"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Τα ιδανικά της ΕΠΟΝ - Διήγημα

Από την πρώτη μέρα που ένιωσε τον κόσμο, μικρό παιδί ακόμα, τρεις λέξεις τυπώθηκαν στο μυαλό του «πατρίς», «θρησκεία», «οικογένεια». Γεννημένος από «θρήσκα και εθνικόφρονα» οικογένεια αλλά και πάμπλουτη. είχε από μικρός ό,τι ορεγόταν και επιθυμούσε. Ζούσε σ'


Η κρεβατοκάμαρη των γονιών Ολοι οι άγιοι παρήλαυναν με τη σειρά πάνω στον άσπρο τοίχο. Στα άλλα δωμάτια βασιλιάδες, πρωθυπουργοί, ήρωες και πολλοί άλλοι.

Ο μπαμπάς είχε πολλά λεφτά. Είχε δικό του εργοστάσιο. Στο σπίτι τους ερχόταν συχνά πολύς κόσμος. Κύριοι καλοντυμένοι, ολοστρόγγυλοι με τεράστια πούρα στο στόμα και με τα δάκτυλα των χεριών γεμάτα δαχτυλίδια, κυρίες αφράτες με έξωμες τουαλέτες πνιγμένες στα χρυσαφικά και στα αρώματα. Οι κύριοι κλεινόντουσαν με τον μπαμπά στο γραφείο του και κουβέντιαζαν με τις ώρες. Οι κυρίες με τη μαμά ή συζητούσαν ή έπαιζαν χαρτιά.

Πολλές φορές γινόταν και χοροί στο σπίτι, όπου ερχόταν και επίσημα πρόσωπα. Τότε τα κάδρα των βασιλιάδων και των ηρώων καθαρίζονταν και γυαλίζονταν δύο φορές. Η μεγάλη σάλα τους άστραφτε απ' τους πολυελαίους και τα χρυσαφικά.

Κάθε Κυριακή πρωί ξεκινούσαν για την εκκλησία. Εκεί άκουγαν με «ευλάβεια» τη λειτουργία και έκαναν πολλούς σταυρούς και μετάνοιες. Πολλές φορές ο μπαμπάς του τον έπαιρνε μαζί του σε «πατριωτικές» συγκεντρώσεις. Εκεί ο μικρός άκουγε για πατρίδα, πίστη, οικογένεια, εθνικά ιδεώδη και άλλα. Εκεί πρωταντίκρισε και μια μεγάλη φωτογραφία που του έκανε τρομερή εντύπωση. Παρίστανε ένα θηριώδη δράκο με μακριά μαλλιά και γένια και τεράστια νύχια βουτηγμένα στο αίμα να ποδοπατάει σπίτια και να ξεσχίζει ανθρώπους. Επειδή δεν ήξερε γράμματα να διαβάσει, ρώτησε τον μπαμπά του.

-- Ποιος είναι αυτός, μπαμπά;

-- Ο κομμουνισμός, γιε μου.

Από τότε καρφώθηκε τούτη η εικόνα στο μυαλό του. Εβλεπε αυτόν τον αιματοβαμμένο δράκοντα στον ύπνο του και τρόμαζε. Στις «εθνικές» συγκεντρώσεις που τον πήγαινε ο μπαμπάς του, άκουσε πολλά για αυτόν τον δράκο. Ακουσε ότι δεν ήταν ένας αλλά πολλοί. Οι ομιλητές τους αποκαλούσαν κακούργους, αιμοδιψείς φονιάδες, αντίχριστους, απάτριδες, προδότες. Ακουσε ότι σε μια μεγάλη χώρα, Ρωσία λέει τη λέγανε, οι δράκοι αυτοί, σκότωσαν τον βασιλιά τους και πήραν την εξουσία. Πρέπει λοιπόν, κατέληγαν οι ομιλητές, να 'χουμε ανοιχτά τα μάτια μας, μήπως οι δράκοι αυτοί ξεσηκωθούν και στη δική μας χώρα, σκοτώσουν το βασιλιά μας, γκρεμίσουν τις εκκλησίες μας και μας σφάξουν όλους.

Στο κατηχητικό που πήγαινε κάθε Κυριακή απόγευμα ο ιεροκύρηκας ξεχνούσε για λίγο το Θεό και και τους αγίους και θυμόταν τους δράκους. Τους εξιστορούσε φριχτές πράξεις, όπου oι άθεοι δήμιοι, όπως τους αποκαλούσε, έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έκαιγαν σπίτια και εκκλησίες. Και κατέληγε. Αυτοί είναι οι χειρότεροι εχθροί μας και πρέπει να τους μισούμε θανάσιμα.

Κάποτε ένας μικρός τόλμησε να πει.

-- Μα ο Χριστός είπε να αγαπάμε και τους εχθρούς μας. Τον κεραυνοβόλησε ο ιεροκύρηκας.

-- Ο Χριστός εννοούσε τους ανθρώπους. Αυτοί είναι εξωγήινα τέρατα. Κάποτε πάλι ο ιεροκύρηκας τους έφερε κάποιον που είχε έρθει λέει από τη χώρα που οι δράκοι είχαν πάρει την εξουσία. Ηταν ένας ρακένδυτος, κοντούλης, «ανθρωπάκος», βρόμικος και αξύριστος. Τους εξιστόρησε φριχτά πράγματα. Οτι εκεί έχει καταργηθεί η πατρίδα και η θρησκεία, ότι οι άνθρωποι ζουν και δουλεύουν κάτω από την απειλή του βούρδουλα και πόσο αυτά πρέπει να θεωρούν τον εαυτό τους ευτυχισμένο που ζουν στον παράδεισο του δικού μας ελεύθερου κόσμου.

Μια μέρα που είχε πάει με τη μαμά στο εργοστάσιο άκουσε φωνές και φασαρία κάτου στην αυλή. Πολλοί εργάτες είχαν μαζευτεί και φώναζαν. Ακουσε να λένε, ότι πεινάνε και ότι το μεροκάματο δεν φτάνει να ζήσουν τις οικογένειές τους. Ζητούσαν αύξηση και σήκωναν δάσος τις σφιγμένες γροθιές τους προς το παράθυρο που ήταν το γραφείο του μπαμπά. Η μαμά τον πήρε γρήγορα και έφυγαν. Το μεσημέρι που γύρισε ο μπαμπάς ήταν φουρτουνιασμένος και μαύρος. Στο τραπέζι ήταν αμίλητος. Σε μια στιγμή ο μικρός τόλμησε να ρωτήσει.

-- Τι ήθελαν αυτοί μπαμπά; Γιατί φώναζαν;

-- Θέλουν και άλλα λεφτά, δεν τους φτάνουν λέει όσα παίρνουν. Τους βάζουν οι δράκοι, οι κομμουνιστές, παιδί μου. Αυτοί είναι οι κακοί μας δαίμονες. Θέλουν λέει ισότητα και μοίρασμα των αγαθών. Πού ξανακούστηκε.

-- Μα αυτά είπε και ο Χριστός, τόλμησε να πει ο μικρός.

-- Δεν ξέρεις τι λες, ούρλιαξε ο μπαμπάς. Ο Θεός που έφτιαξε τον κόσμο έδωσε στον καθένα ό,τι έπρεπε να δώσει. Ο Θεός είναι δίκαιος και δεν πρέπει να ελέγχουμε τις πράξεις του.

Και τα χρόνια κύλησαν και ο μικρός έγινε έφηβος. Πήγαινε τώρα σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο που όλοι του οι συμμαθητές ήταν της δικής του κοινωνικής τάξης. Σε κάθε διάλειμμα και όταν σχόλαγε έβλεπε πάντα έξω από την πόρτα του σχολείου έναν νέο συνομήλικό του που πουλούσε κουλούρια. Ηταν ένας ψηλός, αδύνατος έφηβος με ξανθά μαλλιά και πρόσωπο χλωμό. Φαινόταν σαν κάτι να τον βασάνιζε, γιατί σπάνια χαμογελούσε.

Αγόραζε κάθε μέρα κουλούρι από αυτόν και κουβέντιαζαν λίγο. Με τον καιρό μια συμπάθεια και μια φιλία άρχισε να τους ενώνει. Εκαναν μαζί μακρινούς περιπάτους και κουβέντιαζαν. Οι περίπατοι αυτοί γινόταν τα κυριακάτικα απογεύματα. Τις άλλες μέρες το ξανθό αγόρι πήγαινε σε νυχτερινό σχολείο και τη μέρα πουλούσε κουλούρια.

Ο Εκτορας, έτσι έλεγαν το ξανθό αγόρι, ήξερε πολλά πράγματα για τη ζωή. Του μιλούσε για τους αγώνες που 'καναν σ' όλο τον κόσμο οι εργάτες για μια καλύτερη ζωή, για ισότητα, ειρήνη, αδελφοσύνη. Ενας απ' αυτούς ήταν και ο πατέρας του που τώρα μαζί με πολλούς άλλους τον είχαν στείλει σ' ένα μακρινό νησί.

-- Μα αυτοί είναι δράκοι, είναι κομμουνιστές. Αυτοί καταργούν πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Αυτοί είναι ληστές και φονιάδες, του αντίλεγε ο γιος του βιομηχάνου.

Τον κοιτούσε τότε καλά ο ξανθός έφηβος και δε μιλούσε. Μόνο κουνούσε λυπημένα το κεφάλι του.

Μια φορά πήγαν στο σπίτι του Εκτορα. Ηταν ένα μισογκρεμισμένο σπιτάκι σε μια μακρινή συνοικία της Αθήνας. Δύο δωμάτια όλα και όλα. Η μάνα του Εκτορα μια απλή βασανισμένη γυναίκα, τους κέρασε γλυκό. Υστερα οι δύο νέοι μπήκαν στο δεύτερο δωμάτιο που ήταν του Εκτορα. Υπήρχαν στο φτωχό αυτό δωμάτιο ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι με βιβλία, μια καρέκλα και τρία κάδρα στον τοίχο. Κάτω από το καθένα υπήρχε και το όνομα αυτού που απεικόνιζε. ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ, ΦΡΙΝΤΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ, ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΛΕΝΙΝ.

Κάθισαν ως αργά το βράδυ στο δωμάτιο αυτό. Ο Εκτορας του έδωσε και διάβασε διάφορα βιβλία που δεν τα καταλάβαινε στην αρχή, αλλά σιγά σιγά άρχισε να καταλαβαίνει το νόημά τους. Βιβλία που μιλούσαν για έναν καλύτερο κόσμο, όπου θα υπάρχει ισότητα και ο ένας άνθρωπος δεν θα εκμεταλλεύεται τον άλλον. Ολα τούτα του 'καναν βαθιά εντύπωση.

Πέρασε καιρός από τότε. Τα πρώτα σύννεφα του πολέμου άρχισαν να φαίνονται απειλητικά στον ορίζοντα. Ο αγκυλωτός σταυρός έριχνε το βαρύ θανατερό του ίσκιο πάνω στους λαούς. Οι ορδές των Ούννων κατέβαιναν ακάθεκτες παντού. Παντού χαλάσματα και ερήμωση. Παντού θάνατος και συμφορά.

Και ήρθε το Επος της Αλβανίας, το περήφανο OXΙ του λαού και ύστερα η μαύρη κατοχή.

Ενώ όλη η Ελλάδα πεινούσε, στο σπίτι το παλιό αρχοντικό δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο που ανάμεσα στα κάδρα των βασιλιάδων και των ηρώων τοποθετήθηκε και ένα άλλο κάδρο. Το κάδρο του ανθρώπου που αιματοκύλησε τον κόσμο, του Χίτλερ. Ο μπαμπάς το τοποθέτησε από την πρώτη μέρα σχεδόν της κατοχής. Στο σπίτι μπαινόβγαιναν Γερμανοί αξιωματικοί και περνούσαν τα βράδια τους. Τα τρόφιμα, ό,τι πιο εκλεκτό υπήρχε, βρισκόταν πάντα στο τραπέζι τους. Εξω καθημερινά μάζευαν τα τυμπανισμένα πτώματα που πέθαιναν από την πείνα. Αρχισε να νιώθει δυσφορία μέσα στο σπίτι του. Εφευγε και πήγαινε στον Εκτορα. Τώρα ο Εκτορας τον απέφευγε. Εύρισκε διάφορες δικαιολογίες και εξαφανιζόταν για μέρες.

Μια μέρα τον ρώτησε πού πήγαινε. Αυτός τον κοίταξε βαθιά με τα γαλανά ξάστερα μάτια του. Δεν του είπε τίποτα κείνη τη μέρα. Σε λίγες μέρες όμως τον πήρε μαζί του. Κατέβηκαν στο υπόγειο μιας συνοικιακής μονοκατοικίας. Εκεί υπήρχαν και άλλοι πολλοί. Αρχισαν να μιλούν για την πατρίδα και τη λευτεριά της. Μιλούσαν για τον καλύτερο κόσμο που οι ίδιοι θα 'φτιαχναν με τα χέρια τους. Βρισκόταν εκεί και ο πατέρας του Εκτορα. Ακουσε για πρώτη φορά τη λέξη, σύντροφε. Μέχρι τότε άκουγε το κύριε, κυρία, εξοχότατε, μεγαλειότατε και πολλά άλλα. Η καινούρια λέξη του φάνηκε τόσο ζεστή, τόσο ανθρώπινη. Κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Σκέψεις πολλές τον βασάνιζαν. Ωστε λοιπόν αυτοί ήταν οι απαίσιοι, οι αιματοβαμμένοι δράκοι; Μα αυτός είδε ανθρώπους γεμάτους καλοσύνη και ανθρωπιά. Του χαμογελούσαν, του μιλούσαν γλυκά, του εξηγούσαν το κάθε τι, τον έλεγαν σύντροφο. Τους έλεγαν απάτριδες μα αυτοί μιλούσαν συνέχεια για την πατρίδα και τη λευτεριά της. Τους έλεγαν αντίχριστους μα αυτοί μιλούσαν με τα λόγια του Χριστού, ειρήνη, ισότητα, αδελφοσύνη. Τους έλεγαν εξωγήινα τέρατα μα αυτοί ήταν άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά γεμάτοι ιδανικά και όνειρα. Ελεγαν ότι καταργούν την οικογένεια, μα αυτοί όλοι είχαν οικογένειες, που υπεραγαπούσαν. Μια τρομερή πάλη άρχισε μέσα του.

Μια μέρα πηγαίνοντας στο σπίτι του Εκτορα έπεσε πάνω σε μπλόκο. Τους μάζεψαν καμιά διακοσαριά άντρες και τους πήγαν στην κοντινότερη πλατεία. Εκεί περίμεναν κάπου δύο ώρες, ώσπου έφθασε ένα μαύρο αυτοκίνητο. Από μέσα κατέβηκαν δύο Γερμανοί αξιωματικοί και ένας με πολιτικά. Αυτός με τα πολιτικά φορούσε μαύρη κουκούλα. Αρχισε να περνά ανάμεσα στους συγκεντρωμένους με τους Γερμανούς ξωπίσω του. Πού και πού σταματούσε και έδειχνε κάποιον με το δάχτυλο. Σαν λυσσασμένοι τότε οι Γερμανοί έπεφταν πάνω του και σέρνοντας τον τον τραβούσαν παράμερα. Σε μια στιγμή ο κουκουλοφόρος στάθηκε μπροστά του. Τα μάτια του μέσα από τις τρύπες της μαύρης κουκούλας γυάλιζαν παράξενα. Αυτά τα μάτια τα γνώριζε, τα έβλεπε κάθε μέρα. Αυτή η κορμοστασιά, αυτό το βάδισμα. Οχι, δεν ήταν δυνατόν, δεν μπορούσε, δεν ήθελε να το πιστέψει.

Τράβηξε απότομα την κουκούλα. Με μάτια πεταγμένα από τις κόγχες τους, κοιτούσε, κοιτούσε και δεν πίστευε. Ενας λυγμός τον τράνταξε. Μπροστά του στεκόταν ο πατέρας του. Βγάζοντας ένα μουγκρητό πληγωμένου ζώου όρμησε τρέχοντας μπροστά. Δυο Γερμανοί που έτρεξαν να τον αρπάξουν, έμειναν ακίνητοι σε ένα νεύμα του προδότη.

Ετρεχε, έτρεχε και δεν έβλεπε μπροστά του. Η μαύρη κουκούλα τον κυνηγούσε και αυτός προσπαθούσε να της ξεφύγει. Πότε βρέθηκε στο σπίτι του Εκτορα, ούτε που το κατάλαβε. Επεσε στο κεφαλόσκαλο κλαίγοντας με λυγμούς. Ο Εκτορας σχεδόν στην αγκαλιά του το μετέφερε στο δωμάτιό του. Τον ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Ολη τη νύχτα ψηνόταν από τον πυρετό. Παραμιλούσε και έλεγε συνέχεια για μια μαύρη κουκούλα.

Το πρωί ήταν καλύτερα. Διηγήθηκε στον Εκτορα όλα όσα συνέβησαν. Ο Εκτορας τον άκουσε σκεφτικός, ύστερα του είπε.

-- Ξέχασε ό,τι είδες και ό,τι έγινε. Πρέπει εσύ να ξεπλύνεις την ντροπή του πατέρα σου. Και για να το πετύχεις αυτό θα λάβεις μέρος στην Αντίσταση. Εγώ είμαι Επονίτης. θα μπεις και συ στην ΕΠΟΝ.

-- Τι είναι αυτό, Εκτορα;

-- Μια πατριωτική οργάνωση της νεολαίας. Παλεύει για την λευτεριά, την ανεξαρτησία και την προκοπή του λαού μας. Τα ιδανικά της είναι πανανθρώπινα.

-- Ναι Εκτορα, θα γίνω Επονίτης. Θέλω κι εγώ να παλέψω για τη λευτεριά και τα ιδανικά που παλεύεις και συ. Πέρασε ένας μήνας από κείνη τη μέρα. Στο σπίτι του δεν ξαναπάτησε. Εμεινε στο σπίτι του Εκτορα. Ενιωθε μια ψυχική γαλήνη και ηρεμία που δεν την ένιωθε στο δικό του σπίτι. Πόσο καλύτερο του φαινόταν το τίμιο πληγούρι που έτρωγε τώρα, από τα άτιμα εκλεκτά φαγητά που 'τρωγε στο σπίτι του.

Ενα βράδυ ο Εκτορας τον πήρε μαζί του. Ηταν η πρώτη αποστολή που θα 'παιρνε μέρος, θα έγραφαν συνθήματα στους τοίχους. Ο Εκτορας με το τενεκεδάκι του, με την μπογιά και το πινέλο έγραφε τα συνθήματα. Αυτός κρατούσε τσίλιες.

Απειρος από τέτοια δεν κατάλαβε την γερμανική περίπολο που πλησίασε. Οταν την είδε ήταν πια αργά. Οι Γερμανοί ουρλιάζοντας σαν λύκοι όρμησαν πάνω στον Εκτορα. Αυτόν δεν τον είδαν, όπως ήταν κρυμμένος στη σκιά. Του φώναξαν να σταματήσει, αυτός όμως δεν άκουσε. Μια ριπή, ένα απαίσιο κροτάλισμα. Ο ξανθός έφηβος στριφογύρισε και έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο. Τα χιτλερικά κτήνη, αφού είδαν ότι ήταν νεκρός απομακρύνθηκαν.

Τρέμοντας ο γιος του προδότη πλησίασε και γονάτισε πάνω απ' το πεσμένο παλικάρι. Το άλικο, ζεστό αίμα του πότιζε την άσφαλτο πύρινο, φλογερό σαν τα ιδανικά του. Τα ξανθά μαλλιά του ανέμιζαν ελαφρά στον αγέρα που φυσούσε δυνατά. Και τα γαλάζια του μάτια ορθάνοιχτα κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν τον έναστρο ουρανό. Ενα χαμόγελο κρυσταλλωμένο στα χείλη.

Ενας λυγμός τον τράνταξε. Εσκυψε και φίλησε το ζεστό ακόμα μέτωπο του νεκρού παλικαριού. Ενας σεισμός έγινε μέσα του, μια κοσμογονία. Χάθηκαν μεμιάς, οι δράκοι, τα εξωγήινα τέρατα και όλο το φαρμάκι που χρόνια είχε ποτιστεί. Και στη θέση τους ρίζωσαν τα αθάνατα ιδανικά που γι' αυτά έδωσε ο νιος τη ζωή του.

Σύντροφέ μου, ψιθύρισε, αδελφέ μου, θα εκδικηθώ τον θάνατό σου.

Και ύψωσε τη σφυγμένη του γροθιά ποτισμένη από το αίμα του συντρόφου του ψηλά δίνοντας όρκο, ότι θα παλέψει για τα ιδανικά που έπεσε εκείνος. Τα πανανθρώπινα ιδανικά της ΕΠΟΝ


Διήγημα του Δημοσθένη Ζαβιτσάνου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου