"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Ο πατήρ Προκόπιος, τα βασανιστήρια και οι φακές



Οχιά της Γυάρου, είδος όφεως του νησιού, φορών ορισμένες
φορές και ράσα.
Πολλά έχουμε αναφέρει κατά καιρούς για τη δράση της Εκκλησίας κατά τον Εμφύλιο, στο πλευρό του αστικού κράτους και του αγώνα του ενάντια στον λαό. Εδώ όμως θα μιλήσουμε για έναν από τους "λειτουργούς" της που έμεινε στην Ιστορία για την απανθρωπιά και το συγκαλυμμένο του μίσος, ενάντια σε όλα τα προοδευτικά στοιχεία της εποχής. 

Βρισκόμαστε στη Γυάρο του 1949. Διευθυντής του στρατοπέδου ο περιβόητος Γλάστρας, ο αρχηγός των ροπαλοφόρων δημίων του στρατοπέδου. Η καταναγκαστική απλήρωτη εργασία έχει αρχίσει, οι εξόριστοι δουλεύουν στα έργα 12-14 ώρες τη μέρα, το συσσίτιο σκουληκιασμένα κουκιά, φακές και ρεβίθια. Το νερό ελάχιστο. Η δηλητηριάσεις θερίζουν, η φυματίωση κάνει θραύση: 75% του στρατοπέδου νοσεί, ενώ οι νέοι εμφανίζουν ποσοστά της τάξης του 90%. Το ξύλο, τα βασανιστήρια και τα καψώνια καθημερινό φαινόμενο. 

Μέσα σε αυτή την επίγεια κόλαση που το αστικό κράτος έχει στήσει, καταφθάνει ο πατήρ Προκόπιος να κηρύξει τον λόγο του Θεού. 

Ο πατήρ Προκόπιος, ή κατά κόσμον Προκόπης Παπαθεοδώρου, αρχιμανδρίτης Ζούρτσας έχει τον τίτλο του επιθεωρητή της θρησκευτικής υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 

Καταφθάνει με αρματαγωγό πλοίο που φέρνει νέες αποστολές εξόριστων. Στην προκυμαία τον περιμένει ο Γλάστρας και το λοιπό σκυλολόι της διοίκησης της Γυάρου. Του παραθέτουν γεύμα με φρέσκο ψάρι, που οι εξόριστοι ούτε στον ύπνο τους πια δεν βλέπουν. Σφυρίδες, μπαρμπούνια, τσιπούρες και τα λοιπά. Το μεσημέρι τον περιμένει η βίλα του! Μάλιστα. Ο Προκόπιος έχει βίλα στη Γυάρο, χτισμένη μαζί με τις βίλες του Γλάστρα, του Παπαδημητρίου και του Μεταξά με το αίμα και τον κόπο των εξορίστων. Χτισμένη ανάμεσα σε μπαστουνιές, βουρδουλιές και αιμοπτύσεις. 

Αργότερα, ο Προκόπιος θα λειτουργήσει στον ιερό χώρο του νησιού, δηλαδή σε μια πλαγιά με έναν τσιμεντένιο βωμό και έναν σταυρό. Οι φύλακες μαζεύουν τα πλήθη των εξορίστων με τα ρόπαλα και τα βούνευρα. Βρίζουν, χτυπούν, ποδοπατούν κι ο Προκόπιος κάνει πως δεν βλέπει. Η παρουσία φυσικά υποχρεωτική. Ακόμα κι οι χιλιάδες άρρωστοι σηκώνονται για να πάνε.

Να πώς περιγράφει μια τέτοια "τελετή" του Προκόπιου ο Νίκανδρος Κεπέσης

«Στη Γιούρα κατά τακτά χρονικά διαστήματα ερχότανε ο θρησκευτικός επιθεωρητής των φυλακών του κράτους Αρχιμανδρίτης Παπαθεοδώρου Προκόπιος για να ευλογεί τα βασανιστήρια των τραμπούκων, για να μας φέρουν με τα βασανιστήρια στο “δρόμο του Θεού”. Όποτε ερχότανε ο Προκόπιος, ο Γλάστρας τον υποδεχότανε με ανοιχτές αγκάλες, αφού θα έλεγε τον καλό του λόγο για το “θεάρεστο” έργο του Γλάστρα. Ποιος ήταν ο Γλάστρας; Ενας δήμιος. Μια όρθια λυσσασμένη αρκούδα. Βασανιστής των Γερμανών στο Επταπύργιο (φυλακές στη Θεσσαλονίκη) από γραμματέας Α’ προήχθη απ’ το δοσίλογο κράτος σε διευθυντή φυλακών. Οταν ερχότανε ο Προκόπιος οι κράχτες στον Α’ όρμο καλούσαν “όποιοι θέλουν να πάνε στη σκηνή του αρχιμανδρίτη να εξομολογηθούν”. Στον Α’ όρμο υπήρχαν και δοσίλογοι. Δεν ξέρουμε τι λέγανε όταν πήγαιναν. Πάντως ο Προκόπιος, από το “βήμα της εκκλησίας” (έναν τσιμεντένιο βωμό μ’ ένα εικονοστάσι στη μέση της πλαγιάς του λόφου) δεν έπαυε να μας καλεί με λόγια σαν αυτά: 

“Μη διστάσετε να κάμετε το βήμα προς το Χριστό. Μετανοήστε!”. Δυο κουβέντες ακόμα για τον “κύριο” αυτό και την υποκρισία του. Δεν του άρεσαν, έλεγε (χωρίς να κοκκινίζει), το βρωμόψαρα (μπαρμπούνια – μισό κιλό το καθένα, φρέσκα, που μ’ αυτά τον υποδεχότανε ο Γλάστρας) και μακάριζε εμάς για τας “φακάς” που έχουν σίδερο, αλλά κείνου το στομάχι, δεν του το επέτρεπε. Φακές με ελάχιστες σταγόνες λάδι. Εκείνου το στομάχι δεν του επέτρεπε. Και οι ελκοπαθείς μας με τα ξερατά; Δεν τα άκουγε; Ο φαρισαϊσμός του δεν είχε όρια. Πέρα απ’ αυτόν τον φαρισαϊσμό ήταν και η εθελοτυφλία του. Μισόκλεινε τα μάτια για να μη βλέπει τάχα τα μπαμπού που έσπαζαν στα κεφάλια ή τις πλάτες μας κι έκλεινε τ’ αυτιά του για να μην ακούει τις “σταυροπαναγίες” των τραμπούκων, για να μας συγκεντρώσει στην “εκκλησία” του και γιομάτος υποκρισία έλεγε: “Είμαι λίαν συγκινημένος παιδιά μου, για την αθρόα προσέλευσή σας εις τον ιερόν αυτόν χώρον”. 

Είπα πιο πάνω ποιος ήταν ο ιερός χώρος. Το τσιμεντένιο βάθρο με το εικονοστάσι κι όλη η πλαγιά του λόφου. Ιερός πραγματικά χώρος ήταν η χαράδρα με τη συκιά, το χαντάκι, διακόσια και περισσότερα μέτρα μάκρος, πέντε μέτρα φάρδος κι ένα μέτρο βάθος, που μας αλώνιζε ο Γλάστρας και οι τραμπούκοι του, όπου μαρτυρούσαμε. Μα κι όλες οι πλαγιές των λόφων, ο Δ` όρμος ο πειθαρχικός, με καταναγκαστική εργασία, για να χτίσουμε τους τσιμεντένιους τάφους (τα κτίρια) που θα μας θάβανε… Τέτοιος, λοιπόν, υπήρξε ο Προκόπιος κι αυτός ωχριά σε αντικομμουνισμό μπροστά στον μητροπολίτη Σύρου – Τήνου – Νάξου Φιλάρετο… Σωστός Αντίχριστος. Κι είναι άραγε ο μόνος αντίχριστος, που καμουφλάρεται με χρυσή μίτρα, χρυσοκέντητα άμφια και βακτηρία;».

Το περιστατικό λοιπόν που αναφέρει ο Κεπέσης είναι αληθινό, αφού το καταμαρτυρούν δεκάδες βιβλία και μαρτυρίες. Ο Προκόπιος σε μια από αυτές τις ομιλίες, άκουσε μια φωνή να διαμαρτύρεται για το συσσίτιο και ρώτησε τι φαγητό τρώνε οι εξόριστοι. Όταν του απάντησαν πως θα φάνε φακές, εκείνος απάντησε: 

"Φακαί; Πολύ μου αρέσουν αι φακαί! Εξαιρετικόν έδεσμα. Πηγαίνετε τώρα παιδιά μου να φάγετε τας σιδηρούχας σας φακάς, κι εγώ να φάω τα βρωμόψαρά μου."

Να πως περιγράφουν οι εξόριστοι της Γυάρου στο συλλογικό τους βιβλίο τον Προκόπιο:

«Ο πατήρ Προκόπιος ανέβαινε στο βήμα, έκανε το σημείο του σταυρού 3 φορές, έκλεινε τα μάτια ανασηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι και σταύρωνε τα χέρια “ευλαβικά”. “Είμαι λίαν συγκεκινημένος, παιδιά μου με την αθρόαν προσέλευσίν σας εις τον ιερόν τούτον χώρον όπου συνεκεντρώθημεν ίνα δυνηθώ εγώ ο πτωχός των πνεύματι και με την βοήθειαν του Χριστού του Θεού...”κλπ. Άρχιζε έτσι την ομιλία του. Συγκεντρωμένοι στην πλατεία του όρμου τους οι κρατούμενοι άκουγαν ακίνητοι, αμίλητοι. Τα μάτια τους ήταν κατακόκκινα και απ’ τα πρόσωπά τους η επίστρωση της σκόνης τους είχε αφαιρέσει κάθε χρώμα. Ήταν οι άνθρωποι του κάτεργου που μόλις είχαν γυρίσει από την καταναγκαστική δουλειά και δεν πρόφταιναν ακόμη ούτε να πλυθούν. Οι φύλακες με το βούρδουλα πέσαν απάνω τους και τους καθήλωσαν εκεί στην πλατεία: Έτσι γινόταν η αθρόα προσέλευση! Χρόνια ολόκληρα.

Οκτώβρης 1947: Ο ήλιος βασίλευε. Οι κρατούμενοι ακόμα γυρνούσαν από τη βαριά καταναγκαστική δουλειά. Στη στιγμή ο κράχτης φώναξε. “Συγκέντρωση”. Πολύς κόσμος έπεσε, κατάκοπος από την κούραση (η αντοχή έχει κάποιο όριο) στις σκηνές του. Ο πατήρ Προκόπιος ανέβηκε στο βήμα: “Ήλθατε παιδιά μου; Ήλθατε;” “Πολλοί είσασθε, κάνετε σχηματισμούς για να σας πάρει όλους ο χώρος”. “Δεν ήλθαν οι άλλοι; Δεν ήλθαν; Θα...φωνάξουμε και θα έλθουν”. Ένα νεύμα και στο λεπτό οι φύλακες ξεχύθηκαν μες στις σκηνές. Βρισιές, ξύλο χωρίς διάκριση, σε αρρώστους, σε γέρους, τους τραβούσαν από τα μαλλιά, από τα πόδια για να κατέβουν στο “κήρυγμα της αγάπης”.

Οι συγκεντρώσεις κράταγαν μια-δυο ώρες. Ο πατήρ Προκόπιος ερχόταν συνοδευόμενος από τον Αντώνη Χατζηθεοδώρου ή το Δρακόπουλο Γαλάνη (και οι δυο τους κίναιδοι) κι από τους άλλους της συνοδείας του, 5-6 κλέφτες, απατεώνες, δοσίλογοι. Μιλούσε πάντα για “τον υλισμό”, καταλήγοντας στο ότι “αν το σώμα, η αμαρτολή σάρξ κουράζεται κι υποφέρει στην πρόσκαιρη ζωή, φτάνει να σώσουμε την ψυχή μας.” Κι έφερνε για παράδειγμα τη ζωή του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη! Προέτρεπε την επιστροφή στο Χριστό, που θα την πετύχουμε με τη μετάνοια για τα εγκλήματά μας. Αυτή ήταν πάντα η επωδός- άλλωστε και ο σκοπός του ερχομού του. Οι επισκέψεις του πάτερ Προκόπιου στη Γιούρα ήταν τακτικές. Ήρθε αμέσως με την ίδρυσή της, για πρώτη φορά, τον Αύγουστο του 1947. Το μελετέμι βρισκόταν στο φόρτε του. Οι συγκεντρώσεις όμως έπρεπε να γίνουν».

Κι ακόμα: 


Mια από τις φορές του εκκλησιασμού, ο αρχιφύλακας στον τρίτο όρμο έστειλε τους φύλακες στις σκηνές να στείλουν για εκκλησιασμό ακόμα και τους αρρώστους. Ένας από τους συγκρατούμενούς μας ερχόταν στο χώρο αυτό με σόρτς. Ο φύλακας έμπλεος “ευσέβειας” βλέπει τον κρατούμενο, του δίνει μερικές με το μπαμπού στην πλάτη και του φωνάζει “που πας έτσι ντυμένος ρε γαμώ την Παναγία σου; Σε κανένα μπουρδέλο;” Και λίγο πιο κάτω ο παπάς έψελνε το “Ευλογητός συ Κύριε”χωρίς να δίνει σημασία».

Σε άλλο περιστατικό ο Προκόπιος ενώ έφευγε από το νησί, δίπλα του δύο φύλακες έδερναν έναν εξόριστο με δύο ματσούκια κι εκείνος φώναξε τον παπά σε βοήθεια. Ο Προκόπιος φυσικά έκανε πως δεν άκουσε, με τον ίδιο τρόπο που μισόκλεινε τα μάτια όταν έβλεπε τέτοιες σκηνές για να προσποιηθεί πως δεν βλέπει καλά. 

Αυτός υπήρξε ο εκπρόσωπος του Θεού Προκόπιος, ο "άγιος" της Γυάρου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου