"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Λούης Τίκας και οι Έλληνες στους πολέμους του άνθρακα


Το όνομα του Λούη Τίκα (Ηλίας Σπαντιδάκης) βρίσκεται σήμερα καταγεγραμμένο στα μεγάλα κεφάλαια του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος. Ο Λούης Τίκας, γεννήθηκε στη Λούτρα Ρεθύμνου το 1886 σε πάμφτωχη αγροτική οικογένεια. Στα 20 χρόνια του αναγκάζεται να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, μαζί με άλλους Κρήτες και Λευκάδιους (500 περίπου στο σύνολο) για να εργαστεί στα ανθρακορυχεία των συμφερόντων Ροκφέλερ στο Κολοράντο. Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas).

Ο Τίκας και οι υπόλοιποι μετανάστες θα εργαστούν στο ορυχείο Πουέμπλο στο Ντένβερ, σε συνθήκες άθλιες ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής. Οι Ροκφέλερ είχαν οργανώσει την εξόρυξη άνθρακα αρχικά με βορειοευρωπαίους μετανάστες και μετέπειτα αποφάσισαν να χρησιμοποιούν και νοτιοευρωπαίους για να αναμιγνύονται οι εργατικοί πληθυσμοί και λόγω της διαφορετικότητας της γλώσσας να μην μπορούν να συνεργαστούν συνδικαλιστικά. Οι μετανάστες- εργάτες διέμεναν σε παραγκουπόλεις γύρω από το ορυχείο και αμείβονταν με ημερομίσθιο $1,75, για δώδεκα ώρες την ημέρα. Οι εργάτες δεν λάμβαναν ποτέ την αμοιβή τους σε χρήματα. Αντιθέτως πληρώνονταν με κουπόνια που γίνονταν αποδεκτά μόνο σε καταστήματα της εταιρείας Ροκφέλερ στα οποία οι τιμές ήταν τέτοιες που πάντα οι εργάτες βρίσκονταν χρεωμένοι. Στις παραγκουπόλεις οι Έλληνες θεωρούνταν ως εφάμιλλοι των Ασιατών και θεωρούνταν από την εργοδοσία ως το κατώτερο είδος εργαζομένων.

Ο Λούης Τίκας ξεκίνησε τη συνδικαλιστική του δράση γινόμενος μέλος της Ένωσης Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wobblies). Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάδα. Τους έβρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $1,75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,50. Η κατάσταση και μέσα στα ίδια τα ορυχεία ήταν εξίσου μεσαιωνική. Από το 1910 ως το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα.

Η πρώτη απεργιακή κίνηση του Τίκα έγινε στις 19 Νοεμβρίου του 1912. Ο Τίκας ήταν επικεφαλής 63 Ελλήνων εργατών που κατέβηκαν σε απεργία. Ακολούθησαν όργια εργοδοτικής τρομοκρατίας: Μαζικές συλλήψεις, ξυλοδαρμοί, απειλές, προβοκάτσιες. Αμέσως μετά ο Τίκας έρχεται σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» , και ξεκινά να περιοδεύει στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο και να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς την περίοδο 1912-13, αλλά και στοιχεία για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει «βιομηχανικός πόλεμος». Πόλεμος βέβαια με σαφέστατα ταξικά χαρακτηριστικά.


Στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου των 13.200 ανθρακωρύχων. Αιτήματά τους είναι:

  1. Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
  2. Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.
  3. Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
  4. Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
  5. Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η απεργία και το συνδικάτο του Λάντλοου φυσικά δεν γίνονται αποδεκτά ούτε αναγνωρίζονται από τους εργοδότες. Οι Ροκφέλερ απευθύνονται σε ειδική εταιρεία καταπολέμησης απεργών (τους λεγόμενους Pickets) και ενημερώνουν την τοπική Εθνοφυλακή που αναλαμβάνει να προασπίσει φυσικά τα συμφέροντά τους. 

Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λόζον και ο Λούης Τίκας, που μαζί του έχει και μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις μεγάλες απεργίες των ανθρακωρύχων του Μπίνγκαμ στη Γιούτα.

Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Οι συγκρούσεις με τους μπράβους της εταιρείας και τους απεργούς είναι καθημερινό φαινόμενο. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: 500 άνδρες, 350 γυναίκες, 450 παιδιά. Η εταιρεία έχει τοποθετήσει πολυβολείο επανδρωμένο με στρατιώτες της εθνοφρουράς στο υδραγωγείο που οι απεργοί έχουν φτιάξει για τις ανάγκες του καταυλισμού τους

Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special. Από τις πρώτες αυτές συγκρούσεις σκοτώνονται 12 απεργοί.

Στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά εισέβαλε και δοκίμασε να εκκενώσει τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα. Οι μπράβοι της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.

Λίγο αργότερα ξεκινούν τα περιστατικά που έχουν μείνει γνωστά ως "Σφαγή του Λάντλοου". Οι εθνοφύλακες και οι μπράβοι της εταιρείας ανοίγουν πυρ κατά των απεργών. Μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι και αντιστάθηκαν. Ακολούθησε μια πολύωρη μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους και κατέφυγαν σε ορισμένες από τις σκηνές τους. Στις σκηνές αυτές οι εθνοφύλακες και οι μπράβοι έβαλαν φωτιά καίγονται ζωντανά γυναικόπαιδα που κρύβονταν μέσα. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες, από τη φωτιά και από ασφυξία, ενώ ένα μικρό αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του.

Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο έλαβαν τεράστιες διαστάσεις. Τα συνδικάτα κάλεσαν τους εργάτες να εξοπλιστούν με «όλα τα όπλα και τα πυρομαχικά που μπορούσαν να αποκτήσουν νόμιμα» και οι απεργοί του Λάντλοου έλαβαν από αδερφά σωματεία 20.000 όπλα. Ξεκινά έτσι ένας πραγματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην εθνοφρουρά, τους μπράβους και τα συνδικάτα που διήρκεσε δέκα ημέρες. Στο διάστημα αυτό, οι απεργοί του Λάντλοου καταλαμβάνουν την παρακείμενη πόλη Τρινιντάντ. Στη πόλη ο Τίκας ζήτησε να δει για διαπραγματεύσεις τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντρο Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα - ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί - και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.


Φωτογραφίες

Η τεράστια ακολουθία εργατών στην κηδεία του Τίκα 
Ο καταυλισμός του Λάντλοου


Τα ερείπια της σφαγής στο Λάντλοου

Το σώμα του Τίκα

Εξοπλισμένοι με καραμπίνες απεργοί


Δείτε:

Το διαμάντι της New Star και του
          Νίκου Βεντούρα και Λαμπρινής Θωμά   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου