"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

H μάχη της Γουρίτσας


Aπό το βιβλίο του Νίκου Σκιαδά "Ο καπετάν Επαμεινώνδας"
Το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου το Αρχηγείο ΕΛΑΣ Τριχωνίδας βρίσκεται στον Αη-Βλάση. Εκεί πήρε στις επτά του ιδίου μηνός σημείωμα της οργάνωσης Αγρινίου που ειδοποιεί πως οι Γερμανοί και οι Ιταλοί ετοιμάζονται να εγκατασταθούν μόνιμα στο Κεφαλόβρυσο. Η εγκατάσταση αυτή αν πραγματοποιηθεί θα φέρει σε μεγάλες δυσκολίες τις κινήσεις του Αρχηγείου. Πρώτα-πρώτα θα αποκοπεί από τις βάσεις του ανεφοδιασμού του που είναι κατά κύριο λόγο το Αγρίνιο με τα πλούσια καμποχώρια του και τις γερές από κάθε άποψη οργανώσεις του. Διχοτομείται η ορεινή Τριχωνία. Αποκόπτεται η Ναυπακτία και η Μακρυνεία. Το Κεφαλόβρυσο με τους Γερμανοϊταλούς εγκαταστημένους σ” αυτό θα είναι μια σφήνα στην καρδιά της ανταρτοκρατούμενης περιοχής.
Για όλους αυτούς τους λόγους το σημείωμα της οργάνωσης Αγρινίου κατέληγε ότι έπρεπε να καταβληθεί κάθε προσπάθεια από το Αρχηγείο να ματαιωθούν τα σχέδια αυτά των κατοχικών δυνάμεων. Ύστερα από την έγκριση του συντάγματος όλη η δύναμη του Αρχηγείου, κινεί­ται με σύντομη πορεία να πιάσει θέσεις κοντά στο μοναστήρι της Γουρίτσας στις στροφές που ξετυλίγονται προς το χωριό Μυρτιά.
Έγιναν τα σχέδια και σημαδεύτηκαν οι θέσεις που θα πιάνονταν. Η μελέτη του Επιτελείου ολοκληρώθηκε με δυο ασκήσεις μάχης που έγιναν μ” όλη τη δύναμη του (60 άντρες). Έτσι ο κάθε διμοιρίτης, ο κάθε αντάρτης ήξερε από πριν τη θέση που θα έπιανε. Ένας συναγερμός-άσκηση την παραμονή της μάχης είχε άριστα αποτελέσματα και πιστοποίησε και αξιοποίησε όλες τις δυνατότητες εκμετάλλευσης του εδάφους που υπήρχαν. Σωριάζονται πέτρες ημικυκλικά σαν τα ταμπούρια των αγωνιστών του ’21, σκάβεται λίγο το χώμα με τα λίγα ανεπαρκή μέσα και όλα αυτά τα «οχυρωματικά έργα» σκεπάστηκαν την τελευταία στιγμή πριν από τη μάχη με φρεσκοκομμένα κλαριά που πρασίνιζαν ακόμη και δεν πρόδιδαν τίποτα που να τραβήξει την προσοχή του εχθρού.
Πρωί 10 Ιουλίου. Ξαφνικά στην πρωινή σιγαλιά ακούγεται το σύνθημα του συναγερμού. Αυτή τη φορά όμως όσο και να μην το πήραν πολλοί στα σοβαρά, ο συναγερμός ήταν αληθινός. Νέο ση­μείωμα της Π.Ε. ανέφερε ότι αρκετή δύναμη Γερμανοΐταλών κινείται από Αγρίνιο προς Κεφαλόβρυσο.
Οι αντάρτες πιάνουν τις θέσεις τους. Βολεύονται όσο μπορούν καλύτερα και περιμένουν να φτάσει η μεγάλη στιγμή. Η ώρα περνά χωρίς τίποτα να δείχνει πως κάτι το αλλιώτικο πρόκειται να συμβεί. Ξημέρωσε για καλά τώρα. Ο ήλιος είχε κιόλας ψηλώσει, αλλά τίποτα. Η αγωνία τρυπώνει μέσα τους, τα μηλίγγια κτυπάνε, το μάτι και το αυτί δουλεύουν προς την κατεύθυνση της Παραβόλας μήπως ανακαλύψει την παραμικρή κίνηση, μήπως ακούσει τον ελάχιστο θόρυβο.
Αλλά να μια άσπρη γραμμή από σκόνη σημαδεύεται πάνω στο δημόσιο δρόμο στο έβγα της Παραβόλας προς τη Μαντάνισσα (Παντάνασσα). Ταυτόχρονα ήχος μοτέρ αυτοκινήτων έρχεται στα αυτιά τους. Είναι ο εχθρός. Η πληροφορία της οργάνωσης Αγρινίου ελέγχεται αληθινή. Σε λίγο ξεχωρίζουν καλά. Είναι μια αράδα καμιά 15αριά αυτοκίνητα που προχωράει προφυλακτικά προς τις θέσεις τους. Απ’ τ’ αριστερά της Παραβόλας προς την Παλιοκαρυά φιδοσέρνεται μια άλλη φάλαγγα, ιταλική αυτή, από πεζούς προς τα ριζοχώρια, Προστοβά, Κρυονέρι, Ταξιάρχη κλπ. Είναι η πλαγιοφυλακή. Μια μικρή ομάδα που αποτελούσε και τη μόνη εφεδρεία, ανέλαβε να απασχολήσει ή και να εξουδετερώσει την πλαγιοφυλακή, όσο που η κύρια δύναμη, θα έδινε τη μάχη στην προκα­θορισμένη θέση.
Ώρα 7.30 το πρωί περίπου. Η εχθρική φάλαγγα από 15 αυτοκί­νητα έφτασε κοντά στις θέσεις των ανταρτών. Στη Βαριά πριν μπει στις στροφές σταματά (οι αντάρτες όπως είπαμε είναι ταμπουρωμένοι στις πάνω Στροφές). Μπαίνει μέσα μια μοτοσικλέτα. Προχωρεί προς τις θέσεις τους. Βαδίζει σιγά-σιγά, προφυλακτικά. Κοιτάνε καλά στα πλάγια του δρόμου, μήπως διακρίνουν τίποτα το ύποπτο. Τίποτα. Οι θέσεις είναι καλά καμουφλαρισμένες. Οι αντάρτες μπρούμυτα με το χέρι στη σκανδάλη, με το αυτί και το μάτι να δουλεύουν επίμονα, κρατούν ως και την αναπνοή τους, για να μη προδοθούν. Η αγωνία κορυφώνεται. Τα λίγα λεπτά της δια­δικασίας της ανίχνευσης, μετριούνται σε ώρες. θα αντιληφθεί τίποτα ο ανιχνευτής; θα προσέξει; Τι θα γίνει; Μήπως η πειθαρχία πυρός χαλάσει από μια τυχαία απροσεξία, από έναν εκνευρισμό; Μέχρι την ώρα αυτή το τηλέφωνο που ήταν τοποθετημένο πολύ κοντά στις Στροφές έδινε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών στο Μπερίκο που είχε μεταφερθεί η έδρα του Αρχηγείου. Λίγο πριν αρχίσει η μάχη οι τηλεφωνητές έκαναν το τελευταίο τηλεφώνημα στην έδρα τους που έλεγε: «Έφτασαν οι Γερμανοί. Σε λίγο αρχίζει η μάχη». Κόψαν τα σύρματα και αποσύρθηκαν.
Να πώς περιγράφει ένας αντάρτης (Βασίλης Παπανάνος, ψευδ. Χάρος) στο ημερολόγιο του τις στιγμές αυτές την αναμονής «…10.7.43. Από τις 5 το πρωί χτύπησε συναγερμός και βρισκόμαστε σε μια εκνευριστική αναμονή, 50 αυτοκίνητα είναι στην Παραβόλα. Αν ξεκινήσουν σε μισή ώρα θα πιάσουμε μάχη. Τα νεύρα πάνε να σπάσουν. Η θέση μου είναι 30 μέτρα από το δρόμο που θα περάσουνε τα αυτοκίνητα, με κρύβει η θέση μόνο χωρίς να με προστατεύει. Οι Ιταλοί ξεκίνησαν και σταμάτησαν ένα τέταρτο μπρο­στά μας. Η ώρα είναι 8 το πρωί. Ο ήλιος κάνει το δρόμο να λάμπει. Στις 8.30 ακούγονται φωνές «έρχονται-έρχονται». Ακούγεται το μουγκρητό μιας μοτοσικλέτας να πλησιάζει και στην καμπή του δρόμου ξεπροβάλλει ένας Γερμανός μοτοσικλετιστής και σε λίγο και δεύτερη μοτοσικλέτα με καλάθι, με δυο Γερμανούς…»
Επιτέλους. Ο ανιχνευτής δεν αντιλήφθηκε τίποτα το ύποπτο. Ξαναγυρίζει στις εχθρικές θέσεις και αναφέρει πιθανώς: έδαφος ελεύθερον. Η φάλαγγα ξεκινάει. Μπροστά δυο μοτοσικλετιστές με δυο μοτοσικλέτες. Τα αυτοκίνητα μπαίνουν ένα-ένα στις Στροφές. Οι Γερμανοί όρθιοι επάνω τους μασάνε αχλάδια κι άλλα φρούτα χαμογελώντας». Οι αντάρτες τα μετράνε ένα… δύο… τρία… δε­κατέσσερα… δεκαπέντε. Τώρα είναι όλα στον κλοιό και κάτω από τον έλεγχο των ανταρτικών πυρών. Όμως να. Σε λίγο και τη στιγμή που ο μοτοσικλετιστής που πήγαινε μπροστά κόντευε να κρυφτεί στη στροφή του δρόμου αντηχεί το σύνθημα: ταταρά… ταταρά.
Μεμιάς ζωντάνεψε ο τόπος και μια κόλαση φωτιάς διαδέχθηκε το σύνθημα. Επιτέλους η αγωνία και η αναμονή των ανταρτών βρίσκουν διέξοδο. Αδειάζουν τα όπλα τους επάνω στους στόχους που ώρα τώρα σημάδευαν περιμένοντας. Πρώτος πέφτει ο μοτοσικλετιστής, που την τρώει στην πλάτη. Συνέχεια χτυπιούνται τα αυτοκί­νητα με χειροβομβίδες και αυτόματα. Οι Γερμανοί τα ‘χασαν στην αρχή. Αμφιταλαντεύτηκαν. Τους ήρθε ξαφνικά. Γρήγορα όμως συνήλθαν. Πηδάνε όσοι προφθάνουν από τα αυτοκίνητα. Τότε τους γνώρισαν οι δικοί μας πως είναι Γερμανοί κι έβαλαν τις φωνές: «Γερμανοί, ωρέ, Γερμανοί είναι… τους κερατάδες». Πιάνουν θέσεις στα λάστιχα των αυτοκινήτων, σε πέτρες, σε νεροσυρμές, παντού όπου τους προσφέρεται το έδαφος. Έμπειροι πολεμιστές, χρησιμοποιούν το έδαφος σε όλες του τις δυνατότητες. Πολεμάνε λυσσασμένα.
Ας δώσουμε και πάλι το λόγο στο ημερολόγιο του αντάρτη: «Η σάλπιγγα δίνει το σύνθημα πυρός. Στο άκουσμα της η δεύτερη μο­τοσικλέτα, καθώς κι όλα τα αυτοκίνητα σταματάνε ενώ αρχίζει η κόλαση της φωτιάς. Είμαστε ακροβολισμένοι επάνω από τις στρο­φές του δρόμου σε 50 με 100 μέτρα. Είχαμε δυο οπλοπολυβόλα, 20 περίπου αυτόματα και οι υπόλοιποι όπλα. Σημαδεύω το πρώτο αυ­τοκίνητο, που μαζί με τις ριπές του οπλοπολυβόλου της ομάδας μου, δέχεται και 30 σφαίρες από το αυτόματο μου. Όσοι Γερμανοί δεν σκοτώθηκαν μέσα, τους καθαρίσαμε μόλις έκαναν να πηδήσουν έξω από το αυτοκίνητο. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας καθώς σταμά­τησε, έτρωγε ένα ροδάκινο, 2-3 ριπές τον έκαναν να χοροπηδάει σαν παλιάτσος και να ξαπλωθεί φαρδύς πλατύς. Μάλιστα σε άλλα αυτοκίνητα που βγήκαν και ξάπλωσαν κάτω από αυτά, τινάχθηκαν στον αέρα από χειροβομβίδες. Γερμανοί σκοτωμένοι μέσα στα αυτο­κίνητα, μισοκρεμασμένοι απ’ έξω, στο δρόμο ξαπλωμένοι, παρου­σιάζουν ένα αληθινό μακελειό. Καμιά εικοσαριά κατάφεραν να πηδήσουν έξω και να πιάσουν την άκρη του δρόμου και πιάνουν μάχη αληθινή…»
Η προσπάθεια διπλασιάζεται. Οι αντάρτες πια δεν συγκρατιούνται. Είναι έτοιμοι να πηδήσουν στον όχτο του δρόμου και να ‘ρθουν στα χέρια με τους Γερμανούς που πολεμάνε ακόμα. Εκείνη την ώρα όμως το καραούλι ειδοποιεί πως οι Ιταλοί κινούνται προς Προστοβά, ανακέφαλα από τις θέσεις τους. Αυτό ήταν σημαντικό αν συνέβαινε. Αποσκοπούσε να κόψει το μοναδικό δρόμο υποχώρησης των ανταρτών προς Ταξιάρχη βάζοντας τους έτσι ανάμεσα στα δυο σκέλη της λαβίδας τους. Δίνεται αμέσως το σύνθημα της υποχώρη­σης. Υποχωρούν με τάξη και οι περισσότεροι συγκεντρώνονται λίγο πιο πάνω. Εκεί διαπιστώνεται ότι ο Επαμεινώνδας με λίγους ακό­μα δεν πειθάρχησε αμέσως στο σύνθημα της υποχώρησης που ο ίδιος έδωσε. Ήταν δικαιολογημένο το αργοπόρημα του Επαμεινώνδα. Κινδυνεύει για λίγα λεπτά μόνο να μην ολοκληρωθεί η όλη προσπάθεια και να πάνε χαμένες όλες οι θυσίες. Ο Επαμεινώνδας δε μπορούσε να αφήσει ατελείωτο το έργο. Το Επιτελείο παρακο­λουθεί με τα κυάλια τις κινήσεις των Ιταλών. Ήταν φανερό πως έρχονταν για βοήθεια των συμμάχων τους. Όμως όχι. Σε λίγο κά­νουν μεταβολή και γυρίζουν πίσω. Με τα κυάλια φάνηκε καθαρά προς τα πού τραβούσε η φάλαγγα. Συνέρχονται οι δικοί μας γρήγο­ρα. Το Επιτελείο αποφασίζει: Όσοι αντάρτες είναι μαζεμένοι εκεί θα κατέβουν πάλι προς τα κάτω να ξεκαθαρίσουν τις γερμανικές φωλιές που είχαν στο μεταξύ τακτοποιηθεί καλύτερα. Χωρίζονται σε ομάδες. Παίρνει η καθεμιά τον τομέα της και αρχίζει το ξεκα­θάρισμα του εδάφους. Τίποτα πια δεν συγκρατεί τους αντάρτες. Κατεβαίνουν όλοι κάτω στο δρόμο αλαλάζοντας. Λίγο-λίγο, με σύ­στημα και μέθοδο ξεκαθαρίζονται οι γερμανικές εστίες. Συλλαμβάνονται δυο Γερμανοί αιχμάλωτοι. Οι υπόλοιποι η είναι βαριά τραυ­ματισμένοι ή σκοτωμένοι. Μόνο ένας κατόρθωσε χάρη στη γρηγοράδα των ποδιών του να φτάσει στην Παράβολα — είναι πιθανώς ο μοτοσικλετιστής-ανιχνευτής απ’ όπου με ποδήλατο πήγε στο Αγρίνιο και μετέφερε τα μαντάτα.
Οι αντάρτες μετά το πέρας της μάχης ασχολούνται με την περι­συλλογή λαφύρων. Μαζεύονται όλα και φορτώνονται στο πρώτο αυτοκίνητο προς το Κεφαλόβρυσο. Δυστυχώς ένας μόνο αντάρτης ήξερε να οδηγεί αυτοκίνητο, ήταν ο Ερμής (Γιώργος Παπατρέχας) απ’ τη Μαχαιρά Ξηρομέρου που σκοτώθηκε αργότερα σε άλλη μά­χη. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Τα υπόλοιπα έπρεπε να καούν γιατί κιόλας στο δρόμο της Παραβόλας φάνηκαν τα γερμανικά θωρακισμένα που έρχονταν σε βοήθεια. Αυτό το αποτέλεσμα είχε η σωτηρία εκείνου του μοναδικού Γερμανού που μετέφερε στο Αγρίνιο τα μαντάτα της μάχης.
Η παραμονή στο πεδίο της μάχης δεν μπορούσε να παραταθεί περισσότερο. Άρχισαν κιόλας να πέφτουν οι πρώτες οβίδες πυροβο­λικού. Το τελευταίο τμήμα εκκαθάρισης αποχωρεί σιγά-σιγά. Ακόμα και ο τόπος καίγεται από το σφυροκόπημα του γερμανικού πυροβολικού και των αρμάτων που έχουν φθάσει πλέον πολύ κοντά στη Γουρίτσα. Είναι όμως αργά για να κάνουν οποιαδήποτε ζημιά στους αντάρτες, γιατί είναι πια εκτός βολής. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το αδειανό από αντάρτες πεδίο. Παίρνουν τους νεκρούς και τους τραυματίες τους και επιστρέφουν στο Αγρίνιο αργά τη νύχτα. Την άλλη μέρα ένα σμήνος από λίγα γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το χωριό Γουρίτσα και τις Στροφές με αποτέλεσμα να σκοτώσουν ένα μουλάρι και να γκρεμίσουν μια γωνία ενός σπιτιού. Για μέρες οι Ιταλοί της φρουράς Αγρινίου κοροϊδεύουν τους συμμάχους τους Γερμανούς ανταποδίδο­ντας τα ίσα. Έλεγαν μάλιστα: Ιταλιάνοι παούρα, Ντεντέσκοι μόρτο. Οι Ιταλοί φοβούνται, οι Γερμανοί σκοτώνονται.
Η μάχη της Γουρίτσας ήταν η πρώτη σύγκρουση με τους Γερμα­νούς. Ποτέ μέχρι τότε οι αντάρτες μας δεν είχαν πολεμήσει μαζί τους. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις και μικροσυμπλοκές με τους Ιταλούς, όμως ο πόλεμος με τους Γερμανούς ήταν πολύ διαφορετικός. Ποτέ οι Γερμανοί δεν το έβαζαν στα πόδια σαν τους Ιταλούς. Επόμενο ήταν μετά την επιτυχία αυτή με τέτοιους αντιπάλους το ηθικό των ανταρτών να ανέβει πολύ ψηλά. Τώρα πια πίστεψαν κι αυτοί αλλά και όλοι οι κάτοικοι της περιοχής ότι ήταν δυνατό να τα βάλουν με τους Γερμανούς που μέχρι τότε τους νόμιζαν ακατανίκητους. Η μάχη εκτός των άλλων αποτελεσμάτων είχε άμεσο αποτέλεσμα ότι οι αντάρτες μας οπλίστηκαν στην εντέλεια με γερμανικά όπλα. Ιδιαίτερα με μυδράλια. Αυτό είχε ένα ακόμα σημαντικό αποτέλεσμα. Την άμεση ομαδική στρατολογία νέων μαχητών που δεν ήταν μόνο επειδή είχαμε πλέον όπλα, αλλά και γιατί το ηθικό κουράγιο αναπτερώθηκε. Από εδώ και πέρα το αντάρτικο πολλαπλασιάστηκε αριθμητικά και αποτέλεσε μια αξιόμαχη και υπολογίσιμη δύναμη. Τα κατοχικά στρατεύματα δεν μπορούσαν να σουλατσάρουν πια στην ύπαιθρο. Η προσπέλαση σε αυτή και ιδιαίτερα στα ορεινά γινόταν με την κινητοποίηση σημαντικού αριθμού των δυνάμεων τους. Ήταν οι περίφημες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που πληρώνονταν με πολύ αίμα για αυτούς και πολλά χωριά καμένα για μας. Η ύπαιθρος ήταν λεύτερη. Οι αντικειμενικοί σκοποί της διοίκησης των κατοχικών δυνάμεων της περιοχής δεν εκπληρώθηκαν, σε αντίθεση με τους σκοπούς του Αρχηγείου και της Π.Ε. και του ΕΑΜ Αγρινίου που ολοκληρώθηκε στο ακέραιο, χάρη στην παλικαριά και το πείσμα των ανταρτών του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ Τριχωνίδας.

Οι Γερμανοί που έλαβαν μέρος στη μάχη ήταν 120 σύμφωνα με τις ομολογίες των αιχμαλώτων. Νεκροί 117, τραυματίες 2 (αιχμάλωτοι). Κατεστραμμένα αυτοκίνητα 14. Λάφυρα, ολόκληρος ο οπλισμός του τμήματος.

Δικές μας απώλειες 5 αντάρτες νεκροί: 1. Μπάμπης Χαμαμτζής, 2. Παπουτσής Σωτήρης, 3. Γαρδέλης Σπύρος, 4. Υφαντής Δημήτρης, 5. Παπαδονάσιος ή Νασαρής Κωνσταντίνος.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου