"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Οι δύο αντάρτισσες του ΔΣΕ που έμεινα στα βουνά ως το 1962



Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες μας και οι ενασχολούμενοι με την ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου θα έχουν διαβάσει για τη γνωστή υπόθεση των ανταρτών του ΔΣΕ, Γιώργου Τζομπανάκη και Σπύρου Μπλαζάκη, που κρύβονταν στα όρη της Κρήτης έως το 1975. Παρόλα αυτά, λιγότεροι σίγουρα γνωρίζουν για την αντίστοιχη περίπτωση των δύο ανταρτισσών του ΔΣΕ Κρήτης που παρέμειναν εν ενεργεία, στα βουνά του νησιού έως το 1962. 

Πρόκειται για τις αγωνίστριες Παγώνα Κοκοβλή- Λιονάκη και Αργυρώ Πολυχρονάκη- Κοκοβλή



Οι γυναίκες του ΔΣΕ Κρήτης


Στην ανατολική Κρήτη (Λασίθι, Ηράκλειο και Ρέθυμνο) αναπτύχθηκαν έως το 1947 μικρά αλλά ενεργητικά τμήματα του ΔΣΕ. Επικεφαλής τους υπήρξε, ως γνωστόν, ο Γιάννης Ποδιάς, ο οποίος σκοτώθηκε μαζί με πολλούς μαχητές του σε μια μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση, τον Ιούνιο του 1947.

Έκτοτε, οι επιζήσαντες αντάρτες και αντάρτισσες πέρασαν στα τμήματα του ΔΣΕ στα Λευκά Όρη και συγκεκριμένα σε αυτά του Ψηλορείτη, που ως τότε δεν είχαν στις γραμμές τους καμιά γυναίκα. Στα τέλη του 1947 εντάσσονται στο ΔΣΕ Κρήτης εθελοντικά 15 αγωνίστριες, όμως δύο από αυτές σύντομα θα επιστρέψουν στα σπίτια τους, χωρίς οι αρχές να το ανακαλύψουν. Έτσι, οι γυναίκες του ΔΣΕ Κρήτης είναι πια 13. Στις αρχές του 1948, ο ΔΣΕ Κρήτης διατηρεί μια ελεύθερη περιοχή στο οροπέδιο του Ομαλού που συνορεύει με το φαράγγι της Σαμαριάς. Εντός αυτής της ελεύθερης ζώνης, οι γυναίκες αντάρτισσες είναι συγκροτημένες σε ξεχωριστή ομάδα, με ομαδάρχισσα τη Γεωργία Σκευάκη. 

Η ομάδα συμμετέχει κανονικά στη στρατιωτική ζωή: Κρατάει σκοπιές, διενεργεί περιπόλους και διατηρεί παρατηρητήρια. Παράλληλα, τα μέλη της ομάδας εξασκούνται στα μικρά έμπεδα του ΔΣΕ Κρήτης. Σε περιπτώσεις μικροσυγκρούσεων, οι γυναίκες διασκορπίζονταν στα διάφορα τμήματα και δρούσαν μαζί τους, για να συνταχθούν πάλι σε ξεχωριστή ομάδα, κατά την ανάπαυλα. 

Την άνοιξη του 1948, ο ΔΣΕ εκτοπίζεται από τον Ομαλό και στις 5 Ιουνίου 1948, μετά τη μεγάλη μάχη της Σαμαριάς συντρίβεται. Οι ομάδα των γυναικών διαλύεται και οι γυναίκες εντάσσονται στις διάφορες μικρές ομάδες που δημιουργούνται. Οι κακουχίες, η πείνα και το αδιάκοπο κυνηγητό, οδηγούν αναπόφευκτα σε νεκρούς, αιχμαλώτους και παραδοθέντες. Από τις γυναίκες του ΔΣΕ Κρήτης παραδίδονται οικειοθελώς οι: Μαρία Λεδάκη, Κούλα Μαραθάκη, Ελευθερία Παπαδογιάννη και Γεωργία Τρικουνάκη. 

Στέλνονται και οι τρεις στην εξορία, αλλά δεν προχωρούν σε δηλώσεις μετανοίας, κρατώντας γενναία στάση. 

Τον Απρίλη του 1949 σκοτώνονται σε συμπλοκή οι Αθηνά Χανταμπάκη και η Ελένη Παπαγιαννάκη. 

Στις 5 Δεκεμβρίου 1949, σκοτώνεται το καθοδηγητικό στέλεχος του ΚΚΕ Κρήτης και ένοπλη πια αντάρτισσα, Βαγγελιώ Κλαδού.

Έντεκα ημέρες μετά, σκοτώνεται και η Μαρία Μποράκη.

Από τις γυναίκες του ΔΣΕ Κρήτης, αιχμαλωτίστηκαν οι: Γεωργία Σκευάκη, η Ανδριανή Καταρτζόγλου και η Ξένια Ατανασάκη, το 1952. 

Μόνοι δύο αντάρτισσες απομένουν: Παγώνα Κοκοβλή- Λιονάκη και Αργυρώ Πολυχρονάκη- Κοκοβλή, μέλη και οι δύο του ΚΚΕ.


Παγώνα Κοκοβλή- Λιονάκη και Αργυρώ Πολυχρονάκη- Κοκοβλή


Οι δύο αντάρτισσες του ΔΣΕ παραμένουν στα βουνά της Κρήτης, με ελάχιστους τόπους που μπορούν να αναπαυθούν, ανθρώπους να βρουν λίγη τροφή και υπό το διαρκή κίνδυνο του θανάτου, τα στοιχεία της φύσης και τις κακουχίες. Τη δύσκολη ζωή τους περιγράφει η Αργυρώ Πολυχρονάκη στον Κώστα Γκριτζώνα:

"Αχ αυτή η περίοδος. Να πονάς, να αποζητάς κάποια ζεστασιά και να μην μπορείς να τη βρεις. Και τα πανιά λιγοστά ή και καθόλου. Να γεμίζουν αίματα. Να ντρέπεσαι που μυρίζεις. Να μην αντέχεις ούτε η ίδια την άσχημη μυρωδιά σου. Να κουβαλάς τα ματωμένα σου πανιά, μαζί με το παγούρι και το ξεροκόμματο, αν έχεις, για μέρες. Να μην έχεις που και πως να πλυθείς."


Αυτή όμως η οδύσσεια των δύο ανταρτισσών του ΔΣΕ Κρήτης έκρυβε έναν σκοπό. Μια πολιτική αιτία και στόχευση, για την οποία οι δύο γενναίες γυναίκες άντεξαν και την έβγαλαν πέρα, όσο ελάχιστοι. Στις δύο γυναίκες είχε ανατεθεί η επανασύσταση των κομματικών πυρήνων του νησιού. Δημιούργησαν τους διαλυμένους πυρήνες των Χανίων και του Ρεθύμνου, βοήθησαν στη σύσταση δεκάδων κομματικών οργανώσεων, σε χωριά και πόλεις του νησιού, κατέχοντας τεράστια πείρα από τη δράση τους. Καθοδήγησαν επίσης και την κυκλοφορία παράνομων εντύπων και εφημερίδων του ΚΚΕ. 

Τέλος, το 1962, οι δύο αντάρτισσες λαμβάνουν το νέο ότι η αποστολή τους έχει ολοκληρωθεί. Μαζί με ακόμα τέσσερις παράνομους κομμουνιστές θα φθάσουν στην Ιταλία και από εκεί, μετά από άλλες περιπέτειες θα περάσουν στην Ουγγαρία, την Τσεχία και τέλος στην Τασκένδη. Εκεί θα παντρευτούν και θα αποκτήσουν οικογένειες. 

Το 2009, μαζί με τους συντρόφους τους, θα συμμετάσχουν στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ "Άλλος δρόμος δεν υπήρχε", εξιστορώντας την πολυτάραχη, αλλά και αγωνιστική ζωή τους.


Το χιονισμένο οροπέδιο του Ομαλού



Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Μορφές του ΚΚΕ

Μπροστά στους εορτασμούς για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ , είναι χρήσιμο να αναδειχθούν μορφές του Κόμματος και των αγώνων του οι οποίες δεν είναι τόσο γνωστές στο ευρύτερο κοινό . Η πρόθεση είναι να γίνει δημοσίευση μικρών κειμένων με πληροφορίες που προέρχονται από προσωπική έρευνα, την υπάρχουσα βιβλιογραφία και διάφορες αρχειακές πηγές . Τα κείμενα θα συνοδεύονται από φωτογραφίες όπου αυτό είναι εφικτό.

Το πρώτο πρόσωπο είναι ο Αστραπόγιαννος της Κεφαλονιάς.





Ο Γεράσιμος Γρηγοράτος γεννήθηκε στα Μουζακάτα Κεφαλονιάς το 1919. Η οικογένεια του και ο ίδιος ασχολούνταν με την κτηνοτροφία καθώς ήταν η κύρια ενασχόληση για τους κατοίκους του χωριού τους . Ο αδελφός του, Βαγγέλης, ήταν χωροφύλακας. Με την έναρξη του πολέμου, τον Οκτώβρη του 1940, ο Γεράσιμος κατατάχθηκε στο πολεμικό ναυτικό, εκπαιδεύτηκε σαν ασυρματιστής και υπηρέτησε στην Πάτρα. Με την συνθηκολόγηση επέστρεψε. Η Κεφαλονιά της Ιταλικής κατοχής ήταν ένα επικίνδυνο μέρος για τους κτηνοτρόφους αφού η ζωοκλοπή ήταν ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα που οι Ιταλοί ήταν ανίκανοι να λύσουν. Το πρόβλημα λύθηκε με την εμφάνιση του ΕΑΜ. Όσο σκληρό και αν ακούγεται , το ΕΑΜ , έδωσε 2 επιλογές στους ληστές . Είτε την εναρμόνιση με τον «νόμο» του ΕΑΜ είτε τον θάνατο. Η ύπαιθρος της Κεφαλονιάς ανάσανε και ταυτόχρονα οι πληθυσμοί των ορεινών του νησιού στράφηκαν μαζικά στο ΕΑΜ. Ο Γεράσιμος , σε επαφή με την κομματική οργάνωση Ομαλών άρχισε την Kομματική του δραστηριότητα. Του δόθηκε το όνομα Αστραπόγιαννος και με αυτό έγινε ευρύτερα γνωστός σε όλο το νησί. Το χωριό του έγινε έδρα του εφεδρικού ΕΛΑΣ καθώς η ευρύτερη περιοχή (Πυργί) είναι  δυσπρόσιτη , πολύ κοντά στον Αίνο και λόγω της κτηνοτροφίας δεν υπάρχει θέμα τροφοδοσίας. Συμμετείχε στις μάχες της Ιταλογερμανικής σύρραξης στο νησί. 

Οι Γερμανοί σε αντίποινα, λόγω της δράσης των κατοίκων των Μουζακάτων(μικρό Σούλι ονόμαζαν οι Κεφαλονίτες το χωριό) κατέστρεψαν το χωριό στις 23/04/1944. Μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και της προδοτικής Π.Ο.Κ. το καλοκαίρι του 1944 , μεγάλο μέρος των μελών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ προσπάθησε να περάσει στην Στερέα Ελλάδα. Η προσπάθεια τους ήταν ανεπιτυχής (καταστροφή στο Λεσίνι). Ο Αστραπόγιαννος με την αντάρτικη ομάδα του έμεινε πίσω , στην περιφέρεια του χωριού του. Στις 16/09/1944 ο ΕΛΑΣ Κεφαλονιάς , συνεπικουρούμενος από τμήματα τους ΕΛΑΣ Ρούμελης απελευθέρωσαν το Αργοστόλι. Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας ο Αστραπόγιαννος μαζί με την μεγάλη πλειοψηφία των μαχητών του ΕΛΑΣ Κεφαλονιάς καταφεύγει στον Αίνο. Η αναμέτρηση με το αστικό κράτος δεν θα αργήσει και με άλλους μαχητές, ιδρύουν τον θρυλικό Δ.Σ. Κεφαλονιάς. Σαν στρατός , ποτέ δεν ξεπέρασε τους 70 αγωνιστές και ακολούθησε κυρίως παρτιζάνικη τακτική. Όμως η δράση του ήταν αξιοσημείωτη. Απελευθερώσεις χωριών , επιθέσεις στο Αργοστόλι κλπ. Για σχεδόν 3 χρόνια ο Δ.Σ.Κ. κυριαρχεί στην ύπαιθρο της Κεφαλονιάς. Τα εφοπλιστικά τζάκια αλλά και μεγάλοι κτηματίες , όντας σε απόγνωση , κάλεσαν τον Παπάγο στο νησί(!!) τον Ιούνιο του 1949. 

Μονάδες του εθνικού στρατού κατέφθασαν από την Πελοπόννησο μαζί με τον στρατηγό, και προέβησαν σε μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις οι οποίες περιελάμβαναν δηλητηριάσεις πηγών και πηγαδιών αλλά και το τσιμέντωμα τους . Παράλληλα εκατοντάδες κάτοικοι του νησιού στάλθηκαν στην Μακρόνησο ενώ οι κτηνοτρόφοι του νησιού και τα κοπάδια τους στάλθηκαν στην περιοχή Λιβάδι του Ληξουρίου. Σύμφωνα με μαρτυρίες , ο Βαγγέλης Γρηγοράτος , προσπάθησε να πείσει τον αδελφό του να παραδοθεί, υποσχόμενος ότι θα καταφέρει να πείσει την Χωροφυλακή να του δοθεί αμνηστία. Ο Αστραπόγιαννος αρνήθηκε. Να σημειωθεί εδώ ότι η αδελφή του ,  Διονυσία Γρηγοράτου , αποτέλεσε πιστή συντρόφισσα του, μέχρι το τέλος. Επίσης σημαντική αντιστασιακή δράση είχε και ο έτερος αδελφός , Σπύρος Γρηγοράτος.

Με το τέλος να πλησιάζει , ο Αστραπόγιαννος και η ομάδα του περιπλανιόνταν στην ευρύτερη περιοχή της Σάμης , αναζητώντας τροφή και νερό. Στις 13/10/1949 ,  έπεσαν σε ενέδρα του αστικού στρατού πολύ κοντά στην Σάμη (Παχιά Πούντα). Η μάχη κράτησε ώρες.Μετά το τέλος της , τα 7 μέλη της ομάδας Αστραπόγιαννου ήταν νεκρά. Συγκεκριμένα σκοτώθηκαν , ο Αστραπόγιαννος , η Διονυσία Γρηγοράτου , ο Λεωνίδας Ζαχαράτος, ο  Διονύσης Μαρκουλάτος , ο Γεράσιμος Ανδρεόλας , ο Παναγάγγελος Μιχαλάτος και ο Γιάννης Καλεράντες. Οι μαρτυρίες δεν συμφωνούν για το τι έγινε με τα σώματα των νεκρών. Άλλοι αναφέρουν ότι τα κεφάλια τους αποκόπηκαν και εκτέθηκαν στην παραλία της Σάμης ενώ τα σώματα θάφτηκαν στο πεδίο της μάχης. Άλλοι αναφέρουν ότι τα κεφάλια δεν αποκόπηκαν και οι νεκροί θάφτηκαν στο πεδίο της τελευταίας μάχης τους και έπειτα από χρόνια, τα οστά τους μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο των Ζερβάτων-Μουζακάτων.


Μ.Π.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

O Nίκος Καρανικολάου που αγαπούσε πολύ το λαό


Πολλές περιπτώσεις γενναίων μαχητών του ΔΣΕ θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε, όμως στη σκέψη μας ιδιαίτερα ξεχωριστή είναι αυτή του Νίκου Θ. Καρανικολάου, του ανθυπολοχαγού του ΔΣΕ Σάμου, που αγαπούσε πολύ το λαό.

Ο Καρανικολάου, γέννημα και θρέμμα της Σάμου, δεν είχε μάχιμα καθήκοντα στο ΔΣΕ του νησιού, ή μάλλον δεν είχε κυρίως μάχιμα καθήκοντα. Αντιθέτως, η χρέωσή του σήμαινε τη ζωή ή το θάνατο των συντρόφων του, καθώς ήταν υπεύθυνος τροφοδοσίας τους και εκπρόσωπος του ΔΣΕ στο λαό των ελεύθερων περιοχών του νησιού. Ο Καρανικολάου εργαζόταν κυρίως με έδρα το χωριό Κουμέικα, με τον λαό του οποίου είχε αναπτύξει ιδιαίτερα στενή και θερμή σχέση. Ανάλογη ευθύνη είχαν κι άλλα στελέχη του ΔΣΕ της Σάμου, όπως ο Μενέλαος Μενελάου και ο Αριστείδης Ζάγκας, είναι όμως η περίπτωση του Νίκου Καρανικολάου που είναι τόσο ιδιαίτερη και συγκινητική, μέσα στο ζόφο του Εμφυλίου.

Έως τις αρχές του 1949, ο ΔΣΕ Σάμου έχει αποτελεσματικά αποκρούσει τρεις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων, έχει στρατολογήσει περί τους 180- 200 μαχητές και διατηρεί ήσυχη και ειρηνική παρουσία στα ελεύθερα χωριά του νησιού, δίνοντας εντυπωσιακά χτυπήματα στον ταξικό αντίπαλο, όπως η είσοδος στο Καρλόβασι και στο Βαθύ, το 1948. 

Παρόλα αυτά, την άνοιξη του 1949, οι κυβερνητικές δυνάμεις αποβιβάζουν χιλιάδες στρατιώτες στη Σάμο, συγκεντρώνοντας δύναμη περίπου τριών ταξιαρχιών, με άφθονα πυρομαχικά και όπλα και τρία πολεμικά πλοία που συμμετέχουν στις επιχειρήσεις. Ο ΔΣΕ Σάμου είναι καταδικασμένος στην ήττα, όμως οι μαχητές και τα στελέχη του, ιδίως ο Γιάννης Σαλάς, ΠΕ του Αρχηγείου του ΔΣΕ Σάμου, γνωρίζουν καλά πως ο ΔΣΕ της Σάμου, οφείλει να πράξει το ταξικό και συντροφικό του καθήκον, αποσπώντας όσες δυνάμεις μπορεί, από το μέτωπο του Γράμμου και μειώνοντας την πίεση που ο ΔΣΕ δέχεται εκεί. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ιστορία του τραγικού ήρωα του λαού Νίκου Καρανικολάου.

Την άνοιξη του 1949, από υπαιτιότητα κάποιου μαχητή του ΔΣΕ, η κρύπτη με τα τρόφιμα και υλικά του ΔΣΕ στα Κουμέικα ανακαλύπτεται από τους κυβερνητικούς στρατιώτες. Η κρύπτη βρισκόταν μέσα στο κτήμα του Καρανικολάου κι ανάμεσα στα περιεχόμενά της βρέθηκε και το κατάστιχο των οικονομικών, όπου αναγράφονταν με λεπτομέρεια οι χιλιάδες προσφορές του λαού του χωριού προς τον ΔΣΕ, καθώς και άλλων κοντινών χωριών. Ακόμα και δεξιοί πολίτες βρίσκονταν στο κατάστιχο του Καρανικολάου, καθώς εκτιμούσαν και συμπαθούσαν τον ανθυπολοχαγό και το επιτελείο του. 

Έτσι, ολόκληρο το χωριό Κουμέικα και άλλα ανταρτοχώρια του νησιού βρέθηκαν στον κίνδυνο εκτεταμένων μέτρων εναντίον τους.

Ο Νίκος Καρανικολάου γνώριζε πολύ καλά τι σήμαινε η παραπάνω αποκάλυψη για τους πολίτες των χωριών που με το υστέρημά τους στήριζαν τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Έτσι, στις 17/05/1949, ο Καρανικολάου φόρεσε τη στρατιωτική του στολή, έγραψε ένα μεγάλο απολογητικό γράμμα στους πολίτες του χωριού και εμφανίστηκε στην πλατεία του χωριού, όπου φώναξε τους συχωριανούς του να τους μιλήσει. Πολλοί ήρθαν γύρω του ανήσυχοι. Εκείνος τους καθησύχασε και μιλώντας τους ήρεμα, τους ζήτησε συγγνώμη για τον κίνδυνο, στον οποίο τους έθεσε και τους ευχήθηκε να περάσουν τη δοκιμασία, όσο το δυνατόν πιο μαλακά. 

Κλείνοντας τους χαιρέτησε, τράβηξε το περίστροφό του και αυτοκτόνησε.

Στο γράμμα του εξηγούσε, ότι με την πράξη του αυτή, όλοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι εκβιάστηκαν ή απειλήθηκαν από τον ίδιο και καθώς οι κυβερνητικοί δεν μπορούσαν να τον βασανίσουν ή να τον απειλήσουν, δεν θα αποκάλυπτε ποτέ τους πραγματικούς του τροφοδότες και συντρόφους, που ήταν στην πραγματικότητα όλοι τους.

Η αυτοκτονία του Νίκου Καρανικολάου συντάραξε την κοινωνία των Κουμέικων και μαθεύτηκε σε όλο σχεδόν το νησί. Οι κυβερνητικοί από τη δική τους μεριά έπεσαν σε αδιέξοδο, καθώς δεν μπορούσαν να εκτοπίσουν ολόκληρα χωριά στη Μακρόνησο ή να ανακρίνουν χιλιάδες ανθρώπων. Αρκέστηκαν στην απραξία και η θυσία του Καρανικολάου έπιασε τόπο.

Έως σήμερα, στα Κουμέικα, το όνομα του Νίκου Καρανικολάου είναι συνώνυμο της μπέσας και της τιμής. 

Δυστυχώς δεν διαθέτουμε φωτογραφία του...


Κουμέικα Σάμου.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

H 100χρονη ιστορία του ΚΚΕ στα εξαιρετικά σκίτσα του Κωνσταντίνου Ρουγκέρη



Συμπύκνωση της 100χρονης ιστορίας του ΚΚΕ σε πέντε καταπληκτικά σκίτσα









Βαγγελίτσα Κουσιάντζα και η παγωμένη κορφή της Νιάλας


Το πέρασμα της Νιάλας


Στις αρχές του Απρίλη του 1947, ο Εμφύλιος μαίνεται στην Ελλάδα λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά ολομέτωπης σύγκρουσης. Στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν εξαπολύσει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον του ΔΣΕ σε μεγάλη κλίμακα. 

Τον Απρίλη σφοδρή σύγκρουση εκτυλίσσεται στους ορεινούς όγκους κοντά στην Καρδίτσα, στην τοποθεσία Τσαρδάκι και στο ύψωμα της Νεβρόπολης. Ο ΔΣΕ πιέζεται και περνά σε ελιγμό στο νότιο ορεινό όγκο της Πίνδου. 

Ανάμεσα στις άλλες δυνάμεις που προσπαθούν να ελιχθούν βρίσκεται και το τμήμα του Σοφιανού, που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο εγκλωβισμού, καθώς μεγάλες κυβερνητικές δυνάμεις κινούνται από το Καρπενήσι, την Καρδίτσα και από την Άρτα, μέσω Αγριθέας. Ο Σοφιανός, αποφασίζει να κινήσει το τμήμα του στον αυχένα της Νιάλας, από εκεί στη Σιάικα και στο Καρλοπέσι, κι έπειτα να κινηθεί για τη Βουργάρα και να πάρει επαφή από το αρχηγείο Θεσσαλίας. Ανάμεσα στους μαχητές και τις μαχήτριες του τμήματος του Σοφιανού βρίσκονται και αρκετοί πολίτες, διωγμένοι από το μαχαίρι του παρακρατικού, και το κυνήγι του χωροφύλακα. Κοντά τους βρίσκεται και το πολιτικό στέλεχος του ΚΚΕ, Βαγγελιώ Κουσιάντζα. 





Νεαρή δασκάλα, η Βαγγελιώ Κουσιάντζα γεννήθηκε στο χωριό Παλαμάς της Καρδίτσας και κατά την περίοδο της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ. Υπήρξε γραμματέας της Αχτίδας Σέκλιζας του ΚΚΕ, αναπτύσσοντας σημαντική επαναστατική και πολιτική δράση. 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, του 1947, το τάγμα του Σοφιανού ξεκινά να κινείται. Κατευθύνονται από τα Βραγγιανά προς τα Άγραφα, για να περάσουν τη Νιάλα, όπου έχουν αποφασίσει ότι θα δώσουν μάχη, εάν χρειαστεί για να περάσουν προς το Καροπλέσι, την Καστανιά και μετά τη Βουργάρα. Σχηματίζουν μια μεγάλη φάλαγγα. Μπροστά τοποθετούνται τα ένοπλα τμήματα, στη μέση οι πολιτικές οργανώσεις και ο άμαχος πληθυσμός και οπισθοφυλακή, ο λόχος του "Ερμή". 

Ως τη Νιάλα, η φάλαγγα βαδίζει χωρίς προβλήματα, όμως φθάνοντας στο οροπέδιο, ξεσπά χιονοθύελλα. Τα στοιχεία της φύσης ξεσπούν πάνω τους με ένταση. Μαχητές του ΔΣΕ και πολίτες προσπαθούν να αντιπαλέψουν το χιόνι, τον αέρα, την ομίχλη και τον πάγο. Βαδίζουν κρατώντας ο ένας τον άλλο από τη χλαίνη ή χέρι με χέρι. Οι αξιωματικοί φωνάζουν διαρκώς προς τη φάλαγγα να κινηθεί, καθώς κάθε λεπτό καθυστέρησης, τους φέρνει όλους, όλο και πιο κοντά στο θάνατο.

Ο Πολιτικός Επίτροπος ανεβοκατεβαίνει στο μήκος της ανθρώπινης αλυσίδας, προσπαθώντας να δώσει κουράγιο και να κρατήσει τη φάλαγγα ενωμένη. 

Είναι ο Βασίλης Τσιρώνης, γραμματέας του ΚΚΕ Καρδίτσας, φοιτητής Νομικής.


Ξημερώνει Μεγάλο Σάββατο, όμως η μέρα έχει μικρή διαφορά από τη νύχτα, στη λευκή κόλαση της Νιάλας. Πολλοί έχουν ήδη παγώσει και πεθάνει από το κρύο. Θυμάται ο Βασίλης Φυτσιλής:

"Είδα δίπλα μου αντάρτες και πολίτες να πέφτουν και να πεθαίνουν σε ένα λεπτό. Έβγαζαν από τα ρουθούνια τους λίγο αίμα, τρεμόπαιζαν για μια στιγμή τα βλέφαρά τους και σε λίγο ήταν νεκροί. Πρέπει να ήταν από τον παγωμένο αέρα που αναπνέαμε, να πάθαιναν κάποια ψύξη στο στήθος, να έσπαγαν τα πνευμόνια τους. Είδα μια οικογένεια ολόκληρη, μια μάνα με τα δύο παιδιά της, μια κοπελίτσα μέχρι δεκαπέντε χρονών κι ένα αγοράκι ακόμα πιο μικρό να κάθονται και οι τρεις αγκαλιασμένοι μέσα στο χιόνι, δίπλα στο μονοπάτι. Δεν μπορούσες να σταθείς. Δεν μπορούσες να σκύψεις στον πεσμένο, να του δόσεις μια βοήθεια". 


Ανάμεσα στους νεκρούς, οι Βαγγέλης Ταγκούλης και Σούλας Τσιαμανής, αντάρτες του ΔΣΕ. Κοντά τους η γυναίκα του Σούλα, Κούλα Τσιαμανή, μαζί με τη γυναίκα του Γιώργου Ράγια, Ελένη Μπουλτζή με τα δύο της παιδιά. 


Ανάμεσα σε όσους έχουν αργοπεθαίνουν, βρίσκεται και η Βαγγελιώ Κουσιάντζα. Ο νεαρός τότε αντάρτης Βασίλης Φυτσιλής, την σηκώνει από τη μέση και την κουβαλά μαζί του. Η φάλαγγα πια έχει αποκοπεί. Σακίδια, ρούχα και όπλα βρίσκονται σκορπισμένα στο χιόνι. Η Βαγγελιώ μονολογεί ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο:

"Τα όπλα μας... αχ τα όπλα μας... Τ' αποκτήσαμε με τόσες θυσίες... Γιατί τα πετάξαμε τα όπλα μας..."


Περνώντας τον αυχένα της Νιάλας, οι αντάρτες του ΔΣΕ πέφτουν πάνω σε μερικά μικρά αντίσκηνα. Οι φαντάροι του κυβερνητικού στρατού ξυλιάζουν κι αυτοί στην κορφή της Νιάλας. Τώρα δεν υπάρχει άλλος αντίπαλος, παρά η φύση. Αντάρτες, πολίτες και φαντάροι βρίσκονται μαζί ανακατεμένοι στις ίδιες σκηνές. Μοιράζονται ότι τρόφιμα έχουν και ζεσταίνουν ο ένας τον άλλο. Υπάρχουν και φαντάροι που έχασαν τη ζωή τους στο κρύο. 

Εκεί μέσα σε αυτές τις σκηνές πεθαίνει και ο μαχητής του ΔΣΕ Βαγγέλης Ζορμπάς. 

Έτσι ξημέρωσε η Κυριακή 13 Απριλίου 1947.

Καθώς η θύελλα κοπάζει, μια φωνή ακούγεται έξω από τις σκηνές: "Έξω όλοι! Ψηλά τα χέρια! Πετάξτε τα όπλα Βούλγαροι!"

Ένα τάγμα του κυβερνητικού στρατού έχει περικυκλώσει τις σκηνές. Όσοι έζησαν από την κόλαση της Νιάλας βρίσκονται ξαφνικά αιχμάλωτοι του ταξικού αντίπαλου, ανάμεσά τους, η Βαγγελιώ Κουσιάντζα.




Η πορεία των αιχμαλώτων



Η πορεία του τάγματος Σοφιανού έως τη Νιάλα και στη συνέχεια η πορεία των αιχμαλώτων.

Οι αιχμάλωτοι αντάρτες δένονται ανά δύο με χειροπέδες και με φρουρά και συνοδεία ξεκινούν το τελευταίο κομμάτι της ματωμένης πορείας στη Νιάλα. Οι κυβερνητικοί τους οδηγούν προς τη Λαμία, αλλά μέσω του Καρπενησίου. 

Φθάνουν στο Μοναστηράκι, όπου τους αναμένει τμήμα στρατού και χωροφυλάκων. Πέφτουν επάνω τους με τους υποκόπανους των όπλων τους, ξύλα και τα γυμνά τους χέρια. Ευτυχώς, ο ανθυπολοχαγός της συνοδείας δεν επιτρέπει στους χωροφύλακες να τους λιντσάρουν. Το βράδυ τους τοποθετούν σε ένα καλύβι και οι χωροφύλακες, οι παρακρατικοί και ορισμένοι "υπερ-εθνικόφρονες" στρατιώτες τους κακοποιούν. Η Βαγγελιώ Κουσιάντζα ξυλοκοπείται βάναυσα και κουρεύεται με μαχαίρι. Είναι η μοναδική γυναίκα ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Την επόμενη μέρα φθάνουν στο χωριό Κεράσοβο, όπου "εθνικόφρονες" πολίτες έχουν παραταχθεί από τη Χωροφυλακή για να προπηλακίσουν και να χτυπήσουν τους αιχμαλώτους. Μια χούφτα θλιβερών "αγανακτισμένων πολιτών", φτύνουν, χτυπούν και βρίζουν τους αιχμαλώτους. Ορισμένοι, φτωχοί κι αυτοί στη δίνη δύο πολέμων κλέβουν τα παλτά και τα στρωσίδια των αιχμαλώτων.

Η Βαγγελιώ περνά και αυτή τη δοκιμασία με το κεφάλι ψηλά. 

Τους παραλαμβάνουν δύο φορτηγά και τους ξεφορτώνουν στο Καρπενήσι. Το βράδυ ξεκινούν οι ανακρίσεις, ώστε να σχηματιστούν οι φάκελοι για το στρατοδικείο της Λαμίας. Στο τελευταίο της γράμμα, η Βαγγελιώ γράφει: "Στο Καρπενήσι, εκεί ήταν τα πολλά. Με βάλαν σε μπουντρούμι σκοτεινό και χωροφύλακες και μαυροσκούφηδες με χτύπησαν απάνθρωπα με σιδεριές και με κρανιές. Μου σπάσαν δύο πλευρά κι ακόμα το σώμα μου είναι κατάμαυρο."

Ο Βασίλης Φυτσιλής αναφέρει, ότι τα σπασμένα πλευρά της Βαγγελιώς ήταν ορατά και μπορούσες εύκολα να τα ψηλαφήσεις. Οι σύντροφοί της τη βοήθησαν όσο μπορούσαν δένοντας το θώρακά της για να μην πονάει όταν αναπνέει. Ήδη, έως το Καρπενήσι, δύο από τους αιχμαλώτους είχαν πεθάνει, αφού δεν τους δόθηκε καμιά ιατρική βοήθεια. Ήταν οι Σωκράτης Παπαλέξης και Αντώνης Σερεφέας. 


Στη Λαμία και στο απόσπασμα


Το στρατοδικείο της Λαμίας συνήλθε άμεσα για τη δίκη και τη συνοπτική καταδίκη των αιχμαλώτων, στους οποίους δεν δόθηκε δικαίωμα να επικοινωνήσουν με δικηγόρο ή συγγενείς τους, ή να απολογηθούν στο δικαστήριο. Η καταδίκη ήταν άμεση, σε δύο μονάχα ημέρες οι ποινές είχαν ήδη αποφασιστεί:

Βαγγελιώ Κουσιάντζα: Εις θάνατον.
Βασίλης Τσιρώνης: Εις θάνατον.
Μήτσος Παπαγεωργίου: Εις θάνατον.
Κώστας Χαλκιάς: Εις θάνατον.
Αλέκος Γαλανίτσας: Εις θάνατον.
Αλέκος Βαρνάβας: Εις θάνατον.
Δημήτρης Χασιώτης: Εις θάνατον.
Θανάσης Καψάλης: Εις θάνατον.
Δημήτρης Αθάνατος: Εις θάνατον.
Χαρίλαος Κυρίτσης: Εις θάνατον.

Ακόμα 19 μαχητές του ΔΣΕ και πολίτες καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά.

Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε ζωντανή την Βαγγελιώ Κουσιάντζα ήταν ο μαχητής του ΔΣΕ Βάιος Τσίβος, που καταγόταν από το ίδιο χωριό με εκείνη και κρατούταν στην ίδια φυλακή. Την τελευταία της νύχτα, η Βαγγελιώ ζήτησε να τον δει, και κάποιος συμπονετικός φρουρός την πήγε στο κελί του. Σύμφωνα με τα όσα θυμάται, ο Τσίβος, η Βαγγελιώ του είπε: 

"Βάιο, εγώ φεύγω. Μας πάνε για εκτέλεση, μαζί με άλλους συντρόφους. Αν ζήσεις και πας καμιά φορά στο χωριό μας, χαιρέτα όλους τους δικούς μας. Και πες τους πως δεν τους ντρόπιασα. Πεθαίνουμε όλοι με το κεφάλι ψηλά. Περήφανοι και λεύτεροι σαν τα βουνά μας"

Στις 09/05/1947, η Βαγγελιώ Κουσιάντζα και οι υπόλοιποι 9 σύντροφοί της οδηγήθηκαν στον τοίχο του νεκροταφείου της Ξηριώτισσας, όπου τους περίμενε το απόσπασμα. Οι μελλοθάνατοι κατεβαίνουν από το φορτηγό τραγουδώντας και οι άνδρες του 106ου Τάγματος Πεζικού που συνθέτουν το απόσπασμα αρνούνται να πυροβολήσουν και παραμένουν σε θέση προσοχής. Θα αντικατασταθούν από ΜΑΥδες και χωροφύλακες και η εκτέλεση θα γίνει κανονικά λίγο αργότερα. 

Μετά την εκτέλεση, ένας χωροφύλακας που έζησε τα δραματικά γεγονότα θα διηγηθεί στους κρατούμενους:

"Μεγάλη κομμουνίστρια εκείνη η δασκάλα! Όλοι έπεσαν κι αυτή να στέκεται γονατισμένη στο ένα πόδι. Κι έλεγε... Και να μη βγαίνει η ψυχή της! Η άτιμη... Τρεις σφαίρες της έριξε ο επικεφαλής, για χαριστική βολή. Κι αυτή εκεί. Ως το τέλος, να φωνάζει για το ΚΚΕ. Μεγάλη κομμουνίστρια." 


Η Βαγγελιώ Κουσιάντζα και οι 9 σύντροφοί της τάφηκαν σε ομαδικό τάφο λίγο πιο έξω από το βόρειο τείχος του νεκροταφείου. Χρόνια μετά, ο πατέρας και όσοι σύντροφοί της έζησαν έμαθαν το σημείο της ομαδικής ταφής και βρήκαν τα οστά της. Φορούσε ακόμα το μοναδικό κόκκινο φόρεμα που είχε στη ζωή της. Τα οστά της μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο του χωριού Παλαμά, από όπου καταγόταν.



Το τελευταίο γράμμα της Βαγγελιώς Κουσιάντζα

















Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Γρηγόρης Ριζόπουλος


Σήμερα αποχαιρετήσαμε τον φίλο Γρηγόρη Ριζόπουλο, νέοι και γέροι, καλλιτέχνες, εργαζόμενοι, φίλοι, σύντροφοι και συναγωνιστές.

Σε αποχαιρετάμε και από εδώ με τις δέκα συγκλονιστικές αράδες του Τάσου Μανωλίτση:

"Ο Γρηγόρης δεν πέθανε. Πέρασε απέναντι στο νησί, με το βράχο στην πλάτη, συνεχίζοντας τον αγώνα για να μην υπάρξουν ποτέ ξανά Μακρονήσια"


Καλό σου ταξίδι.




Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Οι νεκροί της Χούντας των Συνταγματαρχών


Είτε είναι με τις σφαίρες των ακροβολισμένων αστυνομικών, είτε με το μαχαίρι του παρακρατικού, είτε με το γκλομπ των δυνάμεων καταστολής, είτε ακόμα δεμένους σε ράγες τραίνων, ή σε εκτελεστικά αποσπάσματα, η αλήθεια είναι ότι ο καπιταλισμός δολοφονεί. 

Οι δικτατορίες δε, ως αυταρχικότερος καπιταλισμός δολοφονούν, σε κλίμακα ευρύτερη και αγριότερη.

Σήμερα, παραμονές του Πολυτεχνείου, και μετά από σειρά επεισοδίων στο γνωστό ναζιστικό σόου, με το θάνατο του Κατσιφά και την απόπειρα να κρεμαστούν ναζιστικά σύμβολα έξω από το Πολυτεχνείο, καλούμαστε για μια ακόμα φορά να αποδείξουμε το αυτονόητο: Η Χούντα των Συνταγματαρχών δολοφόνησε ανθρώπους. 

Για μια ακόμη φορά τα διάφορα νεοναζιστικά και εθνικιστικά blog και site απλώνουν την "κόπρο του Αυγεία" στο διαδίκτυο επιχειρώντας να ισχυριστούν ότι αφενός το Πολυτεχνείο δεν είχε νεκρούς, καθώς, κατά το γελοίο του επιχειρήματος, οι νεκροί λέει δεν δολοφονήθηκαν εντός του χώρου της εξέγερσης, αλλά στους δρόμους της πόλης. 

Από τη δική μας μεριά, δεν θα ασχοληθούμε με την αποδόμηση της αθλιότητας, καθώς αυτή όντας άθλια από τη φύση της, δεν χωρά πολλών και εκτενών συζητήσεων. Από τη μεριά μας, θα θυμίσουμε πως και ποιους η Χούντα των Συνταγματαρχών δολοφόνησε, όχι μόνο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά και καθ' όλη την "εθνοσωτήριο" δράση της. 


Οι 24 επίσημοι νεκροί του Πολυτεχνείου



Αργυροπούλου Αικατερίνη σύζυγος Αγγελή, 76 ετών, κάτοικος Κέννεντυ και Καλύμνου, Άγιοι Ανάργυροι Αττικής. Στις 10.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της, τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρα. Διακομίστηκε στην κλινική «Παμμακάριστος» (Κάτω Πατήσια), όπου νοσηλεύτηκε επί ένα μήνα και κατόπιν μεταφέρθηκε στο σπίτι της, όπου πέθανε συνεπεία του τραύματος της μετά από ένα εξάμηνο (Μάιος 1974).

Γεριτσίδης Γεώργιος του Αλεξάνδρου, 47 ετών, εφοριακός υπάλληλος, κάτοικος Ελπίδος 29, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 12.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του στα Νέα Λιόσια, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά που διέσχισαν τον ουρανό του αυτοκινήτου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.

Θεοδώρας Δημήτρης του Θεοφάνους, 5 1/2 ετών, κάτοικος Ανακρέοντος 2, Ζωγράφου. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ διέσχιζε με τη μητέρα του τη διασταύρωση της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας με τη λεωφόρο Παπάγου στου Ζωγράφου, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά στρατιωτικής περιπόλου με επικεφαλής αξιωματικό (πιθανόν ο ίλαρχος Σπυρίδων Σταθάκης του Κ.Ε.Τ/Θ), που βρισκόταν ακροβολισμένη στο λόφο του Αγίου Θεράποντος. Εξέπνευσε ακαριαία και όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο των Παίδων, απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Καραγεώργης Στυλιανός του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 10.15 το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στην οδό Πατησίων, μεταξύ των κινηματογράφων «ΑΕΛΑΩ» και «ΕΑΛΗΝΙΣ», τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου που έριξε εναντίον τους περίπολος πεζοναυτών που επέβαινε ενός τεθωρακισμένου οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου πέθανε μετά από 12 μέρες, στις 30.11.1973.

Καράκας Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί), 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, ταχυδακτυλουργός, κάτοικος Μύρων 10, Άγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ βάδιζε με τον 13χρονο γιο του στη διασταύρωση των οδών Χέϋδεν και Αχαρνών, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από ριπή μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε απευθείας στο νεκροτομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Καραμανής Μάρκος του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Χίου 35, Αιγάλεω. Στις 10.30 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα πολυκατοικίας επί της πλατείας Αιγύπτου 1, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Νίκος Λυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Μεταφέρθηκε στην κλινική «Παντάνασσα» (πλατεία Βικτωρίας), όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Κολινιάτης Ευστάθιος, 47 ετών, από τον Πειραιά, κάτοικος Νικοπόλεως 4, Καματερό Αττικής. Χτυπήθηκε στις 18.11.1973 από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων πέθανε στις 21.11.1973.

Κομνηνός Διομήδης του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.30 και 21.45, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ & Μάρνη, τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά από πυρά που έριξαν εναντίον του άνδρες της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (όπως λεγόταν τότε το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο).

Κοντομάρης Σπυρίδων του Αναστασίου, 57 ετών, δικηγόρος (πρώην βουλευτής Κερκύρας της Ένωσης Κέντρου), κάτοικος Αγίου Μελετίου, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 20.30-21.00, ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση οδών Γεωργίου Σταύρου & Σταδίου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Κούμπος Ανδρέας του Στέργιου, 63 ετών, βιοτέχνης, από την Καρδίτσα, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Γύρω στις 11.00 με 12.00 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Γ' Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, τραυματίστηκε στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και τέλος στο Κ.Α.Τ., όπου και πέθανε στις 30.1.1974.

Κυριακόπουλος Δημήτριος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, από τα Καλάβρυτα, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Κατά τις βραδινές ώρες της 16.11.1973 ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια και στη συνέχεια χτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, με αποτέλεσμα να πεθάνει από οξεία ρήξη αορτής τρεις ημέρες αργότερα, στις 19.11.1973, ενώ μεταφερόταν στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ.

Μαρίνος Σπύρος του Διονυσίου, επονομαζόμενος Γεωργαράς, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Πεντέλης, όπου πέθανε τη Δευτέρα, 19.11.1973, από οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου στις 9.9.1974, έγινε τελετή στη μνήμη του.

Μαρκούλης Νικόλαος του Πέτρου, 24 ετών, εργάτης, από το Παρθένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια, Αθήνα, εργάτης. Κατά τις πρωινές ώρες της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στην πλατεία Βάθης, τραυματίστηκε στην κοιλιά από ριπή στρατιωτικής περιπόλου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε τη Δευτέρα 19.11.1973.

Μικρώνης Ιωάννης του Αγγέλου, 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Άνω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Χτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.

Μιχαήλ Σωκράτης, 57 ετών, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.00 και 22.30, ενώ βρισκόταν μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας και Σόλωνος, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί απόφραξη της αριστεράς στεφανιαίας. Μεταφέρθηκε ημιθανής στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. (F Σεπτεμβρίου), όπου και πέθανε.

Μπεκιάρη Βασιλική του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, από τα Αμπελάκια Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Μεταγένους 8, Νέος Κόσμος. Στις 12.00 το μεσημέρι της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της, τραυματίστηκε θανάσιμα στον αυχένα από πυρά. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και στη συνέχεια στον «Ευαγγελισμό», όπου πέθανε αυθημερόν.

Μυρογιάννης Μιχαήλ του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.

Παντελεάκης Κυριάκος του Δημητρίου, 44 ετών, δικηγόρος, από την Κροκέα Λακωνίας, κάτοικος Φερρών 5, Αθήνα. Στις 12.00 με 12.30 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, τραυματίστηκε θανάσιμα από πυρά διερχομένου άρματος μάχης. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου και πέθανε στις 27.12.1973.

Παπαθανασίου Αλέξανδρος του Σπυρίδωνος, 59 ετών, συνταξιούχος εφοριακός, από το ΚεράσοΒο Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Νάξου 116, Αθήνα. Στις 13.30 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε με τις ανήλικες κόρες του στη διασταύρωση των οδών Δροσοπούλου και Κύθνου, απέναντι από το ΙΣΤ' Αστυνομικό Τμήμα, βρέθηκε εν μέσω πυρών, προερχομένων από τους αστυνομικούς του Τμήματος, με αποτέλεσμα να πάθει συγκοπή. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

Παπαϊωάννου Δημήτριος, 60 ετών, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, κάτοικος Αριστομένους 105, Αθήνα. Γύρω στις 11.30 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Ομονοίας, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του, συνεπεία εμφράγματος.

Σαμούρης Γεώργιος του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 γύρω στις 24.00, ενώ βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου (Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων), τραυματίστηκε θανάσιμα στον τράχηλο από πυρά της αστυνομίας. Μεταφέρθηκε στο πρόχειρο ιατρείο του Πολυτεχνείου, όπου απεβίωσε. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Χαμουρλής».

Σπαρτίδης Αλέξανδρος του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 10.30 με 11.00 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Νίκος Λυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Με διαμπερές τραύμα μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του.

Τόριλ Μαργκρέτα Ενγκελαντ, 22 ετών, φοιτήτρια από το Μόλντε της Νορβηγίας. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και αργότερα, νεκρή ήδη, στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Αιγυπτία Τουρίλ Τεκλέτ» και η παρεξήγηση αυτή επιβιώνει ακόμη σε κάποιους «καταλόγους νεκρών».

Φάμελλος Βασίλειος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών.



Νεκροί την ημέρα του πραξικοπήματος


Στις 21 Απριλίου 1967, ημέρα που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα που έφερε τη Χούντα των Συνταγματαρχών, ολόκληρη η επικράτεια της χώρας τέθηκε σε καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, κατόπιν καταστρατήγησης του Συντάγματος. Η Χούντα κατέβασε άρματα και στρατιωτικές δυνάμεις ενόπλων και αστυνομικούς στην Αθήνα και σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, με ρητές εντολές να ανοίξουν πυρ εναντίον όσων παραβίαζαν την απαγόρευση της κυκλοφορίας. Έτσι, η Αθήνα θρήνησε δύο νεκρούς, ήδη από αυτή την πρώτη ημέρα της Χούντας:

Μαρία Καλαβρού: Την 21η Απριλίου, η 24χρονη Μαρία Καλαβρού στεκόταν με την αδελφή της στο πεζοδρόμιο της οδού Πατησίων, στο ύψος του “Ράδιο-Σίτυ”, και παρακολουθούσαν την πορεία των αρμάτων που πλησίαζαν.



Όπως ανέφερε αργότερα η αδελφή της: "Καθώς βαδίζαμε με την αδελφή μου, άκουσα έναν πυροβολισμό και μετά είδα την αδελφή μου να σωριάζεται στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως λιποθύμησε. Αλλά όταν έσκυψα είδα τα αίματα".

Σύμφωνα με κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα: "Αιφνιδίως, ο άνθρωπος που βρισκόταν στον πυργίσκο ενός από τα τανκς, μετακίνησε το πολυβόλο εναντίον των κοριτσιών και έριξε μια ριπή από απόσταση περίπου πέντε μέτρων. Ακούστηκαν ουρλιαχτά και τα τανκς προσπέρασαν".

Ο άνθρωπος που πυροβόλησε, ο δολοφόνος της Μαρίας Καλαβρού, ήταν ο ανθυπίλαρχος Ιωάννης Αλμπάνης. Αξιωματικοί που συνυπηρετούσαν τότε με τον Αλμπάνη, τον άκουσαν να δικαιολογεί την πράξη του όταν επέστρεψε στη μονάδα του λέγοντας: "Της έριξα της πουτάνας για να μάθει να φασκελώνει".


Βασίλης Πεσλής: Μαθητής, ετών 15, που δολοφονήθηκε στην Πλατεία Αττικής. 





Το πρωί της 21ης Απριλίου "στην πλατεία Αττικής είχε μαζευτεί κόσμος για να μάθει τι συνέβαινε. Ενας λοχίας πυροβόλησε με το αυτόματο όπλο και ο κόσμος διαλύθηκε τρομαγμένος. Τότε είδαμε πεσμένο στο έδαφος ένα άτομο και διαπιστώσαμε ότι ήταν ο Βασίλειος Πεσλής. Όταν σηκώσαμε το παιδί, είδαμε ένα τραύμα στο κεφάλι".

Αυτά μαθαίνουμε από την κατάθεση στη δίκη που έγινε το 1976 του αυτόπτη μάρτυρα Δημήτρη Τελώνη. Ο υπαξιωματικός που είχε πυροβολήσει ήταν ο έφεδρος λοχίας Λυμπέρης Ανδρικόπουλος και ο νεκρός ήταν ο 15χρονος Βασίλης Πεσλής.

Σύμφωνα, μάλιστα, με την κατάθεση ενός άλλου μάρτυρα – του αστυφύλακα Αθανάσιου Λιάσκα – μετά το φόνο ένας στρατιώτης ρώτησε το λοχία γιατί τον σκότωσε και ο λοχίας του απάντησε: "Γιατί με έβρισε, με αποκάλεσε μαλάκα".

Τις αμέσως επόμενες ημέρες, ο πατέρας του δολοφονημένου παιδιού απέστειλε δύο επιστολές, μία στον αντιστράτηγο Σπαντιδάκη και την άλλη στον ταξίαρχο Παττακό. Ο Σπαντιδάκης απάντησε ότι δε γνωρίζει τίποτα, ενώ ο Παττακός διέταξε να γίνει μια προσχηματική έρευνα. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, ο ιατροδικαστής Γεώργιος Αγιουτάντης συνέταξε ψευδή έκθεση νεκροψίας, αναφέροντας ότι ο θάνατος του παιδιού προήλθε από εξοστρακισμό σφαίρας, προκειμένου να φανεί σαν ατύχημα. Όπως αποδείχθηκε όμως αργότερα, το παιδί είχε χτυπηθεί με απευθείας βολή. 

Το 1977 αποδείχθηκε ότι ήταν ψεύτικη η ιατροδικαστική έκθεση του Αγιουτάντη, ο οποίος όμως δε δικάστηκε λόγω παραγραφής.


Ο νεκρός Μάρτυρας του Ιεχωβά στον Ελληνικό Στρατό



Εκτός των νεκρών του Πολυτεχνείου, η Χούντα των Συνταγματαρχών και τα γνωστά της όργανα του ΕΑΤ-ΕΣΑ, τουτέστιν άνθρωποι σαν τους χασάπηδες του Μουστακλή, του Παναγούλη και του Λεντάκη, βασάνισαν και δολοφόνησαν με μαρτύρια τον φαντάρο και μάρτυρα του Ιεχωβά, Βασίλη Καράφατσα, λόγω της άρνησής του να στρατευθεί και να κρατήσει όπλο. 




Στις 23/06/1971, το άψυχο σώμα του Βασίλη Καράφατσα βρίσκεται στις 18:00 στη σιδηροδρομική γραμμή της γέφυρας του Πηνειού, 5 χιλιόμετρα έξω από τα Τρίκαλα.

Ο δικηγόρος της οικογένειας Τσιτσιλίκης παραλαμβάνει την ιατροδικαστική έκθεση, η οποία εκτός από ελλιπής (απουσιάζει αυτοψία χώρου), κάνει λόγο για αυτοκτονία. Υποτίθεται ότι ο Καράφατσας έπεσε στις σιδηροδρομικές γραμμές, από παράθυρο του τραίνου.

Η αυτοψία του χώρου, σύμφωνα με το δημοσιογράφο Κώστα Τσαρούχα είναι αποκαλυπτική ενός εγκλήματος και όχι μιας αυτοκτονίας:

1) Το σώμα του Καράφατσα βρέθηκε σε γέφυρα, πάνω από τον ποταμό Πηνειό, όπου οι σιδηροτροχιές απέχουν 1,84 μέτρα, η μια από την άλλη. Ωστόσο, το σώμα του "αυτόχειρα" δεν είχε πέσει στο νερό.

2) Ένα διερχόμενο βαγόνι, απέχει από το κιγκλίδωμα της γέφυρας 85-90 εκατοστά, οπότε αν ο Καράφατσας έπεφτε από το παράθυρο, το κεφάλι του θα είχε σοβαρά χτυπήματα, αν δεν είχε πολτοποιηθεί. 

3) Το σώμα του Καράφατσα βρέθηκε σε λίμνη αίματος, χωρίς όμως η πτώση του να έχει αφήσει σημάδια αίματος σε άλλα σημεία των σιδηροτροχιών.

Επίσης, τα τραύματα του νεκρού, φαίνεται πως αναδεικνύουν το θάνατό του λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη και όχι λόγω πτώσης στις γραμμές του τραίνου. Η ιατροδικαστική έκθεση, αν και ελλιπής είναι αποκαλυπτική: Σοβαρά τραύματα βρέθηκαν στους γλουτούς και όχι στο κεφάλι του θανόντα. Πρόκειται για τραύματα που μοιάζουν με αυτά του Γιώργη Τσαρουχά, που και αυτός δολοφονήθηκε με βασανιστήρια από τη Χούντα. 



Πολιτικές δολοφονίες της Χούντας των Συνταγματαρχών.



Ανάμεσα στους 7840 εξόριστους της Γυάρου και της Λέρου, αλλά και άλλων τόπων εξορίας της Χούντας. Ανάμεσα ακόμα, στους χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους, στις διάφορες φυλακές της περιόδου, η Χούντα των Συνταγματαρχών και τα όργανά της στο στρατό, στην Αστυνομία και στην Ασφάλεια ευθύνονται για τη δολοφονία πολλών κομμουνιστών, αριστερών και δημοκρατικών πολιτών, που πολλές φορές δολοφονήθηκαν με φρικτά βασανιστήρια. 

Ο κατάλογος που ακολουθεί δεν μπορεί και δεν είναι πλήρης:


Γιώργης Τσαρουχάς: Στέλεχος του ΚΚΕ, πρώην βουλευτής της ΕΔΑ και μέλος της αντιδικτατορικής αντίστασης, ο Τσαρουχάς δολοφονήθηκε στις 09/05/1968, στα μπουντρούμια της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, το σημερινό Πολεμικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ο Γιώργης Τσαρουχάς συνελήφθη στα διόδια της Λεπτοκαρυάς από όργανα της Ασφάλειας μαζί με άλλους τρεις συντρόφους του που κατέβαιναν στην Αθήνα με αυτοκίνητο, τη νύχτα της 8ης Μαϊου 1968. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να συναντηθεί με στελέχη του ΠΑΜ και να μεταφέρει στην Αθήνα, ως γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ Θεσσαλονίκης, της απόφαση της τοπικής οργάνωσης σχετικά με τη θέση της στο διασπασμένο κόμμα. Το χειρόγραφο σημείωμα –απόφαση της ΚΟΘ του ΚΚΕ που «εγκρίνει ανεπιφύλακτα την απόφαση του Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ για το Εσωτερικό με την οποία αρνείται την εγκυρότητα των αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας- ο Τσαρουχάς το κατάπιε κατά τη σύλληψή του για να μη πέσει στα χέρια των διωκτών του.




Ο Τσαρουχάς μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της ΚΥΠ, στο Γ’ Σώμα Στρατού και υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια από όργανα της χούντας, τα ονόματα των οποίων δεν αποκαλύφθηκαν ούτε στη δίκη που έγινε το 1979. Τα πολλά πλήγματα των βασανιστών στο σώμα του στάθηκαν μοιραία για τον Τσαρουχά που άφησε την τελευταία του πνοή τις πρώτες ώρες της 9ης Μαϊου. Το καθεστώς απέδωσε το θάνατό του σε καρδιακή προσβολή και η ταφή του έγινε εσπευσμένως, χωρίς να ανοιχτεί το φέρετρό του, στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Κάποια στιγμή μόνο, ο στρατιώτης φρουρός επέτρεψε στους οικείους του νεκρού να ανασηκώσουν το φέρετρο για να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό στην εκκλησία του νεκροταφείου και να διαπιστώσουν τις κακώσεις στο πρόσωπό του. Ο ιατροδικαστής Εμμ. Νόνας, που ενήργησε νεκροψία- νεκροτομή την επομένη του θανάτου του Τσαρουχά, απέδωσε το θάνατό του σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, αλλά ανέφερε στην έκθεση του ότι «διαπίστωσε πολυαρίθμους κακώσεις εξωτερικής επιφανείας, ποικίλης εκτάσεως και μορφής εις διάφορα σημεία του σώματος».


Παναγιώτης Ελής: Στέλεχος του ΚΚΕ, πρώην Μακρονησιώτης και μέλος της Εθνικής Αντίστασης, ο Παναγιώτης Ελής είχε συλληφθεί μαζί με 700 περίπου ακόμα κομμουνιστές και αριστερούς πολίτες, που στις 21 Απριλίου 1967 είχαν μεταφερθεί και κρατούνταν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Τη φύλαξη των κρατουμένων είχε αναλάβει στρατός, ενώ καθημερινά, μέλη της ΕΑΤ-ΕΣΑ επέβαλαν τους κρατούμενους σε ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια και καψόνια. 




Τέσσερις ημέρες μετά, στις 25 Απριλίου, ο ανθυπίλαρχος Κωνσταντίνος Κότσαρης πυροβόλησε με το υπηρεσιακό του περίστροφο τον Παναγιώτη Ελή, δολοφονώντας τον επί τόπου. Αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού υπήρξε ο Τάκης Βουρνάς, που το περιγράφει ως εξής:


"Είχαμε πια συνηθίσει τους ήχους, τις κραυγές και τις βρισιές, όταν ξαφνικά φάνηκε δύο βήματα έξω απο την πόρτα του θαλάμου ένας αξιωματικός με ροδαλό πρόσωπο καλοταισμένου μπεμπέ να κυνηγά έναν κρατούμενο, κρατώντας στο χέρι του ένα στρατιωτικό περίστροφο με σιγαστήρα.

-Τροχάδην! του φώναξε.
Ο κρατούμενος Παναγιώτης Ελής, άνθρωπος περασμένα τα 40 χρόνια του, φορούσε στα πόδια του και παντόφλες, πράγμα που τον υποχρέωνε να περπατά σιγότερα απ’ ό,τι αν φορούσε παπούτσια.

-Τροχάδην! του φώναξε και τον έσπρωχνε με την κάννη, αλλά ο Ελής εξακολουθούσε να βαδίζει κανονικά.

-Τρέξε, την Παναγία σου! του λέει μια στιγμή κι ο Ελής κάνει γρηγορότερα τα τελευταία βήματα.

-Τροχάδην το λένε αυτό στο χωριό σου; λυσσάει ο δεσμοφύλακας και έξαλλος καταφέρνει με την κάννη δυο απανωτά χτυπήματα στα πλευρά του Ελή.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας περίεργος διπλός κρότος, κατι σαν «φλοπ», «φλοπ», και μονομιάς ο Ελής σωριάστηκε στο κατώφλι της πόρτας. Και πριν καλά-καλά προφτάσουν να αντιληφθούν οι άλλοι κρατούμενοι τι συνέβη, ακούστηκαν τα ουρλιαχτά ενός αξιωματικού, που είχε τρέξει εκεί κίτρινος σαν λεμόνι. Πράγματι χαμηλά στα πλευρά βρήκαν την είσοδο δύο απανωτών βλημάτων που είχαν περάσει μέσα απο το θώρακα είχαν κόψει την αορτή στην περιοχή της καρδιάς και είχαν σταματήσει κάτω απο το δέρμα στην αριστερή μασχάλη του θύματος.

Δολοφόνος ο Ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος".


Νικηφόρος Μανδηλαράς: Νομικός, δημοσιογράφος και εκδότης εφημερίδας. Είναι περισσότερο γνωστός ως δικηγόρος υπερασπίσεως στη δίκη για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Σκοτώθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει από την Ελλάδα, όπου κινδύνευε να συλληφθεί από το καθεστώς της Χούντας.


Στις 17 Μαΐου 1967, ο Μανδηλαράς επιβιβάστηκε κρυφά στο πλοίο RITA-V με σκοπό να διαφύγει στην Κύπρο. Πέντε ημέρες αργότερα λιμενικοί βρήκαν το πτώμα του στην παραλία Γενναδίου της Ρόδου. 




Κατά την εκδοχή των αρχών, ο καπετάνιος του πλοίου Πέτρος Πόταγας έριξε τον Μανδηλαρά στη θάλασσα με ένα σωσίβιο, προκειμένου ο τελευταίος να κολυμπήσει ως την ακτή και να αποφύγει τη σύλληψη. Όμως ο δικηγόρος πηδώντας από το πλοίο, τραυματίστηκε στο κεφάλι και στη συνέχεια πνίγηκε και το πτώμα του ξεβράστηκε στην ακτή.

Υποστηρίζεται ωστόσο με βάση στοιχεία που υπάρχουν, ότι ο Νικηφόρος Μανδηλαράς πρέπει να βγήκε στην ακτή, όπου συνελήφθη και δολοφονήθηκε. Πρώτον ο Μανδήλαρας με τη σωματική διάπλαση που είχε ήταν απίθανο να τραυματιστεί πηδώντας από το πλοίο και να μην καταφέρει να κολυμπήσει μέχρι τη στεριά. Επίσης από φωτογραφίες του νεκρού Μανδηλαρά φαίνεται πως είχε δεχτεί χτυπήματα στο κεφάλι και είχε μια τρύπα στο θώρακα. Ακόμα όταν βρέθηκε το πτώμα του έτρεχε αίμα από το αυτί του, κάτι που δε θα μπορούσε να συμβεί αν είχε πνιγεί. Η δε έκθεση των γιατρών που εξέτασαν τη σορό του δεν υπεβλήθη άμεσα, αλλά αφού έφτασε από το εξωτερικό, λίγες μέρες αργότερα, ο ιατροδικαστής Καψάσκης.

Επιπλέον υπάρχει η μαρτυρία του Ροδίτη δικηγόρου Γιώργου Χιωτάκη, φίλου του Μανδηλαρά, δημάρχου Ρόδου το 1964 και πολιτευτή της Ένωσης Κέντρου, σύμφωνα με την οποία στις 18 Μαΐου τον πλησίασε μέσα στο δικαστικό μέγαρο ένας χωρικός και του είπε πως μεταφέρει μήνυμα του Μανδηλαρά που κρύβεται στην παραλία της Λάρδου. Ο Χιωτάκης με τον ίδιο χωρικό έστειλε μήνυμα στον Μανδηλαρά ζητώντας του να ορίσει τόπο συνάντησης, καθώς όμως δεν έλαβε απάντηση αποφάσισε την επομένη να ψάξει να τον βρει μόνος του. Στη διαδρομή με το αυτοκίνητο τον παρακολουθούσαν άνδρες της ασφάλειας και έμαθε ότι οι αρχές αναζητούσαν έναν δραπέτη. Δύο μέρες αργότερα ο Χιωτάκης έμαθε από τις εφημερίδες ότι ξεβράστηκε το πτώμα ενός αγνώστου άνδρα στην παραλία Γενναδίου.

Στη δίκη που ακολούθησε ο καπετάνιος Πέτρος Πόταγας καταδικάστηκε σε δώδεκα μήνες φυλάκιση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Αργότερα ο Πόταγας έφυγε οικογενειακώς για την Νότια Αφρική, όπου πολύ σύντομα απεβίωσε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Παρ' όλες τις προσπάθειες που έγιναν μετά την πτώση τις δικτατορίας για να γίνει αναψηλάφηση της υπόθεσης, δεν κατέστη δυνατή η επανάληψη της δίκης. Στις 7 Δεκεμβρίου 1984 η υπόθεση ανασύρθηκε από το αρχείο και η Ολομέλεια Εφετών Αθηνών αποφάσισε την άσκηση νέας ποινικής δίωξης, χαρακτηρίζοντας τον θάνατο του Μανδηλαρά ανθρωποκτονία από πρόθεση. Η ποινική δίωξη στράφηκε κυρίως κατά των Κ. Παπαδόπουλου, αδελφού του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου, και Ι. Λαδά, ενώ ανακριτής ορίστηκε ο Εφέτης Αθηνών Α. Φλούδας. Σύμφωνα με βούλευμα που εκδόθηκε δύο χρόνια αργότερα, για τους παραπάνω προέκυψαν στοιχεία για ηθική αυτουργία. Εν τέλει η διερεύνηση δεν τελεσφόρησε και η υπόθεση ξαναμπήκε στο αρχείο.


Γιάννης Χαλκίδης: Στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη των Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης και της ΕΔΑ και μέλος της αντιστασιακής-αντιδικτατορικής οργάνωσης Πατριωτικό Μέτωπο. Δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1967 στη Θεσσαλονίκη από άνδρες της Ασφάλειας.




Στις 2 Σεπτεμβρίου 1967, μέλη του Πατριωτικού Μετώπου που δρούσαν στην παρανομία, μεταξύ των οποίων και ο Γιάννης Χαλκίδης, σαμποτάρουν τα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Ανατινάζουν κολόνα της ΔΕΗ, προκαλώντας διακοπή του ρεύματος σε όλους τους χώρους της ΔΕΘ. Μετά από λίγα λεπτά η βλάβη αποκαταστάθηκε, αλλά η ενέργεια αυτή προκάλεσε μεγάλη επικοινωνιακή ζημιά στο χουντικό καθεστώς, που πάσχιζε να δείξει διεθνώς ότι στην Ελλάδα επικρατεί ηρεμία. Το σαμποτάζ έγινε παρουσία πολλών ξένων επισήμων και σχολιάστηκε εκτενώς στα διεθνή ΜΜΕ.

Ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου άνδρες της Εθνικής Ασφάλειας της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης (σημερινή Κρατική Ασφάλεια της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης της Ελληνικής Αστυνομίας) με επικεφαλής τους Τετραδάκο, Κουρκουλάκο και Καραμήτσο έκαναν έφοδο σε διαμέρισμα - γιάφκα στην τότε οδό Φιλελλήνων 55 (σήμερα ο δρόμος αυτός ονομάζεται Θεοδώρου Νάτσινα), στην περιοχή της Οσίας Ξένης, όπου βρίσκονταν τα μέλη Πατριωτικού Μετώπου Γιάννης Χαλκίδης, Γρηγόρης Παντής και Φερδινάνδος (Νάντης) Χατζηγιάννης. Τα τρία μέλη του ΠΑΜ προσπάθησαν να διαφύγουν αλλά ο Χαλκίδης δολοφονήθηκε με δυο σφαίρες στην πλάτη και οι άλλοι δύο συνελήφθησαν (ο Παντής επίσης τραυματίστηκε από σφαίρα). Οι συλληφθέντες καταδικάστηκαν από το έκτακτο στρατοδικείο στις 26 Νοεμβρίου του ίδιου έτους σε κάθειρξη 20 χρόνων.


Χ. Τσίγκας: Στέλεχος του ΠΑΜ και γνωστός συνδικαλιστής. Δολοφονείται κατά την ανάκρισή του από την Ασφάλεια Αθήνας, το Δεκέμβριο του 1968.


Πολύκαρπος Γιωρκάτζης: Συνεργάτης του Αλέξανδου Παναγούλη και υπουργός εσωτερικών και αμύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Γιωρκάτζης δολοφονήθηκε στις 15 Μαρτίου 1970, στο χωριό Μια Μηλιά, μια εβδομάδα μετά την δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου. Δολοφόνος του θεωρείται ο τότε εγκάθετος της Χούντας διοικητής καταδρομών στην Κύπρο.



Ο νεκρός της κατάληψης του Πανεπιστημίου Πατρών



Γιάννης Μικρώνης: 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Άνω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Κτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.





Νεκροί στις εξορίες και τις φυλακές της Χούντας


Ζαχαρίας Χατζηβασιλείου: Παλαίμαχος κομμουνιστής και αγωνιστής της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Πέθανε εξόριστος στο Λακκί της Λέρου, στις 30 Οκτώβρη 1967.

Κώστας Κατής: Μέλος του ΚΚΕ. Αυτοκτόνησε όντας εξόριστος στο Λακκί της Λέρου, στις 7 Γενάρη 1968.

Περικλής Καλαντζάκος: Μέλος του ΚΚΕ. Η υγεία του είχε επιδεινωθεί σημαντικά όντας εξόριστος στο Λακκί της Λέρου. Πέθανε στις 6 Μάη 1968.

Γιάννης Βαρούνης: Πρόεδρος των Μυλεργατών Ελλάδας, παλαίμαχος αγωνιστής του συνδικαλιστικού κινήματος. Πέθανε βαριά άρρωστος, κατά τη μεταφορά του στη Σύρο από το κάτεργο της Γυάρου, στις  27 Ιούλη 1968.

Ελευθερία Καλαμπόκη: Εξόριστη στη Γυάρο. Πέθανε στις 27 Ιούλη 1968.

Κώστας Παπαδόπουλος: Εξόριστος στη Λέρο. Πέθανε από τις κακουχίες στις 10 Αυγούστου 1968, στο Λακκί.

Τζαβαλάς Καρούσος: Ηθοποιός και μέλος του ΚΚΕ, πρώην μέλος της Εθνικής Αντίστασης και πρώην Μακρονησιώτης. Απολύθηκε από Γυάρο στα τέλη του 1968 και πέθανε από τις κακουχίες στο Παρίσι, στις 3 Γενάρη 1969.

Γεώργιος Χριστόπουλος: Εξόριστος που πέθανε στις 17 Μάη 1969.

Χρήστος Μπονάτος: Στέλεχος του ΚΚΕ στα Χανιά. Πέθανε στις 6 Σεπτέμβρη 1969, στο Λακκί της Λέρου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη της εποχής ο Χρ. Μπονάτος ήταν ο 15ος νεκρός πολιτικός κρατούμενος της Χούντας.

Στέφανος Λαφτσής: Στέλεχος του ΚΚΕ. Πέθανε στις 13 Σεπτέμβρη 1969, στις Φυλακές Αβέρωφ, όπου βρισκόταν κρατούμενος της Χούντας.

Νίκος Γαλάτης: Μέλος του ΚΚΕ και στέλεχος της  Ε. Π. Πειραιά της ΕΔΑ. Πέθανε στις 26 Δεκέμβρη 1969, στο Λακκί της Λέρου.

Μανώλης Σιγανός: Στέλεχος του ΚΚΕ και γιατρός. Πέθανε στις 7 Ιούνη 1972, στο σπίτι του, λίγο μετά την απόλυσή του, για λόγους υγείας, από τη Λέρο.



Νεκροί κατά την αντιδικτατορική δράση


Γιώργος Τσικουρής: Στέλεχος της Οργάνωσης Άρης, του ΠΑΜ, από την Κύπρο. Σκοτώθηκε σε απόπειρα ανατίναξης της αμερικανικής πρεσβείας με αυτοκίνητο-βόμβα, το Σεπτέμβριο του 1970.

Μαρία- Έλενα Αντζελόνι: Στέλεχος της Οργάνωσης Άρης, του ΠΑΜ, από την Ιταλία. Σκοτώθηκε σε απόπειρα ανατίναξης της αμερικανικής πρεσβείας με αυτοκίνητο-βόμβα, το Σεπτέμβριο του 1970.





Kώστας Γεωργάκης: Φοιτητής της Γεωλογίας στην Ιταλία. Αυτοπυρπολήθηκε στις 19/09/1970, στην πλατεία Ματεότι, κοντά στα σκαλιά του Παλάτσο Ντουκάλε, ως ένδειξη διαμαρτυρίας.


Ο σκιώδης θάνατος της Αν Τσάπμαν


Αν Τσάπμαν: Δημοσιογράφος από τη Μεγάλη Βρετανία που βρέθηκε δολοφονημένη τον Οκτώβριο του 1971, στο Καβούρι. Το έγκλημα, ενώ αρχικά αποδόθηκε στον Νίκο Μουντή, ο οποίος καταδικάστηκε, παραμένει μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστο, καθώς αποδείχτηκε ότι αυτός δεν ήταν ο πραγματικός ένοχος. Η υπόθεση αποδείχτηκε περίπλοκη και η έρευνα δημοσιογράφων και της οικογενείας της έδειξε ότι εμπλέκονται ακόμα και μυστικές υπηρεσίες με φόντο το πολιτικό περιβάλλον της εποχής και τις δραματικές εξελίξεις στο Κυπριακό. 

Η Βρετανή δημοσιογράφος  βρέθηκε στραγγαλισμένη στο Καβούρι. Η 24χρονη συνεργάτιδα του BBC βρισκόταν στην Ελλάδα για επαγγελματικούς λόγους. Το πτώμα της βρήκε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων σε μια απομονωμένη θαμνώδη περιοχή.

Το άψυχο σώμα της ήταν κακοποιημένο και μισόγυμνο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν: «η ομάδα με την οποία ταξίδευε έμενε στο Πέιν Οτέλ, στο Καβούρι, μια παραλία κοντά στην Αθήνα. Το απόγευμα και το βράδυ της 15ης Οκτωβρίου δεν περιελάμβανε οργανωμένο πρόγραμμα, αλλά υπήρχε στο νυχτερινό πρόγραμμα μια ξενάγηση στο κέντρο της Αθήνας. Για λόγους που ακόμα δεν έχουν ξεκαθαριστεί, η Αν ήταν απασχολημένη κατά τη διάρκεια της ημέρας και έχασε την ξενάγηση στην Αθήνα. Είπε σε μια φίλη της, μέλος της ομάδας, ότι δεν είχε φάει από το πρωί και ότι θα έπαιρνε το επόμενο λεωφορείο. Περπάτησε από το ξενοδοχείο σε μια κοντινή στάση. Το πτώμα της βρέθηκε περίπου 50 γιάρδες από τη στάση. Ήταν στραγγαλισμένη, το σώμα της παρουσίαζε κακώσεις, τα πόδια της και τα χέρια της ήταν δεμένα με καλώδια.


Οι αρχές απέδωσαν το έγκλημα σε έναν ηδονοβλεψία που σύχναζε στην περιοχή και τον συνέλαβαν. Ήταν ο Νίκος Μουντής. Ο δράστης συνελήφθη από την ασφάλεια Πειραιά και «ομολόγησε» ότι βίασε και σκότωσε την Τσάπμαν. 

Ο Έντουαρντ Τσάπμαν, πατέρας της Αν διαπίστωσε ότι τόσο οι ελληνικές δικτατορικές αρχές όσο και οι βρετανικές, ήθελαν να μπει γρήγορα η υπόθεση στο αρχείο. Ο ίδιος δεν σταμάτησε να ψάχνει για στοιχεία που θα οδηγούσαν στον πραγματικό δολοφόνο της κόρης του, καθώς όπως υποστήριζε, ο Νίκος Μουντής ήταν αθώος. Το γεγονός ότι τα χέρια και τα πόδια του θύματος ήταν δεμένα με καλώδια, δείχνει ότι ο θάνατός της δεν ανήκει στην κατηγορία των εγκλημάτων ηθών, αλλά ήταν φόνος εκ προμελέτης, αναφέρει ρεπορτάζ εφημερίδας. Η αναπαράσταση που έγινε από τον Νίκο Μουντή στον τόπο του εγκλήματος ήταν, όπως αποδείχτηκε αργότερα, καθοδηγούμενη από τις αρχές και ο Τσάπμαν είχε εντοπίσει αντιφάσεις του δράστη.

Σύμφωνα με την κατάθεσή του, είχε δει την κοπέλα να περιμένει στη στάση του λεωφορείου αρκετές ώρες πριν τη σκοτώσει, ενώ η νεκροτομή ανέφερε πως η κοπέλα είχε φάει, μία ώρα πριν από τον θάνατό της. Ο Τσάπμαν έκανε συνεχώς ταξίδια στην Ελλάδα συλλέγοντας στοιχεία και προσπαθώντας να πείσει τις αρχές να επανεξετάσουν την υπόθεση. Στο πλευρό του είχε τους δικούς του ανθρώπους, αλλά και ειδικούς, οι οποίοι βοηθούσαν στην έρευνα. Σε δημοσίευμα ελληνικής εφημερίδας διαβάζουμε τη δήλωση του Ρόναλντ Γκρέι, ιδιωτικού ερευνητή από το Λονδίνο που υποστήριξε ότι το έγκλημα διέπραξε η αστυνομία της χούντας, που την υποψιαζόταν ως κατάσκοπο: «Συμφωνώ με τον κύριο Τσάπμαν ότι η Αν δεν σκοτώθηκε από τον Μουντή. Είναι πολύ πιθανόν ότι πέθανε κατά τη διάρκεια ανακρίσεως και ο θάνατός της εμφανίστηκε αργότερα σαν το έργο ενός σεξουαλικά ανώμαλου».





Από τα παραπάνω εντοπίζουμε συνολικά 48 νεκρούς που επίσημα μπορούν να αποδοθούν στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών και ακόμα 2 περιπτώσεις, που αν και όλα τα στοιχεία δείχνουν το δικτατορικό παρακράτος και την Ασφάλεια, παραμένουν ανεξιχνίαστες. 

Σε μια άλλη εκδοχή, οι επίσημοι νεκροί της Χούντας αγγίζουν τους 88:


Πεσλής Βασίλης, Ελής Παναγιώτης, Μανδηλαράς Νικηφόρος, Καλαντζής Δημήτρης, Ρίζος Τάκης, Καλαβρού Μαρία, Παναγούλης Γιώργος, Τσαρουχάς Γιώργος, Θεοδωρίδης Γιώργος, Κατσικογιάννης, Τζαβαλάς Καρούσος, Γεωργάκης Κώστας, Αντωνίου Ζήσης, Τσιτσιρίγκος Φώτης, Κούλης Γεώργιος, Πετρόπουλος Παναγιώτης, Βασιλόπουλος Γιάννης, Κωνσταντίνου Γιώργος, Αλβάνογλου Θεόδωρος, Σινόπουλος Πέτρος, Κομνηνός Διομήδης, Παντελεάκης Κυριάκος, Βάρσος Ιωάννης, Εγκελμαν Ντόρις Μαριέτε, Γεριτσίδης Γιώργος, Γεωργαράς Μαρίνος - Σπύρος, Παπαϊωάννου Δημήτρης, Καραμανής Μάρκος, Φαμέλης Βασίλης, Μαρκούλης Νίκος, Σαμούρης Γιώργος, Μυρογιάννης Μιχάλης, Καραγεωργίου Στέλιος, Φιλίνης Γιάννης, Δικάλφα Καλλιόπη, Τζιάνος Λάμπρος, Σταυρέλης Γιάννης, Αργυροπούλου Αικατερίνη, Δασκάλου Στέλιος, Θεοδώρας Δημήτρης, Σίμος Γεώργιος, Κυριακόπουλος Σάκης, Καζέπης Κώστας, Καΐλης Γιάννης, Αναγνωστόπουλος, Αντάρογλου, Αντζελόνι Ελενα Μαρία, Αργυρίου, Βρυώνης, Βυθούλκας, Γαλάτης Νίκος, Γιαννόπουλος, Γρέλλος, Δημόπουλος, Διαμαντάκος, Ευαγγελινός, Ζησιμόπουλος, Ηλιόπουλος, Ιωαννίδης, Ιωάννου, Κούμπουλος, Κρητικάκη, Λαγαριώτης, Μαντζώρος, Μαυρογιάννης, Μέξης, Μικρώνης, Μιχαηλίδης, Μπονάτος Χρήστος, Μώμος, Νικολάου, Παπαγεωργίου, Παπαδόπουλος, Ρακιτζής Αλέξανδρος, Ράμμος Βασίλειος, Σαρμαλής, Σπαρτίδης, Σταυρόπουλος, Σχίζας, Σωτηρόπουλος Ιωάννης, Τορίλ - Τεκλέτ (Αίγυπτος), Τσιγκούνης, Τσικουρής, Φραγκόπουλος Θεόφιλος, Χαλκίδης Γιάννης, Χαραλαμπίδης Γιώργος, Χατζηβασιλείου, Κατής Κώστας.













Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Μια αποκαλυπτική μαρτυρία του Μίκη Θεοδωράκη για τη Μακρόνησο


Από το βιβλίο του Θεοδωράκη, Οι δρόμοι του αρχάγγελου, τόμος Β΄, Κέδρος, Αθήνα 1985. 


«Μας κατέβασαν στο λιμανάκι του Αη-Γιώργη και μας διέταξαν να καθίσουμε. Ο μοίραρχος στάθηκε απέναντί μας. Ήταν η στιγμή του. Το ‘βλεπες καθαρά. Μας έβγαλε έναν δεκαρικό, με όλα τα σχετικά της εποχής. Στο τέλος σαν επιμύθιο μας προσκαλεί να πού με όλοι μαζί: “ΝΑΙ στο Έθνος, ΝΑΙ στο Βασιλιά και ΟΧΙ στους Βουλγάρους, ΟΧΙ στον κομμουνισμό” Και τελείωσε λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να μείνει κανένας ζωντανός. Εκείνοι εκεί που μας περιμένουν δεν αστειεύονται. Και ρώτησε: “Ποιος από σας θα πάει με το κεφάλι ψηλα;” Αυτομάτως, τα κεφάλια μας έκαναν όλα μαζί κλίση προς τα κάτω. Λες και ήμασταν συνεννοημένοι. Κοιτάζαμε το λευκό χαλικάκι. Και μας κοίταζε κι αυτό, άσχετο και αμέριμνο. Εγώ τουλάχιστον, άκουσα δυνατά την καρδιά μου να χτυπάει σαν τύμπανο. Μου φάνηκε πως η παραλία γέμισε από ήχο τυμπάνων. Γκαπ-γκουπ-γκαπ-γκουπ. Λύσσαξε ο μοίραρχος και διατάζει: “Απάνω τους!” Μας ήρθε απότομα αυτή ημετάλλαξη, από το λυρισμό στην πεζή πράξη και δεν προφτάσαμε να προφυλαχτούμε από τα πρώτα χτυπήματα. Δεν είχαν άλλο μέσον παρά τον υποκόπανο του όπλου, που όπου πέσει σιοπεδώνει. Σαν ένας βράχος πάνω σε καλύβι. Ώμοι, πλάτες, χέρια συντρίφτηκαν στο πι και φι από τη μανιώδη δύναμη του βασανιστή χωροφύλακα. Ακούστηκαν ουρλιαχτά, βόγγοι, φωνές. Όμως δεν είχαμε καιρό για να κλάψεις. Αυτό ήταν το ορντέβρ. Υο κύριο πιάτο μας περίμενε. Γι’ αυτό έπρεπε να βιαστούμε. Ξαναμπήκαμε στο μονοπάτι με κατεύθυνση το Δεύτερο Τάγμα. [...]


Φτάσαμε στη βόρεια πύλη του Δεύτερου Τάγματος και το ξύλο σταμάτησε. Είδαμε τους βλοσυρούς αλφαμίτες. Είδαμε παντού τη γαλανόλευκη. Είδαμε και τα πορτραίτα των βασιλέων δαφνοστεφή και σκεφτήκαμε. Εδώ είναι που θα πέσει το μεγάλο ξύλο. Χθες είχαμε την εθνική μας γιορτή. Και, όπως μάθαμε, η Φρειδερίκη τίμησε με την παρουσία της τα στρατιωτικά τάγματα στη Μακρόνησο. Ο μοίραρχος διέταξε να συγκεντρωθούμε. “Σχηματίστε τριάδες.” Όταν ετοιμαστήκαμε, μπήκε μπροστά κι ακολουθούσαν οι εκατό τριάδες των κρατουμένων με τους φρουρούς στο πλαι. Όλο το τάγμα είχε παραταχτεί. Όλα ήταν ακίνητα, σαν εφιάλτης. Με τη φαντασία μας, γιομάτη από απίθανες ιστορίες των πογκρόμ, περιμέναμε όλος αυτός ο σιωπηλός όγκος να ορμήσει ξαφνικά πάνω μας και να μας κατασπαράξει. Ο αίθριος ουρανός γέμιζε με λευκά σύννεφα, που φτάνανε τρέχοντας από τον Όλυμπο και την Πίνδο. Τα πρόσωπα των αξιωματικών τσιτωμένα. Των φαντάρων αντίθετα, πλαδαρά, κουρασμένα, αδιάφορα. Προχωρούσαμε και δε γινόταν τίποτε. Αυτό ήταν το κολαστήριο; Τέλος, όπως μπήκαμε, βγήκαμε από την αντίθετη πύλη. 

[...]

Τέλος φτάσαμε στη χαράδρα. Όταν σταματήσαμε, τότε αντίκρισα το πιο εφιαλτικό θέαμα της ζωής μου. Στους λόφους, ένα γύρω από το γούπατο ήταν παρατεταγμένοι εκατοντάδες φαντάροι με μπαμπού, ο ένας δίπλα στον άλλο. Το μυαλό μουπήγε στα χολυγουντιανά φιλμ, όπου ξαφνικά ο ορίζοντας γεμίζει με ερυθρόδερμους και κοντάρια. “Ώστε αυτό είναι”, είπα μέσα μου. Τότε μονάχα αντικρίσαμ ετην κουστωδία των αξιωματικών, που μας περίμενε στο μέσον της χαράδρας. Καθώς μας σπρώχνανε, βρέθηκα στην πρώτη γραμμή, φάτσα με τους αξιωματικούς. Την επιχείρηση διήυθυνε ένας ηλικιωμένος ανθυπολοχαγός που συνεχώς έδινε χαμηλόφωνα οδηγίες. Φέρανε μια καρέκλα. Δεξιά είχε τραπεζάκια με χαρτιά, καρέκλες, στάμνες με νερό και τενεκεδένια ποτήρια. Μιλάει ένας υπολοχαγός: “Είμαι ο υπολοχαγός Ιωαννίδης και σας καλωσορίζω στον Εθνικό Στρατό. Η πατρίς μάχεται κατά των προδοτών. Καλείσθε να ενώσετε την ψυχήν και το σώμα σας εις τον αγώνα κατά των εαμοβούλγαρων. Να δώσετε όρκον πίστεως εις την Αυτού Μεγαλειότητα, τον βασιλέα ημών Παύλον. Να αποκηρύξετε τον εθνοκτόνον κομμουνισμόν και να αναφωνήσετε μετ’ εμού: Ζήτω ο Εθνικός Στρατός! Ζήτο το Έθνος! Ζήτω ο Βασιλεύς! Κάτω οι Βούλγαροι! Κάτω οι κομμουνιστές! Κάτω το ΕΑΜ!” Δεν κουνήθηκε φύλλο. Θύμωσε ο υπολοχαγός. “Ρε τσογλάνια, ρε αλήτες, ξέρετε τι σας περιμένει ρε; Εμπρός να συντομεύουμε. Εκεί είναι οι δηλώσεις μετανοίας. Όποιοι θα υπογράψουν τώρα να τρέξουν. Οι υπόλοιποι θα πεθάνετε!” Βγήκαν 13, 12 βρακοφόροι Κρητικοί. 

Όλοι τους άσχετοι ή επιτρατευμένοι απ’ τους αντάρτες. Τους κάθισαν μπροστά στα τραπεζάκια. Τους δώσανε πένα για την υπογραφή και μετά τους τρατάρανε νερό και λουκούμι. Λέει ο συμβουλάτορας στον Ιωαννίδη: “Τώρα πες τους το άλλο.” Κορδώθηκε αυτός. Έγινε ησυχία. Μάνιζε η θάλασσα. Τα σύννεφα κατέβαιναν να μας φτάσουν. Τέλος μιλά: “Όποιος από εσάς είναι άντρα. Όποιος από εσάς έχει αρχίδια. Όποιος από εσάς δεν θέλει να κάνει δήλωση, τότε να προχωρήσει ένα βήμα μπορστά.” Αστραπιαία ρίξαμε όλοι ματιές. Συννενοηθήκαμε και σε τρία δευτερόλεπτα κάναμε ένα βήμα μπροστά. Όσοι ήταν μπροστά μας, αξιωματικοί, χωροφύλακες, αλφαμήτες, άρχισαν να μας χτυπούν μανιωδώς. Ο υπολοχαγός βγάζει τη σφυρίχτρα. Μαζί με το σφύριγμα άκουσα κάτι περί “μονάδων ξυλοδαρτικής.” Όμως η προσοχή μου τραβήχτηκε από θέαμα φαντασμαγορικό. Χιλιάδες φαντάροι με τα κοντάρια μπροστά, άρχισαν να κατρακυλούν απ’ το λόφο σαν κοπάδι βουβάλια σε φιλμ γουέστερν. Το ποδοβολητό τους σκέπασε κάθε ήχο της φύσης. Και σε λίγο προστέθηκε και το ουρλιαχτό τους. Αυθόρμητα, γυρίσαμε την πλάτη κι αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη θάλασσα. Όσο προχωρούσαμε όμως τα βράχια μεγάλωναν και μας εμπόδιζαν. Πέφταμε επάνω ο ένας στον άλλο. Τέλος, καταματωμένοι, ξεσκισμένοι από αιχμηρές πέτρες και χτυπήματα, βρεθήκαμε οι πιο πολλοί στη θάλασσα. Το κύμα δυνατό, πανύψηλο, μας έπνιγε και μας πετούσε εδώ κι εκεί. Το πρώτο κύμα των βουβαλοειδών είχε πέσει πάνω στους καθυστερημένους. Τα κοντάρια μυτερά μπήγονταν με ορμή στις σπονδυλικές στύλες και στις σάρκες. 

Άφηναν παράλυτα τα θύματά τους. Εμείς μέσα στο νερό ήμασταν αναγκασμένοι να επιλέξουμε ανάμεσα στο βέβαιο πνιγμό και ξύλο. Κάποτε βγήκα κι εγώ στη στεριά. Με περιμένανε μια ομάδα με ρόπαλα που έπεσε πάνω μου. Ως συνήθως, τα χτυπήματα στο κρανίο ηχούν σαν γιγάντιες καστανιέτες. Ένας ξερός ήχος πολύ κοντά στον εγκέφαλο. Καθώς με χτυπούσαν με ρωτούσαν: “Θα υπογράψεις ρε;” Λες και με γνώριζαν και είχαν παρτίδες μαζί μου. Δε μιλούσα. Τόσα πολλά χτυπήματα δεν μπορείς τελικά να τα συνειδητοποιήσεις. Μέσα στην ποσότητα, χάνεται η ποιότητα ενός ειδικού πόνου. Πιο πολύ πονάς όταν το χτύπημα είναι κοντά στο κόκαλο. Χέρια και κνήμες. Κουράστηκε η ομάδα που με χτυπούσε. Άκουσε τότε ευκρινώς πάλι το “μονάδα ξυλοδαρτικής” και είδα να εξορμούν καινούρια λεφούσια. Πως βρέθηκε αυτός με το ακόντιο μπροστά μου. Μου πήρε ξόφαλτσα τον κοιλιακό χώρο. Έσκισε ρούχα και γυμνώθηκε στο στομάχι μου. Του έπιασα το ακόντιο και βρεθήκαμε μούρη με μούρη. Έκανε μα με δαγκώσει αλλά δεν πρόλαβε γιατί η καινούργια ομάδα, ξεκούραστη άρχισε νέο λουτρό ξύλου. Ήμουν πάντα όρθιος κι έβλεπα τι γινότανε γύρω μου. Έβλεπα ανοιγμένα κρανία, ματωμένα γεννητικά όργανα, παραμορφωμένα πρόσωπα. Και δυστυχώς άκουγα. Λέω δυστυχώς γιατί αυτό με βασάνιζε πάνω απ’ όλα. Τα θύματα βγάζανε άναρθρες κραυγές. Σαν ζώα που τα σφάζουν. Το ίδιο σκούζανε κι οι θύτες. Βλαστήμαγαν, βρίζανε, προστάζανε. Ξευτελίζανε με τις χυδαίες τους λέξεις την ανθρώπινη φύση. Σε μια στιγμή έπεσα κάτω. Από πάνω μου με κλωτσούσαν όλο και πιο πλαδαρά. Κατάλαβα ότι κουράστηκαν κι αυτοί κι έπρεπε να περιμένω την τρίτη ομάδα ξυλοδαρτικής. Πράγματι φτάσανε φουριόζοι. Με σηκώσανε όρθιο. Άλλοι με πιάνανε κι άλλοι μου ρίχνανε γροθιές στο στομάχι και στο πρόσωπο.

[...]

Βλέπω σε κάποια στιγμή κάποιον να προχωρά σ’ εμένα και να φωνάζει: “Μίκη! Μίκη!” Είχα θολώσει αλλά γνώρισα τον Νάκο, φοιτητή ιατρικής. Κρατούσε στη φούχτα τα γεννητικά του όργανα λες και κρατούσε συκωταριά. Έσταζαν αίματα. Μου τα ‘δειχνε και μου ‘λεγε με βογκητά: “Δες τι μου ‘καναν!” Σκέφτηκα, μες στο χάλι μου πονηρά. “Δες που το πάει. Δεν τον νοιάζει για τον πόνο του. Κοιτάζει που θα μείνει ανίκανος.” Και χαμογέλασα, ξεχνώντας τη δική μου κατάντια. Έκλεισα τα μάτια. Κάποιος μου σκουπίζει το αίμα και ψιθυρίζει: “Παιδί μου, παιδί μου, είναι κανίβαλοι, είναι κανίβαλοι.” Μα ποιος μιλά; Με κόπο άνοιξα τα μάτια και βλέπω το μοίραρχο, τον κακό, να τα ‘χει χαμένα. Μόλις με είδε να συνέρχομαι χάρηκε. “Μπράβο, παιδί μου. Ζεις. Κάνε δήλωση. Σε παρακαλώ, Αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Είναι κανίβαλοι.” Συγκινήθηκε. Απέκλεισα το ενδεχόμενο να είναι βαλτός. Ο άνθρωπος είχε κρίση. Έτρεμε. Φοβόταν κιόλας. Τι να του πω; Αντικομμουνιστής αυτός, κομμουνιστής εγώ. Συναντηθήκαμε στο σύνορο του ανθρώπινου πόνου. Σκέφτηκα προσπαθώντας να αρθρώσω τις λέξεις μου, τι το αίμα πλημμύριζε το στόμα μου. Του λέω: “Σας ευχαριστώ. Ξέρετε είμαι Κρητικός. Δε μ’ αρέσει το ζόρι”».