"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Η ίδρυση του Γραφείου Πληροφοριών των Κομμουνιστικών Κομμάτων

Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1947 στην Πολωνία συνήλθε Συνδιάσκεψη εννέα κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων της Ευρώπης. Στη διάσκεψη συμμετείχαν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας, το Βουλγάρικο Εργατικό Κόμμα (Κομμουνιστικό), το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρουμανίας, το Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το Πολωνικό Εργατικό Κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης (Μπολσεβίκων), το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας.

Ηταν η πρώτη προσπάθεια μετά τη Διάλυση της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς, για συντονισμό της δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων, στις μεταπολεμικές συνθήκες.

Η Κομμουνιστική Διεθνής αυτοδιαλύθηκε το 1943. Ας το δούμε. «Στις 22 του Μάη 1943 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς έκανε γνωστή στον κόσμο μια απόφαση με την οποία προτεινόταν: "Να διαλυθεί η Κομμουνιστική Διεθνής σαν καθοδηγητικό κέντρο του διεθνούς εργατικού κινήματος και τα τμήματά της ν' απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καταστατικό της Κομμουνιστικής Διεθνούς και τις αποφάσεις των Συνεδρίων της". Η απόφαση έλεγε: "Το Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, μη μπορώντας, λόγω των συνθηκών, που δημιούργησε ο παγκόσμιος πόλεμος, να συγκαλέσει συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υποβάλλει για έγκριση στα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς την παρακάτω πρόταση" (διάλυσης). Την απόφαση την υπέγραφαν τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς: Γκότβαλντ, Ντιμιτρόφ, Ζντάνοφ, Κολάροφ, Κόπλενιγκ, Κουούσινεν, Μανουίλσκι, Μαρτί, Πικ, Τορέζ, Φλορίν και Ερκολι (Τολιάτι), και την υποστήριζαν με τις υπογραφές τους αντιπρόσωποι των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Φινλανδίας, της Ρουμανίας, της Ουγγαρίας. Η απόφαση πάρθηκε ομόφωνα στις 15 του Μάη 1943 στη Μόσχα».

Η απόφαση δημοσιοποιήθηκε στην εφημερίδα «Πράβντα» και στο περιοδικό «Κομουνίστ».

Η συζήτηση του Προεδρείου ξεκίνησε στις 13 του Μάη 1943. Σ' αυτήν συμμετείχαν: «Τα μέλη του Προεδρείου της ΕΕ της ΚΔ, Γ. Δημητρώφ, Δ. Μανουίλσκι, Β. Πικ, Μ. Τορέζ, Α. Μαρτί, Ι. Κοπλένιγκ, Β. Κολάροφ. Τα μέλη και τα αναπληρωματικά μέλη της ΕΕ της ΚΔ, Δ. Ιμπαρούρι, Μ. Ράκοσι, Β. Ούλμπριχτ, Γ. Σβέρμα, Βολφ (Μ. Φάρκας), οι αντιπρόσωποι των κομμάτων, Α. Πάουκερ (Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρουμανίας), Βλάσοφ (Βλάχοβιτς) (Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας), Ι. Λέχτινεν (Κομμουνιστικό Κόμμα της Φινλανδίας)».

Η απόφαση του Προεδρείου κοινοποιήθηκε στα κόμματα - τμήματα της Γ΄ Διεθνούς, προκειμένου να αποφασίσουν αν θα την κάνουν αποδεκτή, αφού στις συγκεκριμένες συνθήκες του πολέμου κρίθηκε αδύνατη η διεξαγωγή Συνεδρίου της Διεθνούς για να αποφασιστεί αυτό το θεμελιακής σημασίας ζήτημα.

Στην απόφαση αναφέρεται: «Από τις 10 του Ιούνη 1943 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Προεδρείο και η Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθώς και η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου θεωρούνται διαλυμένες».

Στην ίδια απόφαση αναφερόταν:

«1. Η πρόταση για διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς εγκρίθηκε ομόφωνα απ' όλα τα τμήματα (συμπεριλαμβανομένων και των πιο σημαντικών) που μπόρεσαν να γνωστοποιήσουν την απόφασή τους.

2. Αρχίζοντας από τις 10 του Ιούνη 1943 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Προεδρείο και η Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής καθώς και η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου θεωρούνται διαλυμένες.

3. Αναθέτει σε μια επιτροπή, αποτελούμενη από τους Ντιμιτρόφ (πρόεδρο), Μ. Ερκολι (Τολιάτι), Ντμίτρι Μανουίλσκι και Βίλχελμ Πικ, να διευθετήσει τις υποθέσεις, να διαλύσει τα όργανα, να απαλλάξει το προσωπικό και να εκκαθαρίσει τα περιουσιακά στοιχεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς».

Την απόφαση υπέγραψε για το Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς ο Γκ. Ντιμιτρόφ με ημερομηνία 10 του Ιούλη 1943.

Την πρόταση για διάλυση της Διεθνούς είχαν εγκρίνει ομόφωνα 31 κόμματα. Αυτά μπόρεσαν να κάνουν γνωστή την απόφασή τους στο Προεδρείο και ήταν: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα Αυστραλίας, Αυστρίας, Αργεντινής, Βελγίου, Βουλγαρίας, Μεγάλης Βρετανίας, Ουγγαρίας, Γερμανίας, Ιρλανδίας, Ισπανίας, Ιταλίας, Καναδά, Κίνας, Κολομβίας, Κούβας, Μεξικού, Ρουμανίας, Συρίας, Σοβιετικής Ενωσης, Ουρουγουάης, Φινλανδίας, Γαλλίας, Τσεχοσλοβακίας, Χιλής, Ελβετίας, Σουηδίας, Γιουγκοσλαβίας, το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλονίας, το Εργατικό Κόμμα Πολωνίας και η Κομμουνιστική Διεθνής Νέων». (Τα ιστορικά στοιχεία από την «Ιστορία των τριών Διεθνών», του Ουίλλιαμ Φόστερ, εκδόσεις «Γνώση», σελ. 567-569).

Η Κομμουνιστική Διεθνής Νέων (ήταν η Διεθνής των Κομμουνιστικών Νεολαιών) συμμετείχε στη Διεθνή, ως τμήμα της, όπως και τα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Το κενό στο Παγκόσμιο Κομμουνιστικό Κίνημα που άφησε η διάλυση της Διεθνούς είχε φανεί αμέσως μετά τον πόλεμο και το είχαν επισημάνει πολλά κομμουνιστικά κόμματα, μεταξύ των οποίων και το ΚΚΕ, το οποίο στο 7ο Συνέδριό του εξέδωσε και σχετικό ψήφισμα («Για τη διεθνή πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης»), όπου, μεταξύ άλλων, υπογραμμιζόταν: «Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, πιστό στην υπόθεση της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, εκφράζει την ευχή να ενσωματωθούν το γρηγορότερο όλα τα εργατικά κόμματα του κόσμου, που πιστεύουν στο σοσιαλισμό, ανεξάρτητα από αποχρώσεις, σε μια νέα ενιαία διεθνή πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης» («Επίσημα κείμενα ΚΚΕ», τόμος 6ος, σελ. 113).

Γιατί πάρθηκε η απόφαση αυτοδιάλυσης της Διεθνούς; Είναι ένα ερώτημα το οποίο απασχολεί με δεδομένη την αναγκαιότητα της διεθνούς ενότητας δράσης του κομμουνιστικού κινήματος, την αναγκαιότητα της ενιαίας στρατηγικής απέναντι στο διεθνή ιμπεριαλισμό, ο οποίος επίσης έχει ενιαία στρατηγική ενάντια στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα.

Σύμφωνα με την απόφαση του Προεδρείου, η διάλυση της Διεθνούς κρίθηκε αναγκαία γιατί «η οργανωτική μορφή συνένωσης των εργατών, που διάλεξε το πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και που ανταποκρινόταν στις ανάγκες της αρχικής περιόδου αναγέννησης του εργατικού κινήματος, ξεπερνιόταν ολοένα και περισσότερο στο βαθμό που αναπτυσσόταν το κίνημα αυτό και γίνονταν περίπλοκα τα προβλήματά του στις διάφορες χώρες, ή και μάλιστα γινόταν εμπόδιο στην παραπέρα εδραίωση των εθνικών εργατικών κομμάτων».

Υπήρχε επίσης η εκτίμηση ότι «η πανεθνική άνοδος και η κινητοποίηση των μαζών για την πιο γρήγορη νίκη κατά του εχθρού μπορούν καλύτερα και πιο καρποφόρα να πραγματοποιηθούν από την πρωτοπορία του εργατικού κινήματος της κάθε χώρας στα πλαίσια του κράτους της».

Φαίνεται, λοιπόν, ότι υπήρχαν προβληματισμοί από ηγέτες διαφόρων κομμάτων, αλλά και από ηγετικά στελέχη της Διεθνούς ότι η Διεθνής παρεμποδίζει την αυτοτέλεια στη δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Τέτοιοι προβληματισμοί εκφράζονταν ακόμη πριν τον πόλεμο. Φαίνεται πως αυτό το ζήτημα ακόμη και αν ήταν υπαρκτό, μπορούσε να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια της Διεθνούς και όχι να οδηγήσει στην άποψη για διάλυσή της.

Το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η Εκτελεστική της Επιτροπή «συνιστούσε να μην αναμειγνύεται άμεσα στις εσωτερικές οργανωτικές υποθέσεις των Κομμουνιστικών Κομμάτων». Για παράδειγμα, ο Μ. Τορέζ, κατά τη συζήτηση στο Προεδρείο του ζητήματος της διάλυσης της Διεθνούς, αφού την υποστήριξε, είπε: «Η παλιά μορφή διεθνούς συνένωσης των εργατών ξεπεράστηκε. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ήδη πριν από τον πόλεμο αναπτυσσόταν χάρη στην εφαρμογή της πολιτικής του λαϊκού μετώπου. Τώρα στη Γαλλία μετά την κατάχτησή της από τους χιτλερικούς δημιουργήθηκε η βάση για ένα πλατύτατο "εθνικό μέτωπο"». Ο Τορέζ είπε επίσης ότι η απόφαση για τη διάλυση «θα συμβάλει στη διεύρυνση του εθνικού αντιχιτλερικού μετώπου στη Γαλλία». (Τα ιστορικά στοιχεία από την «Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», της Ακαδημίας Επιστημών ΕΣΣΔ,εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»,σελ. 552-557).

Επίσης, ο Τολιάτι στην αυτοβιογραφία του, σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, έδωσε την εξής εξήγηση: «Από τότε που το κομμουνιστικό κίνημα είχε φουντώσει στις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης, η Διεθνής είχε αλλάξει βαθιά τη διάρθρωσή της. Τα εθνικά τμήματα είχαν αναπτύξει τη δράση τους με πλέρια αυτονομία, ακολουθώντας ωστόσο μια κοινή γραμμή. Το προτσές δημιουργίας ενός καινούριου στρώματος καθοδηγητών του εργατικού ευρωπαϊκού κινήματος είχε φτάσει σε καταπληκτικά αποτελέσματα και κάθε κόμμα μπορούσε να τραβήξει μπροστά μόνο του. Η απόφαση να διαλυθεί η Κομμουνιστική Διεθνής σαν συγκεντρωτική οργάνωση δεν ήταν επομένως τίποτε άλλο παρά η τυπική αναγνώριση ενός τετελεσμένου γεγονότος, μιας αλλαγής και μιας ανάπτυξης που είχαν πια πραγματοποιηθεί».(Μαρτσέλα και Μαουρίτσιο Φεράρα: «Μιλώντας με τον Παλμίρο Τολιάτι - Βιογραφικές σημειώσεις», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1956, σελ. 306).

Επομένως, ορισμένοι ηγέτες Κομμουνιστικών Κομμάτων θεωρούσαν ήδη τελειωμένη υπόθεση τη Διεθνή, σύμφωνα με τις παραπάνω τοποθετήσεις, γεγονός που δείχνει ότι δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια για διαφορετική αντιμετώπιση.

Ο Φόστερ σχετικά μ' αυτά αναφέρει: «Οι κομμουνιστές έκριναν πως η αναστολή του ανεκτίμητου δικαιώματος διεθνούς οργάνωσης αποτελεί πραγματική θυσία, που έπρεπε να γίνει για το κέρδισμα του πολέμου και για τη διευκόλυνση της διαφύλαξης της ειρήνης στη μεταπολεμική περίοδο». Εδώ ο Φόστερ μιλά για αναστολή της δράσης της Διεθνούς.

Και συνεχίζει: «Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς καθοδηγήθηκε από τις ίδιες αρχές, όταν έλαβε υπόψη και συμφώνησε με την απόφαση του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του Νοέμβρη του 1940, να βγει από την Κομμουνιστική Διεθνή».

Ο Ι. Β. Στάλιν, σε συνέντευξη στον ανταποκριτή του πρακτορείου «Ρόιτερ» Χάρολντ Κινγκ, αιτιολογεί το γεγονός της διάλυσης της Διεθνούς ως εξής:

«Η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι σωστή, γιατί:

α) Ξεσκεπάζει τα ψέματα των χιτλερικών ότι τάχα η Μόσχα έχει την πρόθεση να αναμειχθεί στη ζωή άλλων κρατών και να τα "μπολσεβικοποιήσει". Από δω και πέρα μπαίνει τέρμα στο ψέμα αυτό.

β) Ξεσκεπάζει τη συκοφαντία των αντιπάλων του κομμουνισμού στο εργατικό κίνημα, ότι τάχα τα κομμουνιστικά κόμματα των διαφόρων χωρών ενεργούν όχι προς το συμφέρον του λαού τους, αλλά σύμφωνα με οδηγίες απ' έξω. Από δω και πέρα μπαίνει τέρμα και σ' αυτή τη συκοφαντία.

γ) Διευκολύνει το έργο των πατριωτών στις φιλελεύθερες χώρες για την ένωση των προοδευτικών δυνάμεων της χώρας τους, ανεξάρτητα σε ποιο κόμμα ανήκουν και ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, σ' ένα ενιαίο εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο για τη διεξαγωγή του αγώνα ενάντια στο φασισμό.

δ) Διευκολύνει το έργο των πατριωτών σ' όλες τις χώρες για την ένωση όλων των φιλελεύθερων λαών σ' ένα ενιαίο διεθνές μέτωπο, για τον αγώνα ενάντια στον κίνδυνο παγκόσμιας κυριαρχίας του χιτλερισμού, εξομαλύνοντας έτσι το δρόμο για την οργάνωση στο μέλλον της συνεργασίας των λαών με βάση την ισοτιμία». (Ουίλ. Φόστερ: «Η ιστορία των τριών Διεθνών», εκδόσεις «Γνώση», σελ. 570-571).

Από την αιτιολόγηση του Στάλιν, αλλά και του Φόστερ περί αναστολής, που συνδυάζει τη διάλυση της Διεθνούς με το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου, φαίνεται σαν αυτή η απόφαση να συσχετιζόταν με την πορεία του πολέμου και την αναγκαιότητα να τερματιστεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Φαίνεται επίσης ότι η χιτλερική προπαγάνδα χρησιμοποιούνταν από την αστική προπαγάνδα των άλλων εμπόλεμων κρατών ενάντια στην όσο το δυνατόν πλατύτερη συσπείρωση των λαών στα εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα κατά του γερμανικού ιμπεριαλισμού, με δεδομένη την κατάκτηση μέσα στον απελευθερωτικό αγώνα της πρωτοπορίας των Κομμουνιστικών Κομμάτων, τα οποία είχαν αναδειχτεί σε ηγέτιδες πολιτικές δυνάμεις σ' αυτό τον αγώνα. Βεβαίως, τον αγγλοαμερικανικό ιμπεριαλισμό τον ανησυχούσε αυτή η πραγματικότητα, των οπλισμένων λαών που καθοδηγούνταν από τα Κομμουνιστικά Κόμματα, σε σχέση με τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου και την προοπτική ανατροπής, από την εξουσία, της αστικής τάξης σε μια σειρά από χώρες.

Ετσι, η απόφαση για διάλυση της Διεθνούς αιτιολογείται σαν κάτι ανάμεσα σε αναγκαίο συμβιβασμό σχετικά με τον πόλεμο και τον «αντιχιτλερικό συνασπισμό» και σε προβληματισμούς για αλλαγή της οργανωτικής μορφής της Διεθνούς.

Δικαιολογείται όμως μια τέτοια απόφαση από άποψη αρχών ακόμη και σαν συμβιβασμός; 'Η μήπως όντως είχε διαρραγεί η ενότητα όπως αναφέρει ο Τολιάτι, δεν υπήρχε ουσιαστικά και δεν μπορούσε να δράσει η Διεθνής και η απόφαση για διάλυσή της ήταν πλέον τυπικό ζήτημα;

Και τι σημαίνει η εκτίμηση του Φόστερ ότι η διάλυσή της αποφασίστηκε με τις ίδιες αρχές που «συμφώνησε με την απόφαση του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του Νοέμβρη του 1940, να βγει από την Κομμουνιστική Διεθνή»; Δηλαδή ήδη προϋπήρχε διαπάλη με οπορτουνιστική πλατφόρμα που δε θεωρούσε αναγκαία τη Διεθνή; Υπήρχαν επίσης σκέψεις για μια διαφορετική μορφή οργάνωσης της Διεθνούς μεταπολεμικά; Η ίδρυση του «Διεθνούς Γραφείου Πληροφοριών» το 1947, από ορισμένα Κομμουνιστικά Κόμματα, δείχνει ότι παρά τη διάλυση της Γ΄ Διεθνούς, ανιχνεύονταν οι δυνατότητες και οι δρόμοι για την ενότητα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά τα ερωτήματα παραμένουν. Γιατί η ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος είναι ζήτημα στρατηγικής σημασίας.

Βεβαίως, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο ότι οι συνθήκες του πολέμου, οι από το 7ο Συνέδριο της Διεθνούς αποφάσεις για το «Αντιφασιστικό Μέτωπο» και η πραγματοποίησή του με το χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου στον πόλεμο, σε συνδυασμό με την πίεση τμημάτων της αστικής τάξης για «εθνική ενότητα», ερμηνεύονταν με τέτοιον τρόπο από κάποιες δυνάμεις που τις οδήγησε - κάτω και από την πίεση της αστικής προπαγάνδας - στην οπορτουνιστική άποψη ότι δε χρειάζεται αυτοτελές Κομμουνιστικό Κόμμα. Σχετικά μ' αυτό ο Φόστερ αναφέρει: «Πολλά αστικά στοιχεία ζήτησαν η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς να ακολουθηθεί από τη διάλυση των εθνικών κομμάτων, πράγμα που δεν πρότεινε καθόλου η απόφαση. Πραγματικά ύστερα από λίγους μονάχα μήνες, στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ ο οπορτουνιστής Browder αποπειράθηκε να πραγματοποιήσει αυτό το αστικό αίτημα επιδιώκοντας να διαλύσει το κόμμα». (Ουίλ. Φόστερ: «Η ιστορία των τριών Διεθνών», εκδόσεις «Γνώση», σελ.571).

Αλλά το γεγονός ότι εκφράζονταν πριν τον πόλεμο προβληματισμοί σε σχέση με τη μη αναγκαιότητα ύπαρξης της Διεθνούς ως παγκόσμιας οργάνωσης της εργατικής τάξης, σε αντιπαραβολή με την αυτοτέλεια των Κομμουνιστικών Κομμάτων, από τους ηγέτες κάποιων εξ αυτών, φαίνεται επίσης ότι επέδρασε στην απόφαση για τη διάλυσή της. Μόνο που αυτό είναι παρέκκλιση οπορτουνιστική.

Σε ποιες διεθνείς συνθήκες ιδρύθηκε το «Γραφείο Πληροφοριών»; Είχαμε τη διακήρυξη του δόγματος Τρούμαν και του σχεδίου Μάρσαλ από τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την ομολογία του Χένρι Κίσινγκερ, οι ΗΠΑ επιδίωκαν να καταστήσουν σαφές, προς την ΕΣΣΔ και τα άλλα κράτη στην Ευρώπη που την εξουσία έπαιρνε η εργατική τάξη με επικεφαλής τα Κομμουνιστικά Κόμματα, ότι «το είδος της Realpolitik που γνώριζε τόσο καλά ο Στάλιν θα τελείωνε για πάντα και οι διαπραγματεύσεις για αμοιβαίες παραχωρήσεις δε θα είχαν πλέον καμιά θέση στις μεταξύ τους σχέσεις. Από εδώ και πέρα, οι διαφορές μπορούσαν να λυθούν μόνο με μια αλλαγή των σοβιετικών σκοπών, την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος ή και με τα δυο μαζί»(Henry Kissinger: «Διπλωματία», εκδόσεις «Νέα Σύνορα - Α.Α. Λιβάνη», σελ. 506).

Επομένως τόσο το δόγμα Τρούμαν όσο και το σχέδιο Μάρσαλ επεδίωκαν τη γοργή ισχυροποίηση του καπιταλισμού και της αστικής εξουσίας στην Ευρώπη μετά τον πόλεμο με δεδομένο το τεράστιο κύρος της ΕΣΣΔ που σήκωσε το κύριο βάρος του πολέμου και της νίκης κατά της Γερμανίας και την επίδραση που ασκούσε στα εργατικά και τα λαϊκά κινήματα αλλά και την πορεία στο σοσιαλισμό σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης. Ετσι η επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού στο σοσιαλισμό δυνάμωνε αφού αυτό έκφραζε πρωταρχικά την ταξική πάλη σε διεθνές επίπεδο ανάμεσα στα δυο αντίθετα συστήματα. Οι ΗΠΑ που βγήκαν αλώβητες από τον πόλεμο βρέθηκαν στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Σ' αυτόν τον ταξικό πόλεμο σε διεθνές επίπεδο, πρώτος τους στόχος ήταν να συμβάλουν αποφασιστικά στην ισχυροποίηση του καπιταλισμού στην Ευρώπη που ήταν και τα σύνορα ανάμεσα στα δυο αντίθετα κοινωνικοοικονομικά συστήματα και ταυτόχρονα να οργανώσουν τη στρατηγική υπονόμευσης του σοσιαλισμού. Το σχέδιο Μάρσαλ σ' αυτό αποσκοπούσε.

Τι ήταν, όμως, το σχέδιο Μάρσαλ που χαρακτηρίστηκε ως «ιδέα που άλλαξε τον κόσμο»; Παρουσιάστηκε στις 5 Ιούνη του 1947 στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Είχε προηγηθεί στις 12/3/47 η ανακοίνωση του δόγματος Τρούμαν. Αυτά τα δύο πάνε μαζί. Οφείλει το όνομά του στον στρατηγό (5 αστέρων) των ΗΠΑ Τζορτζ Κάτλετ Μάρσαλ (1880-1959) που ως αρχιστράτηγος συνέβαλε ώστε οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας του να αναπτυχθούν από τις 195.000 στα 8.000.000 άνδρες. Το Γενάρη του 1947 έγινε υπουργός Εξωτερικών και μ' αυτή την ιδιότητα εισηγήθηκε τα δύο σχέδια (στρατιωτικό και οικονομικό).

Στην εφαρμογή του σχεδίου συμμετείχαν 15 ευρωπαϊκά κράτη (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Σουηδία, Νορβηγία, Δανία, Ιρλανδία, Ισλανδία, Πορτογαλία, Αυστρία, Ελλάδα και Τουρκία) και οι ΗΠΑ.

Τον Ιούλη του 1947, οι χώρες αυτές υπέγραψαν τη συμφωνία για τη δημιουργία του Οργανισμού (αρχικά, Επιτροπής) Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας. Τον Απρίλη του 1948, ο Πρόεδρος Τρούμαν υπέγραψε το Πρόγραμμα Εξωτερικής Βοήθειας του 1948, το οποίο περιλάμβανε κονδύλια ανόρθωσης της Ευρώπης στα πλαίσια προγράμματος, διάρκειας 4 ετών. Το Πρόγραμμα δημιούργησε και ένα ειδικό όργανο, τη Διαχείριση Οικονομικής Συνεργασίας (ΔΟΣ), που ήταν το επίσημο όνομα του Σχεδίου Μάρσαλ. Ανάμεσα στη ΔΟΣ και τον ΟΕΟΣ υπογράφτηκε συμφωνία συνεργασίας, καρπός της οποίας ήταν το Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Ανόρθωσης (ΠΕΑ), στο οποίο πήραν, τελικά, μέρος, εκτός των προαναφερομένων ευρωπαϊκών χωρών, η Ελβετία, το τότε Ελεύθερο Εδαφος της Τεργέστης και, μετά το 1949, και η ΟΔ της Γερμανίας.

Τα συνολικά ποσά που διακίνησε το Σχέδιο Μάρσαλ ποικίλλουν ανάλογα με τις εκτιμήσεις, αλλά οι διαφορές των εκτιμήσεων δεν είναι μεγάλες. Οι πιο έγκυρες εκτιμήσεις εκτείνονται από τα 12,5 δισεκατομμύρια ως τα 17 δισεκατομμύρια δολ. σε τιμές εκείνης της εποχής.

Υπολογίζεται ότι το 60% των ποσών αυτών κατευθύνθηκε προς τη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ιταλία.

Το Σχέδιο Μάρσαλ είχε ως κύριο και πρώτιστο στόχο την απόκρουση των επαναστατικών δυνάμεων, την αποτροπή οποιασδήποτε αλλαγής στην ευρωπαϊκή ήπειρο που δε θα ήταν σύμφωνη με τα ιστορικά συμφέροντα του καπιταλιστικού συστήματος και θα έθετε σε κίνδυνο την παραπέρα ύπαρξη του τελευταίου.

Οι διμερείς συμφωνίες που υπέγραψαν οι χώρες - μέλη με τις ΗΠΑ περιείχαν και επέβαλλαν ένα πυκνό και συστηματικό πλαίσιο όρων: Ενίσχυση της «ελεύθερης επιχείρησης» και της διακίνησής της, ιδιαίτερα όταν προερχόταν από τις ΗΠΑ, μείωση των τελωνειακών δασμών, εξασφάλιση «οικονομικής σταθερότητας».

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Ουάσιγκτον από πολύ νωρίς έδειξε ότι δεν επρόκειτο να περιοριστεί στο Σχέδιο Μάρσαλ και είχε στόχο την ποσοτική και ποιοτική διεύρυνσή του σε άλλες σφαίρες. Βλέπουμε ότι το 1951 το πρόγραμμα οικονομικής συνεργασίας συνδυάζεται με εκείνα της πολιτικής και της στρατιωτικής.

Οι συνέπειες του Σχεδίου Μάρσαλ φάνηκαν πιο άμεσα και γρήγορα στην περιοχή που ήταν ο χώρος της άμεσης δράσης του: Στη Δυτική Ευρώπη. Η εισροή τεράστιων κεφαλαίων σε μεγάλη κλίμακα και σε σύντομο χρονικό διάστημα επέτρεψε μια γοργή οικονομική ανάκαμψη. Στον τομέα αυτό, τα σχέδια του Σχεδίου ωφελήθηκαν από τους τοπικούς παράγοντες: Οι χώρες στις οποίες, κατά κανόνα, κατευθύνθηκαν τα κονδύλιά του ήταν, συχνά, οι οικονομικά και πολιτικά ισχυρότερες της ηπείρου και, μεταξύ τους, βρίσκονταν ακόμη και μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, που περιλαμβάνονταν μεταξύ των πιο ισχυρών του κόσμου.

Εκτός αυτού, έπαιξε ρόλο και ένα άλλο γεγονός: Στη Δυτική Ευρώπη, οι πολεμικές καταστροφές δεν ήταν, βέβαια, ανύπαρκτες, ήταν, όμως, πολύ μικρότερες απ' ό,τι π.χ. στην ΕΣΣΔ. Μερικές από τις χώρες που πήραν μέρος στο σχέδιο δεν είχαν καν πάρει μέρος στον πόλεμο, όπως η Σουηδία, η Ελβετία, η Πορτογαλία και η Τουρκία. Αξίζει να σημειωθεί ότι μερικές από αυτές διακρίνονταν για τη μεγάλη οικονομική τους δύναμη ακόμη και χωρίς το Σχέδιο Μάρσαλ.

Ο πυρήνας των συνεπειών φάνηκε πιο γρήγορα, όπως είναι και φυσικό, στον οικονομικό τομέα. Η εισροή μεγάλων αποθεμάτων τροφίμων των ΗΠΑ στη Δυτ. Ευρώπη εμπόδισε το ξέσπασμα μιας μεγάλης επισιτιστικής κρίσης. Στις αρχές της δεκαετίας του '50, η αγροτική κρίση εξαλείφθηκε.

Στο βιομηχανικό τομέα, η επίπτωση ήταν επίσης φανερή. Στην ένωση των δυο δεκαετιών, οι διάφορες δυτικοευρωπαϊκές χώρες έχουν πλησιάσει ή ήδη φτάσει τα επίπεδα της προπολεμικής βιομηχανικής παραγωγής. Σ' αυτό το αποτέλεσμα συντέλεσε όχι λίγο και η είδηση ότι πρόκειται να έρθει το Σχέδιο Μάρσαλ. Υπολογίζεται ότι, κατά μέσον όρο, το επίπεδο αυτό είχε ξεπεραστεί το 1952 κατά 20%.

Από τοπική άποψη, το βάθος των επιπτώσεων του Σχεδίου Μάρσαλ δεν ήταν το ίδιο παντού. Αυτό οφείλεται, από τη μια, στην ανισόμετρη ανάπτυξη, αλλά, από την άλλη (και, ίσως, κυρίως), σε πολιτικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς.

Ετσι βλέπουμε, κατά κανόνα, να συμβαίνει το εξής: Πιο πολύ ωφελήθηκαν οι χώρες που ανήκαν στον ηττημένο εμπόλεμο συνασπισμό ή βρίσκονταν στα σύνορα (και, κατά προτίμηση, τα ανατολικά σύνορα) της Δυτικής Ευρώπης. Βλέπουμε, π.χ., ήδη το Δεκέμβρη του 1947 και χωρίς άμεση σχέση με το Σχέδιο Μάρσαλ, το Κογκρέσο των ΗΠΑ να εγκρίνει κονδύλια βοήθειας συνολικού ύψους 522.000.000 δολ. για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Αυστρία. Το συνολικό αποτέλεσμα αυτού του προσανατολισμού ήταν να ωφεληθούν πιο πολύ οι παρακάτω χώρες:

α) Γερμανία, ακριβέστερα οι δυτικές ζώνες της Γερμανίας και, μετά τις 9 Σεπτέμβρη 1949, η ΟΔΓ. Η χώρα αυτή υπήρξε στόχος κατά προτεραιότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ως το τέλος του 1951, η ΟΔΓ πήρε από το Σχέδιο Μάρσαλ συνολικά 4.000.000.000 δολ. έναντι 2.400.000.000 της Γαλλίας (υπολογίζονται τιμές της εποχής). Σε διάκριση με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία δεν πληρώνει αποζημιώσεις. Στο βαθμό που πληρώνει, στην πραγματικότητα ωφελείται από αυτό, καθώς οι Αμερικανοί αποσυναρμολογούν τον παλαιό τεχνολογικό εξοπλισμό και τον αντικαθιστούν με νέο, συχνά τεχνολογικής αιχμής. Η γερμανική οικονομία ανακάμπτει εξαιρετικά γρήγορα. Από τα δανικά σύνορα ως τις Βαυαρικές Αλπεις δημιουργείται σχεδόν αστραπιαία μια εντελώς καινούρια χώρα. Είναι το περίφημο «γερμανικό θαύμα», που έχει σαν βάση του το Σχέδιο Μάρσαλ.

β) Αυστρία. Η Αυστρία ανέκαμψε επίσης πολύ γρήγορα και γρήγορα αναδείχτηκε σε ένα από τα πλουσιότερα κράτη του κόσμου. Αυτό εξηγείται, αν σκεφθεί κανείς το ότι η μικρή Αυστρία πήρε περισσότερη κατά κεφαλήν ξένη βοήθεια από οποιαδήποτε χώρα οποιουδήποτε, των δυο εμπολέμων, συνασπισμού.

γ) Ιταλία. Δεν μπορεί να υπάρχει σήμερα καμία αμφιβολία ότι η Ιταλία ήταν μια από τις χώρες που ωφελήθηκαν πιο πολύ από το Σχέδιο Μάρσαλ. Αν και η Ιταλία ήταν μια μεγάλη δύναμη, αν και έντονα δεύτερης σειράς, και πριν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμη, ωστόσο η εισροή του Σχεδίου Μάρσαλ επέτρεψε και, ως ένα βαθμό, επέβαλε ένα εξαιρετικά γρήγορο και εντυπωσιακό εκσυγχρονισμό των δομών και μια πολύ θεαματική τεχνολογική έκρηξη.

δ) Ελλάδα. Η Ελλάδα αποτελεί ένα κεφάλαιο ιδιαίτερο από πολλές απόψεις. Κατ' αρχήν, δεν ήταν σε καμία περίπτωση μεγάλη ή ισχυρή οικονομικά δύναμη, αλλά, αντίθετα, μια χώρα εξαρτημένη και φτωχή. Από την άλλη μεριά, ο μεθοριακός της χαρακτήρας επέβαλλε ειδική φροντίδα. Επιπλέον, καθώς το Σχέδιο Μάρσαλ εγκρίνεται, η Ελλάδα βρίσκεται σε ειδικές πολιτικές συνθήκες που απαιτούν κι αυτές ιδιαίτερη αντιμετώπιση. Ηδη η δράση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας δεν επιτρέπει τη σταθερότητα της αστικής εξουσίας.

«Η Αμερικανική Βοήθεια προς την Ελλάδα, που προήλθε από όλες αυτές τις πηγές, από το 1944 ως το 1951, έφθασε και ξεπέρασε αρκετά τα δυο δισεκατομμύρια δολάρια, γιατί στο επίσημο σύνολο των 1.922.700.000 δολαρίων, που είναι η βοήθεια αυτής της περιόδου, δεν περιλαμβάνεται η αξία της άμεσης στρατιωτικής βοήθειας που δόθηκε από τον Ιούλη του 1950. Αυτό σημαίνει, ανάλογα με τον πληθυσμό, ότι σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί της Ελλάδος αντιστοιχούν 268 δολάρια ή τέσσερα εκατομμύρια δραχμές ή περίπου 13,50 δολάρια, δηλαδή σχεδόν 200.000 δρχ. δοσμένα από κάθε άνδρα, γυναίκα ή παιδί των Ηνωμένων Πολιτειών» («ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΡΣΑΛ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - Ο ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΜΑΡΣΑΛ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1948 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1952», σελ. 11. Πρόκειται για έκδοση η οποία «συνετάχθη και εδημοσιεύθη υπό της Ειδικής Οικονομικής Αποστολής του Οργανισμού Κοινής Ασφαλείας» και «διανέμεται δωρεάν»).

Το βέβαιο είναι ότι το Σχέδιο Μάρσαλ επέδρασε αποφασιστικά στις εξελίξεις στη χώρα. Κατ' αρχήν, συντέλεσε στη σχετικά γρήγορη αποκατάσταση των ζημιών και στην ανάκαμψη μιας οικονομίας σχεδόν πλήρως κατεστραμμένης και εξαιρετικά αδύνατης και χωρίς την καταστροφή. Το 1950, οι δείκτες της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής φθάνουν τα προπολεμικά επίπεδα (1945: περί το 30%). Οι εισροές του Σχεδίου αποκατέστησαν τα κέρδη του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ανανέωσαν τη βάση του και επέτρεψαν μια παρατεταμένη «απογείωση» του καπιταλισμού.

Μεγάλη σημασία έχει η διαπίστωση των συνεπειών του Σχεδίου και για το ευρωπαϊκό έτερον ήμισυ, δηλαδή για την Ανατολική Ευρώπη, δηλαδή στις χώρες που περνούσαν στο δρόμο του σοσιαλισμού.

Οχι μόνο σήμερα, αλλά ήδη από τότε ήταν φανερό ότι η αναγγελία του Σχεδίου και, πολύ περισσότερο, η έναρξη και η συνέχιση της εφαρμογής του επιδείνωσαν απότομα την κατάσταση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Σε αντίθεση με τη Δυτική Ευρώπη, η Ανατολική έχει σχεδόν εντελώς καταστραφεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και, παραδόξως, λησμονημένο είναι το γεγονός ότι στην Ανατολική Ευρώπη δεν υπήρχε καμία μη εμπόλεμη χώρα. Στην πραγματικότητα, η Ανατολική Ευρώπη είναι ο γεωγραφικός και στρατηγικός χώρος όπου άρχισε και όπου τελείωσε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Ηταν η περιοχή όπου έγιναν οι πραγματικά μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις, τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό μέτωπο του πολέμου, επιχειρήσεις που συνεχίστηκαν έως την τελευταία στιγμή του. Στο έδαφος της Ανατολικής Ευρώπης βρίσκονταν (με μόνη πιθανή εξαίρεση την Ιαπωνία) όλες οι εμπόλεμες χώρες που είχαν τις μεγαλύτερες καταστροφές. Ιδιαίτερα μεγάλη σημασία έχει το ότι, στις χώρες αυτές, περιλαμβάνεται και η ΕΣΣΔ, όπου οι καταστροφές ήταν φρικαλέες. Στην Ανατολή, οι καταστροφές δεν ήταν μόνο ασύγκριτα μεγαλύτερες. Ηταν και ποιοτικά διαφορετικές. Ενώ, στη Δύση, οι καταστροφές αφορούσαν κυρίως χώρους κατοικιών και «επιφανειακής υποδομής», στην Ανατολή έφθαναν, συνήθως, ως τη ρίζα, μην αφήνοντας τίποτε όρθιο.

Με το τέλος του πολέμου και την ανατροπή της στρατηγικής κατάστασης, αποκαλύπτεται ότι μεγάλο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της Ανατολής έχει μεταφερθεί στη Δύση. Στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης (και, συχνά, στα χέρια των ΗΠΑ σαν πολεμική λεία) φθάνουν να βρίσκονται έως και τα αποθέματα χρυσού των κεντρικών τραπεζών πολλών ανατολικοευρωπαϊκών χωρών - και μένουν εκεί για περίπου μισό αιώνα.

Το Σχέδιο Μάρσαλ, από τη φάση της σύλληψής του ακόμη, δεν ήταν, και δεν είχε σκοπό να είναι, παρά ένα όργανο ενός σχεδίου διεθνούς αντεπαναστατικού πολέμου. Οι γιγαντιαίες εφεδρείες του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού, που είχαν πολλαπλασιαστεί στη διάρκεια του πολέμου και εξαιτίας του, ήταν απλώς τα εργαλεία που έκαναν εφικτή την εφαρμογή του σχεδίου.

Αυτό, άλλωστε, αναγνωρίζεται και ανοιχτά:

«Κατά τα μέσα της τετραετούς λειτουργίας του, το Σχέδιον Μάρσαλ είχε δαπανήσει περί τα 10.000.000.000 δολάρια. Η βοήθεια αύτη συνέβαλε εις την αύξησιν της βιομηχανικής παραγωγής των κατεστραμμένων χωρών εις ποσοστόν μεγαλύτερον κατά 20% του προπολεμικού επιπέδου, την αποκατάστασιν της γεωργικής παραγωγής εις τα προπολεμικά επίπεδα, την καταπολέμησιν του πληθωρισμού, τη βελτίωσιν του βιοτικού επιπέδου των λαών, την αύξησιν των μισθών, τη διατήρησιν των δημοκρατικών θεσμών, την ενίσχυσιν των ατομικών ελευθεριών και, το πλέον σημαντικόν, την αναχαίτισιν της ανερχομένης κομμουνιστικής πλημμυρίδος» («Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια», Εκδόσεις «Κ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ - Δ. ΚΙΤΣΙΑ & Σία», Αθήναι 1970, Τόμος 15, σελ. 444, υπογρ. δική μας).

Ο Ντάγκλας Μπρίνκλι, διευθυντής του Κέντρου Αϊζενχάουερ του Πανεπιστημίου της Νέας Ορλεάνης, λέει:

«Χωρίς αυτό (σ.σ. το Σχέδιο), ολόκληρο το Βερολίνο θα είχε περάσει στα χέρια των Ανατολικών, η Ιταλία, η Ελλάδα και η Τουρκία θα βρίσκονταν στη σφαίρα της σοβιετικής επιρροής και οι ΗΠΑ θα έχαναν την πρόσβαση στα πετρέλαια του Κόλπου και τον έλεγχο της Μεσογείου» («ΝΕΑ», 30.5.97, σελ. 47).

Το σχέδιο Μάρσαλ στην εισήγηση του Α. Ζντάνοφ, που έκανε στη σύσκεψη των 9 Κομμουνιστικών Κομμάτων, χαρακτηρίζεται «Το αμερικανικό σχέδιο για την υποδούλωση της Ευρώπης» στις ΗΠΑ. Ας το δούμε:

«Ετσι, η νέα πολιτική των ΕΠΑ αποβλέπει να κατοχυρώσει τη μονοπωλιακή της θέση και υπολογίζει να θέσει τους κεφαλαιοκρατικούς συνεταίρους της σε θέση υποταγής και εξάρτησης από τις ΕΠΑ (σ.σ. Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής). Στο δρόμο όμως των τάσεων των ΕΠΑ για την παγκόσμια κυριαρχία στέκεται η ΕΣΣΔ με την αυξανόμενη διεθνή επιρροή της - φρούριο της αντιιμπεριαλιστικής και αντιφασιστικής πολιτικής, στέκονται οι χώρες της νέας δημοκρατίας, που έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, στέκονται οι εργάτες όλων των χωρών, μαζί και οι εργάτες της ίδιας της Αμερικής, που δεν θέλουν καινούριους πολέμους για την κυριαρχία των καταπιεστών τους. Γι' αυτό η νέα εξαπλωτική και αντιδραστική πορεία της πολιτικής των ΕΠΑ είναι υπολογισμένη για την πάλη ενάντια στην ΕΣΣΔ, ενάντια στις χώρες της νέας δημοκρατίας, ενάντια στο εργατικό κίνημα σε όλες τις χώρες, ενάντια στο εργατικό κίνημα μέσα στις ΕΠΑ, ενάντια στις απελευθερωτικές αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε όλες τις χώρες.

Το "σχέδιο Μάρσαλ", όπως ξεκαθαρίστηκε από τις τελευταίες συσκέψεις και τους λόγους των Αμερικανών πολιτικών, συνίσταται σε τούτο, να δώσει βοήθεια πρώτα πρώτα στις χώρες, νικήτριες που δεν φτώχαιναν, σύμμαχες της Αμερικής στην πάλη ενάντια στη Γερμανία και στους Γερμανούς κεφαλαιοκράτες, έτσι που να έχουν στα χέρια τους τις βασικές πηγές εξόρυξης κάρβουνου και μετάλλου, για τις ανάγκες της Ευρώπης και της Γερμανίας, και να εξαρτήσουν τα κράτη που έχουν ανάγκη από κάρβουνο και μέταλλα από την ανόρθωση της οικονομικής δύναμης της Γερμανίας. M' όλο που το "σχέδιο Μάρσαλ" προβλέπει να υποβιβαστούν τελειωτικά η Αγγλία όσο και η Γαλλία σε θέση δευτερεύουσας δύναμης, η εργατική κυβέρνηση του Ατλι στην Αγγλία και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ραμαντιέ στη Γαλλία πιάστηκαν από το "σχέδιο Μάρσαλ" σαν από άγκυρα σωτηρίας. Είναι γνωστό ότι η Αγγλία βασικά έχει κιόλας ξοδέψει το αμερικανικό δάνειο από 3.750 εκατ. δολάρια που πήρε το 1946. Είναι επίσης γνωστό ότι οι ληστρικοί όροι αυτού του δανείου έδεσαν την Αγγλία χειροπόδαρα. Αφού πέρασε στο λαιμό της τη θηλιά της χρηματιστικής εξάρτησης από τις ΕΠΑ η εργατική κυβέρνηση της Αγγλίας έβλεπε σαν μοναδική της διέξοδο το να πάρει καινούρια δάνεια. Γι' αυτό χαιρέτισε το "σχέδιο Μάρσαλ" σαν μια διέξοδο από το οικονομικό αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί, σαν μια ευκαιρία για να πάρει καινούριες πιστώσεις. Εχτός απ' αυτό οι Αγγλοι πολιτικοί υπολόγιζαν να επωφεληθούν από τη δημιουργία του συνασπισμού των δυτικο-ευρωπαϊκών χωρών, που χρωστούν στις ΕΠΑ για να προσπαθήσουν να παίξουν μέσα σ' αυτόν το συνασπισμό το ρόλο του κυριότερου εντολοδόχου των Αμερικανών, που ίσως και τα καταφέρει να πλουτίσει σε βάρος των αδύνατων χωρών. Η αγγλική αστική τάξη ονειρεύονταν να χρησιμοποιήσει το "σχέδιο Μάρσαλ", να προσφέρει υπηρεσίες στα αμερικανικά μονοπώλια και να μπει κάτω από τον έλεγχό τους, για να ξαναπιάσει τις θέσεις που έχασε σε μια σειρά χώρες, και ιδιαίτερα, να αποκαταστήσει τις θέσεις της στην περιοχή των Βαλκανίων και τον Δούναβη.

Για να δώσουν περισσότερη εξωτερική "αντικειμενικότητα" στις αμερικανικές προτάσεις, αποφασίστηκε να πάρουν σαν έναν από κείνους που είχαν την πρωτοβουλία για την προετοιμασία της πραγματοποίησης του "σχεδίου Μάρσαλ" και τη Γαλλία, που είχε κιόλας μισοθυσιάσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα για όφελος των ΕΠΑ, εφόσον η πίστωση που οι ΕΠΑ χορήγησαν στη Γαλλία το Μάη του 1947 έβαζε για όρο να απομακρυνθούν οι κομμουνιστές από τη γαλλική κυβέρνηση.

Με υπόδειξη της Ουάσιγκτον οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας πρότειναν στη Σοβιετική Ενωση να πάρει μέρος στη συζήτηση των προτάσεων Μάρσαλ. Αυτό το βήμα ήταν προορισμένο να κρύψει τον αντισοβιετικό χαρακτήρα των προτάσεων Μάρσαλ. Εκαναν τον υπολογισμό ότι εφόσον ήταν καλά γνωστό εκ των προτέρων ότι η ΕΣΣΔ δε θα δεχτεί να συζητήσει τις προτάσεις για αμερικανική βοήθεια με τους όρους που πρότεινε ο Μάρσαλ - θα μπορούσαν να ρίξουν πάνω της την ευθύνη, λέγοντας πως "δε θέλει να συνεργαστεί για την οικονομική ανόρθωση της Ευρώπης" και να ξεσηκώσουν έτσι ενάντια στην ΕΣΣΔ και τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν ανάγκη από πραγματική βοήθεια. Αν πάλι η Σοβιετική Ενωση πάρει μέρος στις διαπραγματεύσεις, τότε θα 'ναι πιο εύκολο να πιαστούν οι χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο δόκανο της "οικονομικής ανόρθωσης της Ευρώπης με τη βοήθεια της Αμερικής". Ταυτόχρονα, όπως το σχέδιο του Τρούμαν ποντάριζε πάνω στην τρομοκράτηση αυτών των χωρών, το "σχέδιο Μάρσαλ" είχε για σκοπό του να βολιδοσκοπήσει την αντοχή τους από οικονομική άποψη, να δοκιμάσει να ξεγελάσει αυτές τις χώρες, κι έπειτα να τις δέσει με τη "βοήθεια" των δολαρίων.

Το "σχέδιο Μάρσαλ" προορίζονταν σ' αυτήν την περίπτωση να συντελέσει να πραγματοποιηθεί ένα από τα βασικά καθήκοντα του γενικού αμερικανικού προγράμματος, να παλινορθώσει δηλαδή την εξουσία του ιμπεριαλισμού στις χώρες της νέας δημοκρατίας και να τις υποχρεώσει να παραιτηθούν από τη στενή οικονομική και πολιτική συνεργασία με τη Σοβιετική Ενωση.

Οι αντιπρόσωποι της ΕΣΣΔ, που συμφώνησαν να συζητήσουν τις προτάσεις του Μάρσαλ στο Παρίσι με τις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, ξεσκέπασαν στη σύσκεψη του Παρισιού την ανεδαφικότητα της προσπάθειας να διατυπωθεί ένα οικονομικό πρόγραμμα για όλη την Ευρώπη και ξεσκέπασαν την απόπειρα να δημιουργηθεί από τη νέα ευρωπαϊκή οργάνωση κάτω από την αιγίδα της Γαλλίας και της Αγγλίας ο κίνδυνος ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών και καταπάτησης των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων. Εδειξαν ότι το "σχέδιο Μάρσαλ" έρχεται σε αντίφαση με τις κανονικές αρχές της διεθνούς συνεργασίας και κρύβει μέσα του τη διάσπαση της Ευρώπης, την απειλή να υποτάξει μια σειρά χώρες της Ευρώπης στα συμφέροντα του αμερικανικού καπιταλισμού και αποβλέπει να βοηθήσει, προτιμώντας τα από τους συμμάχους, τα μονοπωλιακά κοντσέρν της Γερμανίας και το "σχέδιο Μάρσαλ" έχει να παίξει ιδιαίτερο ρόλο στην Ευρώπη για την ανόρθωσή τους.

Αυτή η πεντακάθαρη θέση της Σοβιετικής Ενωσης αφαίρεσε τη μάσκα από το σχέδιο των Αμερικανών ιμπεριαλιστών και των Αγγλογάλλων εντολοδόχων τους.

Η πανευρωπαϊκή σύσκεψη απέτυχε σκανδαλωδώς. Εννέα ευρωπαϊκά κράτη αρνήθηκαν να πάρουν μέρος. Μα το "σχέδιο" αυτό έγινε δεκτό χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό και από τα κράτη που συμφώνησαν να πάρουν μέρος στη συζήτηση του "σχεδίου Μάρσαλ" και στην επεξεργασία των συγκεκριμένων μέτρων για την πραγματοποίησή του, πολύ περισσότερο που γρήγορα φάνηκε ότι οι υπολογισμοί της ΕΣΣΔ πως το σχέδιο αυτό είναι πολύ μακριά από το να δώσει μια πραγματική βοήθεια βγήκαν πέρα για πέρα σωστοί. Φάνηκε ότι η κυβέρνηση των ΕΠΑ καθόλου δεν βιάζεται να πραγματοποιήσει τις επαγγελίες του Μάρσαλ. Οι ηγέτες του αμερικανικού Κογκρέσου δέχτηκαν να μην εξετάσει το Κογκρέσο το ζήτημα για την έγκριση νέων κονδυλίων για πιστώσεις σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες πριν από το 1948.

Ετσι, έγινε ολοφάνερο ότι η Αγγλία, η Γαλλία και τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, που δέχτηκαν το περσινό "σχήμα για την πραγματοποίηση" του "σχεδίου Μάρσαλ", έπεσαν θύματα του αμερικανικού εκβιασμού.

Ωστόσο συνεχίζονται οι προσπάθειες για να συμπηχθεί ένα δυτικό μπλοκ κάτω από την αιγίδα της Αγγλίας.

Είναι ανάγκη να σημειώσουμε ότι η αμερικανική εκδοχή του δυτικού μπλοκ δεν μπορεί να μη συναντήσει σοβαρή αντίσταση ακόμα και σε χώρες σαν την Αγγλία και τη Γαλλία που είναι κιόλας εξαρτημένες από τις Ενωμένες Πολιτείες. Η προοπτική για αποκατάσταση του γερμανικού ιμπεριαλισμού σε μια πραγματική δύναμη ικανή να αντιπαραταχτεί στη δημοκρατία και στον κομμουνισμό στην Ευρώπη δεν μπορεί να ξεγελάσει ούτε την Αγγλία ούτε τη Γαλλία. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια από τις κυριότερες αντιθέσεις μέσα στο συνασπισμό - Αγγλία - ΕΠΑ - Γαλλία. Τα αμερικανικά μονοπώλια και η διεθνής αντίδραση, όπως φαίνεται, δεν υπολογίζουν και πολύ ότι ο Φράνκο είτε οι Ελληνες φασίστες θα γίνουν κάποτε ένα ασφαλές φρούριο των ΕΠΑ ενάντια στην ΕΣΣΔ και τις νέες δημοκρατίες στην Ευρώπη. Γι' αυτό στηρίζουν ιδιαίτερες ελπίδες στην ανόρθωση της κεφαλαιοκρατικής Γερμανίας, βλέποντάς την σαν την κυριότερη εγγύηση για μια επιτυχημένη πάλη ενάντια στις δημοκρατικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Δεν έχουν εμπιστοσύνη ούτε στους Εργατικούς στην Αγγλία, ούτε στους Σοσιαλιστές στη Γαλλία και τους θεωρούν, παρ' όλη την προθυμία που δείχνουν, "κρυφοκομμουνιστές" που δεν αξίζουν και πολλή εμπιστοσύνη...

Οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές ζητούν επίσης να συγχωνευτούν οι τρεις ζώνες κατοχής και να σχηματιστεί ανοιχτά μια πολιτικά απομονωμένη Δυτική Γερμανία κάτω από αμερικανικό έλεγχο. Οι ΕΠΑ επιμένουν να μεγαλώσει η παραγωγή ατσαλιού στο Ρουρ και οι κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις να διατηρηθούν κάτω από την αιγίδα των ΕΠΑ. Η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται τις πιστώσεις που υποσχέθηκε ο Μάρσαλ για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης σαν κατ' εξοχήν βοήθεια στους Γερμανούς κεφαλαιοκράτες.

Ετσι η Αμερική συγκροτεί το "δυτικό συνασπισμό" όχι σύμφωνα με το σχέδιο του Τσόρτσιλ για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης που θα ήταν ο εφαρμοστής της αγγλικής πολιτικής, μα σαν αμερικανικό προτεκτοράτο, που μέσα του στα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών - και δεν εξαιρείται και η ίδια η Αγγλία - θα ανήκει ένας ρόλος που δεν απέχει και πολύ από το ρόλο της περίφημης 49ης πολιτείας της Αμερικής» («Η σύσκεψη των 9 Κομμουνιστικών Κομμάτων στην Πολωνία», Εκδοτικό Ελεύθερης Ελλάδας, Νοέμβρης 1947, σελ. 9, 24 - 28). (Οι υπογραμμίσεις στην εισήγηση του Ζντάνοφ δικές μας).

Ούτε λίγο ούτε πολύ η εισήγηση του Ζντάνοφ εκτιμά ότι οι ΗΠΑ με το σχέδιο Μάρσαλ ενδιαφέρονται για την καπιταλιστική ανάπτυξη της Δυτικής Ευρώπης αλλά με σκοπό να εξαρτήσουν ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, όπως Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, από τις ΗΠΑ. Την Αγγλία και τη Γαλλία τις θεωρούν ήδη εξαρτημένες. Και εκτιμά ότι η αντίθεση που υπάρχει δεν είναι αντίθεση καπιταλισμού - σοσιαλισμού, αλλά αντίθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις εξαρτημένες απ' αυτές ισχυρές καπιταλιστικές χώρες και την ΕΣΣΔ και τις δημοκρατικές χώρες. Αυτό είχε επίδραση και στη στρατηγική των Κομμουνιστικών Κομμάτων που έθεταν ως στόχο την κατάχτηση της εθνικής ανεξαρτησίας αυτών των κρατών, που μάλιστα ήταν ψηλά στη θέση της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.

Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ εκτίμησε ως προς αυτό ότι: «Yιοθετήθηκε η στρατηγική της "αντιμονοπωλιακής διακυβέρνησης", μια μορφή σταδίου ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, που θα έλυνε προβλήματα "εξάρτησης" από τις HΠA. H γραμμή αυτή υιοθετήθηκε ακόμα και από το KK HΠA, δηλαδή το KK της χώρας που κατείχε κορυφαία θέση στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Στην πολιτική πρακτική εκφράστηκε με τη συμμετοχή KK σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού σε συνεργασία με τη σοσιαλδημοκρατία.

Eτσι, KK επέλεξαν πολιτική συμμαχιών και με δυνάμεις της αστικής τάξης, αυτές που χαρακτηρίστηκαν ως "εθνικώς σκεπτόμενες", σε διάκριση από τις λεγόμενες "ξενόδουλες". Tέτοιες αντιλήψεις επικράτησαν και σε εκείνο το τμήμα του κομμουνιστικού κινήματος που κατά τη διάσπαση της δεκαετίας του 1960 προσανατολιζόταν στο KK Kίνας και που συγκρότησε το μαοϊκό ρεύμα».

Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι στη διακήρυξη που έβγαλε η Συνδιάσκεψη συμπυκνώνονταν οι τότε εκτιμήσεις για το χαρακτήρα του μεταπολεμικού κόσμου ως εξής: «Δύο αντίθετες πολιτικές γραμμές εκδηλώθηκαν: Στον ένα πόλο η πολιτική της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων δημοκρατικών χωρών, που αποβλέπει στην υπονόμευση του ιμπεριαλισμού και στην ενίσχυση της δημοκρατίας. Στον αντίθετο πόλο η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας, που αποβλέπει στην ενίσχυση του ιμπεριαλισμού και στην κατάπνιξη της δημοκρατίας. Και επειδή η Σοβιετική Ενωση και οι νέες Δημοκρατίες έγιναν ένα εμπόδιο στην πραγματοποίηση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων πάλης για την παγκόσμια κυριαρχία και τη συντριβή των δημοκρατικών κινημάτων, έχει οργανωθεί εναντίον τους μια σταυροφορία. Η σταυροφορία αυτή συνοδεύεται με απειλές ενός πολέμου εκ μέρους των πιο λυσσασμένων ιμπεριαλιστών πολιτικών ανδρών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας. Ετσι, σχηματίστηκαν δύο στρατόπεδα στον κόσμο». Η διακήρυξη υπογράμμιζε, επίσης, την ανάγκη συντονισμού δράσης των δυνάμεων του αντιιμπεριαλιστικού στρατοπέδου για την αποτροπή των σχεδίων του ιμπεριαλισμού, ενώ κύριο καθήκον των Κομμουνιστικών Κομμάτων έθετε «να πάρουν στα χέρια τους τη σημαία της άμυνας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας των χωρών τους». «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα - κατέληγε η διακήρυξη - πρέπει να ηγηθούν σε όλους τους τομείς - κυβερνητικό, πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό - στην αντίσταση στα ιμπεριαλιστικά, επεκτατικά και επιθετικά σχέδια για εξάπλωση και επίθεση. Πρέπει να συσφίγξουν τις γραμμές τους, να ενώσουν τις προσπάθειές τους πάνω στη βάση μιας κοινής αντιιμπεριαλιστικής και δημοκρατικής πλατφόρμας και να συγκεντρώσουν γύρω τους όλες τις δημοκρατικές και πατριωτικές δυνάμεις του λαού».

Εδώ φαίνεται ότι η «γραμμή της "ειρηνικής συνύπαρξης"» αναπτύχθηκε αμέσως στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και αναγνώριζε την καπιταλιστική βαρβαρότητα και επιθετικότητα για τις HΠA και την Aγγλία, για ορισμένα τμήματα της αστικής τάξης και των αντίστοιχων πολιτικών δυνάμεων στα δυτικοευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη, όχι όμως ως σύμφυτο στοιχείο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού. Γεγονός που εμφανίστηκε αργότερα, στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, και εδραιώθηκε στο 20ο Συνέδριό του.

Εκτός απ' αυτή τη διακήρυξη, που αφορούσε συνολικά το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, η Συνδιάσκεψη κατέληξε και σε μια πιο ειδική απόφαση για την ίδρυση του Γραφείου Πληροφοριών, που αφορούσε αποκλειστικά τα εννέα ΚΚ που συμμετείχαν σ' αυτήν. Η απόφαση αυτή, στο σύνολό της, έχει ως εξής:

«Οι αντιπροσωπείες των Κομμουνιστικών Κομμάτων, που αντιπροσωπεύτηκαν στη Διάσκεψη της Βαρσοβίας, συμφώνησαν στην ακόλουθη απόφαση:

Η Διάσκεψη διαπιστώνει ότι η έλλειψη επαφών ανάμεσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα, που αντιπροσωπεύονται σ' αυτή, συνεπάγεται στη σημερινή κατάσταση σοβαρό μειονέκτημα. Η πείρα απέδειξε ότι παρόμοια έλλειψη επαφών ανάμεσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα είναι πολύ επιζήμια και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η ανάγκη για ανταλλαγή της πείρας και συντονισμένη, ύστερα από αβίαστη συγκατάθεση, δράση των ενδιαφερομένων κομμάτων εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ιδιαίτερα επιτακτική κάτω από τις περίπλοκες συνθήκες που παρουσιάζει η μεταπολεμική κατάσταση, όπου η απουσία μιας σύνδεσης ανάμεσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση επιζήμια για την εργατική τάξη.

Σύμφωνα με αυτά, οι αντιπροσωπείες των κομμάτων που παίρνουν μέρος στη Διάσκεψη κατέληξαν στα ακόλουθα:

1) Θα ιδρυθεί Γραφείο Πληροφοριώντων αντιπροσώπων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας, του Βουλγαρικού Εργατικού Κόμματος (Κομμουνιστικού), του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρουμανίας, του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, του Πολωνικού Εργατικού Κόμματος, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (Μπολσεβίκων), του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας.

2) Εργο του Γραφείου Πληροφοριών θα είναι η οργάνωση της ανταλλαγής της πείρας και σε περίπτωση ανάγκης η συντονισμένη δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων με βάση την ελεύθερη συγκατάθεση.

3) Το Γραφείο Πληροφοριών θ' αποτελείται από αντιπροσώπους των Κεντρικών Επιτροπών, με βάση δυο αντιπροσώπους για κάθε μία. Ο διορισμός και η αντικατάσταση των αντιπροσώπων θα πρέπει να γίνεται από τις ενδιαφερόμενες Κεντρικές Επιτροπές.

4) Το Γραφείο Πληροφοριών θα εκδίδει ένα δεκαπενθήμερο και αργότερα ένα εβδομαδιαίο όργανο. Το όργανο αυτό θα εκδίδεται στη γαλλική και ρωσική γλώσσα και εφόσον θα είναι δυνατό και σ' άλλες γλώσσες.

5) Εδρα του Γραφείου Πληροφοριών ορίζεται το Βελιγράδι» («Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τεύχος 11/1947, σελ. 512 - 513).

Ο Α. Ζντάνοφ σχετικά με τη Διεθνή, τη διάλυσή της και την αναγκαιότητα «συντονισμού» πλέον των κομμουνιστικών κομμάτων, στην εισήγησή του, στο κεφάλαιο «Τα καθήκοντα των κομμουνιστικών κομμάτων για τη συσπείρωση των δημοκρατικών, αντιφασιστικών, φιλειρηνικών στοιχείων στην πάλη ενάντια στα καινούρια σχέδια για πόλεμο και επίθεση»(«Η σύσκεψη των 9 κομμουνιστικών κομμάτων στην Πολωνία», Εκδοτικό Ελεύθερης Ελλάδας, Νοέμβρης 1947 σελ. 31 - 35), αναφέρει τα εξής:

«Η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του εργατικού κινήματος μέσα στη νέα ιστορική κατάσταση έπαιξε θετικό ρόλο. Η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς έβαλε μια για πάντα τέλος στις συκοφαντίες των εχθρών του κομμουνιστικού κινήματος πως η Μόσχα ανακατώνεται τάχα στην εσωτερική ζωή των άλλων κομμάτων, πως τα κομμουνιστικά κόμματα των άλλων κρατών δε δουλεύουν τάχα για τα συμφέροντα του λαού τους, αλλά με επιταγές απ' έξω.

Η Κομμουνιστική Διεθνής είχε δημιουργηθεί μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν ακόμα αδύνατα, όταν δεν υπήρχε σχεδόν καμιά σύνδεση ανάμεσα στην εργατική τάξη των διαφόρων χωρών και τα κομμουνιστικά κόμματα δεν είχαν ακόμα γενικά αναγνωρισμένους ηγέτες του εργατικού κινήματος. Οι υπηρεσίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς συνίστανται στο ότι αποκατέστησε και δυνάμωσε τους δεσμούς ανάμεσα στους εργαζόμενους στις διάφορες χώρες, επεξεργάστηκε τα θεωρητικά ζητήματα του εργατικού κινήματος μέσα στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες ανάπτυξης, καθόρισε τις γενικές γραμμές της προπαγάνδας και της ζύμωσης γύρω από τις ιδέες του κομμουνισμού και διευκόλυνε την κατάρτιση των ηγετών του εργατικού κινήματος. Ετσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για να μετατραπούν τα νεαρά κομμουνιστικά σε μαζικά εργατικά κόμματα. Με τη μετατροπή, όμως των νεαρών κομμουνιστικών κομμάτων σε μαζικά κόμματα της εργατικής τάξης, η καθοδήγησή τους από ένα κέντρο έγινε αδύνατη και άσκοπη. Και η Κομμουνιστική Διεθνής από παράγοντας που συντελούσε στην ανάπτυξη των κομμουνιστικών κομμάτων άρχισε να μεταβάλλεται σε παράγοντα που φρενάρει αυτήν την ανάπτυξη. Το νέο στάδιο στην ανάπτυξη των κομμουνιστικών κομμάτων απαιτούσε νέες μορφές σύνδεσης μεταξύ των κομμάτων. Αυτά τα περιστατικά καθόρισαν την ανάγκη να διαλυθεί η Κομμουνιστική Διεθνής και να δημιουργηθούν νέες μορφές σύνδεσης μεταξύ των κομμάτων. Στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τα κομμουνιστικά κόμματα δυνάμωσαν σημαντικά, η επιρροή τους μεγάλωσε σ' όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Η επιρροή των κομμουνιστικών κομμάτων μεγάλωσε όχι μόνο στην Ανατολική Ευρώπη, μα και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, όπου κυριαρχούσε ο φασισμός, ακόμα και κει όπου υπήρχε γερμανοφασιστική κατοχή (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Νορβηγία, Δανία, Φινλανδία κ.τλ.).

Η επιρροή των κομμουνιστών δυνάμωσε ιδιαίτερα, στις χώρες της νέας δημοκρατίας, όπου τα κομμουνιστικά κόμματα, είναι τα κόμματα που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή μέσα στο κράτος.

Η σημερινή, όμως, θέση των κομμουνιστικών κομμάτων έχει και τις ελλείψεις της. Ορισμένοι σύντροφοι πήραν το ζήτημα με τέτοιον τρόπο σαν η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς να σημαίνει και διακοπή κάθε σύνδεσης, κάθε επαφής ανάμεσα στα αδελφά Κομμουνιστικά Κόμματα. Η πείρα έδειξε ακόμα ότι η τέτοια έλλειψη σύνδεσης ανάμεσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα δεν είναι σωστή, είναι επιζήμια και στην πραγματικότητα αφύσικη. Το κομμουνιστικό κίνημα αναπτύσσεται στα εθνικά πλαίσια, ταυτόχρονα όμως έχει και καθήκοντα και συμφέροντα κοινά για τα κόμματα των διαφόρων χωρών. Εχουμε μπροστά μας μια αρκετά παράξενη εικόνα: Οι σοσιαλιστές που έφαγαν τα λυσσιακά τους για ν' αποδείξουν ότι η Κομμουνιστική Διεθνής υπαγόρευε τάχα στους κομμουνιστές όλων των χωρών τις οδηγίες της Μόσχας, για να ξαναφτιάξουν τη Διεθνή τους, και οι κομμουνιστές να αποφεύγουν ακόμα και να συναντηθούν μεταξύ τους, πολύ περισσότερο να συσκεφθούν για ζητήματα που τους ενδιαφέρουν αμοιβαία, φοβούμενοι τις συκοφαντίες του εχθρού για «δάχτυλο της Μόσχας». Οι αντιπρόσωποι κάθε λογής δράσης επιστήμονες, συνεταιριστές, συνδικαλιστές, νεολαία, φοιτητές, νομίζουν ότι μπορούν να διατηρούν μια διεθνή επαφή, να ανταλλάσσουν την πείρα τους και να συσκέπτονται για τα ζητήματα της δουλειάς τους, να οργανώνουν διεθνείς συνδιασκέψεις και συσκέψεις, ενώ οι κομμουνιστές ακόμα και των χωρών που έχουν συμμαχικές σχέσεις μεταξύ τους, διστάζουν ν' αποκαταστήσουν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Δε χωρεί αμφιβολία πως η κατάσταση αυτή, αν συνεχιζόταν, θα ήταν γεμάτη από εξαιρετικά βλαβερές συνέπειες για την ανάπτυξη της δουλειάς των αδελφών κομμάτων. Αυτή η ανάγκη για σύσκεψη και εθελοντικό συντονισμό της δράσης των χωριστών Κομμουνιστικών Κομμάτων ωρίμασε ιδιαίτερα σήμερα που η συνεχιζόμενη έλλειψη σύνδεσης μπορεί να οδηγήσει σε αδυνάτισμα της αμοιβαίας κατανόησης και με τον καιρό σε σοβαρά λάθη.

Εφόσoν το μεγαλύτερο μέρος της καθοδήγησης των σοσιαλιστικών κομμάτων (ιδιαίτερα οι Αγγλοι εργατικοί και οι Γάλλοι σοσιαλιστές) φέρνονται σαν πράχτορες των ιμπεριαλιστικών κύκλων των ΕΠΑ, στους κομμουνιστές πέφτει ο ιδιαίτερος ιστορικός ρόλος να μπουν επικεφαλής της αντίστασης στο αμερικανικό σχέδιο υποδούλωσης της Ευρώπης.

Να ξεσκεπάζουν θαρραλέα όλους τους βοηθούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού μέσα σε κάθε χώρα. Ταυτόχρονα, οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν όλα τα πραγματικά πατριωτικά στοιχεία, που δεν θέλουν να εκθέσουν την πατρίδα τους σε προσβολές, θέλουν ν' αγωνιστούν ενάντια στην υποδούλωση της πατρίδας τους από το ξένο κεφάλαιο για τα εθνικά κυριαρχικά της δικαιώματα. Οι κομμουνιστές πρέπει να είναι η ηγετική δύναμη για τη συσπείρωση όλων των αντιφασιστικών φιλελεύθερων στοιχείων στην πάλη ενάντια στα νέα αμερικάνικα εξαπλωτικά σχέδια για την υποδούλωση της Ευρώπης.

Πρέπει να 'χουμε υπόψη ότι ανάμεσα στην επιθυμία των ιμπεριαλιστών ν' ανάψουν έναν καινούριο πόλεμο και στη δυνατότητα να οργανώσουν έναν τέτοιο πόλεμο υπάρχει τεράστια απόσταση. Οι λαοί όλου του κόσμου δε θέλουν τον πόλεμο, οι δυνάμεις που υπερασπίζουν την ειρήνη είναι τόσο σημαντικές και μεγάλες που αν δειχτούν σταθερές και αποφασιστικές για τη διατήρηση της ειρήνης, αν δείξουν επιμονή και σταθερότητα, τα σχέδια των επιδρομέων θα χρεοκοπήσουν πέρα για πέρα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο θόρυβος των πρακτόρων του ιμπεριαλισμού γύρω απ' τον κίνδυνο πολέμου έχει για σκοπό του να φοβερίσει τους ανθρώπους που έχουν αδύνατα νεύρα και τους δισταχτικούς και να επιτύχει με τους εκβιασμούς παραχωρήσεις προς τον επιδρομέα.

Ο κυριότερος κίνδυνος για την εργατική τάξη σήμερα βρίσκεται στην υποτίμηση των δυνάμεών της και στην υπερτίμηση των δυνάμεων του αντιπάλου. Οπως η πολιτική του Μονάχου στο παρελθόν έλυσε τα χέρια της χιτλερικής αντίδρασης, έτσι κι οι παραχωρήσεις στις ΕΠΑ και στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο μπορούν να κάνουν τους εμπνευστές του ακόμα πιο θρασείς κι επιθετικούς. Γι' αυτό τα Κομμουνιστικά Κόμματα πρέπει να μπουν επικεφαλής της αντίστασης στα σχέδια της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και επίθεσης σ' όλη τη γραμμή - κρατική, οικονομική και ιδεολογική, πρέπει να συσπειρωθούν, να συνενώσουν όλες τις προσπάθειές τους με βάση το κοινό αντιιμπεριαλιστικό και δημοκρατικό πρόγραμμα και να συγκεντρώσουν γύρω τους όλες τις δημοκρατικές και πατριωτικές δυνάμεις των λαών.

Τα αδελφά Κομμουνιστικά Κόμματα της Γαλλίας, Ιταλίας, Αγγλίας και των άλλων χωρών έχουν ένα ιδιαίτερο καθήκον. Πρέπει να πάρουν στα χέρια τους τη σημαία της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας των χωρών τους. Αν τα Κομμουνιστικά Κόμματα σταθούν γερά στις θέσεις τους, αν δεν υποκύψουν στις φοβέρες και τους εκβιασμούς, αν σταθούν παλικαρίσια φρουροί μιας στέρεας ειρήνης και της Λαϊκής Δημοκρατίας, φρουροί των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των χωρών τους, αν κατορθώσουν στην πάλη τους ενάντια στις προσπάθειες για οικονομική και πολιτική υποδούλωση των χωρών τους να σταθούν επικεφαλής όλων των δυνάμεων, που είναι έτοιμες να υπερασπίσουν την τιμή και την εθνική ανεξαρτησία, τότε δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κανένα σχέδιο για την υποδούλωση της Ευρώπης. (Οι υπογραμμίσεις στην εισήγηση του Ζντάνοφ δικές μας).

Φαίνεται και από το απόσπασμα αυτό η στρατηγική της «εθνικής ανεξαρτησίας» που βεβαίως εκφράστηκε και στα προγράμματα των κομμουνιστικών κομμάτων των καπιταλιστικών κρατών ως ενδιάμεσο στάδιο με ενδιάμεση εξουσία λες και υπάρχει ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό ενδιάμεσος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός. Αυτή η στρατηγική ωθούσε και σε λαθεμένες συμμαχίες, δηλαδή η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα να συμμαχήσουν με τμήματα της αστικής τάξης με σκοπό τη λύση της «εξάρτησης».

Ταυτόχρονα, από αυτό το τμήμα της εισήγησης του Ζντάνοφ φαίνεται ότι, στις συγκεκριμένες συνθήκες, είχε επικρατήσει η εκτίμηση για ενδεχόμενο ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αυτή η εκτίμηση συνδεόταν με τη δράση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Tο σχέδιο Mάρσαλ, και στη συνέχεια η Δυτική Eνωση, το Bορειοατλαντικό Σύμφωνο, ενίσχυσαν αυτήν την εκτίμηση. Το ίδιο και ο πόλεμος της Κορέας.

Ηταν, όντως, το Γραφείο Πληροφοριών μια προσπάθεια ανασύστασης της Κομμουνιστικής Διεθνούς; Ο Ζντάνοφ κάνει λόγο για «ανάγκη να διαλυθεί η Κομμουνιστική Διεθνής και να δημιουργηθούν νέες μορφές σύνδεσης μεταξύ των κομμάτων».

Για το ίδιο ζήτημα, ο Ουίλ. Φόστερ έχει γράψει: «Δεν έγιναν προσπάθειες για διεύρυνση του Γραφείου Πληροφοριών με το τράβηγμα άλλων κομμάτων, εκτός από εκείνα που πήραν μέρος στην ίδρυσή του. Αυτό δε σήμαινε την ανασύσταση της Διεθνούς αλλά μονάχα την αποκατάσταση πληροφοριακών επαφών. Πολλά κομμουνιστικά κόμματα απ' όλο τον κόσμο, νιώθοντας βαθιά την ανάγκη μιας διεθνούς οργάνωσης, ήθελαν ν' αναπτύξουν το νέο γραφείο προσχωρώντας σ' αυτό. Μια τέτοια όμως τάση να ιδρυθεί μια νέα ισχυρή διεθνής οργάνωση θα όξυνε περισσότερο την υπάρχουσα διεθνή ένταση και γι' αυτό δεν ενθαρρύνθηκε» (Ουίλ. Φόστερ: «Ιστορία των τριών Διεθνών», Αθήνα 1975, τόμος β΄ σελ. 645 - 646).

Το Γραφείο Πληροφοριών αποτελούνταν από επτά κομμουνιστικά κόμματα που βρίσκονταν στην εξουσία και δύο επιπλέον, το Γαλλικό και το Ιταλικό, που φαίνονταν τότε τα ισχυρότερα της Ευρώπης. Η σύνθεση του Γραφείου Πληροφοριών άλλαξε με την αποπομπή του Γιουγκοσλαβικού ΚΚ από τις τάξεις του, στις 28 του Ιούνη 1948. Τα κόμματα που το αποτελούσαν από εννέα έμειναν 8, αλλά ποτέ δεν επιδιώχτηκε να συμπληρωθεί το κενό με την προσχώρηση άλλου κόμματος, στη θέση του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Η αποπομπή του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας έχει  να κάνει με την οπορτουνιστική στροφή του, την αντιπαράθεσή του με το ΚΚΣΕ και τ' άλλα Κομμουνιστικά Κόμματα, αναζήτηση ερεισμάτων και συμμαχιών με καπιταλιστικά κράτη.
Το Γραφείο Πληροφοριών αυτοδιαλύθηκε τον Απρίλη του 1956, περίπου ένα μήνα μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, αν και μετά το 1953 η δράση του είχε γίνει σημαντικά υποτονική. Στη σχετική ανακοίνωση, που δημοσιεύτηκε στο δημοσιογραφικό του όργανο στις 17/4/1956, γινόταν θετική αποτίμηση του έργου του, ενώ η απόφαση για την αυτοδιάλυσή του δικαιολογούνταν με την επίκληση της αλλαγής των συνθηκών σε σχέση μ' αυτές που επικρατούσαν την εποχή που ιδρύθηκε: «Οι Κεντρικές Επιτροπές των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, που ανήκουν στο Γραφείο Πληροφοριών - κατέληγε η απόφαση- αφού αντάλλαξαν γνώμες πάνω στα ζητήματα της δράσης του, παραδέχτηκαν ότι το Γραφείο Πληροφοριών, που ιδρύθηκε απ' αυτές το 1947, εξάντλησε τις λειτουργίες του και γι' αυτό αποφάσισαν ομόφωνα να σταματήσει η δράση του Γραφείου Πληροφοριών των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων και η έκδοση του οργάνου του, της εφημερίδας "Για σταθερή ειρήνη, για τη λαϊκή δημοκρατία"» («Νέος Κόσμος», τεύχος 4-5/1956, σελ. 17- 18).

Η ιστορική αναφορά στο γεγονός της ίδρυσης του «Γραφείου Πληροφοριών» δεν έχει να κάνει απλά με την καταγραφή του, όσο με την υπόθεση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, την αναγκαιότητα ενιαίας στρατηγικής απέναντι στον ιμπεριαλισμό, ζήτημα που απασχόλησε το ΚΚΕ στη μελέτη για τις αιτίες της αντεπανάστασης. Γι' αυτό παρουσιάζουμε από την «Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: Eκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό», το κεφάλαιο:

«H ΣTPATHΓIKH ΤOY ΔIEΘNOYΣ KOMMOYNIΣTIKOY KINHMATOΣ KAI OI EΞEΛIΞEIΣ ΣE AYTO»

(...)

«27. Oι εξελίξεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, τα ζητήματα στρατηγικής του έπαιξαν σοβαρό ρόλο στην ταξική πάλη σε παγκόσμιο επίπεδο και στη διαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων.45

Προβλήματα ιδεολογικής και στρατηγικής ενότητας εκδηλώθηκαν σε όλη την πορεία της Kομμουνιστικής Διεθνούς (KΔ), σχετικά με το χαρακτήρα της επανάστασης, το χαρακτήρα του επερχόμενου πολέμου μετά την άνοδο του φασισμού στη Γερμανία46 και τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία.

Oι οπορτουνιστικές ομάδες μέσα στο KK των μπολσεβίκων (τροτσκιστές - μπουχαρινικοί) συνδέθηκαν και με τη διαπάλη που εξελισσόταν μέσα στην Kομμουνιστική Διεθνή για τη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, στο 6ο Συνέδριο της KΔ, ο Mπουχάριν, ως πρόεδρος της KΔ, υποστήριξε δυνάμεις μέσα στα KK και την KΔ που υπερέβαλαν τη "σταθεροποίηση του καπιταλισμού" και την αδυναμία εμφάνισης νέας επαναστατικής ανόδου, εξέφραζαν διαθέσεις συνεννόησης με τη σοσιαλδημοκρατία, ειδικά τη λεγόμενη "αριστερή" κ.λπ.

Xαλάρωση της λειτουργίας της KΔ ως ενιαίου κέντρου είχε εμφανιστεί πολλά χρόνια πριν την αυτοδιάλυσή της (1943).47H διάλυση της KΔ (Mάης 1943), παρά τα προβλήματα ενότητας που αυτή είχε και ανεξάρτητα από το αν αυτή μπορούσε να διατηρηθεί ή όχι, στέρησε από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα το κέντρο και τη δυνατότητα συντονισμένα να επεξεργαστεί την επαναστατική στρατηγική για τη μετατροπή του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ή στην ξένη κατοχή σε αγώνα για την εξουσία, ως ενιαίο καθήκον που αφορούσε το κάθε KK στις συνθήκες της δικής του χώρας.48

Aνεξάρτητα από τις αιτίες που οδήγησαν στη διάλυση της KΔ, είναι αντικειμενική η ανάγκη, το κομμουνιστικό κίνημα, σε διεθνές επίπεδο, να διαμορφώνει ενιαία επαναστατική στρατηγική, να σχεδιάζει και να συντονίζει τη δράση του. O βαθύτερος προβληματισμός για τη διάλυση της KΔ πρέπει να παίρνει υπόψη μια σειρά εξελίξεις,49 όπως: Tο σταμάτημα της δράσης της Kόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς, το 1937, επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των τμημάτων της ενώθηκε με τις μαζικές ρεφορμιστικές ενώσεις ή προσχώρησε σε αυτές. Tην απόφαση του 6ου Συνεδρίου της Kομμουνιστικής Διεθνούς των Nέων (1935), σύμφωνα με την οποία η πάλη ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο απαιτούσε την αλλαγή του χαρακτήρα των Eνώσεων της Kομμουνιστικής Nεολαίας, στη βάση της οποίας πραγματοποιήθηκαν συνενώσεις KN με Σοσιαλιστικές Νεολαίες (π.χ. στην Iσπανία, στη Λετονία) κ.ά.

O πόλεμος διαμόρφωσε συνθήκες μεγάλης όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό πολλών χωρών, όμως η αντιφασιστική πάλη οδήγησε στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, με την καθοριστική υποστήριξη των λαϊκών κινημάτων από τον Kόκκινο Στρατό, μόνο σε χώρες της Kεντρικής και Aνατολικής Eυρώπης.

Στην καπιταλιστική Δύση τα KK δε διαμόρφωσαν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. H στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.

H έλλειψη τέτοιας στρατηγικής σε KK δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης, λόγω της στρατιωτικής παρουσίας των αμερικανικών και βρετανικών στρατευμάτων σε μια σειρά χώρες της Δυτικής Eυρώπης. Tα KK οφείλουν να διαμορφώνουν τη στρατηγική τους ανεξάρτητα από το συσχετισμό δύναμης. Σημειώθηκε σταδιακή υποχώρηση από τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία.

H θέση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το συσχετισμό δυνάμεων, ανεξάρτητα από το πρόβλημα που μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση των εξελίξεων, π.χ. όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αλλαγές στη μορφή της αστικής εξουσίας που μπορεί να προκληθούν.

28. Mετά τη λήξη του B' Παγκοσμίου Πολέμου αναδιατάχθηκαν οι συμμαχίες. Τα καπιταλιστικά κράτη και οι αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις που συμμετείχαν στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα σε κάθε χώρα (π.χ. δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας) συνενώθηκαν ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα και στα σοσιαλιστικά κράτη.

Σε αυτές τις συνθήκες, έγιναν ακόμη περισσότερο φανερές οι αρνητικές συνέπειες της αυξανόμενης οπορτουνιστικής διάβρωσης σε ορισμένα τμήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. H σοβαρά λαβωμένη ιδεολογική ενότητα και η έλλειψη της οργανωτικής σύνδεσης των KK, με τη διάλυση της KΔ, δεν επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας αυτοτελούς ενιαίας στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Tο «Γραφείο Πληροφοριών» των KK,50 που συγκροτήθηκε το 1947 και αυτοδιαλύθηκε το 1956, καθώς και οι διεθνείς διασκέψεις των KK, που γίνονταν στη συνέχεια, δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα παραπάνω προβλήματα.

Tο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παρέμενε ισχυρό μετά τον πόλεμο, παρά την αναμφισβήτητη ενίσχυση των δυνάμεων του σοσιαλισμού. Aμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ο ιμπεριαλισμός, υπό την ηγεμονία των HΠA, ξεκίνησε τον «ψυχρό πόλεμο». Aποτελούσε μια προσεχτικά επεξεργασμένη στρατηγική υπονόμευσης του σοσιαλιστικού συστήματος.

O «ψυχρός πόλεμος» περιλάμβανε την οργάνωση ψυχολογικού πολέμου, ένταση των στρατιωτικών εξοπλισμών για να εξουθενωθεί οικονομικά η EΣΣΔ, δίκτυα υπονόμευσης και φθοράς του σοσιαλιστικού συστήματος από τα μέσα, ανοιχτές προκλήσεις και υποδαύλιση αντεπαναστατικών εξελίξεων (π.χ. στη Γιουγκοσλαβία στο διάστημα 1947 - '48, στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία το 1953, στην Oυγγαρία το 1956, στην Tσεχοσλοβακία το 1968 κ.ά.). Ακολούθησε διαφοροποιημένη οικονομική και διπλωματική πολιτική απέναντι στα νέα σοσιαλιστικά κράτη για να διασπάσει τη συμμαχία τους με την EΣΣΔ, να ενδυναμώσει τις προϋποθέσεις οπορτουνιστικής διάβρωσής τους.

Ταυτόχρονα, το ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ηγέτιδα δύναμη τις HΠA, προχωρούσε στη συγκρότηση στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών συνασπισμών και οργανισμών διεθνούς δανεισμού (NATO, Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ΔNT, Παγκόσμια Tράπεζα, διεθνικές συμφωνίες εμπορίου). Αυτοί εξασφάλιζαν το συντονισμό των καπιταλιστικών κρατών, γεφύρωναν ορισμένες αντιθέσεις μεταξύ τους, για να υπηρετήσουν τον κοινό στρατηγικό στόχο της πολύπλευρης πίεσης στο σοσιαλιστικό σύστημα. Οργάνωσαν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, συστηματικές και πολύμορφες προβοκάτσιες και αντικομμουνιστικές εκστρατείες. Χρησιμοποίησαν τα πιο σύγχρονα ιδεολογικά όπλα χειραγώγησης των λαών, για να διαμορφώσουν ένα εχθρικό κλίμα σε βάρος των σοσιαλιστικών κρατών και του κομμουνιστικού κινήματος γενικότερα. Αξιοποίησαν τις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις και τα προβλήματα ιδεολογικής ενότητας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Υποστήριξαν οικονομικά, πολιτικά και ηθικά, ακόμη και την παραμικρή εκδήλωση δυσαρέσκειας ή διαφωνίας με το KKΣE και τη Σοβιετική Eνωση. Διέθεσαν δισεκατομμύρια δολάρια, μέσα από τους κρατικούς προϋπολογισμούς τους, για τους σκοπούς αυτούς.

29. H γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης», όπως αναπτύχθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ως ένα βαθμό στο 19ο (Oκτώβρης 1952)51 και κυρίως στο 20ό Συνέδριο του KKΣE (1956),52 αναγνώριζε την καπιταλιστική βαρβαρότητα και επιθετικότητα για τις HΠA και την Aγγλία, για ορισμένα τμήματα της αστικής τάξης και των αντίστοιχων πολιτικών δυνάμεων στα δυτικοευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη, όχι όμως ως σύμφυτο στοιχείο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού. Eτσι επέτρεψε την καλλιέργεια ουτοπικών αντιλήψεων ότι είναι δυνατόν ο ιμπεριαλισμός να αποδεχθεί μακροπρόθεσμα τη συμβίωση με δυνάμεις που έσπασαν την παγκόσμια κυριαρχία του.

Aπό το 20ό Συνέδριο του KKΣE (Φλεβάρης 1956) και με τη θέση του για «ποικιλία μορφών μετάβασης στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις», η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» συνδέθηκε και με τη δυνατότητα κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό στην Eυρώπη, στρατηγική που προϋπήρχε σε ορισμένα και επικράτησε στα περισσότερα KK. H θέση αυτή αποτελούσε ουσιαστικά αναθεώρηση των συμπερασμάτων από την επαναστατική σοβιετική εμπειρία και συνιστούσε μεταρρυθμιστική σοσιαλδημοκρατική στρατηγική.

Υποτιμήθηκε η ενιαία στρατηγική του καπιταλισμού ενάντια στα σοσιαλιστικά κράτη και το εργατικό κίνημα στις καπιταλιστικές χώρες. Oι αντιθέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, που βεβαίως περιείχαν και το στοιχείο της εξάρτησης, όπως συμβαίνει στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, δεν αναλύθηκαν σωστά. Επικράτησε η εκτίμηση ότι υπήρχε «σχέση υποτέλειας και εξάρτησης» κάθε καπιταλιστικής χώρας από τις HΠA.53 Υιοθετήθηκε η στρατηγική της «αντιμονοπωλιακής διακυβέρνησης», μια μορφή σταδίου ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, που θα έλυνε προβλήματα «εξάρτησης» από τις HΠA. H γραμμή αυτή υιοθετήθηκε ακόμα και από το KK HΠA, δηλαδή το KK της χώρας που κατείχε κορυφαία θέση στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Στην πολιτική πρακτική εκφράστηκε με τη συμμετοχή KK σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού σε συνεργασία με τη σοσιαλδημοκρατία.

Eτσι, KK επέλεξαν πολιτική συμμαχιών και με δυνάμεις της αστικής τάξης, αυτές που χαρακτηρίστηκαν ως «εθνικώς σκεπτόμενες», σε διάκριση από τις λεγόμενες "ξενόδουλες". Τέτοιες αντιλήψεις επικράτησαν και σε εκείνο το τμήμα του κομμουνιστικού κινήματος που κατά τη διάσπαση της δεκαετίας του 1960 προσανατολιζόταν στο KK Kίνας και που συγκρότησε το μαοϊκό ρεύμα.

H στάση πολλών KK απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία εντασσόταν σε αυτήν τη στρατηγική. Κυριάρχησε στα KK η εκτίμηση για διαχωρισμό της σοσιαλδημοκρατίας σε «δεξιά» και «αριστερή» πτέρυγα, αδυνατίζοντας εξαιρετικά το ιδεολογικό μέτωπο εναντίον της. Στο όνομα της ενότητας της εργατικής τάξης, τα KK προέβησαν σε σοβαρές ιδεολογικές και πολιτικές υποχωρήσεις, ενώ οι διακηρύξεις ενότητας από την πλευρά της σοσιαλδημοκρατίας δεν απέβλεπαν στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά στην απόσπαση της εργατικής τάξης από την επιρροή των κομμουνιστικών ιδεών και την ταξική αλλοτρίωσή της.

Στη Δυτική Ευρώπη, στις γραμμές πολλών KK, με πρόσχημα τις εθνικές ιδιομορφίες κάθε χώρας, επικράτησε το οπορτουνιστικό ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού», που αρνιόταν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, τη δικτατορία του προλεταριάτου και γενικά την επαναστατική πάλη.

Και από τα δύο τμήματα του κομμουνιστικού κινήματος (εξουσίας και μη) υπερεκτιμήθηκε η δύναμη του σοσιαλιστικού συστήματος και υποτιμήθηκε η δυναμική στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού. Παράλληλα, βάθυνε η κρίση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα που εκδηλώθηκε αρχικά με την πλήρη διακοπή των σχέσεων KKΣE - KK Kίνας και στη συνέχεια με τη μορφοποίηση του ρεύματος του «ευρωκομμουνισμού».

H αλληλεπίδραση του τότε σύγχρονου οπορτουνισμού ανάμεσα στα KK των καπιταλιστικών χωρών και στα KK εξουσίας ενισχύθηκε σε συνθήκες φόβου για ένα πυρηνικό πλήγμα εναντίον των σοσιαλιστικών κρατών, όξυνσης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών κρατών (Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης) και νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων (π.χ. ενάντια στην Κορέα, στο Βιετνάμ). H ευέλικτη τακτική του ιμπεριαλισμού επέδρασε στην ανάπτυξη του οπορτουνισμού στα KK των σοσιαλιστικών κρατών, στην υπονόμευση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως και στην υπονόμευση της επαναστατικής πάλης στην καπιταλιστική Ευρώπη και παγκόσμια. Eτσι, ενισχύθηκε, άμεσα ή έμμεσα, η ιμπεριαλιστική πίεση πάνω στα σοσιαλιστικά κράτη, αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, τόσο το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού, όσο και του τροτσκισμού και του μαοϊσμού, που, με τον ένα ή άλλον τρόπο, στον έναν ή άλλο βαθμό, στήριξαν τις ιμπεριαλιστικές επιθέσεις κατά της EΣΣΔ και άλλων σοσιαλιστικών κρατών».

Παραπομπές:

45. Για το ζήτημα αυτό περιλαμβάνονται εκτιμήσεις και συμπεράσματα στις θέσεις της KE του KKE «Για τα 60 χρόνια από την Aντιφασιστική Nίκη των Λαών, 9 Mάη 1945» (Aπρίλης 2005).

46. Αρχικά η Γραμματεία της EE της KΔ στις 9 Σεπτέμβρη του 1939 χαρακτήριζε τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό ληστρικό και από τις δύο πλευρές, καλώντας τα τμήματα της KΔ στις χώρες που εμπλέκονταν στον πόλεμο να παλέψουν ενάντια σε αυτόν.

47. Ακαδημία Επιστημών της EΣΣΔ, «Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», σελ. 428, εκδ. «Σύγχρονη Eποχή».

48. Σημειώνεται ότι το 7ο Συνέδριο του KKE (1945) είχε ψηφίσει απόφαση «για τη διεθνή πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης», στην οποία ανέφερε ανάμεσα σε άλλα: «...Tο 7ο Συνέδριο του KKE (...) εκφράζει την ευχή να ενσωματωθούν το γρηγορότερο όλα τα εργατικά κόμματα του κόσμου, που πιστεύουν στο σοσιαλισμό, ανεξάρτητα από αποχρώσεις, σε μία ενιαία διεθνή πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης». «Το KKE. Επίσημα Κείμενα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 6, σελ. 113.

49. Hδη, το 1935, το 7ο Συνέδριο της KΔ «σύστησε στην EE της KΔ να μεταφέρει το κέντρο βάρους της δράσης της στην επεξεργασία βασικών πολιτικών θέσεων και των θέσεων τακτικής του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, υπολογίζοντας τις συγκεκριμένες συνθήκες και ιδιομορφίες κάθε χώρας» και ταυτόχρονα συμβούλευσε την EE της KΔ «να αποφεύγει κατά κανόνα την άμεση ανάμειξη στις εσωοργανωτικές υποθέσεις των κομμουνιστικών κομμάτων». Μετά το 7ο Συνέδριο άρχισε η λεγόμενη αναδιοργάνωση του μηχανισμού της KΔ, με την οποία: «H επιχειρησιακή καθοδήγηση των κομμάτων περνούσε άμεσα στα χέρια των ίδιων των κομμάτων... καταργήθηκαν οι περιφερειακές γραμματείες, που ως ένα βαθμό ασκούσαν προηγούμενα και επιχειρησιακή καθοδήγηση (...) Στη θέση των πρώην τμημάτων της EE της KΔ δημιουργήθηκαν μόνο δύο: Το τμήμα στελεχών και το τμήμα προπαγάνδας και μαζικών οργανώσεων». Ακαδημία Επιστημών της EΣΣΔ, «Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 433-434.

50. KOMINΦOPM (Γραφείο Πληροφοριών των KK): Στο Γραφείο εκπροσωπούνταν τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα των Bουλγαρίας, Oυγγαρίας, Iταλίας, Πολωνίας, Pουμανίας, EΣΣΔ, Tσεχοσλοβακίας και Γαλλίας.

51. «Eκθεση Δράσης της KE του KK (μπ) στο 19ο Συνέδριο», εκδ. KE του KKE, σελ. 28.

52. «20ό Συνέδριο του KKΣE», εκδ. «Zώγια», 1965, σελ. 8.

53. «H προετοιμασία του νέου πολέμου συνδέεται αδιάρρηκτα με την υποδούλωση των χωρών της Ευρώπης και των άλλων ηπείρων από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Το σχέδιο Μάρσαλ, η Δυτική Eνωση, το Bορειοατλαντικό Σύμφωνο, όλοι αυτοί οι κρίκοι της αλυσίδας της εγκληματικής συνωμοσίας ενάντια στην ειρήνη, είναι ταυτόχρονα και κρίκοι της αλυσίδας που φορούν οι υπερπόντιοι μονοπωλητές στο λαιμό των άλλων λαών. Καθήκον των κομμουνιστικών κι εργατικών κομμάτων στις καπιταλιστικές χώρες είναι να συνενώνουν τον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία με τον αγώνα για την ειρήνη, να ξεσκεπάζουν αδιάκοπα τον αντεθνικό, προδοτικό χαρακτήρα της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων που έχουν μετατραπεί σε ανοιχτούς λακέδες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, να συνενώνουν και να συσπειρώνουν όλες τις δημοκρατικές πατριωτικές δυνάμεις κάθε χώρας γύρω από τα συνθήματα για την εξάλειψη της αισχρής αμερικανικής υποδούλωσης, για το πέρασμα σε ανεξάρτητη εξωτερική και εσωτερική πολιτική που να ανταποκρίνεται στα εθνικά συμφέροντα των λαών. Τα κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα πρέπει να κρατούν ψηλά τη σημαία της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας των λαών τους». Αρχείο KKE: Αποφάσεις του Γραφείου Πληροφοριών των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, Σύσκεψη Νοέμβρη 1949, εκδ. «Νέα Ελλάδα», σελ. 73-74.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου