"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Από τις τελευταίες στιγμές του ΔΣΕ Σάμου- Μέρος 3ο

Συνέχεια

"Από την άλλη μέρα ο Αρκάδης δε θα ξανάβλεπε τους άλλους της συντροφιάς του. Εκείνους τους πήγαν αλλού. Αυτόν τον ρίξανε σε ένα μπουντρούμι των Μεταγωγών του Βαθιού από όπου τον παραλάμβαναν οι στρατιωτικοί ανακριτές. Οι μέθοδες της ανάκρισης αλλάζανε κάθε φορά. Μα η πείνα, οι προπηλακισμοί και η ψυχολογική βία αποτελούσαν το τρίπτυχο της σατανικής μηχανής, που επί τρεις βδομάδες είχε βαλθεί να του σπάσει τα νεύρα, να του λυγίσει την ψυχική αντίσταση και να τον μεταβάλει σε ράκος.

Συχνά συρότανε σε έρημα μέρη έξω από την πόλη, όπου δουλεύανε γύρω του αυτόματα σε σκηνές εκτέλεσης και δεν ήξερε ποια από αυτές θα ήταν αληθινή. Κάποια νύχτα πήγανε και τον πήρανε τρεις ΕΣΑτζίδες. Και σε λίγο τον έριξαν σε ένα μπουντρούμι του παλιού τριώροφου κτηρίου της Στρατιωτικής Διοίκησης. 

- Αν δεν ξεράσεις θα αφήσεις εδώ μέσα τα κόκαλά σου.

του είπε με μια αργόσυρτη φωνή, ο επικεφαλής. Κι έκλεισε με πάταγο τη σιδερόπορτα. Τότε ο Νικήτας κατάλαβε ότι από αυτή τη στιγμή η δοκιμασία του έμπαινε σε πιο στυγνή φάση. Και βάλθηκε να προετοιμαστεί ψυχολογικά για οτιδήποτε θα συνέβαινε. Έτσι όλη εκείνη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι, περιμένοντας να έρθουνε και να τον φωνάξουν. Όμως δεν ήρθαν. Αλλά δεν ήρθαν ούτε την επόμενη, ούτε τη μεθεπόμενη μέρα ή νύχτα. Κι οι ώρες του περνούσαν μαρτυρικά. Γιατί δεν του έλλειπε μόνο το φαγητό και το νερό. Του έλλειπαν τα πάντα που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει...

Στο σκοτεινό κλουβί που ήταν κλεισμένος δεν υπήρχε παράθυρο για να έρθει το φως. Δεν έφτανε ο αέρας. Και κάθε τόσο, πέφτοντας κατάχαμα, έβαζε τα ρουθούνια του στο κενό που άφηνε η πόρτα με το δάπεδο για να πάρει λίγη ανάσα. Αλλά κάποτε άνοιξε η πόρτα. 

- Έβγα έξω ρε.

Ο Νικήτας επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά ήταν τόση η εξάντληση του που δεν κατάφερε με το πρώτο να σταθεί στα πόδια του. Προχώρησε στην έξοδο τρικλίζοντας. Ακολουθώντας το φρουρό ανέβηκαν στο ισόγειο. Έπειτα πήραν ένα διάδρομο και βρέθηκαν μπροστά στο ισόγειο. Έπειτα πήραν έναν διάδρομο και βρέθηκαν μπροστά σε μια πόρτα που έγραφε: "Α2 Ανακριτικόν Τμήμα". Την άνοιξε ο ΕΣΑτζής και μπαίνοντας ο Νικήτας αντίκρισε καθισμένον σε ένα γραφείο τον ανακριτή. Φορούσε τη στολή του λοχαγού κι ήταν ψηλός και παχύς άντρας, που με το αλλόκοτο πρόσωπο και τα δασύτριχο κεφάλι του, έδινε την εντύπωση όρθιου γουρουνιού.

Ο ανακριτής δε βιάστηκε να μιλήσει. Άνοιξε πρώτα ένα φάκελο. Διάβασε κάτι χαρτιά. Βγήκε για λίγα λεπτά έξω. Ξαναγύρισε, κι όταν χτύπησε το τηλέφωνο είπε: 

-Μάλιστα κύριε ταξίαρχε, λοχαγός Δαμιανός.
- Μάλιστα, μάλιστα! Τον έχω μπροστά μου.

Ύστερα ακούμπησε το ακουστικό κι αφού κοίταξε ερευνητικά τον αιχμάλωτο είπε με ύφος προστάτη:

- Κρίμα! Είσαι και μορφωμένο παιδί και θα χαθείς τζάμπα.
- ...
- Κι όμως μπορείς να σωθείς και να φτιάξεις τη σταδιοδρομία σου. Φτάνει να φανείς έξυπνος.
- ...
- Από την έκθεση της ταξιαρχίας που σε έπιασε βλέπω ότι ήρθες από την Ικαρία. Έτσι δεν είναι;
- Μάλιστα.
- Σε κατηγορούν ότι έχεις λάβει μέρος σε πολλές μάχες και ότι ανέλαβες μυστικές αποστολές. Τι έχεις να πεις;
- Τίποτα.
- Ήσουν στη μάχη της Πλάκας, όπου εφονεύθησαν 16 οπλίτες και 2 αξιωματικοί;
-...
- Δεν άκουσες την ερώτηση;
- Μάλιστα.
- Γιατί δεν απαντάς;
- ...
- Ποιο πόστο κατέχεις;
- ...
- Άκου να σου πω, όταν σε ερωτώ να απαντάς γιατί αν χάσω την υπομονή μου θα μετανιώσεις.
- ...
- Τέλος πάντων. Τι έχεις να πεις;
- Έχω να σας πω αυτά που έχω ξαναπεί. Δραπέτευσα από την Ικαρία, ενώ με μετέφεραν για τα ιεροεξεταστήρια της Ασφάλειας της Αθήνας. Κι ύστερα πέρασα με βάρκα στα ελεύθερα βουνά της Σάμου. Τίποτα άλλο.
- Και δεν μετανοείς που συνέπραξες με τους προδότες της πατρίδας;
- Οι αντάρτες δεν είναι προδότες. Είναι τα καλύτερα παιδιά του λαού που αγαπάνε την πατρίδα και την ελευθερία.
- Ως εδώ κάθαρμα! 

είπε ο ανακριτής οργισμένα και στο λεπτό αρπάζοντας μια καρέκλα την εκσφενδόνισε στο κεφάλι του Νικήτα. Εκείνος έχασε τις αισθήσεις του κι έπεσε αιμόφυρτος στο πάτωμα. 

Κάποτε άρχισε να συνέρχεται. Και λίγο αργότερα κατάλαβε πως βρισκότανε στην αποθήκη κάποιου αγροτόσπιτου. Σύρθηκε προς την πόρτα. Κι από μια χαραμάδα διέκρινε σε κοντινή απόσταση έναν ένοπλο στρατιώτη που έκανε τη σκοπιά του. Ύστερα ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και προσπάθησε να αυτοσυγκεντρωθεί. Μα του ήταν αδύνατο. Γιατί πονούσε όλο το σώμα του κι απ' τη δίψα είχαν κολλήσει τα σωθικά του. Περνούσε η ώρα και το λιγοστό φως της αποθήκης άρχισε να χάνεται. Αλλά ξαφνικά ακούστηκαν βήματα που όλο πλησίαζαν. Κάποια στιγμή σταμάτησαν. Άνοιξε η πόρτα και μπροστά του διαγράφηκε η σιλουέτα του φρουρού στρατιώτη.

- Πονάς; Σε έχουνε χτυπήσει πολύ;
- Πονάω...
- Θέλεις τίποτε;
- Που βρισκόμαστε;
- Σε ένα φυλάκιο, έξω από το Βαθύ. Λέγε θέλεις τίποτα;
- Νερό...νερό...
- Περίμενε, φτάνω αμέσως.

Σε λίγα λεπτά ο στρατιώτης έδινε στον κρατούμενο ένα παγούρι με νερό που το κατέβασε μονορούφι. Και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα:

- Σε ευχαριστώ φίλε. Θα σε θυμάμαι για πάντα.
- Λυπάμαι που είσαι σε αυτή τη δύσκολη θέση.
- Όλα αντιμετωπίζονται...
- Μα εσύ δε φαίνεσαι στρατιώτης.
- Είμαι από την Αθήνα.
- Α, τώρα ξέρω. Είσαι από τους δραπέτες της Ικαρίας.
- Ακριβώς
- Μήπως είσαι ο Αρκάδης;
- Ναι
- Είσαι τυχερός. Γιατί γράψανε οι εφημερίδες πως πιάστηκες κι είναι δύσκολο να σε εξαφανίσουν.
- Σε ευχαριστώ και πάλι για την καλοσύνη σου.
- Πάω να σου φέρω κάτι.

είπε ο στρατιώτης και ξανάκλεισε την πόρτα. Όταν ξαναγύρισε, έφερε στον Νικήτα ψωμί κι ένα κομμάτι κρέας λέγοντας:

- Είναι από το συσσίτιό μου.

Έπειτα έφυγε, αλλά σε κάμποση ώρα ξαναπήγε.

- Άσχημα νέα. Έχεις μπλέξει άσχημα με αυτόν τον Δαμιανό.
- Και ποιος είναι αυτός ο Δαμιανός;
- Ο ανακριτής του Α2, ο προϊστάμενος.
- Α τον ξέρω.
- Είναι αδίστακτος και τον τρέμουνε όλοι.
- Επειδή αυτό το όνομα μου θυμίζει κάτι, μήπως ξέρεις από που κατάγεται;
- Είναι Σαμιώτης.

Ο στρατιώτης εδώ καληνύχτισε γιατί τελείωνε τη βάρδιά του. Κι η νύχτα από τη στιγμή αυτή κύλαγε βαριά. Όμως ο Νικήτας είχε μια διάθεση που δεν μπορούσε να βρει που οφειλόταν. ίσως τον είχε τονώσει η ανθρωπιά του στρατιώτη. Ίσως γιατί στο πρόσωπο αυτού του νέου έβλεπε τον καινούργιο κόσμο για τον οποίο άξιζε να δώσει κανείς κι αυτή τη ζωή του. Έτσι όταν τον πήρανε και τον πήγανε στο φυλάκιο μπροστά στον ανακριτή "δεν του καιγότανε καρφί".

- Αρκάδη σου δίνω την τελευταία ευκαιρία για να γλιτώσεις. Αλλιώς θα σε φάει το σκοτάδι.
- ... 
- Σε ερωτώ: Που είναι κρυμμένο το αρχείο του αρχηγείου; Ποιοι είναι οι πληροφοριοδότες και οι οικονομικοί ενισχυτές των συμμοριτών; Που έχετε κρύψει τρόφιμα;
- Δεν ξέρω.
- Αν δεν απαντήσεις δε δύο μόνο λεπτά, θα σε παραδώσω σε αυτούς

είπε κι έδειξε τρεις-τέσσερις ΕΣΑτζήδες. 

- Δεν ξέρω!

απάντησε κοφτά ο Νικήτας. Τότε ο ανακριτής σηκώθηκε και άρχισε να σκούζει:

- Πάρτε τον από 'δω!

Κι αμέσως τον άρπαξαν οι λυκάνθρωποι και σηκωτό τον έβγαλαν έξω από το φυλάκιο. Βάδισαν καμιά πενηνταριά μέτρα και τον έστησαν στον τοίχο κάποιου ερειπωμένου καλυβιού. Ύστερα άναψαν τους προβολείς ενός τεράστιου καμιονιού. Και με προτεταμένα τα αυτόματα τον πλησίασαν. 

- Θα τα πεις ρε;
- Δεν ξέρω τίποτα.

Τότε άρχισαν τις ριπές που έκαναν να πέφτουν οι αδύνατοι τοίχοι και τα κεραμίδια του καλυβιού. Κι εκείνος έμενε ακίνητος. Κι όταν του έφυγε η πρώτη ζάλη από τις φωτιές και τις κλαγγές των όπλων κατάλαβε ότι είχε να κάνει με ακόμα μια εικονική εκτέλεση.

Κάποτε η εικονική εκτέλεση σταμάτησε. Και δρασκελίζοντας οι λυκάνθρωποι τον άρπαξαν βιαστικά και τον έριξαν στο καμιόνι που ξεκίνησε αμέσως. Σε λίγο σταμάτησε. Τον έβγαλαν, τον πέρασαν μπροστά από ένα φρουρό και τον πέταξαν σ ένα μπουντρούμι.

Το πρωί ένιωθε πιο δυνατός γιατί με όλους τους πόνους είχε ξεκλέψει κι ένα υπνάκι. Φάνηκε κι ένας σκοπός.

- Μπορώ να πάω στο αποχωρητήριο;
- Μπορείς

του απάντησε εκείνος κι αμέσως του άνοιξε την πόρτα. Ο Νικήτας βγήκε. Και μπόρεσε έπειτα από πολλές μέρες να ρίξει λίγο νερό στο παραμορφωμένο από το πηγμένο αίμα και τη σκόνη κεφάλι του. 

- Σε ευχαριστώ, είπε στο φρουρό αλλά αυτός δεν μίλησε. Αλλά όταν ξαναμπήκε στο κρατητήριο ο Νικήτας, άνοιξε το φινιστρίνι και τους είπε χαμηλόφωνα:

- Είσαι ο Αρκάδης;
- Ναι.
- Από ποια συνοικία;
- Από το Παγκράτι.
- Εγώ είμαι από του Γκύζη.
- Χαίρομαι γιατί κάποτε θα ξανανταμώσουμε.
- Κουράγιο, όταν φύγεις από εδώ μέσα θα τελειώσουν τα βάσανά σου.

Το φινιστρίνι ξανάκλεισε. Κι οι ώρες περνούσαν. Και μόνο από τους χτύπους του ρολογιού κάποιας κοντινής εκκλησίας κατάλαβε ότι είχε έρθει η νύχτα. Κάποτε το ρολόι χτύπησε έντεκα φορές. Ήταν έντεκα πριν τα μεσάνυχτα., όταν άκουσε το ποδοβολητό. Άνοιξε η σιδερόπορτα κι άκουσε να τον προστάζουν. 

- Σήκω απάνω ρε.

Αυτός σηκώθηκε και προχώρησε στο μισοσκότεινο διάδρομο. Ύστερα ακουμπώντας στον τοίχο ανέβηκε τη σκάλα. Στο ισόγειο τον παρέλαβαν δύο πανύψηλοι ΕΣΑτζήδες και "σηκωτό" τον ανέβασαν στην ταράτσα. 

- Τώρα θα δούμε αν είσαι παλικάρι, και ανοίγοντας μια πόρτα ένας τον έσπρωξε σε ένα τσιμεντένιο κελί δίχως παράθυρα.

- Τι λες, θα τα πεις ή θα σε σουβλίσω σαν τον κατσίκι, ακούστηκε μια φωνή μέσα στο κελί. Εκείνος δεν απάντησε. Και κοιτάζοντας γύρω του πρόσεξε τα .. σύνεργα που θα χρησιμοποιούσαν σε λίγο επάνω του. Ανάμεσά τους ήταν και μια γκαζιέρα που είχε κιόλας πάνω της πυρακτώσει δυο-τρία σουβλιά.

- Λέγε ρε θα μιλήσεις;
- Δεν ξέρω τίποτα.

Τότε οι υπάνθρωποι τον έδεσαν μισόγυμνο και ξυπόλυτο πάνω σε έναν πάγκο. Κι αμέσως άρχισαν τα μαρτύρια. Τον χτυπούσαν ουρλιάζοντας: "Μαρτύρα! Μαρτύρα!" Κι όταν δεν πήραν απάντηση βάλανε μπροστά τα μεγάλα μέσα... Άρπαξε κάποιος από τους κανίβαλους ένα πυρακτωμένο σουβλί και με σβελτάδα "ειδικού" το έμπηξε στη μέση της πατούσας του αριστερού ποδιού του Νικήτα. Εκείνος όμως δεν πρόλαβε να βγάλει ανάσα κι ούτε καν να πονέσει. Γιατί η φωτιά άναψε το αίμα του κι έχασε τις αισθήσεις του. Και μάταια οι δήμιοι απειλούσαν: "Μαρτύρα γιατί θα σε κάψουμε ολόκληρο". Έτσι καταϊδρωμένοι και απογοητευμένοι βάλανε τον αιχμάλωτο αντάρτη σε μια κουβέρτα και τον ξαναπήγανε στο μπουντρούμι που ήταν πριν λίγο. 

Λίγο αργότερα τον μεταφέρανε στο απομονωτήριο του τμήματος μεταγωγών."


Συνεχίζεται 


Το Βαθύ της Σάμου.

Αντάρτες του ΔΣΕ Σάμου.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου