκνο του ΔΣΕ Σάμου, ο Νίκος Σίμος (ψευδώνυμο: Νικήτας Αρκάδης) περιγράφει τις τελευταίες του στιγμές με το όπλο στο χέρι, ενάντια στον ταξικό εχθρό, τη σύλληψη και τη φυλάκισή του. 

"Οι αντάρτες εκείνη την αυγή σταματήσαν στον Μπουρνιά και την Τσαμαδούρα. Εκεί, στα δύο οχυρωμένα βουνά της νοτιο-ανατολικής Σάμου, έπρεπε να κυλήσει όλη η μέρα τους. Ακροβολίστηκαν στα γύρω χαμηλώματα, ανά τρεις, τέσσερις ή πέντε το πολύ άντρες, με την εντολή αν εμπλακούνε σε μάχη να κρατήσουν τις θέσεις τους μέχρι το μεσημέρι. Έπειτα θα ακολουθούσε σύμπτυξη στα ψηλά και τη νύχτα απαγκίστρωση. Μπήκαν σκοποί, αλλά δεν πρόλαβαν οι υπόλοιποι να κλείσουν τα μάτια τους και βρέθηκαν πάλι στο πόδι. Εχθρός "εν όψει". Είχαν κιόλας φανεί στον απέναντι λοφίσκο μπουλούκια δυνάμεων κρούσης του αντιπάλου. Στάθηκαν λίγο. Κάνανε γρήγορη κι επιπόλαιη παρατήρηση κι αναπτύχθηκαν έπειτα στην ακάλυπτη έκταση.

Προχώραγαν λίγο-λίγο. Αν έφθαναν στα ριζά τότε αλίμονο στην ομαδούλα των πέντε που βρίσκονταν στην κορυφή του φαλακρού υψώματος. Αλλά, δεν τους άφησαν να φθάσουν κι άναψε έτσι η φωτιά.

Φωτιά σε όλα τα υψώματα της περιοχής. Δεκάδες πολυβόλα, οπλοπολυβόλα και όλμοι έβαλαν στόχο τις αδύνατες οχυρώσεις εκείνων που το τόλμημά τους να αντιταχθούν σε έναν συντριπτικά ισχυρότερο αντίπαλο, ισοδυναμούσε μόνο με τρέλα. Αλλά το κωνικό εκείνο ύψωμα, που βλέπει προς τη μεριά του Πύργου, δεχότανε τα πιο ανελέητα χτυπήματα. Κι ήταν στη μπούκα του σχεδίου επιχειρήσεων. Και το κράταγε η συντροφιά του Νικήτα Αρκάδη που από τα πρώτα λεπτά ήταν τραυματισμένος στην αριστερή κνήμη και δεν μπορούσε να μετακινηθεί από τα βλήματα που πέφταν σαν χαλάζι. Μόνο κατάφερε να δέσει την πληγή με ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. 

Κάπνιζαν οι πέτρες από τις ριπές. Γεμάτος ο τόπος από τα κλαδιά των πεύκων που κόβονταν με τις εκρήξεις των όλμων. Και λίγο πιο κάτω σε μακάρια ακινησία, ο άτυχος σκύλος των ανταρτών Τρούμ, γαζωμένος από ριπή πολυβόλου. Κάποια στιγμή μια πράσινη φωτοβολίδα εκτοξεύτηκε ψηλά. Τα πυρά σταμάτησαν. Ησυχία. Δεν κουνιέται φύλλο. 

Τι να συμβαίνει διερωτήθηκαν. Και με όλη τους τη ζάλη, κατάλαβαν ότι επίκειται επίθεση.

"Παιδιά μαζευτείτε προς τα εδώ" Φώναξε ο Νικήτας. Μα πριν οι σύντροφοι ξεκινήσουν έρποντας, φάνηκαν να κινούνται ξυστά στο έδαφος πράσινα και μαύρα μπερεδάκια. "Παιδιά πετάμε χειροβομβίδες, τους καθηλώνουμε και φεύγουμε από το πίσω μέρος" Ακούστηκε ξανά ο Νικήτας. Και οι σύντροφοί του πετάχτηκαν σαν ελατήρια. Όρμησαν κατά τον ανήφορο και ρίχτηκαν έπειτα στη γκρεμώδη κατηφόρα. Κι ήταν αυτό σωτήρια λύση. Γιατί σε ελάχιστα δευτερόλεπτα οι αυτοματιστές που τους κύκλωναν άναψαν το μικρό ύψωμα με τα καταιγιστικά τους πυρά.

Τις πρώτες απογευματινές ώρες, οι αντάρτες εγκατέλειψαν τα περιμετρικά υψώματα και συγκεντρώθηκαν στην Τσαμαδούρα και τον Μπουρνιά. Κράτησαν ως τη νύχτα, οπότε γλίστρησαν σαν χέλια μέσα από τον εχθρικό κλοιό και βάδισαν σε άλλους τόπους. Ο Νικήτας και οι δύο άλλοι τραυματίες της μάχης μαζί με τους τέσσερις συνοδούς τους είχαν ξεκινήσει νωρίτερα για σίγουρο μέρος. Με το ένα πόδι πληγωμένο, με το άλλο σχεδόν εξαρθρωμένο μετακινούταν μέσα από κοφτερές πέτρες και αγκαθωτά χαμόδεντρα. Κάθε φορά χάνοντας την ισορροπία του έπεφτε ή καθώς προσπαθούσε να κατέβει κάποιο πεζούλι, αναποδογυριζόταν. Πόδια και χέρια ήταν πρησμένα, καταμέλανα κι αδύναμα για να παίξουν το ρόλο τους. Καθότανε, κυλάνε, μετατοπιζότανε με τον πισινό ή κάνοντας χρήση των αγκώνων του. Βοηθούσαν πότε πότε κι οι συνοδοί, αλλά μόνο για λίγο, γιατί ήταν εξαντλημένοι και δεν μπορούσαν πιο πολύ. 

Προχωράγανε λίγα μέτρα, σταματούσαν και μετά ξανά. Και το μαρτύριο τούτο, που είχε αρχίσει στις 3 το απόγευμα, δέησε να τελειώσει στις 6 μετά τα μεσάνυχτα. Πτώματα σωστά, λουφάξανε παρέες-παρέες εδώ κι εκεί μέσα σε μια δασόφυτη λαγκαδιά, στη Σαμιπούλα απέναντι. Ο Αρκάδης ήταν παρέα με τον πρώην εξόριστο Μάρκο, τραυματία στο πόδι. Κουλουριάστηκαν σε ένα μικρό κοίλωμα, τριγυρισμένο από πυκνόφυλλους θάμνους και τους πήρε ο ύπνος. Μα όχι για ώρα πολλή.

Μια ριπή πρώτα, έπειτα άλλη και σε λίγο πολλές άλλες μαζί τους έκαναν να ξυπνήσουν ξαφνιασμένοι. Οι εμπροσθοφύλακες των στρατιωτικών τμημάτων που εξερευνούσαν την περιοχή είχαν πιάσει κιόλας το χείλος της λαγκαδιάς.  Πυροβολούσαν άσκοπα σε όλες τις κατευθύνσεις. Ρίχνανε χειροβομβίδες και κατέβαιναν προς τα κάτω. 

- Θα μας πιάσουν. Καταλαβαίνεις τι μας περιμένει. Να αυτοκτονήσουμε. Είπε ο Μάρκος με σφιγμένα χείλη.
- Αυτό δε γίνεται! Ας μας σκοτώσουν αυτοί καλύτερα. Απάντησε ο Νικήτας.
- Μα....

Και πριν προφτάσει να απαντήσει, ο Μάρκος δέχεται στους μηρούς μια ριπή. Γιατί τους είχανε επισημάνει. Κι οι κάννες των όπλων είχανε στραφεί προς τα εκεί και μόνο το κοίλωμα του εδάφους τους έσωσε από την εξόντωση. Κάποια στιγμή τα πυρά σταμάτησαν. Και να πάνω από τα κεφάλια τους δυο - τρεις ακροβολιστές. Πνιγμένος στο αίμα ο Μάρκος με αφρούς στο στόμα και μουγκρίζοντας από τους πόνους, ούτε καν τους πήρε είδηση. Μαζεμένος, πλάι στο σύντροφό του, ο Νικήτας έμεινε ακίνητος, ώσπου τον κάρφωσε μια άγρια ματιά και τον κεραύνωσε κατακέφαλα ένα κοντάκι όπλου. 

Κάποτε συνήλθε. Άνοιξε τα μάτια. Απάνω υψωνόταν ένα δέντρο που ανάμεσα από τα φύλλα του ξεχώριζε ο γελαστός καταγάλανος ουρανός. Άκουσε συζήτηση. Κούνησε το ένα χέρι κι έπειτα το άλλο, τα πόδια και αναλογίστηκε: "Είμαι ζωντανός". Ένιωθε βαρύ το κεφάλι του και τα βλέφαρά του. Όμως μπορούσε να συγκεντρώσει τη σκέψη του. Αλλά εκείνη τη στιγμή έφτασαν στ' αυτιά του το σφύριγμα κάποιου που καθάριζε πιο πέρα το τουφέκι του και η αγριοφωνάρα ενός άλλου που ρώταγε αν "αυτός εκεί πέρα είναι ζωντανός ή ψόφιος". Ύστερα, τράνταξαν την περιοχή πυκνοί πυροβολισμοί κι η έκρηξη μιας χειροβομβίδας. Κι ώσπου να καταλάβει περί τίνος πρόκειται, γέμισε ο τόπος από στρατιώτες και χωρικούς με τα ζώα τους. Τότε αποχτούσε την αίσθηση της καινούργιας στυγνής πραγματικότητας, πως ήταν αιχμάλωτος...

"Φορτώστε κι αυτόν εκεί πέρα στο μουλάρι" Ακούστηκε μια φωνή. Και στη στιγμή ένιωθε ο Νικήτας να τον αρπάζουν κάμποσα χέρια. Τον σηκώσανε ψηλά και τον βάλανε στο σαμάρι ενός μεταγωγικού, ανάμεσα στα κιβώτια των πυρομαχικών. Κι όπως ο ήλιος έκλινε προς τη δύση του η φάλαγγα ξεκίνησε. Ανέβηκαν και κατέβηκαν τρεις-τέσσερις λόφους κι έπειτα μπήκανε στον κανονικό δρόμο. Πιο πέρα σε μια διασταύρωση σμίξανε με μια άλλη φάλαγγα. Ο Νικήτας, κοιτάζοντας δεξιά-αριστερά πρόσεξε κάτι. Σήκωσε το κεφάλι λίγο, αλλά ξανάπεσε σαν κεραυνόπληκτο. Τα μάτια του είχαν αντικρίσει τη φρίκη ολοζώντανη. Νεκρός ο μπαρμπα- Μήτσος ο Καραβοκυρός. Βουτηγμένος στο αίμα και φορτωμένος σε ένα μουλάρι σαν σφαγμένο μοσχάρι. Σε ένα άλλο μουλάρι, ο Κώστας Μπαλαντίνης, κόσκινο από τις σφαίρες. Πιο πίσω, σε αφασία και φορτωμένος ανάποδα σαν τσουβάλι ο Μάρκος. Κι από κοντά, ο Μανωλάκης Κοσκινάς, τραυματίας στην ωμοπλάτη. Πεζοί δεμένοι πισθάγκωνα, λες και μπορούσαν να δραπετεύσουν, ο Χρήστος Σοφούλης κι ο μπαρμπα- Κτενάς, που 'χανε συνοδεύσει τους τραυματίες.

Ανεβαίνοντας και τον τελευταίο λοφίσκο πρόβαλαν, απλωμένα αμφιθεατρικά στην πλαγιά του βουνού οι Σπαθαραίοι. Στην άκρη του βουνού φάνηκε πολύς κόσμος. Είχανε ακούσει τον πάταγο της μάχης κι ήθελαν να μάθουνε τα νέα. Μόλις πλησίασε η φάλαγγα, οι χωρικοί αναγνώρισαν το μπαρμπα-Μήτσο τον καλό τους συχωριανό. Είδανε και τους άλλους συντρόφους του και συγκλονίστηκαν από το μακάβριο θέαμα. Και τότε γυναίκες, παιδιά, γέροι και νέοι ξέσπασαν σε θρήνους. "


Συνεχίζεται 


Ο ορεινός όγκος της Σάμου που έλαβαν χώρα τα περιστατικά της αφήγησης.
Το χωριό Σπαθαραίοι της Σάμου.