"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Η "Ελένη" του Νίκου Γκατζογιάννη και ο βόρβορος της ιστορικής ανακρίβειας - Μέρος 3ο


Kλείνοντας την κριτική μας για το βιβλίο ΕΛΕΝΗ, του Νίκου Γκατζογιάννη και το βόρβορο της ιστορικής ανακρίβειας και του εσκεμμένου ψεύδους θα θέλαμε να παραθέσουμε μερικές ακόμα ιστορικές απόψεις και θέσεις του συγγραφέα, που δεν έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση της μητέρας του, αγγίζουν όμως ιστορικές προσωπικότητες και ζητήματα. 






Η πείνα και η ψείρα, στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού



Με όλα τα λάθη και τις αδυναμίες του, ο υπαρκτός σοσιαλισμός, ακόμα και στις χειρότερες εποχές του προσέφερε παιδεία, υγεία και υψηλό επίπεδο διαβίωσης για τους πολίτες του. Ακόμα και αναθεωρητές της χειρότερης ποιότητας σιωπούν όταν πρόκειται για την τεράστια προσφορά των σοσιαλιστικών κρατών στους Έλληνες πρόσφυγες του Εμφυλίου και ιδιαίτερα, όταν πρόκειται για τα παιδιά που ο ΔΣΕ μετακίνησε εκεί, για να τα γλιτώσει από τη φρίκη και τη βία του Εμφυλίου. 

Μόνο ο μεγάλος ιστορικός Νίκος Γκατζογιάννης, παρόλα αυτά, μας παραθέτει την έγκυρη γνώμη του σχετικά με την ποιότητα της ανθρωπιστικής βοήθειας που παρείχε το κράτος της Αλβανίας στα παιδιά και τους ενήλικες του χωριού Λιας που κατέφυγαν εκεί το 1948:

"Στην Αλβανία, στο στρατώνα τρώγανε ίσα ίσα για να επιβιώσουμε, κατά κανόνα σούπα από πράσα και ωμές πικραλίδες που τις μαζεύανε από τα γύρω χωράφια. Το παιχνίδι τους ήταν να οργανώνουν κούρσες με τις ψείρες τους". 


Ας δούμε όμως τι λένε τα παιδιά εκείνα που έζησαν την υποδοχή των σοσιαλιστικών λαών ερχόμενα από την Ελλάδα του Εμφυλίου και όχι αυτόκλητοι ιστορικοί όπως ο Γκατζογιάννης:

Κώστας Κατσιαβάλος: «Η υποδοχή που μας επιφύλαξαν στις πρώην ΛΔ ήταν εγκάρδια. Η φιλοξενία που έδειξαν οι λαοί τους ήταν απερίγραπτη. Αυτοί οι λαοί που οικοδομούσαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κάτω από την καθοδήγηση των λαϊκών τους κυβερνήσεων, με επικεφαλής τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματά τους, ήταν υπόδειγμα διεθνούς ταξικής αλληλεγγύης. Μας προσφέρανε ό,τι καλύτερο μπορούσαν εκείνους τους χαλεπούς μεταπολεμικούς καιρούς, κόβοντας από το υστέρημά τους, τις καλύτερες διαθέσιμες κτιριακές εγκαταστάσεις, την καλύτερη δυνατή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα και στοργή, τα καλύτερα νοσοκομεία και σανατόρια, τις καλύτερες αίθουσες διδασκαλίας και άθλησης, τους καλύτερους δασκάλους και παιδαγωγούς».

Επίσης, αν και δημοσιογράφος στις ΗΠΑ, ο Γκατζογιάννης δε φαίνεται να διάβασε ποτέ τον Τύπο της εποχής σχετικά με την επίσκεψη του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στις χώρες υποδοχής παιδιών και τα πορίσματα της επιτροπής. Παραθέτουμε ενδεικτικά:

Η Manchester Gardian στις 17/1/1950 έγραψε μεταξύ άλλων: «ήταν απλά όπως πρέπει, ντυμένα, καλοθρεμμένα και τα φροντίζουν διπλωματούχες παιδαγωγοί».

Ο ίδιος ο Τζορτζ Μάρσαλ τόσο στις 24/4/1948 όσο και στις 14/8/1948 έγραψε ότι «υπήρχε "ανεπαρκής τεκμηρίωση" του ισχυρισμού πως μεγάλος αριθμός παιδιών είχε απομακρυνθεί με τη βία και πως υπήρχαν λίγα ή καθόλου τεκμήρια για άμεση ανάμειξη των κρατών δορυφόρων» (Lars Baerenzen, Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο 1945 - 1949, σελ.152).

Έτσι, όχι απλώς μένει ατεκμηρίωτο το ψέμα της άθλιας ζωής στις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά διαψεύδεται κατηγορηματικά από τους πρωταγωνιστές της εποχής, αλλά και τον ίδιο των αστικό τύπο των συμμαχικών χωρών των ελληνικών κυβερνήσεων.



Οι σαχλαμάρες περί Κολιγιάννη και εκτελέσεων



Στο κεφάλαιο 17 του βιβλίου ΕΛΕΝΗ, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι ο Κώστας Κολιγιάννης, στέλεχος του ΚΚΕ και του ΔΣΕ στην Ήπειρο έλεγχε καθημερινά τις καταστάσεις εκτελέσεων της Λαϊκής Πολιτοφυλακής στο χώρο ευθύνης του και η τελική διαταγή για τη διενέργεια των εκτελέσεων περνούσε από το δικό του χέρι. Μάλιστα, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι επί διοίκησης Κολιγιάννη διενεργήθηκαν πάνω από 300 εκτελέσεις, στις οποίες αναλογούσαν τουλάχιστον 5 πολίτες από κάθε χωριό της Ηπείρου. 

Χωρίς να να ασχοληθούμε με το ερώτημα του πως γνωρίζει την αναλογία αυτή ο Νίκος Γκατζογιάννης, όταν μάλιστα τότε ήταν σχεδόν μωρό κι ενώ η ιστορική έρευνα μόλις 90-95 περιστατικά εκτελέσεων έχει καταγράψει να διενεργούνται από το ΔΣΕ, προχωράμε στο εμφανώς γελοίο της υπόθεσης:

Ο επίτροπος του ΔΣΕ Ηπείρου, ενός από τα πιο δραστήρια τμήματα του ΔΣΕ στην Ελλάδα έως το 1948, ασχολούταν καθημερινά με τις εκτελέσεις των πολιτοφυλάκων στα χωριά ελέγχου του. Αν αναλογιστούμε τα έγγραφα και μόνο των πρακτικών των δικών που ο Κώστας Κολιγιάννης θα έπρεπε να διαβάσει για κάθε υπόθεση, ο άνθρωπος αυτός θα έπρεπε να έχει εγκαταλείψει τα στρατιωτικά του καθήκοντα και να ασχολείται αποκλειστικά με τη στρατιωτική δικογραφία. 

Παράλληλα, ας μην ξεχνάμε ότι την περίοδο ως το 1948, ο ΔΣΕ Ηπείρου διενεργούσε μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, μάχες και ενέδρες που προφανώς χρειάζονταν εκτενή σχεδιασμό και εποπτεία. Αλλά όχι. Κατά το Γκατζογιάννη, η μέριμνα του Κολιγιάννη ήταν στις εκτελέσεις. 

Πιο κάτω, στο κεφάλαιο 18, ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι ο Κώστας Κολιγιάννης ασχολήθηκε προσωπικά με την εκτέλεση και της μητέρας του. Ως κομμουνιστής και άρα de facto κακός άνθρωπος, ο Κολιγιάννης εμφανίζεται υπέρ της εκτέλεσης, με το στρατοδίκη του ΔΣΕ Αναγνωστάκη που είναι κατά της εκτέλεσης. 

Πρώτο ερώτημα: Πώς γνωρίζει ο Γκατζογιάννης για αυτό διάλογο, όταν και ο Κολιγιάννης και ο Αναγνωστάκης ήταν νεκροί πολύ πριν την έναρξη της έρευνας του Γκατζογιάννη; 

Δεύτερο ερώτημα: Τι ακριβώς έκανε την υπόθεση της Ελένης να είναι τόσο σημαντική για το στρατοδίκη Αναγνωστάκη και τον Κολιγιάννη, άνθρωπο που μάλιστα εκτελούσε τακτικά και σωρηδόν πολίτες; Ήταν τόσο μεγάλη υπόθεση δέκα ακόμα πολιτών που ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Μουργκάνα; 

Αναπάντητα αφήνονται τα ερωτήματα αυτά, όπως και το πώς  ο Γκατζογιάννης γνωρίζει τόσα πολλά για τη δράση του Κολιγιάννη, ώστε να μπορεί ακόμα και στατιστικά δεδομένα να παρουσιάσει για αυτή.

Πρόκειται προφανώς για χονδροειδή ψέματα.



Ο Άρης που έσφαζε στην Πελοπόννησο υπό τις ευλογίες του Κανελλόπουλου



Σε ένα από τα πρώτα κεφάλαιο του βιβλίου ΕΛΕΝΗ, ο Γκατζογιάννης εντυπωσιάζει με ένα τρομερά χονδροειδές ψέμα και συνάμα μια απόδειξη της ιστορικής του άγνοιας. Ισχυρίζεται, στο κεφάλαιο "Ο δρόμος με τη ρεματιά", ότι το Σεπτέμβρη του 1944, ο Άρης Βελουχιώτης πέρασε στην Πελοπόννησο, συνοδεία των "μαυροσκούφηδών" του για να καθυποτάξει το λαό της περιοχής, "εξαπολύοντας τρομακτικές σφαγές πρωτοφανούς κλίμακας"

Η ιστορική "μπανανόφλουδα" εδώ είναι πολύ μεγάλη για την αγνοήσουμε. 

Είναι γνωστό ότι ο Βελουχιώτης βρέθηκε στην Πελοπόννησο, σε στενή συνεννόηση με το Συμμαχικό Στρατηγείο και παράγοντες της εξόριστης κυβέρνησης όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ένας καθόλα αστός πολιτικός. Μάλιστα ο Κανελλόπουλος είχε ζητήσει στον Άρη, εκ μέρους και του Γεωργίου Παπανδρέου, να ανασταλεί η λειτουργία  των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο, αίτημα που ο Βελουχιώτης σεβάστηκε και εφάρμοσε. 

Αυτό που χωρίς να καταλαβαίνει υπονοεί ο Γκατζογιάννης είναι ότι οι "σφαγές" αυτές του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο επικροτήθηκαν σιωπηρά τόσο από τους Συμμάχους, στο στρατηγείο των οποίων εντασσόταν και ο ΕΛΑΣ, όσο και από μετέπειτα υπουργούς και πρωθυπουργούς της χώρας, όχι σε κάποιο σοσιαλιστικό καθεστώς, αλλά σε κυβερνήσεις καθόλα φιλοαστικές.

Η σιωπή λοιπόν του Κανελλόπουλου αλλά και του Παπανδρέου για τις "σφαγές" που ο ΕΛΑΣ διέπραξε στην Πελοπόννησο, μόνο ως συνενοχή μπορεί να εκληφθεί. Αυτό ή ως χτυπητό και χονδροειδές ψέμα...




Η "Ελένη" του Νίκου Γκατζογιάννη και ο βόρβορος της ιστορικής ανακρίβειας - Μέρος 2ο


Στη συνέχεια του άρθρου μας για το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη, Ελένη θα εξετάσουμε από κοντινότερη απόσταση την υπόθεση της εκτέλεσης της μητέρας του, Ελένης Γκατζογιάννη. Ακολουθώντας και αναλύοντας, τα σχόλια του Αναστάση Τάκα.






Οι γελοιότητες περί μαζικών εκτελέσεων της Λαϊκής Πολιτοφυλακής


Θα ξεκινήσουμε θυμίζοντας ότι το χωριό Λιας ήδη από το 1943 ήταν γνωστό ως "μικρή Μόσχα" λόγω της αθρόας συμμετοχής του πληθυσμού του στον ΕΛΑΣ, αλλά κράτησε επάξια αυτό του προσωνύμιο καθώς μεγάλη ήταν η συμμετοχή του και στο ΔΣΕ.

Ωστόσο στο βιβλίο του Γκατζογιάννη αναφέρεται εκατόμβη αγνώστων νεκρών στο χωριό Λιας που εκτελούνταν αυθαιρέτως και σχεδόν καθημερινά από τη Λαϊκή Πολιτοφυλακή. Ο Γκατζογιάννης μιλά για εκτελέσεις χωρικών "πίσω από τα σπίτια τους" και ομαδικούς τάφους. Αναφέρει πως οι χωριανοί κατέδιδαν ο ένας τον άλλο, με ασήμαντες αφορμές, στην Πολιτοφυλακή και ακολουθούσας βασανιστήρια και εκτελέσεις. Γράφει: "Αν μια χωριανή κουραζότανε από τις αγγαρείες, μπορούσε να πάει στην Πολιτοφυλακή και να πει πως μια άλλη συχωριανή είχε βάλει εξεπίτηδες μια πέτρα στο πόδι του μουλαριού της και αυτό κούτσαινε. Παρευθείς, η γειτόνισσα συλλαμβάνονταν, ανακρίνονταν και εξαφανίζονταν."

Αυτό το χοντροκομμένο ψέμα έχει όπως φαίνεται "κοντά ποδάρια" για μια σειρά λόγων. Καταρχήν, μιλάμε για την περίοδο που ο ΔΣΕ έχει μόλις αποκρούσει και ανατρέψει το σχέδιο "Πέργαμος" και το σχέδιο "Ιέραξ" και βρίσκεται σε επιφυλακή για τις επόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Θεωρούμε λοιπόν μάλλον απίθανο, η Λαϊκή Πολιτοφυλακή να ασχολούταν με πέτρες και ξεπετάλωτα μουλάρια. Κατά δεύτερον, σημειώνουμε την επιλεκτική αμνησία του συγγραφέα, αλλά και τη σύμπτωση, κανένας μάρτυρας, κανένα δημοτολόγιο και γενικώς καμιά πηγή, να μην αναφέρουν έστω ένα όνομα των δεκάδων εκτελεσθέντων χωρικών. Κατά τρίτον και όταν μεσούσης της Δικτατορίας, ο Γκατζογιάννης τέλεσε την πρώτη εκδήλωση μνήμης στη μητέρα του, αλλά ως και σήμερα, κανένας ομαδικός τάφος δεν έχει βρεθεί στο χωριό Λιας. Ούτε ένας από τους δεκάδες εκτελεσθέντες χωρικούς. Ούτε καν σε εποχές που το καθεστώς θα έτριβε τα χέρια του, με μια τέτοια ανακάλυψη. Επίσης, σε απογραφή του 1941, ο πληθυσμός του χωριού ανέρχεται στους 787 κατοίκους. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι του χωριού παρέμεναν ίδιοι σε αριθμό ως το 1948, η διενέργεια "δεκάδων εκτελέσεων" θα σήμαινε μια σημαντική ραγδαία μείωση του πληθυσμού και παράλληλα μια υποστελέχωση των δομών λαϊκής αυτοδιοίκησης που είχε οργανώσει ο ΔΣΕ και η ΠΔΚ. Αυτό θα σήμαινε κάτι που ούτε στο Μεσαίωνα δεν θα ήταν λογικό: Την καταστροφή του παραγωγικού ιστού της τοπικής κοινωνίας, στην οποία η "εξουσία" βασιζόταν...


Η εικονική εκτέλεση των 117 φαντάρων


Σε άλλου σημείο του βιβλίου του, ο Νίκος Γκατζογιάννης αναφέρεται σε μια σαρωτική νίκη του ΔΣΕ στο ύψωμα Πόβλα, κατά το οποίο αιχμαλωτίζονται 117 φαντάροι και 4 αξιωματικοί. Ο ΔΣΕ, γράφει ο Γκατζογιάννης μεταφέρει τους αιχμαλώτους στον Τσαμαντά. Εκεί οι 4 αξιωματικοί δικάζονται καταδικάζονται και εκτελούνται.

Το παραπάνω υπήρξε πρακτική του ΔΣΕ, όχι όμως όπως περιγράφεται. Το στρατοδικείο καταδίκαζε τους αξιωματικούς σε θάνατο, με την αιτιολογία της συμμετοχής τους στον κυβερνητικό στρατό. Η απόφαση αναιρούταν αν δέχονταν να υπηρετήσουν στο ΔΣΕ και με την προϋπόθεση ότι δεν εκκρεμούσαν εναντίον τους άλλες κατηγορίες. Αν δεν δέχονταν την εναλλακτική αυτή, ο ΔΣΕ ζητούσε συνήθως την ανταλλαγή τους με δικούς του αξιωματικούς ή πολιτικά στελέχη και έδινε προθεσμία 5-7 ημερών για να λάβει κάποια απάντηση. Ούτε μια φορά στα ιστορικά χρονικά του Εμφυλίου, το ΓΕΣ δεν δέχτηκε κάποια τέτοια ανταλλαγή αιχμαλώτων.

Σε κάθε περίπτωση, ας περάσουμε στους 117 οπλίτες. Γνωστή και καλά καταγεγραμμένη πρακτική του ΔΣΕ ήταν η παρουσίαση δύο εναλλακτικών στους αιχμάλωτους φαντάρους: Είτε να πολεμήσουν με τον ΔΣΕ, είτε να αφεθούν ελεύθεροι να επιστρέψουν, χωρίς τον εξοπλισμό τους και ντυμένοι με ρουχισμό πολίτη.

Ο Γκατζογιάννης αναφέρει ότι οι 117 μεταφέρθηκαν σε κάποιο νταμάρι και εκτελέστηκαν και πως τα κόκαλά τους βρέθηκαν πολλά χρόνια μετά από κάποιον βοσκό. Παρόλα αυτά, η επίσημη Ιστορία Στρατού, δεν αναφέρει κανένα τέτοιο περιστατικό, ούτε καν εικασίας για την εκτέλεση 117 οπλιτών μετά τη μάχη της Πόβλας. Προφανώς λοιπόν, οι φαντάροι αυτοί αφέθηκαν ελεύθεροι και καταγράφηκαν μετέπειτα, όταν επέστρεψαν σε περιοχές ελέγχου του κυβερνητικού στρατού.

Θυμίζουμε ότι στις εκδόσεις της ΔΙΣ οι νεκροί έχουν καλά καταγραφεί και έχουν ληφθεί υπόψη τα ημερολόγια μονάδων.



Το "παιδομάζωμα" στο χωριό Λιας και η εκτέλεση της Ελένης Γκατζογιάννη


Καθώς είναι γνωστό, το χωριό Λιας όπου ζούσε η μητέρα του συγγραφέα βρισκόταν στην περιοχή ελέγχου του ΔΣΕ σχεδόν καθόλη τη διάρκεια του Εμφυλίου. To χωριό, από το οποίο αναδείχθηκαν αξιόλογα στελέχη του ΔΣΕ στήριξε σύσσωμα τους λαϊκούς θεσμούς εξουσίας της ΠΔΚ και συμμετείχε σε αυτούς. Παρόλα αυτά, ουδείς ρεβανσισμός φαίνεται πως υπήρξε, καθώς έως την εκτέλεσή της, μοναδικό ίσως αντικειμενικό γεγονός, η Ελένη Γκατζογιάννη ζούσε κανονικά στο χωριό, χωρίς παρενοχλήσεις ή μέτρα εναντίον της. 

Στο χωριό Λιας όπως και σε άλλες περιοχές ελέγχου του, ο ΔΣΕ οργάνωσε το δίκτυο προώθησης των παιδιών, στις χώρες του σοσιαλισμού, ιδιαίτερα με ένταση των επιχειρήσεων το 1948. Θυμίζουμε ότι ιστορικά έχει τεκμηριωθεί και εγγραφεί στην εμπειρία του λαού που το έζησε, ότι η μεταφορά των παιδιών ήταν σαφώς προαιρετική. Οι γονείς υπέγραφαν για τη μεταφορά των παιδιών τους πριν τη μεταφορά τους διά μέσου των αλβανικών συνόρων, εκτός από περιπτώσεις ανήλικων παιδιών που είτε δεν είχαν γονείς, είτε οι γονείς τους βρίσκονταν αιχμάλωτοι ή κρατούμενοι κι εξόριστοι και δεν υπήρχαν άλλοι συγγενείς για να αναλάβουν την ευθύνη τους. 

Έτσι και τα παιδιά της οικογένειας Γκατζογιάννη δεν είχε κανένα λόγο να φοβάται για τον εαυτό ή τα παιδιά της. 

Ωστόσο, η Ελένη Γκατζογιάννη οργανώνει προσωπικά όχι μία, όχι δύο αλλά τρεις απόπειρες φυγής από το χωριό της και όχι μόνο για τη δική της οικογένεια. Η προσπάθεια την πρώτη φορά ματαιώνεται, όπως και τη δεύτερη και περιλαμβάνει συνολικά 22 άτομα του χωριού. Την τρίτη φορά, η φυγή πραγματοποιείται, χωρίς όμως την Ελένη και την κόρη της Γλυκερία. Παρόλα αυτά, 20 άτομα καταφέρνουν να περάσουν στις κυβερνητικά ελεγχόμενες περιοχές. 

Θυμίζουμε ότι τόσο στις περιοχές του ΔΣΕ, όσο και στις περιοχές του κυβερνητικού στρατού, η ελεύθερη μετακίνηση πολιτών απαγορευόταν αυστηρά και μπορούσε να οδηγήσει σε στρατοδικείο και σε εκτέλεση, πόσο μάλλον αν αποδεικνυόταν το στήσιμο μιας ολόκληρης επιχείρησης συνεργασίας με το αντίπαλο στρατόπεδο... Πόσο δε μάλλον, όταν η ίδια παράβαση επιχειρούταν τρεις φορές.

O ίδιος ο Γκατζογιάννης αναφέρει στο βιβλίο του: "Κατά το πλείστον, οι γείτονές μας μας αποφεύγανε ή πρόδωσαν τη μάνα μου", αλλού αναφέρει ότι η θεία του και ο πατέρας του, του είχαν πει δεκάδες φορές, ότι ήταν οι συχωριανοί τους που κατάγγειλαν τη μητέρα του στο κλιμάκιο της Λαϊκής Πολιτοφυλακής. Γεγονός που σημαίνει ότι στη δίκη της υπήρχαν μάρτυρες κατηγορίας, που συμμερίζονταν τον αγώνα του ΔΣΕ και είχαν αναφέρει τη δράση της Γκατζογιάννη.

Η υπόθεση των επιχειρήσεων φυγής ξεκινούν όταν, κατ' ομολογία του Γκατζογιάννη, η μητέρα του έρχεται σε επαφή με τον πρώην ΕΔΕΣίτη Μηνά Στρατή, την άνοιξη του 1947. Ο Στρατής, που την ενημερώνει ότι πλέον εργάζεται στην Ασφάλεια του Στρατού και ότι έχει έρθει στο χωριό για κάποια ανάκριση, την προτρέπει να διαφύγει, καθώς ο ΔΣΕ σύντομα θα καταλάβει το μέρος.

Σε άλλο σημείο του βιβλίου "ΕΛΕΝΗ" μαθαίνουμε ότι τα συνθήματα για την αποχώρηση της Ελένης και των παιδιών της από το χωριό είναι δύο: Πρώτον, η φράση "τα στάχυα μεστώσανε για θέρος", την οποία της μεταφέρει κάποια χωρική μυημένη στην επιχείρηση και μια μεγάλη φωτιά που θα ανάψει στο ύψωμα Μεγάλη Ράχη, στις θέσεις του κυβερνητικού στρατού.

Εδώ δημιουργείται η εξής απορία: Τόσο εύκολα ένας ή μερικοί έστω πολίτες μπορούσαν να φθάσουν στις θέσεις του κυβερνητικού στρατού και να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά;

Προφανώς όχι. Προφανώς μόνο κατόπιν συνεννόησης με τον ίδιο τον κυβερνητικό στρατό και ασφαλώς μέσω της υπηρεσίας πληροφοριών του. Το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι το ποιος ήταν ο σύνδεσμος της Ελένης Γκατζογιάννη με τον κυβερνητικό στρατό. Ήταν ο Μηνάς Στρατής; Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται ποτέ σε αυτό, όμως θεωρεί δεδομένο ότι οι αναγνώστες του, θεωρούν αυτονόητο ότι σε εμπόλεμη κατάσταση, ο κυβερνητικός στρατός θα άφηνε πολίτες να περιδιαβαίνουν στις γραμμές του.

Εύλογα λοιπόν φθάνουμε στο συμπέρασμα ότι η Ελένη Γκατζογιάννη ήταν μέλος ενός κυκλώματος που είτε καθοδηγούταν, είτε εποπτευόταν από την Ασφάλεια Στρατού.

Η πράξη της συνιστούσε λοιπόν βαρύτατο αδίκημα για ένα στρατοδικείο. Όχι για ένα κομμουνιστικό στρατοδικείο, αλλά για ένα οποιοδήποτε στρατοδικείο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις οδηγίες για "κανέναν οίκτο" στους καπαπίτες, που έδωσε ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος, κατά την έναρξη του σχεδίου "Περιστέρα" στην Πελοπόννησο.


Σε οποιοδήποτε λοιπόν στρατό, οποιαδήποτε ιστορική περίοδο, η Ελένη Γκατζογιάννη θα αντιμετώπιζε το απόσπασμα.



Βασανίστηκε τελικά η Ελένη Γκατζογιάννη; 


Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου ΕΛΕΝΗ, ο συγγραφέας επιδίδεται με αφοσίωση στο να πείσει τον αναγνώστη για τον βασανισμό της μητέρας του. Αναφέρει μάλιστα δύο είδη βασανιστηρίων που υπέσθη: Τη φάλαγγα και την εξάρθρωση των χεριών, με σχοινί δεμένο πίσω από την πλάτη.

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο ΔΣΕ βασάνιζε γυναίκες και μάλιστα φρικτά, το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί; Τι ήθελαν οι "δήμιοι" της Γκατζογιάννη να της αποσπάσουν όταν, όλα τα μέλη του δικτύου της φυγής είχαν συλληφθεί, συχωριανοί τους (όπως αναφέρει ο Γκατζογιάννης) είχαν αποκαλύψει το σχέδιό τους και μάλιστα, η μαχήτρια του ΔΣΕ Μηλιά Ντουμπρογιάννη που γνώριζε το σχέδιο, μέσω της μητέρας της, το αποκάλυψε στην Πολιτοφυλακή.

Προφανώς λοιπόν, πέραν των σαδιστικών ενστίκτων, που για τον Γκατζογιάννη είναι αυταπόδεικτα για κάθε κομμουνιστή και μαχητή του ΔΣΕ, οι "δήμιοι" της Γκατζογιάννη δεν χρειαζόταν καμιά περαιτέρω απόδειξη ή ομολογία.

Αργότερα, ο Γκατζογιάννης στη σελίδα 463, του βιβλίου, επανέρχεται στο σενάριο των "μερικών ξυλοδαρμών" που χρειάστηκαν για να "σπάσει" η μητέρα του, για να μας μιλήσει παρακάτω ξανά για φρικτά μαρτύρια και φάλαγγα. Ωστόσο, σε διάστημα από τη 19η έως την 28η Αυγούστου (ημέρα σύλληψης και εκτέλεσης της Γκατζογιάννη), μεσολαβούν μόλις 9 ημέρες. Διάστημα στο οποίο είναι αδύνατο για κάποιον που έχει υποστεί φάλαγγα και μάλιστα επανειλημμένα να κάνει μερικά βήματα, όχι να περπατήσει "σε απόκρημνο μονοπάτι για τον τόπο της εκτέλεσης".

Το αναληθές του βασανισμού αποκαλύπτεται επίσης, στο γεγονός ότι την ημέρα της εκτέλεσής της, η Ελένη Γκατζογιάννη "τρέχει στη μεγάλη κάμαρα του σπιτιού της, για να βάλει το εικόνισμα της Παναγίας στη θέση του", ενώ πλήθος χωρικών τη βλέπουν να περπατά, με τους άλλους μελλοθανάτους στον τόπο της εκτέλεσης.

Σοβαρότερη μαρτυρία για το ζήτημα του βασανισμού, προέρχεται από το βιβλίο του Αναστάση Τάκα και τη συνέντευξη του μαχητή του ΔΣΕ Αριστείδη Φλιούκα, που ζούσε προφανώς ως πολιτοφύλακας στο χωριό Λιας. Ο Φλιούκας αναφέρει κατηγορηματικά ότι δεν υπήρξαν βασανισμοί, λέγοντας ότι η Ελένη Γκατζογιάννη "Μίλησε αμέσως και τα 'πε όλα. Η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι, από την πρώτη στιγμή και έλεγε ακόμα και πράγματα για τα οποία δεν την είχανε ρωτήσει".


Συνεχίζεται 

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Εκφάνσεις της ταξικής βίας του ΔΣΕ



Στη σύγχρονη ιστοριογραφία και δη στο πλαίσιο της Νέας Ιστορίας (τόσο νέα που η ναφθαλίνη της μυρίζει από μακριά) εντοπίζεται μια εκτενής προσπάθεια "αποχρωματισμού" του ΔΣΕ και διαφόρων μορφών του ταξικού κινήματος της εποχής (βλέπε Νίκος Μπελογιάννης), επιχειρώντας το συσκοτισμό της ταξικής διάστασης στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Έτσι, ο αγώνας του ΔΣΕ τοποθετείται απλά και μόνο, είτε στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, στην καλύτερη περίπτωση, είτε σαν ένα "τραγικό γεγονός", αδελφοκτόνου πολέμου. Και όμως είναι σε διάφορες εκφάνσεις της σύγκρουσης του Εμφυλίου που εντοπίζουμε σαφή στοιχεία της ταξικής σύγκρουσης, που είναι ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος. Εντοπίζουμε, με άλλα λόγια, τι επιφύλασσε ο ΔΣΕ στην αστική τάξη της χώρας. Αυτό λοιπόν το ιστορικό στοιχείο, που έρχεται από το παρελθόν και αποτελεί το μέλλον της ανθρωπότητας, καλό είναι να μένει στη σκιά, προκειμένου οι νέες γενιές ανθρώπων να μην μάθουν ποτέ την ιστορική εμπειρία, της πάλης των τάξεων στη χώρα τους.

Παρακάτω, θα αναδείξουμε τέτοια στοιχεία, αποδίδοντας στο ΔΣΕ και τον αγώνα του, την πραγματική του, ταξική διάσταση.


Ο ΔΣΕ τσακίζει τους εργοστασιάρχες της Νάουσας και καίει τα χρεόγραφα των τραπεζών.


Βρισκόμαστε στο Γενάρη του 1949, στις τελευταίες ώρες της μάχης της Νάουσας, όπου ο ΔΣΕ έχει καταλάβει τους βασικούς επιχειρησιακούς στόχους του μέσα στο "μικρό Μάντσεστερ"(η Νάουσα λεγόταν έτσι λόγω του ισχυρού της εργατικού κινήματος, που πολλές φορές η εργοδοσία του Λαναρά και των άλλων εργοστασιαρχών είχε πνίξει στο αίμα) και μοναδική εστία αντίστασης που απέμενε στις κυβερνητικές δυνάμεις ήταν τα κλωστήρια και η έπαυλη της οικογένειας Λαναρά. 

Στο μεν εργοστάσιο βρισκόταν η έδρα του ταξίαρχου Κατσούδη, στη δε έπαυλη ένα εκτενές συρματόπλεγμα, εναλλασσόμενο από πολυβολεία καθιστούσε το οίκημα σχεδόν απροσπέλαστο. Λίγες ώρες πιο πριν, ο ΔΣΕ είχε μπει στις δύο τράπεζες της πόλης και είχε κάψει όλα τα έγγραφά τους, με σκοπό να ακυρώσει τα χρέη των φτωχών κατοίκων.

Έτσι λοιπόν, αυτές τις τελευταίες ώρες της μάχης τα δύο στρατόπεδα είχαν σαφείς τις ταξικές τους αποχρώσεις: Ο μεν ΔΣΕ προχωρούσε με επευφημίες των εργατών και εργατριών της πόλης, όπως η Ζίνα Σπυροπούλου, ο δε κυβερνητικός στρατός προσπαθούσε να προστατεύσει το κεφάλαιο και τη ζωή των Ναουσαίων αστών.

Η τελική επίθεση ενάντια στα "Κλωστήρια Λαναρά" ξεκίνησε στις 15:00, όπου ισχυρές δυνάμεις του ΔΣΕ έσπασαν τον εξωτερικό κλοιό των εργοστασίων με αντιαρματικά και κατέλαβαν τα εργοστάσια, με τον ταξίαρχο Κατσούδη να εγκαταλείπει κρυφά την έδρα του, αφήνοντας πίσω ακόμα και τον ασυρματιστή του. 

Ο ΔΣΕ προχώρησε και πυρπόληση του εργοστασίου, κίνηση συμβολική, καθώς γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να παραμείνει για πολύ στην πόλη. 

Αντίστοιχη σύγκρουση λαμβάνει χώρα και στην έπαυλη της οικογένειας Λαναρά. Ο ΔΣΕ την εκπορθεί μεταφέροντας για βολή ένα από τα ορειβατικά του πυροβόλα. Σύντομα, οι οπλίτες που προστατεύουν την έπαυλη παραδίδονται και πίσω τους ακολουθούν τριάντα πολίτες, όλοι βιομήχανοι ή μέλη των οικογενειών τους. Η μοίρα τους παραμένει άγνωστη, αν και θεωρείται πολύ πιθανή η εκτέλεση των εργοστασιαρχών.

Πριν την αποχώρησή του από την πόλη, ο ΔΣΕ πυρπολεί ολοσχερώς τις βίλες και τις επαύλεις των βιομηχάνων: Λαναρά, Πετρίδη, Χρηστίδη, Αγγελάκη, Κάψη, Κιλιμπουρίδη και Κιτσέλη. 


Πηγή: Νίκος Κυτόπουλος, Η μάχη της Νάουσας, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999, σελ. 79-99.



Ο ΔΣΕ Σάμου "διαγράφουν μονομερώς" τα χρέη του Σαμιώτικου λαού


Το Σεπτέμβρη του 1947, ο ΔΣΕ Σάμου βρίσκεται ακόμα σε ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, σε έναν μεγάλο ελιγμό αποφυγής, ο ΔΣΕ του νησιού συνειδητοποιεί ότι το Καρλόβασι είναι ουσιαστικά αφύλακτο και περνά από μέσα του. Έτσι, το 1948, στις 20-21 Γενάρη, ο ΔΣΕ ενεργεί επιχείρηση ενάντια στο Καρλόβασι, με στόχο την εμποροβιομηχανική περιοχή του Όρμου.

Στόχος της επιχείρησης είναι η κατάληψη των βυρσοδεψείων, των Γενικών Αποθηκών και των τραπεζών που βρίσκονταν σε αυτή την περιοχή. Από εκεί, ο ΔΣΕ στόχευε στο να επιτάξει τρόφιμα, δέρματα και τα χρήματα των τραπεζών. 

Καθώς η επιχείρηση προχωρούσε και ο ΔΣΕ κατέλαβε την Εθνική Τράπεζα στον Όρμο, εντόπισε στο εσωτερικό της δύο υπαλλήλους που ακόμα εργάζονταν, συσκευάζοντας μεγάλα πακέτα. Ο συγκροτηματάρχης του ΔΣΕ Βακάκης, ενημερώθηκε τότε, από τους δύο υπαλλήλους, ότι με εντολή της διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας, όλα τα διαθέσιμα σε χρήμα των υποκαταστημάτων της στο νησί, έπρεπε να μεταφερθούν στο Καρλόβασι, να συσκευαστούν και να σταλούν στην Αθήνα. Έτσι, ο ΔΣΕ κατέλαβε εκείνη την ημέρα 360 εκατομμύρια δραχμές, φιλοδωρώντας τους δύο υπαλλήλους με 20 εκατομμύρια τον κάθε έναν. 

Μετέπειτα, οι άνδρες του ΔΣΕ άνοιξαν το αρχείο της τράπεζας και έκαψαν ολόκληρο το περιεχόμενό του εξαφανίζοντας πρακτικά τα χρέη του Σαμιώτικου λαού. Το χρηματικό ποσό που ο ΔΣΕ κατέλαβε, χρησιμοποιήθηκε αργότερα για την αγορά τροφίμων και ιματισμού από αγρότες, κτηνοτρόφους και εμπόρους των περιοχών του νησιού που έλεγχε. 


Πηγές: Συλλογικό έργο, Ο αγώνας του ΔΣΕ στη Σάμο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2004, σελ. 115-117.
Μαρτυρία του πρώην μαχητή του ΔΣΕ, Θανάση Μπαρόλια, Αθήνα 2009.





Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Άγνωστες σελίδες από την κόλαση της Μακρονήσου - μέρος 2


Συνέχεια


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 39-41.


« “Αλτ!”, ακούγεται μια βροντερή φωνή. Ο φαντάρος κοκάλωσε, έτσι από συνήθει πια. Τρεις αλφαμίτες λαχανιασμένοι απ΄το τρέξιμο τον κύκλωσαν.
- Πού πας ρε;

- Για νερό μου συνάδελφε, δεν μπορώ να κρατηθώ άλο. Άλλωστε ξημέρωσε, ένα λεπτό και θα χτυπήσει η σάλπιγγα εγερτήριο.

“Φαπ!”, του έρχεται μια γροθιά στο πρόσωπο. “Γδουπ!”, μια ροπαλιά στην πλάτη.
- Γιατί συνάδελφοι βαράτε;

Οι γροθιές κι οι ροπαλιές πέφτουν ακατάπαυστα.

- Να γιατί! Να γιατί! Θες και τα ρέστα παλιοτόμαρο; Προδότη! Γιατί δεν κάνεις δήλωση ρε να πας έξω; Γιατί ρε τομάρι;

- Γιατί θέλω να μείνω άνθρωπος.

- Για τη θάλασσα τότε. Λέει ο ένας

- Για τη θάλασσα!

- Μπρος! Και τον τραβά ο ένας από το γιακά.

- Μπρος! Τον σπρώχνουν οι άλλοι δύο από πίσω. 

- Είμαι άρρωστος βρε συνάδελφοι, πριν δέκα μέρες σηκώθηκα από το κρεβάτι από πλευρίτη, σκεφτείτε τη θέση μου.

Τον σπρώχνουν με μοβόρικες κινήσεις και κλωτσιές. “Τράβα ρε κτήνος! Αυτό θέλουμε και μεις να σε ξεκάνουμε, να πας στο διάβολο αφού δε γίνεσαι άνθρωπος.”

- Βρε παιδιά δεν έχετε καρδιά; Δεν είσαστε άνθρωποι; Άστε με δεν θα ξαναβγω πριν το εγερτήριο!

- Σκασμός, στο διάβολο τομάρι!

Τα παρακάλια τα παίρνει ο αέρας. Αναλογίζεται τις συνέπειες του πρωινού χειμωνιάτικου μπάνιου και τον συνεπαίρνει ένας βασανιστικός τρόμος. Βλέπει τον εαυτό του κρεβατωμένο απ’ το ξύπνημα του παλιού πλευρίτη, χρίς την απαραίτητη δίαιτα, χωρίς φάρμακα, χωρίς ανθρώπινο κρεβάτι, χωρίς έναν γιατρό- άνθρωπο- να του γλυκογελάσει. Όλα περνάνε απ’ το μυαλό του σα κινηματογραφική ταινία και του παγώνουν το αίμα, του σουβλίζουν την καρδιά.

Φτάσανε στη θάλασσα σ’ ένα βράχο. Η πρωινή κρυάδα της θάλασας, τσουχτερή, τους μαστιγώνει το πρόσωπο. Τα κύματα ήρεμα-ήρεμα φτάνουν ως το βράχο και χαδεύουν τα παπούτσια. Τα παρακάλια συνεχίζονται.

- Άστε με συνάδελφοι! Για τελευταία φορά παραβαίνω τη διαταγή! Άστε με! Τρέμει σύγκορμος, το ξέσαρκο πρόσωπό του έχει κιτρινίσει, τα δόντια του κροταλίζουν.

- Εμπρός να τον ρίξουμε, λέει ο ένας “τι καθόμαστε με τέτοιο κρύο και ξεπαγιάζουμε”.

- Να τον ρίξουμε, φωνάζει κι ένας άλλος.

- Σταθείτε, λέει ο τρίτος, “μπορεί και να μην τον ρίξουμε, μπορεί και να τον αφήσουμε. Από αυτόν εξαρτάται.”

- Ναι συνάδελφοι μη με ρίξετε.

- Θα σ’ αφήσουμε με μια προϋπόθεση.

- Ναι συνάδελφοι δεν θα ξαναβγώ ποτέ έξω πριν το σάλπισμα.

- Αν δεν κάνεις δήλωση, τώρα δα σ’ ένα λεπτό, θα σε πνίξουμε.

- Λέγε ρε! Λέγε!

Τον τράνταξαν οι λέξεις αυτές. Η καρδιά του σφίχτηκε, η ανασαιμιά του έγινε βαριά κι έβγαινε σφυριχτή, τα δόντια σταμάτησα το κροτάλισμά τους και σφίχτηκαν γερά. Τα χείλια έκαναν ένα παράξενο μορφασμό.

- Λέγε ρε! Λέγε!

- Δε γίνεται συνάδελφοι.

- Γιατί ρε δε γίνεται; Λέγε ρε! Κι αρχίζουν ξανά οι ροπαλιές.

- Η συνείδησή μου δεν μου το επιτρέπει...

Έξι μανιασμένα χέρια τον σπρώξανε. Ένα “μπλουμ” ακούστηκε κι ο φαντάρος βρίσκεται στη θάλασσα. Κινεί χέρια και πόδια παλεύοτνας να πιάσει τα βραχάκια. Ο τρόμος του ζωγραφίζεται στα μάτια του. Πιάνει ένα βραχάκι, το κρατά μ’ όση δύναμη του ‘χει απομείνει, παλεύει. Τα ρόπαλα χτυπάνε τα χέρια, ένα πόδι πατάει το κεφάλι, ξαναβουλιάζει. Ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, προσπαθεί να πιάσει τα βραχάκια, ξανά ένα πόδι, ξανά στον πάτο. Ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, έχει την αγωνία του ναυαγού που κατάφερε να φτάσει στη στεριά, μα τ’ αγριεμένα κύματα δεν τον αφήνουν να πιάσει τα βράχια. Τα χέρια του δεν πιάνουν πια, νέκρωσαν τα νεύρα, τα μάτια εξογκώθηκαν, το πρόσωπο παίρνει κέρινη απόχρωση. Πνίγεται. Πάει να μιλήσει κάτι να πει, μα το στόμα του γεμίζει θάλασσα. Μια άναρθρη κραυγή ακούγεται, κραυγή θανάτου.

Οι σαδιστές γελάνε, γελάνε σαρκαστικά, σατανικά. Λίγο κι ο θάνατος θα ‘ρθει. Τρία χέρια τον αρπάνε απ’ τα μαλλιά και τον σέρνουν, τ’ άλλα τρία τον πιάνουν από παρακάτω, απ’ το σακάκι και το παντελόνι. Σε λίγο είναι έξω, σωριασμένος στο βράχο. Το αίμα έχει παγώσει στις φλέβες, τα μάτια έχουνε σκοτεινιάσει, το πρόσωπο κάνει παράξενους σπασμούς, όλο το σώμα σπαρταρά. Ακούγεται η σάλιπγγα.

- Πιάστε τον τώρα να τον πάμε παραπάνω. »


Ιστορικό Αρχείο ΚΚΕ - έγγραφο μαρτυρία για τη Μακρόνησο


«Μας διέταξαν να καθίσουμε όλοι κάτω και να σηκωθούν όσοι ξέραν γράμματα άνω από την 6η γυμνασίου που νομίζοντας οι δήμιοι, άμα τσακίσουν πρώτα τους εγγράμματους γρήγορα θα λυγίσουν οι υπόλοιποι, αλλά ούτε και μ’ αυτό το πέτυχαν. Τον πρώτον τον έδεσαν χειροπόδαρα και άρχησαν τα γκλοπς. Ήταν ο Αριστείδης Αρσένης, φοιτητής Νομικής, Καθοδηγητής της ΕΠΟΝ. Δεύτερος ήταν ο Πατρούδης Μιχάλης καθηγητής Φιλολογίας από τη Θάσο και συνέχιζε το κακό μέχρι το βράδυ. Τέλος μας πήγαν στους λόχους.»



Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 125- 126.




«“Λοιπόν αδερφάκι λέγε κάνεις δήλωση, για δε κάνεις; Αν δεν κάνεις θα σε σουβλίσουμε σαν τον Αθανάσιο Διάκο.”

“Δεν κάνω.”

“Δεν κάνεις. Μπράβο ρε μάγκα μου!” Και σε ένα δήμιο διατάσσει: “Bάλε τις σούβλες στη φωτιά.” Ο δήμιος πήρε από χάμω δύο μακριές σιδεροσούβλες με ξύλινη λαβή. Τις δείχνει στο φαντάρο με τρόπο απειλητικό και τρέχει στη φωτιά.

“Ώστε δεν κάνεις!”

“Όχι δεν κάνω.”

“Ωραία! Δώστε του ένα γερό ξύλο ώσπου να κοκκινίσουν οι σούβλες. Έτσι για να μη χασομεράμε.”
Τα ρόπαλα ανεβοκατεβαίνουν κατασύνεχα πάνω του. Τα πνιχτά γέλια παραφροσύνης, με τα σαδιστικά γέλια των δημίων, με σπαραχτικές φωνές: “Μανούλα μου! Μανούλα μου!” Όλες αυτές οι φωνές ανταμώνονται, συμπλέκονται κι εκφράζουν την πιο τελειοποιημένη μέθοδο ανάνηψης.

“Άστε τον, γυμνώστε τον.” Διατάσσει ο επικεφαλής.

Σε πέντε λεπτά έχει γυμνωθεί τελείως. Το σώμα του είναι γεμάτο από μαύρες λουρίδες, μαύρες σαν κατράμι.

“Kερατά, εκμεταλλεύεσαι την καλοσύνη μας και μας κοροϊδεύεις.”

“Τομάρι!”

“Φέρτε τις σούβλες γρήγορα!”

Ο δήμιος ακουμπά τη σούβλα πάνω στη σάρκα. Την ακουμπά εδώ, την ακουμπά εκεί, την ακουμπά παρακάτω. Το κορμί τινάζεται, πηδά ξέφρενα, χορεύει το χορό της φρίκης. Ένα ανέκφραστο μούγγρισμα πόνου αναδίνεται. Γίνεται ο δυνατότερος τόνος στην τραγική συμφωνία της νύχτας. Η σούβλα σέρνεται στη σάρκα. Τα πόδια κομματιάζονται με το χορό στις κοφτερές πέτρες. Τα μουγγρητά πληθαίνουν. Μια μυρωδιά καιόμενης σάρκας πιλατεύει τα ρουθούνια. 

Πλήγιασε όλη η πλάτη, ξεκοκκίνησε το σίδερο. Έρχεται ο δεύτερος. Τούτος είναι πιο καννίβαλος. Φέρνει τη σούβλα πίσω και την μπήγει με ορμή στο ψαχνό, στο κωλομέρι. Με την απάθεια που θα πέρναγε στη σούβλα ένα κομμάτι αρνήσιο ή χοιρινό κρέας. Μια έξαλλη ανατίναξη του κορμιού έγινε ως ένα μέτρο ψηλά. Η μύτη είναι ακόμα καρφωμένη στη σάρκα κι η λαβή κρατιέται στο χέρι του δημίου. Μια άναρθρη κραυγή ξεκολλά από τα χείλια του και ανακλαδώνεται στο διάστημα. Κυλίστηκε χάμω, βουβός, ασάλευτος, κομματιασμένος απ’ το πέσιμο στα βράχια. Όλο του το σώμα είναι μια πληγή που τρέχει αίμα. Ο δήμιος παρατηρεί το αίμα που κυλά στη σούβλα γελώντας. Γελάνε όλοι οι δήμιοι.

“Τα τέρατα... Ούτε με πυρωμένα σίδερα δε λυγάνε!”»



Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 126- 127.


«Πιο πάνω άλλη φωτιά και πάνω ένα καζάνι. Βράζει πίσσα, χοχλακάει. Κοντά τρεις δήμιοι με έκφραση αγριεμένων θηρίων. Ο ένας με μια σιδεροκουτάλα ανακατώνει το καζάνι τραγουδώντας:

“Στην πίσσα μπολσεβίκοι θα σας κάνω μπάνιο,Το καθήκον με προστάζει ζωντανούς να σας βράσω”

Tα ίδια λόγια στον ίδιο σκοπό επαναλαμβάνονται για ώρα πολλή. 

“Γιατί ρε δε θες να γίνεις Έλληνας;” ρωτά ο επικεφαλής του συνεργείου το φαντάρο που στέκει γυμνός μπροστά του. Ο φαντάρος, μέτριος στο ανάστημα με χοντρά αντρίκια χαρακτηριστικά, βαθιά μελαχροινός, τους κοιτάζει με σταθερό βλέμμα και τους λέει: “Είμαι Έλληνας και γι’ αυτό με βασανίζετε.”

“Έχεις ένα λεπτό να το σκεφτείς, πριν σε ρίξουμε στο καζάνι.”

“Μη μου δίνετε προθεσμία.”

“Μπρός στο έργο σας!”, ουρλιάζει ο επικεφαλής. Μια κουταλιά χοχλακιαστή πίσσα ρίχνεται στην κορυφή της πλάτης. Γλιστρά προς τα κάτω. Δεύτερη. Τρίτη. Κι άλλη, κι άλλη συνέχεια. Χοροπηδά ασταμάτητα, ξέφρενα. Απανωτές, άναρθρες, πνιχτές κραυγές, προσθέτονται στον ίλιγγο του ομαδικού σπαραγμού της νύχτας.»


Ηλέκτρα Καραγκίτσου & Παντελής Καραγκίστος, Τα παιδιά της ξενιτιάς – Αυτοβιογραφία ενός κομμουνιστή, Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Αη-Στράτη, Αθήνα 2013, 160, 163 και 172.



«Κάθε βράδυ μας πήγαιναν στη θάλασσα και μας ρίχνανε μέσα. Μετά μας κτυπάγανε με μαστίγια από βούνευρο. Οι βασανιστές μας έρχονταν ντοπαρισμένοι. Τους δίνανε ναρκωτικά για να ‘ναι ανελέητοι, μεθυσμένοι όταν μας βασανίζουν. Και τα σκεπάσματά μας τα πετάγανε στη θάλασσα.». 

«Το βράδυ μας πήγαν σ’ ένα καινούργιο χώρο. Εκεί μας ξεγύμνωσαν και άρχισαν να μας κάνουν προκλητικές και χυδαίες ερωτήσεις. Η περιφρόνησή μας του εξόργισε. Ένα ανθρωπόμορφο τέρας άρχισε να μας καίει με το τσιγάρο του στις κοιλιές μας. Τον μπάρμπα- Μανώλη τον ανεβάσανε σε ένα βαρέλι και τον καίγανε αράδα στην κοιλιά με το τσιγάρο όλων». 

«Σαράντα μέρες ολόκληρες μας δέρνανε νύχτα-μέρα, μας ρίχνανε στη θάλασσα και μας σέρνανε πάνω στα μυτερά βράχια. Οι σάρκες μας ματωμένες. Νόμιζε κανένας πως ήμασταν σκοτωμένα θηρία της θάλασσας που τα σούρνανε να τα βγάλουν στη στεριά. Σαράντα μέρες δεν κλείσαμε μάτι. Τρεις μέρες δε μας δώσανε ούτε μια στάλα νερό. Πολλές φορές μας υποχρέωναν να στεκόμαστε στο χείλος ενός γκρεμού όρθιοι, να στηριζόμαστε μονάχα στο ένα πόδι, με τα ρούχα-σκεπάσματα φορτωμένα στο κεφάλι μας. Κι επειδή αυτό αρνιόμασταν να το κάνουμε, μας χτυπούσαν αλύπητα με καδρόνι στα μισόγυμνα κορμιά μας».

Βασανισμός των ανηλίκων


«Ένας αριθμός νέων σπάσανε, ταπεινωθήκανε. Όσους μείνανε, αρχίσανε να τους δέρνουν άγρια και να τους πετροβολάνε. Σε συνέχεια άρχισαν να τους ρίχνουν στο γκρεμό. Το θέαμα ήταν τραγικό. Ο Σούλης το παρακολουθούσε σαν καινούριος Νέρωνας. Τα παιδιά τα κουτρουβαλούσαν σαν να ‘ταν κοτρόνες. Σε λίγο ανέσυραν πολλά παιδιά, βαριά τραυματισμένα, αλλά πάλι τα κτυπούσαν. Πολλά παιδιά, για να δώσουν τέλος στα φριχτά βασανιστήρια, κατάπιανε κουτάλια για να πεθάνουν. Αμέσως τα πήγαν σε σκηνές και στο αναρρωτήριο».


Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

Άγνωστες σελίδες από την κόλαση της Μακρονήσου - μέρος 1


Το παρακάτω υλικό προέρχεται από αυτοβιογραφικά βιβλία πρώην Μακρονησιωτών που βίωσαν στην ψυχή και στο σώμα τους τη βία και τον ζόφο της Μακρονήσου του Εμφυλίου.


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 119- 124.


«Tώρα ο βασανιζόμενος στέκει ξυπόλητος στις μυτερές πέτρες που του σουβλίζουν και του τρυπούν τις πατούσες. Ένας αλφαμίτης βγάζει την ξιφολόγχη του, είναι εγγλέζικη. Την κοιτάζει σαν να την επιθεωρεί. Πλησιάζει στο φαντάρο και γέρνει το το σώμα του προς τα πόδια του. Η δουλειά αρχίζει. Φέρνει την ξιφολόγχη και τη ζυγίζει, με τη μύτη προς τα κάτω, πάνω από το νύχι του μεγάλου δαχτύλου. Η ξιφολόγχη αφήνεται να πέσει με όλο της το βάρος. Ο σκοπευτής βρήκε το στόχο. Η ξιφολόγχη καρφώνεται το κέντρο του νυχιού. Για ένα δευτερόλεπτο η ξιφολόγχει τρέμει όρθια απάνω στο νύχι. Ύστερα γέρνει στα πλάγια και πέφτει κάτω. Ένα γρύλισμα, σα γουρουνιού καθώς του μπήγεις το μαχαίρι, έφυγε από το στόμα του φαντάρου. Το πρόσωπό του πρασίνισε κι όλο του το κορμί σπαρταρούσε. Στο κέντρο του νυχιού έμεινε ένα σημαδάκι, μια τρυπίτσα που γρήγορα σκεπάστηκε από μια κόκκινη λουρίδα. Τραβά το πόδι του πίσω. Δυο αλφαμίτες το πιάνουν και το καθηλώνουν στην πρώτη θέση, και το κρατούνε ασάλευτο. Το πείραμα επαναλαμβάνεται για πολλές φορές. Και τι επιτυχία, ο σκοπευτής βρίσκει το στόχο του. Τρομερός πόνος.

“Θα κάνεις δήλωση;”

“Όχι” ακούγεται σπαρακτική η κραυγή.

“Βγάλτε του το νύχι”, προστάζει ο επικεφαλής.

“Ναι, να τώρα, στάχου να σκοπεύσω μια τελευταία φορά” λέει ο σκοπευτής. Τούτη τη φορά η ξιφολόγχη δε βρήκε το στόχο, θες γιατί τρέμει το πόδι, θες γιατί ο σκοπευτής δεν σημάδεψε καλά. Το μαχαίρι πέφτει 4 δάχτυλα πιο πάνω στο πόδι. Η τρύπα είναι τώρα μεγάλη και το αίμα που τρέχει άφθονο. Σκέπασε όλο το κάτω μέρος του ποδιού. Η ξιφολόγχη απλώθηκε ματωμένη χάμω. Σφίχτηκαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Τώρα φέρνει την ξιφολόγχη από μπροστά. Ανάμεσα στο κρέας και στο νύχι. Τη σπρώχνει, προσπαθεί να τη φωλιάσει μέσα, να χωρίσει το νύχι. Δύσκολο. Φεύγει ψίχουλο-ψίχουλο το κρέας. Ματώνει.

“Υπογράφεις;”

“Στο διάολο του κερατά, δε βγαίνει.” Βρίζει ο δήμιος.

Χοντρές σταγόνες δάκρυα κυλάνε στα μάγουλα. Χτυπάει σαν καμπάνα το κεφάλι. Σκοτεινιάζει ο νους, χαλαρώνουν οι αισθήσεις. Μουγγρίζει, όλο μουγγρίζει. 

“Κάνεις δήλωση;”

“Οοοοχ”.

Το στόμα έκλεισε. Τα μουγγρητά σταμάτησαν, το μυαλό θόλωσε εντελώς, οι αισθήσεις νεκρώνουν. Το σώμα αναίσθητο, παράλυτο, ρίχτηκε πίσω. Οι δήμιοι τον φέρνουν όρθιο, πάνε να τον συνεφέρουν.

“Nερό”, φωνάζει ο δήμιος. “Γρήγορα”. Ένας κουβάς πέφτει, δεύτερος, τρίτος.

“Φτάνει πια”, φωνάζει ο επικεφαλής. “Τι διάβολο έναν τόνο νερό θα ξωδέψουμε για έν τομάρι;”
Περνούνε τέταρτα, έρχεται η ώρα. Οι δήμιοι περιμένουν. Η υπομονή τους είναι απεριόριστη. Σιγά-σιγά συνέρχεται. Τώρα βλέπει, αντιλαμβάνεται, θυμάται, μιλάει. Ο πόνο όμως τον σαρακίζει. 

“Λέγε ρε, θα υπογράψεις;”

“Όχι” και το πρόσωπό του γίνεται αυστηρό.

“Βγάλε την πένσα!”, ουρλιάζει ο επικεφαλής.

“Λέγε θα κάνεις;”

Ένα “ναι” βραχνό, ψόφιο ξεκόλλησε από τα χείλια του. Όλα σταμάτησαν. Τα μάτια γίναν μια πηγή αστείρευτη. Η τρεμούλα δεκαπλασιάστηκε. Ξέσπασε σε λυγμούς. Καλίει σα μικρό παιδί που το χτυπάς σκληρά.

“Για το αναρρωτήριο”, διατάσσει ο επικεφαλής. “Πείτε τους να τον περιποιηθούν καλά. Έγινε Έλληνας”.» 


***


«Φτάσανε λίγα μέτρα από εκεί που ανοίγεται ο λάκκος. Ο κασμάς στην επαφή του με τις πέτρες αφήνει σπίθες λιγόπνοες που τρυπούν το σκοτάδι.

“Βλέπεις τι κάνουν εκεί ρε! Λέει ο αλφαμίτης με τραχιά φωνή”.
“Όχι, απαντά ήρεμα ο φαντάρος”.

“Ανοίγουν το λάκκο που θα σε ρίξουμε μέσα, τούτη η βραδιά είναι η στερνή σου! Σε λίγες στιγμές το κορμί σου θα σπαρταρά μες σ’ αυτόν το λάκκο. Και πριν ξεψυχήσεις τα χώματα κι οι πέτρες θα σ’ έχουν σκεπάσει, έτσι για να γίνει το ξεψύχισμά σου πιο βασανιστικό. Τότε φώναξε το Στάλιν να σε σώσει. Η ζωή σου τελειώνει. Να, κοίταξε τα γύρω σου για στερνή φορά, άκουσε το νανούρισμα της θάλασσας. Εμείς είμαστε άνθρωποι, ανώτεροι άνθρωποι, δεν είμαστε κτήνοι σαν εσάς. Σου επιτρέπουμε να στείλεις και γράμμα. Γράψε το σε βοηθώ με το φακό μου”. Και άναψε το φακό του. 

“Δε γράφω. Τούτη τη στιγμή δεν έχω κανέναν, ούτε γονείς, ούτε αδέρφια”.

“Τι εννοείς ρε μ’ αυτά που λες;”

“Εννοώ, αυτό που λέω.”

“Ε τότε πήγαινε έτσι, αφού θες. Σε ένα λεπτό το κοιμητήρι σου θα είναι έτοιμο. Εκεί θα σαπίσεις και θα γίνει τροφή για τα σκουλίκια. Γράψε ρε το γράμμα, δώσε τις στερνές σου παραγγελίες, σου κάνουμε αυτή τη χάρη. Δε θέλω, φεύγοντας από τούτο τον κόσμο να φύγεις με την εντύπωση πως δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να σε εξυπηρετήσει. Άλλωστε δε φταίμε εμείς, είναι διαταγή της διοικήσεως να σε εκτελέσουμε.”

 “Δεν έχω να πω τίποτα.”

“Συνάδελφε τελείωσε ο λάκκος”, φωνάζει ο σκαφτιάς.

Ο φαντάρος στέκει ατάραχος, αδιάφορος τελείως στη συζήτηση. Αυτό που λίγο μόνο τον ξαφνιάζει και τον βάζει σε σκέψη είναι το μεγάλον ενδιαφέρον, η μεγάλη καλοσύνη του αλφαμίτη.

“Έλα, τράβα τώρα στο λάκκο, εκεί θα γίνει η εκτέλεση, γιατί ποιος διάβολος θα σε κουβαλάει.”
Εμφανίζοται τότε άλλοι τρεις αλφαμίτες και τσακώνονται λέγοντας πως δεν έχουν δικαίωμα να εκτελέσουν το φαντάρο, μόνο και μόνο επειδή δεν υπογράφει. Λένε ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο να σωθεί, κι ας είναι βλάκας που δεν υπογράφει. Ξαφνικά μιλά ο φαντάρος:

“Αφήστε με επιτέλους σας παρακαλώ να πεθάνω με την ησυχία μου!”
Η τελευταία λέξη του φαντάρου τους “κέρδισε” και τον τραβούν τώρα παράμερα. 

“Επιτέλους μπόρεσα να σε σώσω”, λέει σε τόνο προστατευτικό ένας αλφαμίτης. “Όταν μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει το καλό, πρέπει να το κάνει! Βέβαια θα τιμωρηθώ μα έτσι έχουν τα πράγματα. Το καλό είναι ανάκατο με το κακό. Πιστεύω να μην είναι βαριά η τιμωρία μια που θα παρουσιαστώ στο Α2 και θα τους δώσω τη δήλωσή σου. Θα τους πω πως από καιρό σκεφτόσουν να κάνεις δήλωση. Έτσι κάτι θα γίνει, θα τη βγάλουμε φτηνά.”

“Λυπούμαι που δε θα παρουσιάσεις τη δήλωσή μου και η τιμωρία σου θα είναι βαριά. Υπάρχει όμως ακόμα καιρός να αποφύγεις την τιμωρία.”, λέει ο φαντάρος.

“Τι λές;”, έκανε ξαφνιασμένος ο αλφαμίτης, “Δε δίδεις δήλωση; Σοβαρά μιλάς τώρα; Ασφαλώς αστειεύεσαι!”

“Μιλώ πολύ σοβαρά, σε στιγμές που παίζεται η αξιοπρέπειά μου δεν αστειεύομαι!”

“Ώστε εσύ νομίζεις πως με το να υπογράψεις ένα χαρτί χάνεις την αξιοπρέπειά σου; Ομολογώ πως είσαι πολύ στενοκέφαλος κα σε παρακαλώ πολύ να το σκεφτείς πιο λογικά, γιατί στο κάτω-κάτω εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω τη ζωή μου για τις βλακείες σου. Αν εξακολουθείς να επιμένεις στις κουταμάρες που λες θα αναγκαστώ να σε γυρίσω πίσω. Και σαν μπεις στο λάκκο φώναξε το Ζαχαριάδη και το Στάλιν να σε σώσουν.”

“Να με πας!”, απαντά πολύ ζωηρά ο φαντάρος και πετιέται απάνω. “Δε μπαίνω μες στο λάκκο με την ελπίδα πως ο Ζαχαριάδης είτε ο Στάλιν θα ρίξουν πάνω μου κανένα πυκνό σύννεφο και θα με κάνουν αόρατο στα μάτια σας, και θα με μεταφέρουν μακριά από αυτό το μακάβριο νησί. Όχι, δενπιστεύω σε τέτοιου είδους θαύματα. Πιστεύω όμως ακραδάνως, πως με το θάνατό μου προσθέτω ένα αγκωνάρι στα θεμέλια μιας νέας πιο ανθρώπινης ζωής.”

Ο αλφαμίτης ούρλιαξε τότε σαν μαινόμενο θεριό. “Πούστη! Άτιμε! Προδότη! Θα πεθάνεις ρε κερατά!”

“Ο προδότης δεν πεθαίνει για ιδανικά. Στου προδότη τη σκέψη και την καρδιά δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο.”, απαντά με σιγανή φωνή ο φαντάρος. Μαινόμενος ταύρος ο δήμιος ρίχτηκε πάνω του. 

Τον χτυπά και τον μεταφέρει με κλωτσιές στο λάκκο. 

“Τράβα αριστερά, μπρος!” Ο φαντάρος συμμορφώνεται με τη διαταγή.

“Μπάμπη!”, φωνάζει ο αλφαμίτης με όλη του τη δύναμη.

“Ποιος είναι;”

“Εγώ ρε ο Μ.”

“Τι έγινε ρε με αυτόνε;”

“Tίποτα ρε, τίποτα!” φωνάζει το ίδιο δυνατά.

“Εκτέλεσέ τον! Εκτέλεσέ τον!”

“Καλά, καλά.”

Μια ριπή από το αυτόματο αναβρόντησε στο πυκνό σκοτάδι. Ο βρόντος ανταμώνεται και γίνεται ένα με τα βογγητά των βασανισμένων. Σε όλα τα κεφάλια αναδύεται τυραννικά η σκέψη του ποιον σκοτώσανε. Κι είναι ένας ή πολλοί; 

“Αύριο κοπρόσκυλο όλοι θα ξέρουν πως εκτελέστηκες, τράβα τώρα για τη διοίκηση.”» 


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 78.


«Ανυπόφορα έχουν γίνει τα νυχτερινά μουγγρητά που αντιλαλούν οι χαράδρες. Μάτι δεν μένει κλειστό στο τάγμα. Πολλοί έχουν ανασηκωθεί απ’ τις κουβέρτες τους. Τ’ αυτιά είναι τεντωμένα, έτοιμα να συλλάβουν και τον παραμικρό θόρυβο. Η καρδιά χτυπά και φουσκώνει και το στήθος τινάζεται. Ο νους ταξιδεύει στις χαράδρες, τις περνά, τις ξαναπερνά απ’ τη μια άκρη στην άλλη και παρακολουθεί με τρόμο τα λογής-λογής βασανιστήρια. Όσα ως τώρα έχουν γίνει, κι όσα μπορούν να γίνουν. Τις πιο απίθανες μέθοδες θανάτου πιάνει ο νους.

Ο τρόμος κι η αγωνία της αναμονής, σαν πριόνι πριονίζει το κορμί και φέρνει ανατριχίλες. Στο μισοσκόταδο της σκηνής ακούγεται μια σιγανή φωνή, που φανερώνει τ’ άγριο φουρτούνιασμα του εσωτερικού κόσμου κείνου που την αφήνει και φεύγει: “Ποιους χτυπούν πάλι ρε παιδιά;” Τα μουγκρητά δεν λένε ονόματα, λένε μόνο πόνο.

“Απελπίστηκα συνάδελφοι”, λέει κάποιος άλλος κι ο τόνος της φωνής του μαρτυράει το μέγεθος της απελπισίας του, “ξεχαρβαλώθηκαν τα νεύρα μου, το μυαλό μου ολοένα και θολώνει, μου φαίνεται πως θα τρελαθώ. Δεν κρατιέμαι πια! Δεν είναι ζωή τούτη! Όλη μέρα δουλειά και ξύλο, όλη νύχτα στη χαράδρα βασανιστήρια, κι αν τους ξεφύγεις καμιά βραδιά, τα βογγητά κι οι νεκραναστεναγμοί πιλατεύουνε το κορμί και φυγαδεύουν μακριά τον ύπνο και στο νου αναδεύονται ολοζώντανες οι εικόνες του βασανισμού των συναδέρφων σου. Φρίκη η μέρα, φρίκη διπλή η νύχτα». 


Φίλιππος Γελαδόπουλος, Μακρόνησος: Η μεγάλη σφαγή του 1948, Αλφειός, Αθήνα 1994, 47. 


« Έρχεται ένας εξόριστος τρεχάτος και ζαλισμένος κι αγκαλιάζει τον ορθοστάτη της σκηνής και κάθεται στην είσοδο. Είχε ξεφύγει φάινεται από την ομάδα βασανισμού. Ματωμένος, γδαρμένος και το αριστερό του μάτι βγαλμένο και να κρέμεται πάνω στο μάγουλό του απ’ το νεύρο. Φύσαγε κι ο αέρας το πηγαινόφερνε. Στοιβαζόταν δε σκόνη γιατί φύσαγε πολύ. Η σκόνη έκανε ολόκληρο στρώμα απάνω στο κρεμασμένο μάτι. Γινόταν μια ματωμένη λάσπη»


συνεχίζεται

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Έφυγε από τη ζωή ο Γιώργης Μωραΐτης

H ΚΕ του ΚΚΕ ανακοινώνει, με βαθιά θλίψη, το θάνατο του συντρόφου Γιώργη Μωραΐτη, ο οποίος για 75 χρόνια τίμησε τον τίτλο του στελέχους του ΚΚΕ. Ο σύντροφος Γιώργης οργανώθηκε στο ΚΚΕ το 1943, διετέλεσε μέλος της ΚΕ του Κόμματος από το 9ο ως και το 13ο συνέδριο, δημοσιογράφος, μέλος της διεύθυνσης και αρχισυνταξίας του “Ριζοσπάστη”.

Ο σύντροφος Γιώργης Μωραΐτης γεννήθηκε στη Βοδονίτσα (Μενδενίτσα) Λοκρίδας στις 3 Μάρτη του 1927. Προερχόταν από φτωχή αγροτική – εργατική οικογένεια. Ο πατέρας του Νίκος πήρε μέρος στην ΕΑΜική Αντίσταση, καπετάνιος του εφεδρικού ΕΛΑΣ, οργανώθηκε στο ΚΚΕ και μετά την απελευθέρωση κατέφυγε στην Αθήνα. Η μητέρα του Ρήνα εντάχθηκε στο ΔΣΕ το 1947, πιάστηκε το 1949 και φυλακίστηκε μέχρι το 1952.

Ο σύντροφος Γιώργης από πολύ μικρός ζει μέσα από τις περιπλανήσεις της οικογένειάς του τη ζωή της εργατικής τάξης. Όπως αναφέρει ο ίδιος “εντελώς συναισθηματικά και αυθόρμητα από μικρός βλέποντας τον πατέρα μου με τη φόρμα της δουλειάς, ακούγοντας συζητήσεις πηγαίνοντας στο εργοτάξιο και γνωρίζοντας εργάτες είχα μια αγάπη και συμπάθεια στην εργατική τάξη, που μαζί με την αγάπη στην αγροτιά από τις εμπειρίες του χωριού, την αγάπη στους εργαζόμενους θα ολοκληρωθεί με τον καιρό και θα γίνει συνείδηση”.

Το 1942 οργανώνεται στην Ένωση Νέων Αγωνιστών Ρούμελης (ΕΝΑΡ), εντάσσεται στην ΕΠΟΝ το 1943, και κατατάσσεται στον ΕΛΑΣ το 1944, όπου παίρνει μέρος σε αποστολές και ενέδρες που χτυπούσαν τις τελευταίες φάλαγγες των χιτλερικών που εγκατέλειπαν στην Ελλάδα.

Παίρνει μέρος στη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, με το Τάγμα του Λoκρού που κατεβαίνει στην Αθήνα. Τον Ιούλη του 1946 καταφεύγει ξανά στην Αθήνα μαζί με τον πατέρα του, γνωρίζοντας ότι υπήρχε σχέδιο δολοφονίας τους. Κατατάχτηκε στο ΔΣΕ το Μάρτη του 1947 στο Αρχηγείο Παρνασσίδος με επικεφαλής το Διαμαντή. Πήρε μέρος στις μάχες Κρόκι, Πέτρα, Αράχωβα, Μώλο – Μενδενίτσα, Άμφισσα. Υπηρετεί σε διάφορες αποστολές ως ελεύθερος σκοπευτής και ασυρματιστής.

Μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ βρέθηκε πολιτικός πρόσφυγας στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Στην Ουγγαρία δουλεύει στο χτίσιμο του χωριού “Νίκος Μπελογιάννης”, για μια σχολική χρονιά δάσκαλος στον παιδικό σταθμό στο Ντίγκ, αργότερα διευθυντής στο κολέγιο “Παπαρήγας”. Στη Ρουμανία φοιτά τρεις μήνες στη σχολή “Νίκος Μπελογιάννης”.

Ο σύντροφος Γιώργης Μωραΐτης το Δεκέμβρη του 1954, μετά από αίτημά του, στέλνεται παράνομα στην Ελλάδα με αποστολή να δουλέψει στον μηχανισμό του Κόμματος στην παρανομία, όπου θα κρατούσε με τον ασύρματο την επαφή του κλιμακίου της ΚΕ στην Ελλάδα με την καθοδήγηση στο εξωτερικό.

Συλλαμβάνεται με ασύρματο στο τέλος του 1955 και καταδικάζεται δις σε θάνατο από στρατοδικείο, με βάση τον Α.Ν. 375 το 1957. Για τα επόμενα 11 χρόνια ο σύντροφος Γιώργης θα φυλακιστεί στις φυλακές Ιτζεδίν, Αλικαρνασσού, Αίγινας, Κέρκυρας, Αβέρωφ, Χαλκίδας κ.α. Στους τοίχους της Γενικής Ασφάλειας της οδού Μπουμπουλίνας, όπου βρίσκεται σε απομόνωση, σκαλίζει για να διαβάσουν, όπως λέει, οι επόμενοι αγωνιστές και να μη τα σβήσουν οι ασφαλίτες: “Συμβουλή: Όταν μπαίνεις εδώ μέσα ξέχασέ τα όλα. Και να σκέφτεσαι μόνο το Λαό και το Κόμμα”.

Αποφυλακίζεται με όρους το 1966. Αναλαμβάνει δουλειά στην ΕΔΑ, ως μέλος του Γραφείου της Αθήνας. Με το πραξικόπημα της χούντας, ξεφεύγει τη σύλληψη και περνά στην παρανομία. Ως μέλος του Γραφείου της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ αναλαμβάνει δουλειά για την έκδοση του “Ριζοσπάστη”, της “Αδούλωτης Αθήνας”, του “Οδηγητή” και άλλων εντύπων για την περίοδο 1967-1968.

Ο σ. Γιώργης Μωραΐτης το Φλεβάρη του 1968 αταλάντευτα παίρνει θέση υπεράσπισης των αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ, γράφει και την ανακοίνωση που δημοσιεύεται στην “Αδούλωτη Αθήνα” και στο “Ριζοσπάστη”.

Συλλαμβάνεται το Νοέμβρη του 1968 και καταδικάζεται από στρατοδικείο σε κάθειρξη 24 χρόνων. Ακολουθούν 5 χρόνια φυλάκισης ξανά στις φυλακές Αβέρωφ, Κορυδαλλού, Ιτζεδίν, Αλικαρνασσού και Χαλκίδας.

Απολύεται προσωρινά “λόγω κινδύνου ανηκέστου βλάβης” το 1973. Φυγαδεύεται παράνομα στο εξωτερικό. Παίρνει μέρος στο 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ, όπου για πρώτη φορά εκλέγεται στην Κεντρική Επιτροπή. Μετά το Συνέδριο χρεώνεται στον ραδιοσταθμό “Φωνή της Αλήθειας”.

Ο σύντροφος Γιώργης επιστρέφει στην Ελλάδα το 1974 και τοποθετείται στη Διεύθυνση και την Αρχισυνταξία του “Ριζοσπάστη”. Ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ στις εκλογές του 1977,1981 και 1985 στη Φθιώτιδα.

Στο 13ο Συνέδριο, έδωσε τη μάχη για την υπεράσπιση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος ενάντια στην οπορτουνιστική ομάδα, που στόχευε στη διάλυση και διάχυσή του στον ΣΥΝ.

Από το 1991 έως το 2004 ήταν μέλος της Διεύθυνσης του Ριζοσπάστη. Επίσης διετέλεσε Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αντιστασιακών Οργανώσεων (ΠΟΑΟ) και αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης και Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ).

Ο Γιώργης Μωραΐτης έχει γράψει 12 βιβλία και έχει τιμηθεί με Μετάλλιο από το Ανώτατο Σοβιέτ στα σαραντάχρονα της Αντιφασιστικής Νίκης. Υπερασπίστηκε σε όλη του τη ζωή τον επαναστατικό χαρακτήρα του ΚΚΕ, τον μαρξισμό – λενινισμό, στάθηκε απέναντι σε κάθε λογής “αναθεωρητές”. Όπως έγραφε ο ίδιος για το Κόμμα, στην ΚΟΜΕΠ του 1975: “Ο χώρος αυτός από την ίδια του τη φύση δεν προσφέρεται σε εύκολη εκμετάλλευση, και σε κανενός είδους “ανανέωση”, “αναθεώρηση” ή “αμφισβήτηση”. Ό,τι γράφεται με αίμα δεν ξεγράφει, δεν σβήνει, δεν ανατρέπεται. Είναι αδύνατη η αντιστροφή των αξιών που έχουν καθαγιαστεί με τη θυσία”.

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εκφράζει τα πιο θερμά της συλλυπητήρια και την αμέριστη συμπαράστασή της στη συντρόφισσά του Όλγα και σε όλη την οικογένειά του.

Η πολιτική τελετή αποχαιρετισμού του σ. Γιώργη Μωραΐτη, θα γίνει την Πέμπτη 27/9 και ώρα 4.00 μμ, στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αμαρουσίου και η ταφή στο νεκροταφείο Αμαρουσίου.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Mαρτυρία από την πρώτη γραμμή



Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στις τελευταίες μέρες του Γράμμου, τον Αύγουστο του 1949, συγκεκριμένα δυο μέρες πριν από το τέλος της τρίχρονης ένοπλης αναμέτρησης με τον στρατό της αστικής τάξης.

Ο συγγραφέας, Μενέλαος Μούστος (Δάφνης), μαχητής ο ίδιος του ΔΣΕ, στο κείμενό του με τίτλο «Μέσα από πύρινο κλοιό» περιγράφει τις τελευταίες ώρες μιας ομάδας μαχητών που έπεσαν μέχρι ενός για να διασφαλίσουν τη σωτηρία ενός τάγματος του ΔΣΕ στην τελευταία μάχη που δόθηκε γύρω από τα υψώματα Φλάμπουρο και Βέρτενικ. Το κείμενο περιέχεται στη συλλογή «Αφηγήσεις για το Δημοκρατικό Στρατό», που εκδόθηκε στην πολιτική προσφυγιά το 1954. Γράφει ο ίδιος: «Συνεπαρμένος απ' το ηρωικό μεγαλείο των μαχητών του ΔΣΕ, νιώθοντας το καθήκον απέναντι στο κόμμα και στο λαό, γράφω αυτές τις γραμμές με τη σκέψη πως θα βοηθήσω σε κάτι». Οπως, επίσης, αναφέρει, τα γεγονότα είναι πραγματικά. «Μόνο τα ονόματα άλλαξα», σημειώνει.

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό κείμενο - ύμνο στο μεγαλείο των μαχητών του ΔΣΕ, στους κομμουνιστές που έπεσαν στην πρώτη γραμμή. Το βιβλίο διασώθηκε στο Αρχείο του ΚΚΕ. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τον «Ριζοσπάστη» προς τιμήν του Φεστιβάλ 100 χρόνια ΚΚΕ - 50 χρόνια ΚΝΕ.



«Μέσα από πύρινο κλοιό»


Ο Γράμμος. Με τ' ατέλειωτα τσουγκάρια και τις βαθιές χαράδρες. Με τις ήρεμες πλαγιές και τ' απόκρημνα βράχια. Με τα πυκνά δάση και τα γυμνά υψώματα. Με την πλούσια πρασινάδα και τα γάργαρα νερά. Περήφανο βουνό. Και θαρείς πως ψηλώνει πιο πολύ τις απάτητες κορφές του, καμαρώνοντας το θάρρος, την παλικαριά και το άφθαρτο μεγαλείο των μαχητών του ΔΣΕ.
Το τάγμα μας μόλις ήρθε πάνω απ' το «Σταυρό» κι άρχισε να οχυρώνει τις θέσεις του. Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά καταμεσίς στον ουρανό και καίει διαβολεμένα. Μα δε μποδίζει τους μαχητές μας στο έργο τους. Τ' αστεία και τα γέλια σμίγουν με τον ήχο πριονιών και τους κρότους των δέντρων που γκρεμίζονται. Ανταμώνουν με τους χτύπους της σκαπάνης. Φκιάχνουμε πολυβολεία, ορύγματα συγκοινωνίας, παρατηρητήρια, ατομικές θέσεις κι αμπριά. Το λεβέντικο αντάρτικο τραγούδι συντροφεύει τη δουλιά μας:

Γράμμε! καρδιά της Ελλάδας!...

***

Είναι και τούτη μια μάχη σοβαρή. Δουλεύουν μ' ενθουσιασμό όλοι.

Ο λοχαγός του 11ου λόχου, ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας, με κατάμαυρο παχύ μουστάκι, είναι χωμένος ως τη μέση στο όρυγμα και σκάβει. Εχει βάλει άμιλλα με το διοικητή του τάγματος, ποιος θα τελειώσει νωρίτερα τη δουλιά. Σε κάποια στιγμή σπάζει το σκαπάνι του ταγματάρχη χτυπώντας πάνω στις πέτρες. Βλαστημάει ανάμεσα στα δόντια του και τρέχει να ξαναβρεί άλλο. Αν χάσει στην άμιλλα, θα τον ταράξουνε στα πειράγματα.

Μεσημέριασε. Τα καζάνια βράζουν παράμερα. Ο αγέρας σκορπάει τον αχνό κι η μυρουδιά της φασολάδας χτυπάει ερεθιστικά στη μύτη και μας λιγουρεύει τα στομάχια που άδειασαν απ' το πρωί. Ενας σύνδεσμος λαχανιασμένος απ' την ταξιαρχία, ζητάει βιαστικά τον ταγματάρχη.
- Είναι ανάγκη να τον φωνάξουμε; λέει ο μάγειρας, ανακατεύοντας με τη μεγάλη κουτάλα το καζάνι και κοιτώντας λοξά το σύνδεσμο.

Ο άλλος επιμένει. Μα ο μάγειρας διστάζει ν' αφήσει την κουτάλα. Ποιος θ' ανακατέψει το φαγητό; Ο σύνδεσμος όμως επιμένει κι ο φουκαράς ο μάγειρας, αναγκάζεται ν' αφήσει την κουτάλα. Βγάζει την ποδιά και παίρνει τον κατήφορο για τις θέσεις να βρει τον ταγματάρχη.

Το καζάνι στο μεταξύ βράζει. Βράζει και χοροπηδάει. Μεγάλες στάλες τινάζονται απάνω και πιτσιλίζουν τα κλαριά. Η μυρουδιά γίνεται πιο βαριά λίγο - λίγο, και μια τσίκνα φλομώνει τον αγέρα.

Υστερα από δέκα λεπτά φάνηκε να ανηφορίζει με γρήγορο βήμα ο κοντόχοντρος μάγειρας βλαστημώντας και πίσω του ο ταγματάρχης να τον πειράζει.

- Ουφ! φύσαγε ο μάγειρας. Θα σκάσω. Μου κάηκε η φασολάδα. Και τι να πω στα παιδιά; Αλλη φορά ν' αφήνετε σύνδεσμο σ. διοικητή. Δεν μπορώ να τρέχω εγώ να σας βρω και να παρατάω το φαγί.

Μια αποπνιχτική μυρουδιά χτυπούσε στη μύτη του. Η φασολάδα κατακάηκε, χωρίς να μπορέσει ο μάγειρας να τη γλυτώσει. Ανώφελα ανακατεύει τώρα το καζάνι με την κουτάλα.

- Αχ μωρέ, με πήρες στο λαιμό σου! λέει στο σύνδεσμο. Τι λόγο θα δώσω τώρα στα παιδιά που θάρθουν κουρασμένα και νηστικά; Βρε τι έκανα ο αντίχριστος!... και τραβάει απελπισμένα τα μαλλιά του.

- Καλά, καλά! Φτάνει το μοιρολόγι, τον πειράζει ο ταγματάρχης, ανοίγοντας το έγγραφο. Ηταν μια εμπιστευτική διαταγή της ταξιαρχίας:

«Χωρίς καμιά καθυστέρηση να κινηθείτε και να φτάσετε το συντομότερο στο "Βέτερνικ", όπου θα πάρετε σχετικές οδηγίες. Κάθε αργοπορία θα σας βαρύνει προσωπικά».


- Τα ξέρω εγώ αυτά, ψιθύρισε ο διοικητής. Οταν είσαι εφεδρεία δε σταματάς πουθενά. Πού να φτάσουμε τώρα στο Βέτερνικ; Θέλει να βαδίσεις κοντά μισή μέρα και να δούμε.
Εβγαλε το ρολόι του. Η ώρα ήτανε 13. Σκέφτηκε: Μισή ώρα θα χρειαστεί να ετοιμαστούμε και να ξεκινήσουμε, θα πάει 13.30. Πρέπει, σύμφωνα με τη διαταγή να είμαστε εκεί το σούρουπο. Ως τότε μας μένουν εξήμιση ώρες. Αν σφιχτούμε, μπορούμε να φτάσουμε. Εμπρός λοιπόν. Γύρισε κατά το μάγειρα μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο όπως συνήθιζε:

- Λοιπόν, κάηκε η φασολάδα; και τώρα τοιμάσου να πεθάνεις.

- Τι φταίω εγώ σ. διοικητή; Ηρθα να σε φωνάξω κι είπα στο παιδί να προσέχει.

- Μήπως ήθελες να σου ανακατέψει το παιδί τη φασολάδα; Αντε τώρα! Αδειασε το καζάνι και μάζεψε τα σύνεργά σου.

Ο μάγειρας κοίταζε μ' απορία.

- Τι κοιτάζεις; κάνε αυτό που σου λένε γρήγορα!

- Πάλι για φςςς; έκανε ο μάγειρας, δείχνοντας με τη ματιά το δρόμο.

- Θα δούμε.

Σε μισή ώρα οι λόχοι ήταν συνταγμένοι και ο επιτελής ανάφερε πως το τάγμα ήταν έτοιμο για ξεκίνημα.

Η φάλαγγα άρχισε γρήγορα να ξετυλίγεται στον ανήφορο που πάει για τον αυχένα του 2522. Δε βαδίζουμε, μα τρέχουμε. Πάλι για κάποια καινούργια αποστολή. Σε λίγο παίρνουμε τον κατήφορο για τη Γράμμουστα. Μα είναι μακριά. Πολύ μακριά. Απέραντος τόπος. Πού να φτάσεις εκεί ως το βράδυ! Ο ήλιος γέρνει και στις πλαγιές πέφτουν τ' απόσκια απ' τις κορφές και τα δέντρα. Δεν υπάρχουν βραδυπορούντες. Μα τα πόδια αρχίζουν και λυγάνε απ' την κούραση. Κι ο δρόμος είν' ατέλειωτος.

Ωστόσο συνεχίζουμε. Η αποστολή πρέπει να τελειώσει. Τα μουλάρια σκοντάφτουν πάνω στα τσουγκάρια, πέφτουν. Οι μεταγωγικοί μας τα ξανασηκώνουν. Να, έγειρε ένα καζάνι έτοιμο να πέσει. Τρέχει ο μάγειρας να φτιάξει τη μεριά. Μα δεν τα καταφέρνει και την πάει έτσι κρατώντας σ' όλο το δρόμο. Είναι για γέλια μερικές φορές. Μα θαυμάζεις την αφοσίωση του μαχητή μας. Ναι, πιότερο να θαυμάζεις.
Κάποτε, με την ψυχή στα δόντια απ' την κούραση, φτάσαμε στο Βέτερνικ. Λαχταρούσαμε να ξαπλώσουμε κάπου, ν' αναπάψουμε τα κουρασμένα μας κορμιά. Μα εκεί μας περίμενε νεότερη διαταγή: «Θα πάτε στη στενωπό του Αλιάκμονα και θα μείνετε όλη τη νύχτα για να αποκρούσετε τυχόν αιφνιδιαστική ενέργεια του εχθρού».

Κι άλλη πορεία; Δεν μπορούμε να πάρουμε τα πόδια μας. Μα το καθήκον είναι καθήκον. Ο στρατός είναι στρατός. Κι όταν είναι επαναστατικός, η πειθαρχία του είναι δέκα φορές πιο σιδερένια.

Καθήσαμε πέντε λεπτά να ξανασάνουμε και σηκωθήκαμε. Πόσο ασήκωτοι έγιναν οι γυλιοί! Τρομάζουμε να τους βάλουμε στις πλάτες. Σιγά - σιγά κατηφορίζουμε το αντέρεισμα και πιάνουμε την ακροποταμιά. Τα χαλίκια βροντάνε να πάρει ο διάβολος και γίνεται ολόκληρος σαματάς. Ενα ολόκληρο τάγμα περνάει, πώς να μην ακουστεί; Κι αν ο εχθρός ήρθε νωρίτερα και μας έχει ενέδρα θα γίνει του κουτρούλη ο γάμος. Ευτυχώς οι ανιχνευτές μας ανάφεραν ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος.

Το τάγμα έπιασε θέσεις, ύστερα από σύντομη αναγνώριση, κι οι λόχοι έστησαν τις ενέδρες τους. Οι μάγειροι με τα καζάνια τους έμειναν πάρα πίσω. Οι μαχητές ξάπλωσαν προσωρινά να ξεκουραστούν απ' την ολοήμερη πορεία. Είχε πέσει το σκοτάδι. Ενα πυκνό σκοτάδι που δεν έβλεπες τίποτα. Μονάχα δεξιά ορθώνονταν σαν ένας πελώριος μαύρος όγκος το Τσάρνο κι αριστερά τα Κουριά, όπου οι σύντροφοί μας τσάκισαν κυριολεκτικά τις λυσσασμένες προσπάθειες του εχθρού να τα καταλάβει. Η απαίσια βραδιά μεγάλωνε το φόβο του αιφνιδιασμού. Επρεπε ν' αγρυπνούμε.


Ησυχία επικρατούσε σ' όλη τη διάταξη. Κάπου - κάπου οι άνθρωποι πούμεναν πίσω απ' τις ενέδρες μιλούσαν κρυφά για να ξενυστάξουν.
Στη διάταξη του 11ου λόχου βρίσκονταν ο επίτροπος κι ο ταγματάρχης μαζί. Ηταν μια παλιά αρρώστια τους, πολύ άσχημη, που δε μπορούσαν να τη γιατρέψουν. Πάντα τον 11ο λόχο. Τους άλλους τούς έβλεπαν ή έμεναν εκεί μονάχα για λίγο. Κάποτε μάλιστα, ο λοχαγός του 10ου έκανε και παράπονα στον επίτροπο.

- Ολο στον 11ο πάτε και μένετε. Γιατί σ' εμάς; παραπανίσιους μάς έχετε;

Ο επίτροπος τότε είδε πως το πράγμα προσέχτηκε κι αποφάσισε να το διορθώσει.

- Καλά, είπε. Θαρχόμαστε πιο συχνά και σε σας.

Κι είναι αλήθεια πως από κείνη τη μέρα πήγαιναν πιο συχνά και στους άλλους λόχους και κάθονταν περισσότερες ώρες. Μα πήγαιναν πάντα στη διάρκεια της μάχης. Κι απόψε πήγανε πάλι και οι δυό τους στον 11ο. Ισως γιατί η βραδιά ήταν πολύ επικίνδυνη. Ισως και για να καλαμπουρίσουν με τα παιδιά και με το λοχαγό.

- Σύντροφε διοικητή! Μάθαμε ότι τους λιάνισαν για καλά στο Τσάρνο. Ούτε ρουθούνι δεν έμεινε γερό.

Είναι αλήθεια; ρώτησε σιγανά ο Αλέξης, ο ομαδάρχης της 1ης διμοιρίας.

- Αλήθεια! Να δούμε όμως εμείς τι θα φκιάσουμε απόψε, είπε ο ταγματάρχης.

- Τα ίδια και καλύτερα σ. διοικητή. Οι δικοί μου οι λεβέντες καρτερούν με λαχτάρα. Δεν τους κολάει ύπνος. Δεν τους βλέπεις;

- Μην παραπαινεύεσαι και τόσο, είπε ο επίτροπος της διμοιρίας. Κι άλλη φορά μας τα είπες αυτά αλλά... και γέλασε.
- Τι αλλά; θύμωσε ο Αλέξης. Πες μου! Τι αλλά;

- Να... Θυμάσαι όταν ζητούσαμε εθελοντές για μια επιχείρηση επικίνδυνη; Κώλωσες. Και πήγαν άλλα τσόνια απ' τη διμοιρία.

- Εγώ κώλωσα; Τι λες. Είσαι με τα σωστά σου; Τότε όλοι ξέρουν ότι είχε πρηστεί το πόδι μου και δε μπορούσα να βαδίσω. Οχι κώλωσα...

- Ε! Δικαιολογία ήταν αυτή καημένε.

- Δικαιολογία; Τι λέει σ. διμοιρίτη; Πες του και συ. Απόφυγα εγώ από καμιά μάχη ποτέ;

- Σε πειράζει ο επίτροπος, δεν το κατάλαβες; είπε ο διμοιρίτης. Αλλωστε εσείς πάντα τα λέτε οι δυό σας. Ε! βρε Αλέξη κι εγώ νόμιζα που είσαι έξυπνος. Εσύ πάντα κώτσος πιάνεσαι και ύστερα θυμώνει με τη γκάφα σου.

Οι άλλοι γέλασαν.

Ξάφνου στις ενέδρες ακούστηκαν ριπές.

- Στις θέσεις σας! φώναξε ο λοχαγός.

Τα μεσάνυχτα ο εχθρός συγκέντρωσε αρκετές δυνάμεις ΛΟΚ κι άρχισε να τις προωθεί στη στενωπό του Αλιάκμονα με σκοπό να χτυπήσει απ' τις πλάτες το Τσάρνο, να φέρει σύγχυση στα τμήματά μας και να ξηλώσει έτσι τη διάταξη που δε μπόρεσε να πάρει μέρες ολόκληρες τώρα χύνοντας άφθονο αίμα.

Οι λοκατζήδες, ντυμένοι στα αμερικάνικα έφτασαν βαδίζοντας προσεκτικά στα 10 μέτρα απ' τις ενέδρες μας όταν μια ξέφρενη ομοβροντία τάραξε τη γαλήνη της σκοτεινής νύχτας. Τα μυδράλια και τα πολυβόλα μας, οι όλμοι που μας είχαν έρθει για ενίσχυση ξερνούσαν απάνω τους αμέτρητο καφτό μολύβι. Ουρλιαχτά, φωνές αντάριασαν τη χαράδρα. Η μάχη κράτησε ίσαμε το πρωί. Οι μισθοφόροι γύρισαν ματωμένοι, τσακισμένοι, πανικόβλητοι. Το τάγμα μας εκπλήρωσε την αποστολή του.

- Επίτροπε. Πού είσαι επίτροπε; φώναζε ο Αλέξης γιομάτος χαρά. Δε σου τα είπα πως θα πάθουνε χειρότερα;


- Τώρα σε παραδέχομαι. Εχεις ομάδα λεβέντικη, είπε με καμάρι ο επίτροπος της πρώτης διμοιρίας.



Ξημέρωσε πια και το τάγμα τραβήχτηκε προφυλαχτικά απ' τις ενέδρες στις θέσεις του. Κρατούσαμε το αντέρεισμα του Βέτερνικ που μοιάζει με μεγάλο μυτερό δίκοπο μαχαίρι. Τη θήκη του τη συμπληρώνει το Τσάρνο και τα Κουριά. Βρήκαμε έτοιμα πολυβολεία και καλά οργανωμένες θέσεις. Από δω μπορούμε να τον ματώσουμε γερά τον εχθρό.
Ολη η μέρα για μας πέρασε ήρεμη. Σκληρές μάχες γίνονταν στο Τσάρνο και στα Κουριά. Οι σύντροφοί μας πολεμάν με πείσμα μέσα σε φοβερό χαλάζι από καφτό μολύβι. Το σούρουπο μια διαταγή της ταξιαρχίας έγραφε: «Προσέχετε την Πέτρα Φούσια στ' αριστερά σας. Ενδεχόμενο να χτυπήσει από κει αύριο ο εχθρός».

- Να προσέχουμε. Και βέβαια θα προσέχουμε, είπε ο ταγματάρχης. Ομως ποιο τμήμα είν' εκεί; Θα πάω να πάρω επαφή και να τους πω να προσέχουν, είπε στον επίτροπο. Νάχεις το νου σου στο τάγμα.

Κι έφυγε χωρίς να καθήσει να βάλει ούτε δυό μπουκιές ψωμί στο στόμα του.

Ξαναγύρισε σε μια ώρα κουρασμένος.

- Δεν είμαστε καλά, είπε. Εκείνο το τμήμα είναι ανοργάνωτο. Ο διοικητής του καθότανε με μια απάθεια σα να μη συνέβαινε τίποτα και να μην περιμέναμε από ώρα σε ώρα τον εχθρό. Αν είχα δικαίωμα θα τον εκτελούσα επί τόπου.

- Ε! όχι κι έτσι. Τι συνέβη τέλος πάντων;

- Τι συνέβη; Ξέρεις τι θα πει να κάθεσαι σε τέτιες στιγμές με σταυρωμένα χέρια και να δικαιολογείσαι ότι το τμήμα σου είναι από χίλιες καρυδιές καρύδια, ότι δε γνωρίζεις τον κόσμο και κάτι τέτια κουροφέξαλα; Είναι έγκλημα αυτό. Ας πούμε ότι τέτιο είναι το τμήμα σου. Μα τι σημασία έχει; Μήπως μια και δυό φορές χρειάστηκε να φκιάσουμε στην ανάγκη τμήματα παίρνοντας μαχητές από δω κι από κει; Μπορούσε απλούστατα να το συγκροτήσει σε ομάδες, σε διμοιρίες. Να μοιράσει τα πυρομαχικά και τα αυτόματα και να πάρει διάταξη. Να βγάλει σκοπούς και ν' αγρυπνεί. Να, αυτό έπρεπε να κάνει. Και δεν τόκανε. Τα αυτόματα ήταν εντελώς ακαθάριστα. «Βρε πώς θα βγείτε αύριο σε μάχη;» του είπα. «Ε! Θα λειτουργήσουν κι έτσι, καλά είναι» μ' απάντησε. Θύμωσα. Κόρωσα και μόνο που δεν τον άρπαξα απ' το λαιμό. Ως εκεί μ' έφερε, κι ο ταγματάρχης έδειξε το πηγούνι του.

- Τελικά τι έγινε;

- Τι να γίνει; Τον υποχρέωσα να κάνει όλη αυτή την οργάνωση και να βγάλει διπλοσκοπιές. Αλλά τι τα θες. Πάλι δεν είμαι σίγουρος μ' αυτό το διοικητή τους. Το πρωί θα πάω ξανά μόνος μου κι εσύ θα κρατήσεις το τάγμα.


Νύχτωσε...

Στ' απέναντι υψώματα βασιλεύει γαλήνη. Η γαλήνη, πριν την καταιγίδα. Ο Γράμμος κοιμάται. Και τα κλαδιά και τα δέντρα του. Μόνοι οι φρουροί του αγρυπνούνε. Αυτοί που ετοιμάζονταν να δόσουν ακόμα και το αίμα τους για να τον κρατήσουν δικό τους. Ταμπούρι του λαού.

- Επίτροπε, τι λες, να κοιμηθούμε με βάρδιες; είπε ο ταγματάρχης και χασμουρήθηκε.

Δίπλα οι σύνδεσμοι κοιμούνταν αμέριμνα, ροχαλίζοντας. Σα να μην είχαμε απέναντι τον εχθρό και να μη διακινδυνεύαμε από στιγμή σε στιγμή τη ζωή μας. Κι ήταν μια περίφημη βραδιά. Το φεγγάρι ασήμωνε τα φύλλα απ' τα δέντρα και τρύπωνε τις αχτίνες του στα χαρακώματά μας. Εκείνο το φεγγάρι δε μιλούσε για το θάνατο. Οχι. Μιλούσε μ' όλη τη δύναμη της λάμψης του για τον έρωτα. Για την αγάπη. Για τη ζωή.

- Δεν πρέπει να κοιμηθούμε, είπε ο επίτροπος. Αυτοί που κοιμούνται έτσι αμέριμνοι, σε μας στηρίζονται.

Στριμώχτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον. Πόσο δυνατά ροχάλιζε ένας σύνδεσμος πλάι τους, λες για πείσμα. Τα βλέφαρα βάρυναν. Πόσο τον ζήλευαν κι οι δύο αυτή τη στιγμή!

- Καλότυχος! μουρμούρισε ο ταγματάρχης δείχνοντας το σύνδεσμο. Να μπορούσα να κλείσω μια στιγμούλα τα μάτια!

Μα τόξερα πως δεν κάνει. Ο εχθρός είναι μπροστά μας και παραμονεύει. «Τόσες νύχτες αγρύπνιας ας είναι κι άλλη μια» σκέφτηκε και σηκώθηκε. Πήρε την γλίτσα του και ο επίτροπος ένα αυτόματο και κατηφόρισαν στην πλαγιά που ήταν οι θέσεις του τάγματος.

Οι σκοποί αγρυπνούσαν στο πόστο τους.


- Οσο αναπνέουμε σ. διοικητή, είπε ο Αλέξης, θα φρουρούμε την πατρίδα μας.
Τούσφιξαν και οι δυό θερμά το χέρι και τον καληνύχτησαν. Σ' ένα πολυβολείο αγρυπνούσαν ο διμοιρίτης της 2ης διμοιρίας κι ο επίτροπός του.

- Γιατί δεν κοιμάστε;

- Περιμένουμε τον εχθρό. Δεν έχουμε ύπνο.

- Κι αύριο άγρυπνοι, πώς θα τα βγάλετε πέρα στη μάχη;

- Συνηθίσαμε σύντροφοι. Θα τα βγάλουμε πέρα. Μα τι λέτε; θάχουμε σήμερα επίθεση;

- Οπωσδήποτε. Γιαυτό να ξυπνείστε λίγο νωρίτερα τους άντρες σας και να τους μιλήσεις εσύ Χρήστο. Οπως οι σύντροφοί μας στο Τσάρνο κι αλλού έκαναν το καθήκον τους, έτσι κι εμείς πρέπει να κρατήσουμε παλικαρίσια.

- Τα είπαμε αποβραδίς. Είναι αποφασισμένοι να μην κάνουνε ούτε βήμα πίσω, σ. διοικητή.

- Ετσι. Και νάσαι μαζί τους την ώρα της μάχης. Μη μένεις σ' ένα πολυβολείο. Να τρέχεις παντού. Σ' όλα. Να σε βλέπουν. Εχει σημασία αυτό. Οι μαχητές, την ώρα που τους ζώνει ο κίνδυνος από παντού, πρέπει να βλέπουν πλάι τους τον επίτροπό τους. Παίρνουν κουράγιο.

Τους έσφιξαν τα χέρια και τους καληνύχτησαν.

Αρχισε να σιγοφέγγει όταν γύρισαν στην έδρα του τάγματος. Φυσούσε εκείνο το κρύο πρωινό αεράκι που φυσάει πάντα στο Γράμμο ακόμα και το κατακαλόκαιρο. Η ψιλή δροσούλα που είχε πέσει την αυγή στα χαμόκλαδα και τα έλατα άρχισε να στάζει. Σε λίγο το βουβό δάσος άρχισε σιγά - σιγά να ξυπνάει. Τα πουλιά, που ως τώρα κούρνιαζαν στις φωλιές τους ξύπνησαν και τρέχουν για τροφή. Μπροστά μας απλώνεται μια απέραντη πράσινη θάλασσα που δεν τη φτάνει η ματιά σου ως το τέλος. Ελατα, έλατα ψηλά και βαλανιδιές. Παντού πρασινάδα.

Εφεξε.
Ο επίτροπος ξανάριξε μια γρήγορη ματιά σ' όλους τους λόχους, μίλησε με τους επίτροπους χωριστά, αστειεύτηκε με τους μαχητές και ξαναγύρισε στο σταθμό διοίκησης.

- Το τάγμα έτοιμο στη θέση του σύντροφε διοικητή, ανάφερε.

- Εντάξει επίτροπε. Εγώ φεύγω για την Πέτρα Φούσια. Δε με χωράει ο τόπος. Κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα. Αν συμβεί εδώ τίποτα να προσέχεις. Δε θ' αργήσω να γυρίσω.

Στο λόχο όλμων είχε ανάψει η συζήτηση απ' τις προτάσεις που έκαναν οι αμερικάνοι για ειρηνική λύση του ελληνικού ζητήματος.

- Είναι κόλπο. Αμερικάνικη πονηριά, έλεγε ο Καζανίδης και κουνούσε τα χέρια του. Να μου κόψετε το κεφάλι. Οι αμερικάνοι είναι μουσίτσες.

- Εχουν γνώσιν οι φύλακες, συμπλήρωνε ο Μήτρος. Στον «παπού» δεν περνάνε κάτι τέτια. Θα τους πει ανοιχτά: Θέλετε να κανονιστεί το ζήτημα στην Ελλάδα; Πάρτε πρώτα τα μπαγάζια σας κι αφήστε την λεύτερη. Κι ο λαός ας διαλέξει τον τρόπο της ζωής του μοναχός.

- Εμ' τι άλλο θέλουμε; Σάμπως δεν μπορούμε να τους πάρουμε σβάρνα τους μοναρχοφασίστες, σαν μείνουνε μονάχοι τους;

- Κι εγώ σας λέω πως αυτοί θα τα κανονίσουν οι δυό τους και θα ησυχάσουμε, μπήκε στη συζήτηση ένας κοντός αδύνατος με γυαλάκια. Κι όλα τ' άλλα που λένε είναι παραμύθια.

- Ωραία ιδέα. Πώς σου κατέβηκε; Μήπως είδες στον ύπνο σου ότι αποστρατεύτηκες; Πάρτο χαμπάρι ρε! Οι αμερικάνοι δε θέλουν ποτέ να ησυχάσει η Ελλάδα.

- Τότε γιατί έκαναν τις προτάσεις; ξανάπε μουδιασμένος ο γυαλάκιας.

- Πονηριά. Αυτοί είναι αλεπούδες. Κάτι θέλουν να φκιάσουν.

- Εξήγα μου ντε, σ. Καζανίδη εσύ που φωνάζεις! Επέμενε ο γυαλάκιας.

- Σου είπα, πονηριά. Α! Να. Τώρα θα ρωτήσουμε και τον επίτροπο του τάγματος.

Κείνη τη στιγμή φάνηκε να προχωράει για τους όλμους σκυφτός ο επίτροπος. Εμοιαζε σαραντάρης. Κι όμως, δεν είχε παρά μόνο 25 χρόνια στις πλάτες του. Χρόνια, όμως, απ' αυτά τα βαριά χρόνια που πέρασε η πατρίδα κι υπολογίζονται για διπλά.


Χαιρέτησε τους μαχητές των όλμων με χαμόγελο και κάθησε πάνω σ' ένα κούτσουρο.
- Επίτροπε, είπε αμέσως ο Καζανίδης. Εξήγα μας καλύτερα γιατί οι αμερικάνοι έκαναν τις προτάσεις για να κανονιστεί το ελληνικό ζήτημα; Τούτος ο γυαλάκιας ο δικός μας, που μας κάνει το μεγάλο θεωρητικό δεν παίρνει χαμπάρι τι γίνεται και κάνει όνειρα. Ισως την ώρα αυτή ο νους του να ταξιδεύει κιόλας στο σπίτι του.

Ο επίτροπος σκέφτηκε λίγο.

- Τις προτάσεις οι αμερικάνοι τις έκαναν, σύντροφοι, κάτω από ανάγκη. Τους ανάγκασε η πάλη του Δημοκρατικού Στρατού να τις κάνουν.

Μα δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Αξαφνα, πάνω απ' τα κεφάλια μας, άρχισαν να πέφτουν ριπές πυκνές που δεν παίρνανε την ανάλογη απόκριση. Μονάχα κάποιο οπλοπολυβόλο αγωνίζονταν να σταματήσει την πύρινη βροχή του εχθρού.

- Μας πήραν την Πέτρα Φούσια, λέει ο λοχαγός των όλμων και δίνει παραγγελία για να βάλουν.

Δυό ομοβροντίες ακούστηκαν μονομιάς κι άλλες δυό, κι άλλες δυό συνέχεια. Από πάνω ήρθε ο αντίλαλος απ' τις εκρήξεις.

- Χριστόφορε, λέει ο επίτροπος του τάγματος στο λοχαγό των όλμων. Πόσα βλήματα έχεις;

- 150 και για τους δυό σ. επίτροπε.

- Θα βάλεις τα 100 χωρίς διακοπή και στο μεταξύ θα φορτώσεις τ' άλλα 50 στα ζώα. Μόλις τελειώσεις τη βολή να συμπτυχθείς, χωρίς άλλη διαταγή, στα Βράχια, απέναντι απ' το Φλάμπουρο.


Η στιγμή ήταν κρίσιμη. Ζούσε ή πιάνονταν όλο το τάγμα. Οι όλμοι άρχισαν να βάζουν απανωτά τα βλήματα. Ο εχθρός δυνάμωνε τις ριπές του στην αρχή κι ύστερα τις αραίωσε. Πολύ γρήγορα φορτώθηκαν τα καζάνια, τα αρχεία, κι οι λόχοι αποσύρθηκαν από τις θέσεις τους. Καλυμμένοι απ' τα χαμόκλαδα και τα δέντρα έπιασαν καινούργιες θέσεις απέναντι απ' τον εχθρό, στα υψώματα, ανατολικά του Φλάμπουρου. Οι όλμοι μας κι η γρήγορη κίνηση σώσανε την κατάσταση. Βρισκόμαστε στις νέες θέσεις κι έχουμε φάτσα τον εχθρό έτοιμοι ν' ανοίξουμε πυρά. Μα ο επίτροπος δε δίνει το σύνθημα. Μπροστά μας ακριβώς ένα οπλοπολυβόλο ρίχνει συνέχεια στον εχθρό. Φωνάζουμε ποιος είναι αλλά δεν παίρνουμε απάντηση. Ισως να μην ακούν μέσα στο βουητό της μάχης.
- Να πας Γιαννάκη με προφύλαξη να δεις ποιοι είναι και να γυρίσεις γρήγορα, είπε ο επίτροπος στο σύνδεσμο του τάγματος.

Ο σύνδεσμος γύρισε λαχανιασμένος.

- Ο Πέτρος, λέει, κι ένας άλλος σύντροφος από άλλο τάγμα έχουν το οπλοπολυβόλο και κρατάνε τον εχθρό. Είναι κει κι ο ταγματάρχης.

- Σου είπε τίποτε;

- Ρώτησε αν συμπτυχθήκαμε. Τους είπα ότι πιάσαμε νέες θέσεις κι ύστερα ο ταγματάρχης διάταξε: «Βοηθείστε τώρα να συμπτυχθεί το οπλοπολυβόλο μας που άναψε».

Ο επίτροπος έδωσε διαταγή να βάλουν τα δυό οπλοπολυβόλα της άμιλλας: Του Αλέξη και του Χρήστου.


Τι είχε συμβεί;

Πριν να προλάβει καλά - καλά ο ταγματάρχης να φτάσει στην Πέτρα Φούσια, η επίθεση του εχθρού είχε εκδηλωθεί και το τμήμα που ήταν εκεί έφυγε σχεδόν χωρίς αντίσταση. Ο ταγματάρχης μας πρόλαβε ένα σκοπευτή με το οπλοπολυβόλο του, τον κράτησε, τον έβαλε σε μια θέση με γεμιστή το σύνδεσμο που είχε μαζί του και κρατούσε τον εχθρό, εμποδίζοντάς τον να πάρει τα υψώματα που πιάσαμε μεις και να μας κλείσει στη φάκα.

Τα πολυβόλα μας βάζουν καταιγιστικά. Βάζουν αδιάκοπες ριπές και στο στόχο.

Σε λίγο ο ταγματάρχης έφθασε στο σταθμό διοίκησης.

Ανοίξαμε μαζικά πυρά στον εχθρό, που άρχισε να κινείται με άλματα στις θέσεις μας. Ο ταγματάρχης χωρίς να χάσει καιρό άρπαξε κι αυτός το οπλοπολυβόλο και χτυπούσε.

- Ελα γεμιστή μου επίτροπε, φώναξε. Οπως ήρθαν τα πράγματα κι εμείς θα πολεμήσουμε σα μαχητές.

Ο επίτροπος σκέφτηκε για μια στιγμή. Πρώτη γραμμή είναι. Αριστερά και δεξιά μαχητές που μάχονται. Τι νά κανε; Επεσε δίπλα του και τούδινε τις σφαίρες. Εκείνος χτυπούσε, χτυπούσε αλύπητα σ' αυτούς που μας επιτίθονταν.

Οι στιγμές έγιναν κρίσιμες. Το 2013, που ήταν πάνω από μας, το πήρε ο εχθρός, ύστερα από σκληρό αεροπορικό βομβαρδισμό. Τώρα τι θα γινόνταν; Ο εχθρός ήταν πάνω απ' το κεφάλι μας. Διαταγή καμιά. Ούτε απ' την ταξιαρχία ούτε απ' τη μεραρχία. Ο διοικητής έστειλε μια διμοιρία μ' επικεφαλής τον ίδιο το λοχαγό του 11ου λόχου στα αριστερά για πλαγιοφύλαξη του τάγματος που μάχονταν.

- Θα μείνετε εκεί ως τον ένα, είπε. Δε θα το κουνήσετε ρούπι χωρίς διαταγή. Και τους έσφιξε τα χέρια.

Η μάχη στον τομέα του τάγματος συνεχίζεται πεισματώδικη. Μας χτυπάνε με όλμους. Εμάς μας σώθηκαν τα βλήματα και δεν μπορούμε τούτη την ώρα να εφοδιαστούμε από πουθενά. Ενα εχθρικό βλήμα σφυρίζει πάνω απ' το κεφάλι μας κι ο κρότος της έκρηξης έρχεται από κει πούναι στημένοι οι όλμοι μας. Ο Χριστόφορος τραυματίζεται σοβαρά και μαζί του κι άλλοι δυο ολμιστές. Οι σφαίρες σφυρίζουν δίπλα απ' τ' αφτιά μας.

- Χρήστο, φυλάξου! φωνάζει ο επίτροπος στον οπλοπολυβολητή της διμοιρίας. Θα σε φάνε.

- Δε με πιάνει τίποτα. Θα τους γκρεμίσω όλους για να δείξω στον Αλέξη πώς πολεμάει η ομάδα μου, απαντάει αυτός.

Ενας όλμος έσκασε εκεί κοντά και τίναξε με τ' αέρια μακριά τον υπεύθυνο της ΕΠΟΝ. Ο επίτροπος τρέχει να τον σηκώσει.

- Αποστόλη, χτύπησες;

- Μικρά πράγματα. Απ' τις πέτρες.

- Κάτσε λίγο.

- Οχι, θα πάω στην ΕΠΟΝίτικη διμοιρία.

Ολος ο τόπος έχει ανάψει απ' τα πυρά. Ηρθαν κι αεροπλάνα και βομβαρδίζουν με λύσσα. Καίγονται τα πάντα. Οι μαχητές όμως σφίγγονται και μένουν ακλόνητοι στις θέσεις τους. Σα φύγανε τα αεροπλάνα, αρχίζει καινούργια επίθεση. Ολα μαύρισαν απ' τον καπνό και τις εκρήξεις. Κι ο τόπος και τα κλαριά. Κι οι άνθρωποι και τα όπλα τους.

- Ε! φωνάζει ο Κυριακάκης. Δε θα περάσετε από δω, να το ξέρετε. Θα γίνει το κιβούρι σας εδώ.

Χτυπάνε πιο λυσσασμένα. Τα βράχια ξεπετσώθηκαν απ' τα βλήματα. Λίγα έλατα, που ήταν εκεί, ξεριζώθηκαν κι αυτά απ' τις οβίδες, μα τα υψώματα τα κρατάμε. Κάθε απόπειρα την πνίγουμε στο αίμα. Γέμισε ο τόπος μπροστά μας από κουφάρια. Νάτοι πλησίασαν πιο κοντά στη διμοιρία του Κυριακάκη που κρατάει τ' αριστερό της διάταξης. Πλησιάζουν ακόμα.

Θα κάνουν έφοδο. Μα τι κάνει αυτός ο Κυριακάκης τέλος πάντων; Γιατί αργεί; Αλλο κόλπο. Τους άφησε κι έφτασαν κάτω απ' τις θέσεις τους και τους αρχίζει με τις χειροβομβίδες. Γίνεται χαλασμός. Οι άλλες διμοιρίες στρέφουν κι αυτές εκεί τα πυρά τους και χτυπάνε λυσσασμένα. Σωριάζονται εχθρικά κορμιά.

- Μας κέρδισε στην άμιλλα ο Κυριακάκης, φωνάζει ο Αλέξης. Μπράβο σας σύντροφοι. Μπράβο στο κόλπο σας. Εμείς χτυπάμε σαν τα κουτορνίθια χωρίς να σοφιζόμαστε πονηριές.

Στα νώτα μας, το Φλάμπουρο καίγεται απ' το πυροβολικό και την αεροπορία. Εχει σκοτεινιάσει από μαύρους καπνούς κι από κίτρινες λάμψεις. Καθόλου δε φαίνεται η κορφή του. Μόνο ακούγονται το κροτάλισμα των πολυβόλων και οι τρομερές εκρήξεις απ' τις μπόμπες που συνταράζουν τη γη. Κι εκεί κρατάνε για την ώρα. Κι εμείς θα κρατήσουμε. Αριστερά μας στο 2013 γίνεται σκληρή μάχη. Η διμοιρία μας αμύνεται με πείσμα και κρατάει τις θέσεις της, φρουρεί τα πλευρά του τάγματος.

Σε μας δυναμώνουν τα πυρά. Κι άλλη επίθεση. Αυτή τη φορά σιωπά η ομάδα του Αλέξη. Τι να σκέφτεται άραγε; Τους αφήνει και προχωρούν. Ηρθαν κοντά. Να τους στα 30 μέτρα απ' τις θέσεις. Τι θα γίνει; Θα μας πάρουν το ύψωμα; Κρατάμε την ανάσα μας. Υστερα ακούγεται ένας δυνατός υπόκωφος κρότος κι ακολούθησε δεύτερος, κι ένας μαύρος καπνός σκέπασε τα πάντα.

- Πάντζερ! φωνάζουμε. Ο Αλέξης με το σκοπευτή του συνεννοήθηκαν να χρησιμοποιήσουν πάντζερ για να πανικοβάλουν τον εχθρό. Τα πάντζερ χρησιμοποιούνται συνήθως σε οχυρωμένες θέσεις, σε πολυβολεία καλά οργανωμένα. Ωστόσο οι μπουραντάδες τα πήραν με τόσο φόβο, που όπου ν' ακούσουν πάντζερ τα παρατάνε όλα και φεύγουν. Κι εδώ έπιασε το κόλπο του Αλέξη. Ο εχθρός τόβαλε στα πόδια κι αποσύρθηκε καταφοβισμένος στις θέσεις του. Αποκρούστηκε κι αυτή η επίθεσή τους.

- Μπράβο σας, σύντροφοι, μουρμούρισε ο επίτροπος παρακολουθώντας όλες τις ενέργειες των μαχητών. Μπράβο σας. Αν μπορούσα να σας αγκαλιάσω όλους και να σας φιλήσω από μέρους του Κόμματος θα τόκανα. Κρατήστε.

Με όπλα και με πολυβόλα, με χειροβομβίδες και με πάντζερ, με πέτρες, με τα δόντια, οι σύντροφοί μας κρατάνε τα υψώματα εκτελώντας τη διαταγή της ανώτερης διοίκησης που την ξέρουν όλοι: «Ούτε βήμα πίσω». Ούτε βήμα, λοιπόν. Πίσω δεν υπάρχει άλλη γης για μας. Εδώ θα θάψουμε το μοναρχοφασισμό.

Κι άλλη επίθεση του εχθρού τσακίζεται. Τα υψώματα τα κάναμε απόρθητα. Αλλά τι γίνεται; Το Φλάμπουρο πριν από λίγο καίγονταν απ' τη φωτιά των αεροπλάνων. Τώρα φαίνεται σα να ησύχασε. Ούτε ριπές ακούγονταν.

Ο ασυρματιστής ειδοποίησε τον ταγματάρχη να πάει στο «Τρουμανάκι» γιατί τον ζητάει ο μέραρχος.

Η ώρα ήταν 4.30 απόγευμα. Ολούθε καπνός και καταχνιά της μάχης. Ο εχθρός αραίωσε τα πυρά του μπροστά στη διάταξή μας. Μα και στα γύρω υψώματα τα πυρά σχεδόν σταμάτησαν. Ο ταγματάρχης γύρισε φέρνοντας τη διαταγή της σύμπτυξης. Προς τα πού όμως να συμπτυχθούμε; Στο Φλάμπουρο τ' αεροπλάνα πετούσαν πάνω απ' τα δέντρα χωρίς να βομβαρδίζουν και στην κορφή αράδιαζαν οι φάλαγγες και τα μεταγωγικά του εχθρού. Το Φλάμπουρο σκλαβώθηκε ύστερα από ολοήμερη λυσσώδικη μάχη. Το υπεράσπιζαν μια χούφτα μαχητές του ΔΣ με τα οπλοπολυβόλα κι ο εχθρός ενεργούσε με μεγάλες δυνάμεις απ' όλες τις κατευθύνσεις και με τη βοήθεια του πυροβολικού και της αεροπορίας.

Οι μαχητές ρωτάνε με κάποια ανησυχία:

- Το πήραν το Φλάμπουρο; Κυκλωθήκαμε;

- Δεν είναι τίποτα. Ρίχτε χωρίς λύπη. Κρατήστε τη θέση σας. Κι οι μαχητές πολεμούσαν ηρωικά.

Ο ταγματάρχης ζήτησε τον επίτροπο και τον επιτελή. Πού είναι ο επιτελής;

- Οπωσδήποτε στους όλμους θα είναι, είπε μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο ο ταγματάρχης. Τον ήξερε από παλιά. Φοβότανε υπερβολικά το πυροβολικό. Ομως αλλιώς πολέμαγε κι έκανε όλες τις δουλιές του με συνείδηση.

- Αφήστε τον ήσυχο! ξανάπε ο ταγματάρχης και μαζί με τον επίτροπο αποσύρθηκαν σ' ένα αμπρί να συζητήσουν.

- Λοιπόν το σκέφτεσαι, από πού θα συμπτυχθούμε; ρώτησε ο επίτροπος.

- Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, σύντροφε, απάντησε. Αλλά τούτη την ώρα δεν είναι για κουβέντα. Να αποσύρουμε πρώτα το τάγμα στη χαράδρα κι εκεί συζητάμε με την άνεσή μας κι αποφασίζουμε.

- Σύμφωνοι.

Αρχίσαμε τη σύμπτυξη. Ανάμεσα στα δικά μας υψώματα και στο Φλάμπουρο είναι μια βαθιά χαράδρα και οι πλαγιές είναι σκεπασμένες από πυκνό δάσος. Η μια ομάδα ύστερ' απ' την άλλη αποσύρονται αθόρυβα. Μόνο μια ομάδα μας έμεινε και συμπτύχθηκε τελευταία.

Επεφτε το σκοτάδι όταν φτάσαμε στη χαράδρα χωρίς να αντιληφτεί ο εχθρός την κίνησή μας. Το τάγμα κάθισε στη φυλλωσιά μιας πλαγιάς να ξεκουραστεί απ' την ολοήμερη μάχη. Κυκλωμένοι πια από παντού. Αναρωτιόμαστε. Αύριο θα ζούμε άραγε να συνεχίσουμε τον πόλεμο; Η καρδιά μας σκιρτούσε. Από πάνω μας ακούγονταν αδιάκοπα φωνές και βρισιές.

- Βρε κατσαπλιάδες! Ελάτε όσο είναι νωρίς να σας δόσουμε σοκολάτες και μαρμελάδα.

- Μη φοβάστε ρε, δε σας κάνουμε τίποτα, ελάτε εδώ.

- Βρε τα τσουγλάνια, τι περιμένουν και δεν παίρνουν τον ανήφορο ναρθούν!

- Συναγωνίστριες. Αφήστε τους συναγωνιστές κι ελάτε εσείς πρώτες, θαρθούν κι αυτοί ύστερα.

- Παραδοθείτε, ρε τομάρια, αφού δεν έχετε πού να πάτε. Αν παραδοθείτε με το καλό δε θα σας πειράξουμε, θα σας στείλουμε στα σπίτια σας. Αν δεν παραδοθείτε θα σας σκοτώσουμε σαν τα σκυλιά!

Εμείς σιωπή. Εβραζε μόνο μέσα μας η αγανάχτηση. Αν βγούμε, και θα βγούμε από δω, τότε θα λογαριαστούμε καλύτερα, παλιάνθρωποι.

Καθόμαστε ακόμα αναποφάσιστοι. Δε μιλάει ούτε ο ταγματάρχης ούτε ο επίτροπος. Σκέφτονται τι να κάνουν. Ολόγυρα εχθρός. Ανάποδο το μέρος. Από πού να ξεφύγεις; Κι ύστερα μήπως είναι ένας και δυο άνθρωποι να ξεγλιστρήσουν χωρίς να τους πάρει χαμπάρι; Εδώ είναι τριακόσιες ψυχές. Να γιατί δεν αποφασίζουν αμέσως. Νιώθουν το βάρος της ευθύνης τεράστιο στις πλάτες τους.

Κείνη τη στιγμή που όλοι σιωπηλοί περιμένουν την απόφαση της διοίκησης, νάσου κάποιος αντάρτης από άλλο τμήμα παρουσιάζεται μπροστά μας. Είχε πετάξει το δίκοχο και το όπλο του κι είχε μια κακομοιριασμένη φάτσα αιχμαλώτου. Ηταν κιόλας αιχμάλωτος του φόβου του. Μα αν τον αφήναμε θα γίνονταν σίγουρα του εχθρού και θα μας έκαιγε 300 ανθρώπους. Εριξε μια ματιά σα χαμένος και μη καταλαβαίνοντας πού βρίσκεται φώναξε:

- Παραδίνομαι αδέρφια. Παραδίνομαι, μη με σκοτώνετε.

Για τον άνθρωπο δεν υπάρχει πιο αξιολύπητη στιγμή από κείνη που στο μυαλό του σφηνώθηκε η ιδέα να παραδοθεί στον εχθρό. Από κείνη την ώρα κιόλας που το σκέφτηκε, παύει νάναι πια άνθρωπος. Γίνεται κουρέλι χωρίς σκέψη και οντότητα. Αβουλος και δειλός. Παραδίνει τα πάντα. Και το ιδανικό και την αξιοπρέπεια την αντρική, και την τιμή την αγωνιστική. Και τι του μένει; Τίποτα. Τίποτα απολύτως. Ούτε το σώμα του εξουσιάζει. Ο εχθρός έχει δικαίωμα πια με μια σφαίρα να μετατρέψει το ζωντανό αυτό πτώμα, σε νεκρό.

- Τι είσαι συ ρε; Του πέταξε θυμωμένα ο Χρήστος.

- Αντάρτης, αντάρτης, παραδίνομαι.

- Ελα πιο κοντά και σήκωσε ψηλά τα χέρια.

Ο άλλος υπάκουσε.

Ο Χρήστος σήκωσε το όπλο του και χωρίς να ρωτήσει κανέναν τον ξάπλωσε με μια ντουφεκιά. «Κάθαρμα. Παραδίνεσαι ε; Να, παραδόσου τώρα», μούγγρισε μες απ' τα δόντια του. Υστερα πήγε στον ταγματάρχη.

- Σύντροφοι τιμωρήστε με, είπε. Σκότωσα έναν προδότη που πήγαινε να παρουσιαστεί στον εχθρό και να μας πάρει όλους στο λαιμό του. Εγώ αυτό δεν μπορούσα να το ανεχτώ και τον τουφέκισα χωρίς να σας ρωτήσω. Πιστέψτε με. Οταν τον άκουσα να λέει: «Παραδίνομαι αδέρφια» μαζεύτηκε το αίμα στο κεφάλι. Δεν σκέφτηκα τίποτα άλλο. Την προσβολή. Και του την άναψα. Τιμωρήστε με γιατί ενήργησα αυθαίρετα.

- Καλά, πήγαινε και θα δούμε, του λέει ο ταγματάρχης. Εκείνον τον έτρωγε άλλο σαράκι. Πώς θα βγάλει το τάγμα απ' τον κλοιό.

- Εγώ προτείνω, λέει ένας διμοιρίτης, να χτυπήσουμε κατευθείαν στο Φλάμπουρο, να σπάσουμε και να περάσουμε για τη Γράμμουστα. Αλλη λύση δεν υπάρχει.

Ο ταγματάρχης όμως αποκλείει κατηγορηματικά αυτή τη λύση.

- Κι αν αυτοί έχουν τη Γράμμουστα, θα πεθάνουμε όλοι ή όχι; Αυτή η σκέψη είναι πολύ λαθεμένη.

- Ετσι κι έτσι πεθαμένοι είμαστε. Τουλάχιστον να πεθάνουμε παλικαρίσια και να μη μας πιάσουν σαν τους τυφλοπόντικες ψάχνοντας για δρόμο, επέμενε ο διμοιρίτης.

- Ε, σύντροφε. Η ουσία δεν είναι να πεθάνουμε. Αυτό είναι το πιο εύκολο. Η ουσία είναι να ζήσουμε, είπε ο επίτροπος του τάγματος. Πρέπει λοιπόν να βγούμε για να ενωθούμε με τα τμήματα του στρατού μας. Να ποιο είναι το καθήκον μας.

Ο σάλαγος της μάχης κατάκατσε πια. Η νύχτα προχωράει βασανιστικά. Ησυχία παντού. Ο εχθρός γύρω μας. Κι εμείς στον κλοιό. Δεν έχουμε από πού να διαφύγουμε. Τι θα γίνει; Ο ταγματάρχης ξάπλωσε σε κάτι ξερά φύλλα κι αγναντεύει τ' αστέρια και σκέφτεται. Δοκιμασμένος αντάρτης, λύκος στις φουρτούνες και στις μπόρες, δεν αποφασίζει τώρα. Επρεπε να βρει την πιο σωστή λύση. Τη λύση που θα επέτρεπε τον ελιγμό με τις λιγότερες θυσίες. Μα και χωρίς αργοπορία και καθυστέρηση γιατί αν αυτή τη νύχτα δεν κατάφερναν να βγουν απ' τον κλοιό, την άλλη μέρα θα ήταν πια αργά. Θα χάνονταν όλοι τους.

- Δε δοκιμάζουμε απ' τα βράχια του Φλάμπουρου, μήπως δεν τα κατέλαβε ο εχθρός; Είπε ένας λοχαγός.

- Ας δοκιμάσουμε, συμφώνησε ο ταγματάρχης.

Ξεκινήσαμε. Στο δρόμο πέσαμε πάνω σ' έναν ασύρματο παρατημένο.

- Ελα, λέει ο ταγματάρχης στον επίτροπό του, πάρε εσύ το ένα κομμάτι κι εγώ το άλλο. Ας τον έχουμε μαζί μας. Πού ξέρεις τι μας συμβαίνει; Μπορεί να αποκοπούμε στα μετόπισθεν!

Δυο μαχητές πετάχτηκαν.

- Θα τον φορτωθούμε εμείς, σ. διοικητή.

- Εσείς έχετε τις σφαίρες, τα όπλα, τους γυλιούς σας, κι εμείς δεν έχουμε τίποτα. Θα τον πάρουμε μεις, είπε κοφτά ο ταγματάρχης.

Μια ανηφόρα διαβολεμένη που δεν μπορείς να στηριχτείς. Πιανόμαστε απ' τα χαμόκλαδα κι ανεβαίνουμε. Δεν προλάβαμε να πλησιάσουμε καλά - καλά στα βράχια, κι ο εχθρός μάς υποδέχεται με ριπές. Τι να κάνουμε; Να πιαστούμε; Θα ήταν αποκοτιά. Ο εχθρός θα μας πετσόκοβε κυριολεχτικά γιατί και δύναμη και μέσα είχε περισσότερα. Ηταν κιόλας σε καλύτερη θέση από μας και μπορεί να μας ρίχνει χωρίς να του κάνουμε καμιά ζημιά. Ταμπουρωμένος αυτός, στο ύπαιθρο εμείς. Οχι. Δε θα πιαστούμε αυτή τη στιγμή. Υποχωρήσαμε πάλι στη χαράδρα. Ενας ήταν ο σκοπός της διοίκησης του τάγματος: Να σώσει τους μαχητές του. Να ξεφύγει με λιγότερες απώλειες απ' τον πύρινο κλοιό που τους έζωνε όλους.

Πάλι στη χαράδρα. Η ανησυχία όσο πήγαινε και μεγάλωνε.

- Και τώρα τι θα γίνει; ρωτούσαν με αγωνία μερικοί μαχητές.

- Θα βγούμε, απαντούσε ο επίτροπος. Θα βγούμε σύντροφοι, μη φοβάστε.

- Λοιπόν, σύντροφοι, είπε ύστερα από σκέψη ο ταγματάρχης. Βρήκα μια λύση. Θα κατεβούμε πλαγιά - πλαγιά ως τα ριζά του Φλάμπουρου. Θα περάσουμε τη γεφυρούλα που έχει ο ξεροπόταμος που έρχεται απ' τη Γράμμουτσα και θα ριχτούμε απέναντι στο Σούφλιακα. Εκεί πρέπει νάναι οι δικοί μας.

- Εχεις τη γνώμη ότι στα ριζά του Φλάμπουρου δεν υπάρχει εχθρός; ρώτησε ο επίτροπος.

- Κι αν υπάρχει, θάχει μόνο φυλάκια, που μπορεί εύκολα να τα σπάσουμε και να περάσουμε. Και το μέρος εκεί προσφέρεται καλύτερα να χτυπήσουμε. Και κάτι άλλο ακόμα. Σε περίπτωση που θα πιαστούμε με τον εχθρό, δε θα χτυπηθεί όλο το τάγμα. Θα ετοιμάσουμε τώρα μια διμοιρία από 15 άντρες που θα καλύψουν την πορεία του τάγματος. Αν πέσουμε σε εχθρό μόνο αυτοί θ' ανοίξουν πυρά, θα αρπαχτούν μαζί του. Αλλιώς δε γίνεται. Τι λες επίτροπε για το σχέδιό μου;

- Σύμφωνος, σ. διοικητή.

- Οι άλλοι;

- Συμφωνάμε.

- Ποιος θα μπει επικεφαλής στη διμοιρία θυσίας; ρώτησε με συγκίνηση ο ταγματάρχης.

- Εγώ!

- Εγώ!

- Οχι, εγώ που δεν έχω υποχρεώσεις, πετάχτηκαν όλοι μαζί οι διμοιρίτες.

- Καλά. Ξέρω. Ολοι σας θέλετε να πάρετε αυτή την επικίνδυνη αποστολή. Θα διαλέξω τότε εγώ. Εσείς πάτε και ετοιμάστε τους άντρες σας.

Οι διμοιρίτες κι οι λοχαγοί φύγανε.

- Ποιον λες επίτροπε να βάλουμε στη διμοιρία θυσίας;

- Τον Κυριακάκη το Χρήστο διμοιρίτη και επικεφαλής τον επίτροπο του 11ου λόχου, το Σταύρο Πομάκη.

- Εντάξει. Εγώ θα τους καλέσω αυτούς, εσύ συγκέντρωσε το τάγμα και πες στα παιδιά δυο λόγια, εξηγώντας και το σχέδιό μας.

Ο επίτροπος μάζεψε το τάγμα και εξήγησε τον κίνδυνο.

Οι μαχητές σφίχτηκαν πιο κοντά στον επίτροπο.

- Θα βγάλετε τ' άρβυλά σας όλοι, είπε ο επίτροπος. Δε θα μιλάει κανένας στο δρόμο. Θα κρατάτε στενή επαφή ο ένας με τον άλλο για να μην κόβεται η φάλαγγα. Και δε θα πυροβολήσει κανένας χωρίς διαταγή. Σύμφωνοι;

- Σύμφωνοι, είπαν όλοι γεμάτοι πεποίθηση και ξεκίνησαν.

Βασανιστική η πορεία. Κατρακυλάμε, δε βαδίζουμε. Οι κοφτερές πέτρες τρυπάνε και ματώνουν τα πόδια. Κάποιος κάνει να φωνάξει γιατί έσχισε το πόδι του και το αίμα τρέχει αδιάκοπα μα δαγκώνει τη γλώσσα του και ζητάει ψιθυριστά τη νοσοκόμα να τον επιδέσει. Προχωρούμε βουβοί.

Κι ωστόσο η νύχτα ήταν ωραία. Ολα τα φονικά σύνεργα σώπασαν. Ο ουρανός έχει το βαθυγάλανο χρώμα της πατρίδας και τ' αστέρια πήραν μια ξεχωριστή γυαλιστερή λάμψη. Η φύση χαμογελάει ντυμένη το πράσινο φόρεμά της και τα βατράχια στον ξεροπόταμο φωνάζουν χαρούμενα όπως πριν, λες και δε χύθηκε αμέτρητη φωτιά απ' τα πυροβόλα και τ' αυτόματα πριν λίγες ώρες. Πιασμένοι ο ένας απ' την πλάτη του άλλου προχωρούμε. Η καρδιά μας σφίγγεται πιο πολύ από λεπτό σε λεπτό. Πού θα μας χτυπήσει ο εχθρός; Πού παραφυλάει; Μα είμαστε γιομάτοι πίστη. Γιομάτοι απόφαση. Το θάρρος φτάνει τούτες τις στιγμές να κινήσει βουνά. Ο φόβος έφυγε πια. Δε λογαριάζουμε τίποτα απολύτως.

Δεξιά απ' το Σούφλιακα και στ' από κάτω υψώματα πιάστηκε μάχη. Δικοί μας μάχονται. Πέφτουν φωτοβολίδες και ριπές. Πόσο ζεσταίνεται η ψυχή μας σε τούτη την ερημιά που από παντού μας ζώνουν εχθρικά φυλάκια! Πότε θα βγούμε κι εμείς εκεί; Τι λαχτάρα! Πόσος πόθος κρύβεται μέσα σ' αυτές τις ριπές που ρίχνουν εκεί πέρα μακριά οι δικοί μας! Αν ήμασταν κι εμείς εκεί τώρα θα γίνονταν μεγαλύτερο πανηγύρι. Ομως θα πάμε. Το πρωί θα φτάσουμε οπωσδήποτε. Κι η πορεία συνεχίζεται ανάμεσα στον εχθρό. Είν' αλήθεια πως νιώθεις περισσότερο τη ζωή και την αξία της όταν κινδυνεύεις να τη χάσεις, παρά όταν είσαι σίγουρος πως δεν έχεις να πάθεις τίποτα. Αυτό το βαθύ αίσθημα της ζωής εμείς το νιώθουμε μιαν ακέρια νύχτα.

Κοντεύουμε στα ριζά. Φαίνονται κιόλας τα εχθρικά φυλάκια και μπορεί να μας παρακολουθούν. Ξέρουν τάχα για την κίνησή μας ή είναι ανύποπτοι; Αγνωστο.

- Για σταθείτε λίγο! Παραγγέλνει ο ταγματάρχης. Το τάγμα σταμάτησε. Ολοι καταλαβαίνουν ότι έφθασε η κρίσιμη στιγμή. Υπάρχουν ώρες και λεπτά που ο άνθρωπος όταν βρίσκεται μπροστά στο θάνατο ακόμα και φοβητσιάρης να είναι, όταν πιστεύει σε κάτι, γίνεται παλικάρι. Ξεχνάει το φόβο. Δεν τον αισθάνεται. Είναι πραγματικά ψέμα αυτό που λένε μερικοί πως γεννήθηκαν άφοβοι. Είναι ψέμα. Ολοι φοβούνται. Ολοι αγαπάνε τη ζωή τους. Και μονάχα η δύναμη της πίστης στο ιδανικό τούς κάνει άφοβους, παλικάρια. Κι όσο πιο τρανή είναι αυτή η δύναμη της πίστης στο ιδανικό, τόσο μεγαλύτερη γίνεται κι η αφοβία μπροστά στον κίνδυνο.

Περνάμε αθόρυβα στα εχθρικά φυλάκια. Αραγε να μη μας αντιλήφθηκε ο εχθρός ή να μας έστησε πουθενά παγίδα; Ομως άλλος δρόμος για μας δεν υπάρχει.

Μας χωρίζει απ' τη λευτεριά μια ξυλογέφυρα. Μονάχα μια μικρή γεφυρούλα, ένα ξεροποταμάκι που κατεβαίνει απ' τη Γράμμουστα και χύνεται στον Αλιάκμονα. Κι είναι ακριβώς στο στόμιο μιας μικρής κοιλαδίτσας. Δεξιά κι αριστερά είναι βραχώδη υψώματα που τα κατέχει ο εχθρός. Ο επίτροπος του τάγματος πάει με μια ομάδα για ανίχνευση.

Η γέφυρα ήταν αφύλαχτη και το τάγμα άρχισε να περνάει βιαστικά και να ρίχνεται απέναντι, έξω απ' τον κλοιό, στα λεύτερα λημέρια μας. Πόση ανακούφιση! Ξεφύγαμε επιτέλους!

Μα ξαφνικά στην οπισθοφυλακή της φάλαγγας ακούγονται φωνές.

- Τι είστε σεις ρε;

- Ρε, στο διάβολο, αντάρτες είναι. Δε βλέπεις; Βάρα στο σταυρό!

- Για σταθείτε ρε παιδιά, για πού πάτε; επιμένει η πρώτη φωνή.

Επεσαν ριπές. Υστερα θαρρείς κι ήταν σύνθημα αρχίσανε να μας βάζουν από παντού. Κι απ' τα γύρω υψώματα κι απ' το ποτάμι. Ηταν λοιπόν καλά στημένη η παγίδα. Ο εχθρός είχε νιώσει φαίνεται από νωρίς την κίνησή μας κι ήθελε να μας τσακίσει στην ποταμιά. Κίνησε ένα τάγμα απ' τον Αλιάκμονα μέσα στον ξεροπόταμο που κατέβαινε απ' τη Γράμμουσα για να πιάσει την ξυλογέφυρα στο στόμιο για να μην μπορούμε να ξεφύγουμε από πουθενά. Μα το τάγμα άργησε και δεν πρόφτασε. Κι έτσι οι μπροστοφυλακές του πέσανε στην ουρά της φάλαγγάς μας. Οι ανιχνευτές του εχθρού βγήκανε απ' τα πλευρά και κάποιος φασίστας άρπαξε ένα δικό μας απ' τον ώμο καθώς βάδιζε.

- Τι είστε σεις βρε; ρώτησε.

Ο δικός μας γύρισε σαστισμένος και σαν είδε ότι είναι μπουραντάς, του κοπάνησε την εφεδρική κάννη του οπλοπολυβόλου στο κεφάλι. Εκείνος σωριάστηκε ξερός. Τότε κάποιος άλλος φοβισμένος έριξε στον αέρα. Ετσι άρχισε η μάχη. Η διμοιρία μας, πιστή στη διαταγή που είχε πάρει, έπιασε γρήγορα θέσεις κι άρχισε να βάζει με όλα της τα όπλα.

- Το τμήμα να βαδίζει γρήγορα, πρόστασε ο ταγματάρχης.

Βιαστικά, τρέχοντας, πετώντας πες, πέρασαν απέναντι όξω απ' τον κλοιό οι 285 άντρες του τάγματος. Ξοπίσω τους φτάνει υπόκωφος ο αντίλαλος απ' τους πυροβολισμούς. Τα παλικάρια μας, οι 15 λεβέντες μας, πιστοί στον όρκο τους υπερασπίζουν και προστατεύουν την υποχώρηση των συντρόφων τους.

Μα όχι. Δεν τέλειωσαν όλα. Τι κι αν βγήκαμε απ' τον κλοιό; Αλλη εχθρική φάλαγγα έρχεται καταπόδι μας κι άλλη απ' τα δεξιά μας στο ρέμα που ανεβαίνει απ' τη Γράμμουστα στη Μαύρη Πέτρα. Κινητός κλοιός. Οταν είχε πια ξημερώσει κι ο ήλιος χτύπησε στις αντικρινές κορφές αντιληφθήκαμε τον κίνδυνο που μας απειλούσε. Κι είμαστε μια σταγόνα στον ωκεανό. Μια χούφτα ανάμεσα σε δυο εχθρικές φάλαγγες. Στο κύριο μέτωπο δε φτάσαμε ακόμα κι ούτε ξέρουμε πού είναι αυτή την ώρα.

- Προχωρείτε, όσο πιο γρήγορα μπορείτε, μετάδοσε απ' την κορυφή της φάλαγγας ο ταγματάρχης. Βιαστείτε να πιάσουμε πρώτοι τη Μαύρη Πέτρα κι από κει να τους χτυπήσουμε.

Ταχύναμε το βήμα. Οχι ταχύναμε, πετούσαμε. Πού υπολόγιζες κούραση; Να βγεις από τον κλοιό και να σε συντρίψουν εδώ μέρα μεσημέρι, ήταν προσβολή για όλους μας. Και για τους διοικητές και για τους μαχητές. Αρχισε πια αγώνας δρόμου ανάμεσα σε μας και στη φασιστική φάλαγγα που κινούνταν απ' τα δεξιά να μας κόψει το δρόμο. Ποιος θα προλάβαινε να πιάσει τη Μαύρη Πέτρα; Αν την έπιανε ο εχθρός ήμασταν πια χαμένοι. Αδικος όλος ο κόπος. Επρεπε να πεθάνουμε όλοι. Και θα πεθάνουμε χωρίς να ματώσουμε ούτε μύτη απ' τον εχθρό.

- Πιο γρήγορα, ακόμα πιο γρήγορα, σύντροφοι, φωνάζει ο διοικητής. Σφιχτείτε περισσότερο. Βιαστείτε!..

Τρέχουμε. Πλησιάζουμε, ζυγώνουμε. Κι αυτοί πλησιάζουν. Βαδίζουμε σχεδόν παράλληλα. Να, σε λίγο η κορυφή. Θα προλάβουμε; Λίγα μέτρα μάς μένουν. Μας κυριεύει η αγωνία. Είμαστε κατάκοποι απ' την ολονύχτια πορεία. Ο ιδρώτας τρέχει από παντού. Αγκομαχάμε σ' εκείνο το φοβερό ανήφορο. Ακόμα μια δρασκελιά. Ο εχθρός βλέπει που βιαζόμαστε. Και βιάζεται κι αυτός να προλάβει. Ακόμα ένα βήμα. Κουράγιο.

Επιτέλους! Φτάσαμε πρώτοι. Νάτος στην κορυφή ο ταγματάρχης δίνει κιόλας εντολές.

- Να ταχτούνε γρήγορα τα αυτόματα. Ο 9ος και ο 10ος λόχος. Ο 11ος να προχωρήσει και να πιάσει την από πίσω πλαγιά. Θάναι εφεδρεία.

Αστραπιαία κινήθηκαν όλοι κι έπιασαν τις θέσεις τους, έταξαν τα όπλα, όπλισαν και περίμεναν. Ο εχθρός σίμωσε.

- Φωτιά! διατάζει ο διοικητής.

Τα 18 οπλοπολυβόλα μας έριξαν καφτό μολύβι στη φάλαγγα που μας καταδίωκε. Δεκαοχτώ οργισμένες κάννες μίλησαν την τραχιά γλώσσα του θανάτου. Ο εχθρός σταμάτησε. Η φάλαγγα διαλύθηκε, κόπηκε. Αλλοι έπεσαν μπρούμυτα εκεί που ήταν κι άλλοι, έτρεξαν να κρυφτούν στις πέτρες.

- Φωτιά! φωτιά! ξαναφώναξε αγριεμένος ο ταγματάρχης. Γιομάτοι μίσος οι μαχητές μας άδειασαν τις ταινίες τους στα μούτρα, στα πλευρά, στις πλάτες των σαστισμένων μισθοφόρων.

Και πάλι ακούστηκε η γνώριμη φωνή του ομαδάρχη, του Αλέξη.

- Πήγανε για μαλλί και θα βγούνε κουρεμένοι, φώναξε θριαμβευτικά.

Το εχθρικό τμήμα ανασυντάχθηκε, έπιασε κανονικές θέσεις και μας βάζει. Και να πάνω απ' τα κεφάλια μας βουίζουν δαιμονισμένα δέκα αεροπλάνα.

- Πιάστε καλύτερες θέσεις, θα μας βομβαρδίσουν, φωνάζει ο ταγματάρχης κι η φωνή του πνίγηκε στον κρότο των εκρήξεων.

Τ' αμερικάνικα βομβαρδιστικά αδειάζουν βιαστικά κατά δεσμίδες το φορτίο τους. Μας τύλιξε ο καπνός απ' τις εκρήξεις. Το εχθρικό τμήμα νόμισε πως τ' αεροπλάνα μάς ξεθεμέλιωσαν και ξεκινάει για επίθεση. Τους αφήσαμε να προχωρήσουν. Ερχονται ίσια για τις θέσεις μας. Ανοίγουν τις ξιφολόγχες τους και ετοιμάζονται για έφοδο.

- Φωτιά! φτάνει το πρόσταγμα του ταγματάρχη μας.

Τα οπλοπολυβόλα μας κελάηδησαν ξανά και μαζί τους κελάηδησαν κι οι άνθρωποι που τα δούλευαν.

- Πίσω παλιοτόμαρα, δε θα περάσετε από δω, φώναζαν έξαλλοι από ενθουσιασμό οι μαχητές.

- Πίσω!

- Πίσω πουλημένοι, εμείς υπερασπίζουμε την πατρίδα μας, είμαστε παιδιά του λαού.

Το πρώτο κύμα υποχώρησε. Ερχεται το δεύτερο. Κι εκείνο γυρίζει άταχτα. Τρίτο κύμα. Τσακίζεται πανικόβλητο στον κατήφορο. Η πλαγιά γιόμισε με εχθρικά κουφάρια.

Ο εχθρός όμως δεν παρατήθηκε απ' το σχέδιό του. Σταματάει τις επιθέσεις κι αρχίζει άγριο βομβαρδισμό με πυροβολικό και αεροπορία. Οι οβίδες σκάνε με πάταγο πάνω στις πέτρες και τις κομματιάζουν. Ξεθεμελιώνεται ο τόπος. Ενας πολυβολητής μας πούχε βγει έξω απ' το πολυβολείο τινάχτηκε στον αέρα. Δε βρήκαμε ούτε κομμάτι. Μας ζώνουν απ' ολόγυρα οι φλόγες. Κόλαση φωτιάς, που μας αγκαλιάζει ασφυχτικά. Θα νόμιζε κανείς πως εκεί δεν έμεινε πια ούτε ψυχή. Κι όμως το τάγμα ήταν ζωντανό και καρτερούσε.

Ξεκίνησαν ολόκληρα κύματα για επίθεση οι μπουραντάδες. Μα κι αυτή η επίθεση πνίγεται. Βάφονται οι πέτρες και το χώμα από αίμα. Αίμα ποτάμι. Πρώτο κύμα. Το αποκρούουμε μόνο με δυό-τρεις μπαταριές. Δεύτερο κύμα, πλησιάζει. Το ανατρέπουμε. Τρίτο κύμα έρχεται πιο κοντά στις θέσεις μας πατώντας πάνω στα κουφάρια των συναδέλφων τους. Κι αυτοί γυρίζουν τις πλάτες μπροστά στο καφτό μολύβι των όπλων μας. Τέταρτο κύμα ανεβαίνει τώρα. Και ξαφνικά το τραγούδι μας ανάβει από πέρα ως πέρα, οι ριπές δυναμώνουν, το τάγμα μας ακλόνητο κρατάει τις θέσεις τους. Το τέταρτο κύμα προχωρεί. Ο ταγματάρχης μας ειδοποιεί το λοχαγό της εφεδρείας, να στείλει μια διμοιρία απ' τ' αριστερά να επιτεθεί για να διευκολύνει την άμυνα του τάγματος. Οι μοναρχοφασίστες έρχονται όρθιοι. Τους ξεχωρίζουμε καλά. Παιδιά αμούστακα με αρυτίδωτα πρόσωπα, λιοκαμένα. Παιδιά του λαού. Γιατί να σφάζονται άδικα;

Απ' τον 9ο λόχο ακούστηκε μια κραυγή:

- Αδερφέ Γιάννη, πού πας; Σου μιλάει ο αδερφός σου ο Γρηγόρης Φίνος. Κάποιος κοντοστάθηκε, απ' το τέταρτο κύμα, μόλις άκουσε τη φωνή, μα οι άλλοι τούδοσαν μια σπρωξιά να προχωρήσει.

- Στάσου αδερφέ! επανέλαβε η ίδια φωνή. Πού πας; Τον αδερφό σου θα σκοτώσεις;

Πάλι κοντοστάθηκε ο φαντάρος απ' το τέταρτο κύμα. Κοντοστάθηκε όλο το τμήμα κι αφουγκράστηκε.

- Σας μιλάμε με το καλό. Θέλετε να ζήσουμε ειρηνικά, ήσυχα, χαρούμενα; ελάτε ν' αδερφωθούμε. Δε θέλετε; Θα μιλήσουν τα όπλα μας.

Κάποιος αξιωματικός που βάδιζε από πίσω, με το πιστόλι στα χέρια, σαν είδε που κοντοστάθηκε το τμήμα έβαλε τις βρισιές.

- Γαϊδούρια. Ενα άλμα ακόμα και τους πήραμε τους κατσαπλιάδες. Τι στέκεστε σα χαζοί; Εμπρός, εμπρός. Επίθεση. Εμπρός, έφοδο, αέρααα... και πυροβόλησε δυό-τρεις φορές στον αέρα με το πιστόλι του.

Μα τους υποδεχόμαστε με καφτό μολύβι. Αποδεκατίζεται ο εχθρός κι αναγκάζεται να γυρίσει πίσω. Τότε μπαίνει στη μάχη η διμοιρία που πήγε απ' τα πλάγια και τους σακατεύει. Τρομαγμένοι, όσοι μπορούνε να ξεφύγουν τρέχουνε για τη Γράμμουστα. Κανένας δεν μπορεί να τους συγκρατήσει.

Ξαπλώσαμε προσωρινά στις θέσεις μας. Τεντώσαμε τα πόδια που είχαν μουδιάσει. Σίγησαν πια όλα τα όπλα. Ο ήλιος ανέβηκε μεσούρανα και καίει τρομερά. Ούτε δέντρα, ούτε τίποτα. Μα δεν πρόκειται να μείνουμε εδώ. Θα τραβήξουμε για το κύριο μέτωπο. Το τμήμα πήρε με τον ασύρματο αποστολή, μα περιμένουμε να ξεκουραστούμε λιγάκι και να μάθουμε για τη διμοιρία της οπισθοφυλακής. Τι νάγιναν τάχα οι 15 διαλεχτοί λεβέντες που στάθηκαν να υποστηρίξουν την σύμπτυξή μας;

Το παρατηρητήριό μας ξεχώρισε μπροστά στο Σούφλιακα έναν άνθρωπο που βαδίζει με προφύλαξη.

Πότε σκύβει, πότε τρέχει, πότε κάνει άλματα. Σε μας έρχεται, οπωσδήποτε. Αναφέρνουν στο διοικητή κι έρχεται ο ίδιος στο παρατηρητήριο. Απ' τις θέσεις τους οι μαχητές κι αυτοί παρακολουθάνε τον άνθρωπο. Τώρα ξεχωρίζει καλά, αντάρτης είναι. Σιμώνει στη χαράδρα. Κάνει μια τούμπα και κατρακυλάει ως το χείλος. Υστερα σηκώνεται, διορθώνει τα ρούχα του και περνάει τρεχάτος τη χαραδρίτσα που βγαίνει στη Μαύρη Πέτρα. Τον χάσαμε, δε φαίνεται.

- Να πάει μια ομάδα προς τη χαράδρα για να τον πάρει, λέει ο επίτροπος.

Σε λίγα λεπτά γυρίζουν όλοι, φέρνοντας σχεδόν πιασμένο στα χέρια το Λαοκράτη, ένα απ' τους 15 μαχητές. Εξαντλημένος απ' την κούραση έπεσε χάμω.

- Νερό, νερό σύντροφοι και μετά θα σας πως τι έγινε με μας.

Του δόσαμε νερό και ρούφηξε αχόρταγα ένα παγούρι. Υστερα άρχισε:

«Οπως βαδίζαμε για τη γέφυρα πέσαμε πάνω στο εχθρικό τάγμα που κινούνταν πάνω στον άξονα του ξεροπόταμου. Πιαστήκαμε στα χέρια. Στην αρχή δεν καταλαβαίναμε για τι πρόκειται. Ακούσαμε μόνο τη φωνή του Κυριακάκη.

- Τραβηχτείτε πιο πίσω όλοι.

Υπακούσαμε. Εκείνος με σβελτάδα όρισε τις θέσεις για κάθε οπλοπολυβόλο κι έδοσε το σύνθημα να βάλουν. Στη μια άκρη ο επίτροπος της διμοιρίας, στην άλλη ο επίτροπος του λόχου και στη μέση ο Κυριακάκης διεύθυνε άφοβος τη μάχη. Στην αρχή μας βάλανε από παντού. Κι από μπροστά, κι απ' τα πλευρά, κι απ' τα νώτα που ήταν τα εχθρικά φυλάκια. Το μέρος ήταν επισημασμένο. Εμείς όμως τη μάχη τη δίναμε με το εχθρικό τάγμα που ερχόταν απ' τον Αλιάκμονα. Οι άλλοι έμειναν ακίνητοι στα υψώματα κι από κει έβαζαν. Κι ούτε είχαν σχέδιο να κατεβούν. Οσο ήταν σκοτάδι χτυπούσαμε κι εμείς κι αυτοί σχεδόν στα κουτουρού. Μόλις άρχισε να φέγγει σιγά - σιγά διακρίναμε τον εχθρό και βάλαμε πετυχημένα. Κι αυτός επισήμανε τις θέσεις μας και μας χτυπούσε αλύπητα. Οχι μόνο με οπλοπολυβόλα και πολυβόλα αλλά και με όλμους. Κάποια στιγμή τα πυρά τους αραίωσαν. Αραίωσαν και σταμάτησαν. Σχεδιάζαμε ν' αρχίσουμε ένας - ένας ν' αποσυρόμαστε, υπήρχε μια μικρή δίοδος, μα πάνω στα σχέδιά μας έπεσαν σαν βροχή οι εχθρικές σφαίρες και τα βλήματα. Ενας σύντροφος μας σκοτώθηκε. Σε λίγο ο επίτροπος του λόχου ο Πομάκης τραυματίζεται θανάσιμα. Εκεί που έκανε να σηκωθεί για να πυροβολήσει τον πήρε μια ριπή στο στήθος και μια στα πόδια και τάσπασε. Δε μπορούσε να κινηθεί ούτε βήμα. Δάγκανε τα χέρια του απ' τους πόνους κι έβαζε. Δεν παράτησε το αυτόματό του. Σαν είδε ότι οι δυνάμεις τον εγκαταλείπουν, το αίμα δε σταματάει, ειδοποίησε το διμοιρίτη να πάει εκεί κοντά του. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μέτωπο.

Ο Σταύρος άπλωσε το χέρι του στην τσέπη του χιτώνιου και τράβηξε αργά ένα χαρτί κόκκινο που είχε βαφεί και κολήσει στο αίμα του. Τόφερε στο στόμα και το φίλησε. Ηταν το κομματικό του βιβλιάριο.

- Να! είπε στο Χρήστο Κυριακάκη. Να το κρατήσεις και να το στείλεις στο κόμμα. Κοίταξε μη χαθεί, ακούς; τούπιασε και με τις δυό παλάμες το κεφάλι.

- Ναι, φεύγω! είπε ο Κυριακάκης.

Εσκυψε, τον φίλησε κι εκείνος στο μέτωπο και τράβηξε για τη θέση του. Τα πυρά πύκνωσαν από παντού. Δεν υπάρχει σωτηρία. Δεκαπέντε άντρες ενάντια σε τάγματα πώς να τα βγάλουν πέρα; Αν ήταν στη θέση μας ο αντίπαλος δε θα κρατούσε ούτε λίγα λεπτά κι εμείς τον κρατάμε δυό ώρες και δε μπορεί να μας πιάσει. Κι άλλος δικός μας σκοτώνεται. Απομένουμε 13 άντρες. Οι στιγμές γίνονται πια κρίσιμες. Ελπίδα σωτηρίας δεν υπάρχει, μας έχουν αγκιστρώσει για καλά.

- Χτυπάτε παιδιά συνέχεια, λέει ο διμοιρίτης. Υστερα με φωνάζει να πάω κοντά του.

- Ακου Λαοκράτη, λέει. Θα πάρεις μια πολύ σοβαρή αποστολή. Τι λες; Το λεν τα κότσια σου;

- Ν' ακούσω.

- Πριν ν' ακούσεις πες μου είσαι αποφασισμένος;

- Χωρίς συζήτηση.

- Λοιπόν, εμείς θα πεθάνουμε εδώ όλοι. Να παραδοθούμε δεν πρόκειται. Να αποσυρθούμε είναι αργά, δε μπορούμε από πουθενά κι ο εχθρός μας κρατάει κυκλωμένους. Εσύ όμως θ' αναλάβεις την υποχρέωση να πας και να βρεις οπωσδήποτε το τάγμα μας. Πρέπει να δόσεις τα κομματικά βιβλιάρια ολονών. Τι λες;

- Θα πάω.

- Πέρνα λοιπόν απ' όλους τους συντρόφους της διμοιρίας και πες τους «Εντολή του διμοιρίτη να μου δόσεις το κομματικό βιβλιάριο». Οποιος σου πει τίποτα εδώ θάμαι. Υστερα να περάσεις απ' τους δυό συντρόφους μας πού σκοτώθηκαν και να πάρεις κι απ' αυτούς τα βιβλιάρια. Σύμφωνοι;

- Σύμφωνοι, απάντησα κι έφυγα.

Γρήγορα - γρήγορα πέρασα απ' όλους. Δεν έφερε κανένας αντίρηση. Στα πρόσωπά τους έβλεπα ζωγραφισμένη την απόφαση να πολεμήσουν ως το τέλος. Γύρισα ξανά στο διμοιρίτη.

- Εντάξει;

- Εντάξει.

- Πάρε τώρα το δικό μου και του επίτροπου. Να τους πεις ότι πεθαίνουμε για να γλυτώσουμε το τάγμα. Δεν παραπονιόμαστε. Είμαστε περήφανοι. Ας μη λυπηθούν οι σύντροφοί μας. Ας δόσουν ακόμα ένα απλό όρκο πως θα εκδικηθούν το χαμό μας και θα ολοκληρώσουν το έργο για το οποίο δίνουμε εμείς τη ζωή μας. Ορκίσου μου κι εσύ ότι θα τούς βρεις με κάθε τρόπο.

- Σου ορκίζομαι, στην επανάστασή μας.

- Ακου Λαοκράτη. Πες στη Γιαννιώ να μη με περιμένει. Την αγαπούσα, μα βλέπεις... Η αγάπη μας καίγεται στις φλόγες του πολέμου για ν' αναστηθεί στον κόσμο μια καινούργια, μεγάλη αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Να μην κλάψει. Ούτε να πονέσει για μένα. Θα της πεις;

- Ναι!

- Κόλα το λοιπόν. Γειά χαρά κι ώρα καλή. Καλή λευτεριά. Μ' αγκάλιασε, με φίλησε στο μέτωπο κι ύστερα μούδειξε το δρόμο και γύρισε μπροστά. Εκανε δυό τρία βήματα και πάλι με σταμάτησε.

- Ε, Λαοκράτη, να πεις στον επίτροπο του τάγματος πούναι πατριώτης μου ότι του ζητάω μια χάρη: Να προσέχει τη Γιαννιώ. Και κάτι ακόμα. Να πάει να βρει τη μάνα μου, σαν θα κατεβείτε στην πόλη, και να μαλακώσει τον πόνο της. Το ζητάω πες του σα χάρη. Να μην το λησμονήσει. Ακούς;

- Μείνε ήσυχος.

- Και να την προστατέψει αυτή και τ' αδερφάκια μου που είναι μικρά.

- Καλά, καλά, είπα και άθελα στα μάτια μου κυλούσαν δάκρυα. Ηταν για το χαμό των συντρόφων μου που δε θα τους ξανάβλεπα ή για την λεβεντιά και την αντρεία τους;

Σιγά - σιγά σύρθηκα με προφύλαξη. Κανένας δε με πρόσεχε. Ο εχθρός ήταν απασχολημένος με τη διμοιρία μας. Ρίχτηκα απέναντι απαρατήρητος. Ξέφυγα τον κίνδυνο. Μα δε μούκανε καρδιά να φύγω. Ηθελα να δω τι θ' απογίνει η διμοιρία.

Ο εχθρός χτυπάει λυσσασμένα από παντού.

- Παραδοθείτε ρε, τι περιμένετε; Ο Γράμμος έπεσε. Εσείς θα τον κρατείστε, μια χούφτα;

- Ο Γράμμος δεν έπεσε, ούτε πέφτει ποτέ, απαντούσε ο Κυριακάκης. Είναι άπαρτος απ' την καρδιά του κάθε μαχητή μας.

Πλησιάζουν στις θέσεις των δικών μας. Ενα οπλοπολυβόλο μας σίγησε. Σκοτώθηκε ο σκοπευτής κι ο γεμιστής. Τ' αρπάζουν άλλοι και ξανακελαϊδάει. Σφαίρες, ριπές, βλήματα χαλασμός. Οι δικοί μας πνίγονταν μέσα στον καπνό. Εμειναν πια εννιά κι ο διμοιρίτης δέκα. Χωρίς ακροβολιστές. Από δυό κρατούσαν ένα οπλοπολυβόλο κι ο τρίτος τους κάλυπτε. Ανάβει ο τόπος. Ανάβουν τα οπλοπολυβόλα. Μια ριπή γκρεμίζει κι άλλον σκοπευτή. Αλλος αδράχνει τ' οπλοπολυβόλο και βάζει με πιότερη λύσσα. Οι όλμοι σκάζουν κοντά τους, μέσα στα πόδια τους. Ενα βλήμα ανατίναξε άλλους δυό άντρες κι έκανε κομμάτια και το οπλοπολυβόλο τους. Στενεύει η διάταξη. Στενεύει γύρω τους κι ο κλοιός. Πόσο απόμειναν αλήθεια; Εξι άντρες κι ο διμοιρίτης εφτά.

- Αφήστε τα οπλοπολυβόλα, φωνάζει ο Κυριακάκης. Πάρτε χειροβομβίδες και πάντζερ.

Ο εχθρός σφίγγει γύρω τους τη θηλιά. Και τα 7 παλικάρια μάχονται σα γίγαντες. Πετάνε χειροβομβίδες και πάντζερ στα 30 μέτρα πια. Τόσο ζύγωσε ο εχθρός. Ενα άλμα αν κάνει τους πιάνει ζωντανούς. Ομως ένα λεφούσι ολόκληρο φοβάται να κάνει άλμα μπροστά στους 7 λεβέντες, που δεν ξεριζώνονταν απ' τη γη.

Μουγγρίζει απ' το βουητό των πάντζερ όλη η λαγκαδιά και τα γύρω φαράγγια.

Για μια στιγμή ο εχθρός υποχωρεί μερικά μέτρα.

- Πίσω! φωνάζουν μ' ένα στόμα και τα 7 παλικάρια μας.

Μα πάλι αρχίζει ο βομβαρδισμός και τα εχθρικά πολυβόλα. Κι άλλος πέφτει νεκρός. Ο σύντροφός του πάει να τον κοιτάξει και τραυματίζεται κι εκείνος σοβαρά.

- Στο ψαχνό! φωτιά! φωνάζει ο διμοιρίτης.

Φωτιά και φωτιά με τις χειροβομβίδες. Αλλο τίποτα πια δε μένει. Ο εχθρός τους πλησιάζει. Αλλος ένας δικός μας σκοτώνεται. Οι γραμμές πια αραίωσαν. Τα πυρά λιγόστεψαν. Τέσσερες έμειναν κι ένας ο διμοιρίτης πέντε.

- Εμπρός γα επίθεση φωνάζει ο διμοιρίτης με δύναμη για να τον ακούσει κι ο εχθρός.

- Εμπρός!... Για το κόμμα, για το λαό μας. Απάνω τους! Απάνω τους!

Και οι πέντε εκείνοι μαχητές, αψηφώντας τα πάντα, ρίχτηκαν μ' ορμή πάνω στον εχθρό που προχωρούσε να τους πιάσει ζωντανούς. Καθένας θ' απορεί. Πέντε μαχητές σε επίθεση ενάντια σε τόσο εχθρό; Απίστευτο. Κι όμως έτσι ήταν.

Οι φαντάροι σαστισμένοι υποχωρούν κάμποσα μέτρα βλαστημώντας φοβισμένοι μπροστά σ' αυτή την αποκοτιά. Αλλος ένας σύντροφός μας έπεσε στην επίθεση. Οι φαντάροι σταματάνε λίγα λεπτά και ξαναρχίζουν να πλησιάζουν βάζοντας και βλαστημώντας. Τραυματίζονται ακόμα δυό σύντροφοί μας κι ο διμοιρίτης, ο Χρήστος, θανάσιμα.

- Αγάντα, σύντροφοι, φωνάζει το παλικάρι. Δε θα παραδόσουμε ζωντανοί το πόστο μας.

- Φτάνει ρε, τούς φωνάζουν από γύρω οι φαντάροι. Παραδοθείτε. Πού θα πάτε τώρα;

- Ελάτε να μας πιάσετε καθάρματα. Γιατί δεν έρχεστε;

Τα πυρά των δικών μας σίγησαν, απότομα. Ολοι πέθαναν. Οι φαντάροι τρέχουν να βρούνε τα πτώματά τους. Μα έτσι ξαφνικά στο κεφάλι τους σκάζουν ξανά δυό πάντζερ και ξανά κροταλίζει ένα οπλοπολυβόλο. Στοίχειωσαν οι άνθρωποι σ' εκείνο το κομματάκι της γης. Εγιναν φαντάσματα. Πάλι υποχωρούν οι φαντάροι. Τρέμουν να πλησιάσουν. Κανένας πια απ' τους δικούς μας δε φαίνεται να σαλεύει. Μα σε μια στιγμή κάποιος σέρνεται. Είν' ο διμοιρίτης. Μόνο αυτός απόμεινε ζωντανός. Οχι ζωντανός. Είναι βαριά τραυματισμένος. Κρατάει το πιστόλι στα χέρια του και περιμένει. Πονάει μα πνίγει τον πόνο.

Εφτασαν κοντά του. Βαδίζουν με προφύλαξη κοιτώντας ολόγυρα. Με εφόπλου λόγχη προχωράει ο πρώτος κι άλλοι από πίσω αραιωμένοι.

Ο διμοιρίτης, όπως ήταν ξαπλωμένος, έγειρε απ' την άλλη μεριά και με τα δόντια τράβηξε τον κρίκο της χειροβομβίδας. Ανασηκώθηκε λίγο και μ' όση δύναμη του απόμεινε τη σφεντόνισε στους τρομαγμένους φαντάρους. Υστερα ανασηκώθηκε στους αγκώνες του. Εριξε ολόγυρα μια ματιά στη φύση, στα βουνά, στα δέντρα και στα έλατα. Κι άφησε τη στερνή παραγγελιά του αγωνιστή: "Δε σας πρόδοσα σύντροφοι. Εκανα το χρέος μου. Κάντε κι εσείς το δικό σας". Μια ριπή ήρθε ξαφνικά από αντίκρυ κι έβαλε τέρμα στη ζωή του παλικαριού.

Να τι έγινε η διμοιρία μας, είπε τελειώνοντας ο Λαοκράτης και τα μάτια του βούρκωσαν».

Υστερα έβγαλε απ' τον κόρφο του 15 κόκκινα χαρτάκια, 15 βιβλιάρια τιμής που ποτίστηκαν και βάφηκαν με το αίμα των παλικαριών. Και άρχισε να διαβάζει ένα - ένα τα ονόματα:

1) Πομάκης Σταύρος

2) Κυριακάκης Χρήστος

3) Δάσιος Χρήστος

4) Αραμπατζής...

- Τάγμα προοσοο χή! - φωνάζει με συγκίνηση ο ταγματάρχης.

Ολοι σηκώνονται όρθιοι.

- Ενός λεπτού σιγή. Για τους ήρωες συντρόφους μας που πέσανε στον αθάνατο Γράμμο: Για το λαό, για την τιμή της πατρίδας, για το Κόμμα μας.

Τσιμουδιά. Ούτε ψίθυρος. Ακούγονται οι ανάσες μονάχα και τα στήθια ανεβοκατεβαίνουν γρήγορα. Τρία οπλοπολυβόλα μας βάζουν από τρεις ριπές.

- Γειά σας, σύντροφοι. Θα κρατήσουμε τον όρκο μας ως το τέλος, μπόρεσε μόνο να προφέρει ο επίτροπος του τάγματος και τα δάκρυα αυλάκωσαν τα ρυτιδωμένα μάγουλά του.

- Εκδίκηση! ακούστηκε μια βροντερή κραυγή από δεκάδες στόματα κι αντιλάλησε στις πλαγιές. Ορκιζόμαστε στα κομματικά μας βιβλιάρια!...

Ιούνης 1950-Γενάρης 1954.