"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Η Μάχη του Κιλκίς (04/11/1944)






Με την αποχώρηση των Γερμανών, περί τους 8000 (σύμφωνα με άλλες πηγές: 7.300) ένοπλοι των αντιεαμικών ομάδων, στην πλειοψηφία τους  Πόντιοι πρόσφυγες, οχυρώνονται στο Κιλκίς, περιμένοντας να φτάσουν οι Εγγλέζοι για να παραδοθούν σε αυτούς και για να αντιμετωπίσουν εκεί τον ΕΛΑΣ, σε περίπτωση που τους επιτεθεί. 1500 επιπλέον ένοπλοι ακολουθούν προς Βορράν τον Πόντιο οπλαρχηγό Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, ο οποίος υποστηρίζει ότι καλύτερες πιθανότητες υπάρχουν αν αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο και στα βουνά.

Η μάχη ξεκίνησε τα ξημερώματα της 4ης Νοεμβρίου και κράτησε ως το απόγευμα της ίδιας ημέρας, με τεράστιες απώλειες κι από τις δύο πλευρές. Για τους Ταγματασφαλίτες αναφέρονται 1500 νεκροί στη μάχη, η οποία ολοκληρώθηκε με πεισματικές οδομαχίες.

Ακολούθησαν μαζικές εκτελέσεις των αιχμαλωτισθέντων / παραδοθέντων, κατά το πρότυπο του Μελιγαλά. Σύμφωνα με πηγές της εποχής (μη εαμικές) οι εκτελεσθέντες αιχμάλωτοι ήταν περίπου 2.100. Αν προσθέσουμε σε αυτούς τους 1500 νεκρούς της μάχης και τους 800 εκτελεσθέντες (μετά την παράδοσή τους στον ΕΛΑΣ) τις επόμενες μέρες στον Προμαχώνα των Σερρών και στην Τριάδα, συμπληρώνεται το αστρονομικό νούμερο των 4.500 νεκρών. Ο αριθμός αυτός μάλλον είναι υπερβολικός, αλλά οπωσδήποτε ενδεικτικός.

Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος επέζησε και το 1946 εξελέγη βουλευτής Κοζάνης. Από το 1950 έως το 1964 εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής Κιλκίς.

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος (Κισά Μπατζάκ), από τον Κούκο της Κατερίνης, τουρκόφωνος οπλαρχηγός στον Πόντο και αρχηγός του ΕΕΣ, σκοτώθηκε ή αυτοκτόνησε στη μάχη του Κιλκίς.

Για τον Παπαδόπουλο :

Ξεκίνησε ως εφεδροΕΛΑΣίτης στην αρχή της Κατοχής, από αριστερή οικογένεια. Στη συνέχεια, ήρθε σε ρήξη με έναν εξάδελφό του, ονόματι Ηλιάδη, για άγνωστο λόγο, οπότε στράφηκε με λύσσα εναντίον του ΕΛΑΣ. Ιδρυτής του ψευδώνυμου “Εθνικού Ελληνικού Στρατού“, ο οποίος διατηρούσε γραφεία στην οδό Τσιμισκή 72 στη Θεσσαλονίκη, όπου βρισκόταν εγκατεστημένη η Γκεστάπο. Ο Παπαδόπουλος μαχόταν μαζί με τους Γερμανούς μέχρι την ύστατη ώρα της αποχώρησής τους, ενάντια στον ΕΛΑΣ.

Ο Κ. Παπαδόπουλος, δεν μπήκε κι αυτός στο Κιλκίς και να εγκλωβιστεί με τους υπόλοιπους ομοϊδεάτες του, αν και προσπάθησε να έρθει σε βοήθεια. Γλύτωσε την σφαγή, ανακηρύχθηκε αντιστασιακός, εξελέγη βουλευτής με την ΕΡΕ – και ο γιός του με τη Νέα Δημοκρατία το 1974.

Τον Κ. Παπαδόπουλο, τον αναγνώρισε ως αντιστασιακό, η κυβέρνηση της ΕΠΕΚ και των Φιλελευθέρων το 1952, για να καταπέσει ωστόσο αυτή η αναγνώριση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατόπιν προσφυγής του ίδιου του πρώην επιτελάρχη της ΠΑΟ, στρατηγού Αργυρόπουλου, ο οποίος δεν ανέχθηκε να τιμάται ως αντιστασιακός πλάι σε έναν προδότη. Φευ, άλλες οι βουλές της εθνικοφροσύνης: Η κυβέρνηση του Παπάγου, με βασιλικό διάταγμα της 9ης/12/1952, αχρήστευσε την προσφυγή του στρατηγού και την απόφαση του ΣτΕ – και αναγνώρισε την “εθνικήν δράσιν” του Παπαδόπουλου!

Οι ταγματασφαλίτες που συγκεντρώθηκαν στο Κιλκίς από όλα τα μέρη της κεντρικής και ανατολικής Μακεδονίας, οχυρώθηκαν στο κτίριο του νοσοκομείου της πόλης που βρίσκεται στη είσοδο προς τη Θεσσαλονίκη. Λίγο πιο έξω είναι το γήπεδο του Κιλκίς. Εκεί είχαν αναρτήσει ένα τεράστιο πανό που έγραφε “Καλώς Ήρθατε”. Περίμεναν τους Άγγλους οι οποίοι είχαν ήδη αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη.

Οι Γερμανοί φεύγουν από το Κιλκίς στις 26 Οκτωβρίου του 1944. Την επόμενη κιόλας ημέρα, καταφθάνουν από τη Θεσσαλονίκη οι φάλαγγες του Κισσάμπατζακ, συνοδευόμενες από κάποιους μόνιμους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον μέραρχο Σερεμέτη – καθώς και οι άνδρες του Δάγκουλα. Οι ταγματασφαλίτες της Θεσσαλονίκης έχουν κρατηθεί μακριά από την συμπρωτεύουσα κατόπιν εντολής του πάτρωνά τους Αθ. Χρυσοχόου, προκειμένου να μην βρει αφορμή ο ΕΛΑΣ να εισέλθει στην πόλη – κάτι που ωστόσο, δεν απετράπη.

Ο Κισσάμπατζακ εγκαθιστά το αρχηγείο του στο καπνεργοστάσιο του Σιδηρόπουλου, στην είσοδο της πόλης, πάνω στην κεντρική λεωφόρο της 21ης Ιουνίου. Με το που έρχονται τα νέα της αποχώρησης των Γερμανών στις 30 Οκτωβρίου και της εισόδου των Άγγλων στη Θεσσαλονίκη, οι άνδρες του Κισσάμπατζακ προβαίνουν σε έξαλλους πανηγυρισμούς.

Είχε προηγηθεί η άρνηση των ταγματασφαλιτών να παραδοθούν στον ΕΛΑΣ και οι αγγλικής εμπνεύσεως παρασκηνιακές ενέργειες για την ένταξή τους στον ΕΔΕΣ, τις οποίες συντόνιζε για λογαριασμό του ΕΔΕΣ, ο ταγματάρχης Αθ. Παπαχριστοδούλου. Μία ομάδα του ΕΕΣ από την Κατερίνη υπό τον Θεόφιλο Βαή, είχε ήδη γίνει δεκτή και είχε επίσης σταλεί στο Κιλκίς – ωστόσο η ένταξη του ίδιου του Κισσάμπατζακ παραήταν ηχηρή για να γίνει αποδεκτή από τον Ζέρβα. Αυτό δεν εμπόδισε τους φονιάδες του Δάγκουλα να φορέσουν τα περιβραχιόνια του ΕΔΕΣ με δική τους πρωτοβουλία, ή ενδεχομένως και κατόπιν προτροπής ενδιάμεσων αξιωματικών του ΕΔΕΣ σε συνεννόηση με το Κάιρο.

Η αλήθεια ωστόσο, έμελλε να είναι διαφορετική: Άγγλοι είχαν μπει μεν, στη Θεσσαλονίκη, αλλά ελάχιστα άτομα, που κι αυτά είχαν μεταφερθεί επιβαίνοντα σε πλοιάριο του ΕΛΑΝ μέχρι την Χαλκιδική και ακολούθησαν στη συνέχεια τον ΕΛΑΣ μέχρι την πόλη. Γιατί στην Θεσσαλονίκη είχαν εισέλθει με πρωτοβουλία των καπετάν Κικίτσα (Σαράντη Πρωτόπαπα), Βαφειάδη, Μπακιρτζή και Στρίγγου, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, οι οποίες συνέλαβαν τον Χρυσοχόου και τους ταγματασφαλίτες που είχαν οχυρωθεί στο κτήριο της ΧΑΝ.

Ο Κισσάμπατζακ, με το που ακούει τους πανηγυρισμούς των ανδρών του, βγαίνει από το στρατηγείο του στην αυλή, όπου και ενημερώνεται για τα καθέκαστα. Ο πρώην ΠΑΟτζής μαχητής και στη συνέχεια ιδρυτής του χιτλερόφιλου σώματος ΕΕΕΣ, δεν ήταν διατεθειμένος να συμμεριστεί τη χαρά των στρατιωτών του, εάν δεν διαπίστωνε ιδίοις όμμασι πως το σχέδιο εξελίσσεται κατά τις διαβεβαιώσεις που είχε δεχθεί από το Κάιρο, για αμνηστία και ειρηνική αποστράτευση. Δεν αποκλείεται και πάλι, ο έμπειρος πολέμαρχος να μυρίστηκε απλώς στην ατμόσφαιρα πως κάτι δεν πήγαινε καλά – οπότε έδωσε στους άνδρες του την εντολή να πάψουν οι πανηγυρισμοί και να μην χαλαρώσει το πνεύμα της ετοιμότητας. «Καλύτερα να δακρύσουν χίλια μάτια για τον Κισσάμπατζακ, παρά να κλάψει ο Κισσάμπατζακ για τους άνδρες του» αναφέρει χαρακτηριστικά στην ομιλία του.

Το απόγευμα της 30ης Οκτωβρίου, καταφθάνει στο Κιλκίς και η ψευδώνυμη «ΧΙ Μεραρχία του ΕΔΕΣ Κεντρικής Μακεδονίας» και ενώνεται με το λεγόμενο 13ο Σύνταγμα του ΕΔΕΣ του Θ. Βαή, το οποίο είχε ήδη εγκαταστήσει το στρατηγείο του στη Μητρόπολη. Πλέον, στο Κιλκίς βρίσκονται περί τους 7500 ταγματασφαλίτες (υπάρχουν άλλες εκτιμήσεις που ανεβάζουν τον αριθμό σε 9-10.000 και άλλες που υπολογίζουν 5000 άνδρες) οι οποίοι αναζητούν κατάλυμα και τροφή στα σπίτια των κατοίκων της πόλης – με τις αναμενόμενες συνέπειες. Άλλες οχυρώσεις των γερμανοντυμένων και των νεόκοπων “ΕΔΕΣιτών”, στήνονται στο λόφο του Αη Γιώργη, στα σχολεία, στους υφιστάμενους στρατώνες και στο (σχετικά υπερυψωμένο) Νοσοκομείο. Απ’ ό,τι φαίνεται ωστόσο, το μέτωπο αυτό δεν είναι αρραγές, καθώς οι τουρκόφωνοι οπλαρχηγοί έρχονται σε διάσταση με τους εθνικιστές αξιωματικούς καριέρας.

Πράγματι, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ περισφίγγουν το Κιλκίς αξιώνοντας την παράδοση των ταγματασφαλιτών, προκειμένου να φυλακιστούν και να δικαστούν ως δωσίλογοι από την μετακατοχική κυβέρνηση. Ο ΕΛΑΣ, δίνοντας βάση στις διαβεβαιώσεις του ΕΔΕΣ στη Θεσσαλονίκη, ότι «η μεταμόρφωση των διαφόρων Παπαδόπουλων εις τμήματα του ΕΔΕΣ δια της τοποθετήσεως των διακριτικών της Οργανώσεώς μας οφείλεται σε πρωτοβουλία δική τους και μόνον», χαρακτηρίζει στις ανακοινώσεις του, τους όψιμους αυτούς αντιστασιακούς, ως «ψευτοΕΔΕΣίτες» και καλεί τον νομάρχη να διατάξει την απομάκρυνσή τους από την πόλη. Ο νομάρχης Δ. Αμπατζόγλου, απαντά πως μέσα στο Κιλκίς δεν βρίσκεται ο Παπαδόπουλος, αλλά ένα Σύνταγμα ΕΔΕΣιτών, μαζί με πολλά τμήματα του Κισσάμπατζακ, τα οποία αρνούνται να εγκαταλείψουν την πόλη. Αναφέρει επίσης, πως κατόπιν πρωτοβουλιών του, διαλύθηκε το γερμανικό στρατόπεδο όπου κρατούνταν ΕΛΑΣίτες, πως οι συμμαχικές σημαίες κυματίζουν στους δρόμους – και κάνει έκκληση για αποφυγή της αλληλοσφαγής. Η αλήθεια ήταν βεβαίως, πως ο νομάρχης έφτυσε αίμα για να πείσει τον Κισσάμπατζακ να δεχθεί να υψωθεί η ρωσική σημαία πλάι στις υπόλοιπες – αν υψώθηκε κιόλας.

«Δια ταύτα εκφράζομεν ομόθυμον θέλησιν του λαού του Κιλκίς και την ευχήν της Εκκλησίας, όπως με κάθε θυσίαν επέλθει μία συνεννόησις και αποφευχθεί πάσα νέα αιματοχυσία αυτήν μάλιστα την στιγμήν όπου άπασα η μητέρα Ελλάς ελευθερώθη και ουδαμού επί ελληνικού εδάφους υπάρχει ίχνος κατακτητού» καταλήγει ο νομάρχης στην απάντησή του προς τον ΕΛΑΣ. Οι δύο αντίπαλοι ωστόσο είναι ανένδοτοι: Ούτε οι ταγματασφαλίτες δέχονται να παραδοθούν μετά από τον πεισματικό εγκλωβισμό τους στο Κιλκίς, ούτε βεβαίως ο ΕΛΑΣ είναι διατεθημένος να εγκαταλείψει την πολιορκία.

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ που πολιορκούν την πόλη, αποτελούνταν από περίπου 6000 άνδρες: Οκτώ τάγματα της 10ης Μεραρχίας (τρία τάγματα του 30ου Συντάγματος, τρία του 16ου και δύο του 50ου), πέντε τάγματα της 11ης Μεραρχίας, (τρία τάγματα του – κιλκισιώτικου – 13ου Συντάγματος, και δύο του 19ου) δύο τάγματα της 9ης Μεραρχίας (ένα τάγμα του 28ου Συντάγματος και ένα του 53ου), καθώς και ένα απόσπασμα της θεσσαλικής Ταξιαρχίας Ιππικού του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Μπουκουβάλα (Δημήτριο Τάσο), το οποίο ωστόσο, δεν πρόλαβε να λάβει μέρος στην κύρια μάχη.

Με δεδομένη την άρνηση των οχυρωμένων ταγματασφαλιτών να παραδοθούν ξεκινά στις 4 Νοεμβρίου η επίθεση του ΕΛΑΣ. Η μάχη είναι αγριότατη και εξοντωτική. Το νοσοκομείο στέκει το τελευταίο οχυρό των ταγματασφαλιτών, οπότε, αργά το απόγευμα, οι περίπου χίλιοι οχυρωμένοι σηκώνουν λευκές σημαίες – ένδειξη παράδοσης. Μία διμοιρία του 28ου Συντάγματος προχωρά προς το νοσοκομείο και μόλις έφθασε σε ακτίνα βολής, δέχεται τα πυρά των «παραδιδόμενων», με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τα περισσότερα μέλη της. Ο ΕΛΑΣ, απαντά αλύπητα με μπαζούκας.

Αρκετοί πολιορκημένοι, καταφέρνουν να απεγκλωβιστούν και να αναζητήσουν την σωτηρία τους επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη. Στη διαδικασία αυτή σκοτώνεται ο Κισσάμπατζακ, όταν επικεφαλής 800 περίπου ανδρών του, χώνεται σε ένα φαράγγι, όπου εξοντώνεται από την Ταξιαρχία Ιππικού του Μπουκουβάλα.

Το περιστατικό του νοσοκομείου, είναι ευρέως γνωστό και έχει ιδιαίτερα προβληθεί εκ μέρους του ΕΛΑΣ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το κυριότερο σε μία αγριότατη μάχη που είχε ξεκινήσει από τις 5:30 το πρωί και εξελισσόταν πολύνεκρη μέχρι εκείνη την ώρα. Υπερασπιζόμενοι τον λόφο του Αη Γιώργη από το πολυβολείο τους, οι ταγματασφαλίτες δαπάνησαν πάνω από 5000 σφαίρες. Ο ΕΛΑΣ είχε επισήμως 126 νεκρούς και 230 τραυματίες, ενώ ανεξακρίβωτος είναι ο αριθμός των νεκρών της αντίπαλης παράταξης. Σε κάθε περίπτωση οι νεκροί των ταγματασφαλιτών υπήρξαν χιλιάδες, όχι τόσο στη μάχη, όσο στα λαϊκά δικαστήρια και στις πράξεις προσωπικής αντεκδίκησης που εξακολούθησαν. Ο επικεφαλής της Πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ στο Κιλκίς, ένας άνδρας με το ψευδώνυμο «Βράχος», είχε χάσει το γιο του κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δολοφονημένο από τα Τάγματα. Δεν επρόκειτο να επιδείξει έλεος.

Σύμφωνα με την αναφορά του τότε νομάρχη Κιλκίς, Δ. Αμπατζόπουλου, πλέον των 300 αιχμαλώτων ταγματασφαλιτών (μεταξύ αυτών και ο διευθυντής Χωροφυλακής, μοίραρχος Λειβαδίτης), μεταφέρθηκαν στο χωριό Μεταλλικό, όπου οι ΕΛΑΣίτες τους εκτέλεσαν με τσεκούρια, «ίνα ικανοποιήσουν τους εκεί παλαιμάχους κομμουνιστάς», ενώ πάνω από 1900 εκτελέστηκαν σε διάφορες θέσεις. Στους σφαγιασθέντες, ήταν και ο αρχιεκτελεστής του Κ. Παπαδόπουλου, ο «Ταγάς» Χάρης, τον οποίον λίντσαραν οι γυναίκες του Κιλκίς σε κεντρική πλατεία.

Κατά το βράδυ, ο Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου Ιωακείμ και ο δήμαρχος Περικλής Πεταλωτής, (που λίγες μέρες αργότερα, τίμησε σε δημόσια τελετή τον καπετάνιο του 13ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, Περικλή Σταματόπουλο-Καραγιώργη, για την δράση του Συντάγματος) παρενέβησαν στους επικεφαλής του ΕΛΑΣ, προκειμένου να πάψουν οι εκτελέσεις. «Δεν πρόκειται για εκτελέσεις, αλλά για εξόντωση των ανθισταμένων» απάντησε ο Κικίτσας. «Όσοι παραδίδονται γλυτώνουν».

«Όταν όλοι αυτοί οχυρώνονταν εδώ με τους Γερμανούς, εσείς Δέσποτα, τι επράξατε για να τους πείσετε να μην αντισταθούν; Τουλάχιστον, όταν τους εγκατέλειψαν οι Γερμανοί;» ρώτησε ο Κικίτσας στον Δεσπότη.

«Δεν εισηκούσθημεν. Ατυχώς δεν εισηκούσθημεν» απάντησε ο Ιωακείμ.

Οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι (840 τον αριθμό) κλείστηκαν στο πρώην στρατηγείο του Κισσάμπατζακ στο καπνεργοστάσιο του Σιδηρόπουλου και οδηγήθηκαν στη συνέχεια στο στρατόπεδο του «Παύλου Μελά», όπου προορίζονταν εξ αρχής να φυλακιστούν. Εκτελέσεις αιχμαλώτων σε πράξεις αντεκδίκησης, υπήρξαν όπως φαίνεται σε πιο περιορισμένο βαθμό και στη Θεσσαλονίκη.

Στον Παύλο Μελά οδηγήθηκαν επίσης, οι τραυματίες αιχμάλωτοι που έτυχαν αρχικής νοσοκομειακής περίθαλψης στο Νοσοκομείο. Ανάμεσα στους τραυματίες, βρέθηκε και ο διαβόητος Δάγκουλας με σπασμένο το πόδι του, ο οποίος δεν συμμερίστηκε την τύχη των υπολοίπων: Μετά το πέρας της σύγκρουσης ο Δάγκουλας αιχμαλωτίστηκε τραυματίας σε μια οικία όπου είχε κρυφτεί και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στη Θεσσαλονίκη όπου κατέληξε στις 21 Νοεμβρίου λόγω ουραιμίας που προκλήθηκε από ακρωτηριασμό.

Πηγή το εξαιρετικό μπλογκ: pontosandaristera.wordpress.com

2 σχόλια:

  1. Δεν χρειαζότανε κανένα έλεος. Και λίγους εκτελέσανε με ότι είχανε κάνει για 3.5 χρόνια και ότι κάνανε στην συνέχεια όταν τους παραδώσαμε την εξουσία με ΣΜΑ ΛΙΒΑΝΟ ΚΑΖΕΡΤΑ. Επρεπε να πέσει μαχαίρι σε όλους Αλλα είπαμε ...εθνική ενότητα και σοσιαλισμός με στάδια......ΟΒΕΡ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή