"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Μάχη της Λευκάδας 15-16 Ιουνίου 1944


Ο Γιώργος Κουτσουβέλης (Κοντηλάτος)(1), από το Κιόνι της Ιθάκης, ήταν ένας από τους τρεις Θιακούς -οι άλλοι δύο ήταν ο Πάνος Καλλίνικος και ο Μίμης Δευτεραίος- που διεκπεραιώθηκαν τον Ιούνη του ΄44, μαζί με τον καπετάν Φουρτούνα και ένα ΕΛΑΣίτικο τμήμα Κεφαλονιτών, στη Λευκάδα και πήραν μέρος στην επιχείρηση της Λευκάδας, όπως συνηθίζεται να λέγεται η μάχη που έλαβε χώρα στις 15/16 Ιούνη του 1944 στο Λαϊνάκι.
Ο Κουτσουβέλης περιγράφει σε ένα μικρό βιβλιαράκι, που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μας, με τίτλο«Αναμνήσεις από την Κατοχή και το Αντάρτικο», 1992, Εκδόσεις Σπύρος Δενδρινός, Σελ. 17-24, την Επιχείρηση της Λευκάδας η έκβαση της οποίας υπήρξε τραγική για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και οι επιπτώσεις της οδυνηρές για όλο το νησί.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Δευτεραίος εκτελέστηκε μαζί με τους περισσότερους Κεφαλονίτες(2), ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν έχει ακόμη μέχρι σήμερα εξακριβωθεί, πάνω στο ακρωτήρι της Νηράς, στις νότιες ακτές του νησιού της Λευκάδας, στις 18 Ιουνίου 1944. Ο Κουτσουβέλης και ο Καλλίνικος διασώθηκαν και επέστρεψαν, με περιπετειώδη τρόπο, πάνω σε μια σχεδία, στην Ιθάκη.
Στο βιβλίο του απ΄ όπου αντιγράφουμε και θα παρουσιάσουμε το σχετικό απόσπασμα σε 2-3 μέρη, διατηρώντας την ορθογραφία του πρωτότυπου, περιγράφει μεταξύ άλλων τον βαρύ τραυματισμό τουΚώστα Κολυβά (Μπερδεμπέ) και του Σεραφείμ:

«Θα προσπαθήσω να γράψω με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα που έζησα τις δύσκολες αυτές ημέρες της ζωής μου.
Την 11η Ιουνίου του 1944 στο χωριό μας βρισκόταν ένας καπετάνιος του ΕΛΑΣ ονόματι Φουρτούνας. Συνεννοήθη με την τοπική οργάνωση του χωριού μας και το απόγευμα βρεθήκαμε εις τον Σταυρό 18-20 Κονιώτες. Όταν φτάσαμε στο Σταυρό βρήκαμε επίσης και πενήντα δυο Κεφαλονίτες, εκ των οποίων γλύτωσαν από αυτή την επιχείρηση μόνο ένας ή δύο. Το σούρουπο ο Φουρτούνας βλέποντας ότι είχαμε μια φοβία και επειδή εις τον Σταυρό είχε έρθει και ο πατέρας του Πάνου, Αποστόλης, και παρακαλούσε για το παιδί του, ανέβηκε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας και είπε: «Θιακοί, απόψε θα κάνουμε απόβαση εις την Λευκάδα. Εκεί δεν έχει μαντολίνα και κιθάρες, αλλά όπλα και σφαίρες και όποιος από εσάς φοβάται μπορεί να φύγει». Είδα τους συγχωριανούς μου να αποχωρούν από τον χώρο συγκεντρώσεως και εμείναμε μόνον τρεις, ο Μίμης Δευτεραίος, ο Πάνος Καλλίνικος κι εγώ.
Το βράδυ, περίπου ώρα 8.30, κατεβήκαμε στις Φρίκες και με δυο καΐκια το «Τσαρούχι» και τον Αγ. Δημήτρη έγινε απόβασις εις την Πλάκα της Νηράς εις την Λευκάδα. Το πρωί και μετά από δύο ώρες πορεία σε “αγρια μέρη, βρεθήκαμε στο μοναστήρι Άγιος Νικόλαος Νηράς, εκεί μας περιμένανε και άλλοι ντόπιοι αντάρτες με καπεταναίους Κόρακα – Κατσιγιάννη – Κατσίμπα και κάποιον Φατούρο, διοργανωτή της επιχειρήσεως Λευκάδος. Μας είχαν ψητές γίδες και αφού φάγαμε αναχωρήσαμε για το Αθάνι. Εμείναμε τρεις ώρες και μαζί μας ακολούθησαν μια δεκαπενταριά ντόπιοι Αθανιώτες, μετά περάσαμε το Δράγανο και από εκεί καταλήξαμε εις την Εγκλουβήν.
Το βράδυ άλλοι εμείναμε στο σχολείο και άλλοι απέναντι σε κάτι χωράφια, μας μοίρασαν ψωμί, τυρί, εληές και καπνό… ήταν το πρώτο τσιγάρο που έβαλα στο στόμα μου, 18 ετών. Την επομένη 17 Ιουνίου επήγαμε εις την Καρυά και ο Κόρακας με τον Φορτούνα έβγαλαν λόγο και είπαν το σκοπό της επιχειρήσεως αυτής, την οποία μετά από τόσα χρόνια εγώ ο ίδιος δεν εμπόρεσα να καταλάβω.
Επιστρέφοντας πάλι προς την Εγκλουβή ήρθαν μαζί μας πολλοί ντόπιοι του εφεδρικού ΕΛΑΣ καθώς και δύο διμοιρίες του μονίμου από το Ξηρόμερο. Όπως μάθαμε δικοί μας σύνδεσμοι είχαν έρθει σε συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς των Καλατζαίων οι οποίοι ανήκαν εις την δεξιάν οργάνωσιν να μας παραδώσουν 400 ή 450 όπλα διότι όπως είπαν συνεργάζοντο με τους Γερμανούς. Η παράδοσις των όπλων καθυστερούσε και όταν οι δικοί μας κατάλαβαν ότι η καθυστέρησις γινόταν σκόπιμα ώστε να ειδοποιηθούν οι Γερμανοί ήταν λίγο αργά.
Συγκεντρωθήκαμε στα αλώνια της Εγκλουβής και αφού χωριστήκαμε σε 14-15 διμοιρίες των 32 ανδρών, ο Φουρτούνας μας έβγαλε ένα πύρινο λόγο «αύριο και μετά την μάχη θέλω να σφίξω σε έναν έναν το χέρι από εσάς». Μαζί μας ήταν και δύο διμοιρίες του μόνιμου ΕΛΑΣ, παιδιά που είχαν λάβει μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών, εμπειροπόλεμοι και αποφασισμένοι. Η διμοιρία μου αποτελείτο από 32 άνδρες και μαζί μας ήταν η Τζαβέλαινα. Τη νύχτα αναχωρήσαμε με κατεύθυνση προς Άγιο Ηλία, μέρη άγνωστα σ΄ εμάς, βράχια που αλλού πάταγες και αλλού βρισκόσουν, εμέ μου είχαν δώσει ένα οπλοπολυβόλο.
Κάποτε χάραξε και όπως μάθαμε η διμοιρία μας απείχε 150 μέτρα από τα φυλάκια των Γερμανοράλληδων, όταν κατάλαβαν ότι είμαστε κοντά τους και έτοιμοι να επιτεθούμε εγκατέλειψαν τα φυλάκια και θυμάμαι ένας μας φώναζε «άντε ρε κερατάδες σας αφήνουμε και έτοιμο φαγητό». Πράγματι, μες το φυλάκιο που είχαν εγκαταλείψει βρήκαμε χοιρινό ψητό.
Η επίθεσις είχε αρχίσει με «αέρα». Τρέχαμε χωρίς να μας φοβίζει τίποτε σε ένα κατηφορικό κάμπο. Είδα και το Φουρτούνα στο άλογό του και σε άλλο άλογο το σαλπιγκτή, ο οποίος σάλπιζε «προχωρείτε προχωρείτε», από τις σπάνιες στιγμές της ζωής μου. Η επίθεση κράτησε έως το χωριό Άη Λιος, το οποίο καταλάβαμε. Το απόγευμα ανεβήκαμε αριστερά του χωριού σε ένα βουνό που νομίζω ότι το έλεγαν Κομπλιό, μας φέρανε νερό σε ασκοπούλια από λάδι και φαγητό. Το βράδυ και μετά από κλήρο νομίζω, η δική μου διμοιρία διετάχθη να προχωρήσει αρκετά κατά βάθος ώστε το πρωί να γίνει βοηθούμενη από το βαρύ οπλισμό του Τάγματος, τρεις όλμοι και τρία βαριά πολυβόλα, το ένα θυμάμαι για βάση είχε έναν κορμό δένδρου, η γενική επίθεσις. Το ίδιο βράδυ όμως κατέφθασαν γερμανικές ενισχύσεις.
Προχωρήσαμε 3-4 ώρες μες τη νύχτα στα απάτητα χώματα της Λευκάδος και βρεθήκαμε σε ένα βουναλάκι που το έλεγαν Λαϊνάκι. Τι έγινε δεν μπορώ να καταλάβω, ή ο σύνδεσμος μας πρόδωσε ή μας αντιλήφθηκαν οι αντίπαλοι. Η ουσία είναι ότι δεν μου έμπαινε ύπνος όλη την υπόλοιπη νύχτα, με είχε πιάσει ένα συχνοκατούρημα και μου φαίνεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, σαν να άκουγα βήματα να μας πλησιάζουν. Ξύπνησα τον Πάνο που στην επίθεση αυτή ήταν γεμιστής οπλοπολυβόλου και μίλησα με τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Λιβιτσάνη που είχαμε μαζί μας.
Πριν καλά καλά ξημερώσει μας έβαλλαν κυκλικά, είμαστε περικυκλωμένοι. Φωνάζοντας μας έριχναν χειροβομβίδες, μία έπεσε κοντά μου και μου αχρήστευσε το οπλοπολυβόλο. Είχε πλέον ξημερώσει, πλησιάζω τον ανθυπολοχαγό και του λέω «είναι ώρα για υποχώρηση», αυτός όμως τίποτε, επέμενε ενώ έβλεπε ότι δεν είχαμε ελπίδα καμιά. 3-4 αντάρτες είχαν χτυπηθεί, η Τζαβέλαινα είχε φάει μια χειροβομβίδα ιταλική στο πρόσωπο και καταματωμένη μου έλεγε να της πάρω το όπλο και να την αποτελειώσω. Σε κάποια στιγμή κι ενώ τα γερμανικά μυδράλια χτυπούσαν προς το τάγμα, 4-5 αντίθετοι Λευκάδιοι με τα μαχαίρια στα χέρια τους έσφαξαν σαν αρνιά, τότε μόνον ο ανθυπολοχαγός διέταξε να υποχωρήσουμε… Το τι έγινε δεν μπορεί νους ανθρώπου να το σκεφθεί. Υποχώρησις άτακτος, φορούσα ένα ζευγάρι άρβυλα Αλπινιστού ιταλικά με πρόκες γύρω γύρω και το δεξί μου πόδι μπερδεύτηκε σε ένα βράχο, εάν υπήρχε τρόπος… και το πόδι μου θα έκοβα για να γλυτώσω.
Κώστας Κολυβάς (Μπερδεμπές)
Μετά από προσπάθεια ξεκόλλησαν οι πρόκες και πάλι με την ψυχή στο στόμα άρχισα να τρέχω, στο δρόμο βρίσκω έναν τραυματία αντάρτη με το αριστερό χέρι χτυπημένο από σφαίρα ταμ-τουμ, νομίζω ότι εάν δεν ήταν το σακάκι, το χέρι θα του είχε πέσει στο χώμα. Ήταν καταματωμένος, τον πήρα εις την αριστερά πλευρά μου και άρχισα να βαδίζω δύσκολα προς τον Άη Λια….»
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
(1) Σύμφωνα με μαρτυρίες του Κώστα Κολυβά (Μπερδεμπέ), ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη στο Λαϊνάκι (Μάχη της Λευκάδας), ο Γιώργος Κουτσουβέλης (Κοντηλάτος) ήταν στο ίδιο τμήμα με αυτόν. Το τμήμα αποτελούνταν από 28-30 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν Κεφαλονίτες. Οι Λευκαδίτες που συμμετείχαν στο τμήμα ήταν οι: Κώστας Κολυβάς (Μπερδεμπές), Σταύρος Ν. Βρεττός (Σταυράκης, από τα Κολυβάτα, σφάχτηκε μετά τη μάχη, στις 17.06.1944, από τους «οπλαρχηγούς»), Χρήστος ΒλάχοςΤζαβέλαινα (Κωνσταντίνα Κατωπόδη-Μικρώνη) και Τζαβέλας (άντρας της Κωσταντίνας Κατωπόδη). Ο σύνδεσμος που τους είχε δοθεί, έφυγε κρυφά τη νύχτα και πρόδωσε τις θέσεις τους στους αντίπαλους. Ξημερώνοντας δέχτηκαν αιφνιδιαστικά πυρά. Ο Γιώργος Κουτσουβέλης που είχε το οπλοπολυβόλο δεν μπόρεσε να το χρησιμοποιήσει γιατί έπαθε εμπλοκή και αχρηστεύτηκε. Αυτός ήταν που βοήθησε και τον Κώστα Κολυβά μετά τον τραυματισμό του. Τον επισκέφτηκε χρόνια αργότερα στη Νικιάνα όπου μένει.
(2) O Πανταζής Ν. Παπαδάτος αναφέρει στο βιβλίο του «Ήρωες και Μάρτυρες της Λευκάδας», Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, τους εξής Κεφαλονίτες αγωνιστές που έπεσαν μαχόμενοι στη μάχη του Λαϊνακίου στις 16 με 18 Ιούνη του 1944: Γεράσιμος Σπ. Γαβριελάτος, Ευάγγελος Δημ. Χριστοφοράτος, Διονύσιος Κ. Χριστοφοράτος, Μακρής Φ. Χριστοφοράτος, Κοσμάς Χριστοφοράτος, Μιχαήλ Π. Λουκάτος και Σπύρος Χαραλαμ. Σιμωτάς, σημειώνοντας ότι «ο αριθμός των Κεφαλονιτών αγωνιστών, που σφάχτηκαν με το μαχαίρι και αυτών που ρίχτηκαν στην Τρύπα του Αλάτρου από τους συνεργάτες των Γερμανών, είναι πολύ πιο μεγάλος, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να σημειωθεί εδώ με ακρίβεια».
Ο Ζώης Τ. Κουτσαύτης, στο βιβλίο του «Η Εθνική Αντίσταση στη Λευκάδα – Ιταλική και Γερμανική Κατοχή», Έκδοση Π.Ε.Α.Ε.Α. Λευκάδας, Αθήνα 1991, αναφέρει τα ίδια ονόματα ανταρτών Κεφαλονιάς που βρήκε στο ληξιαρχείο Λευκάδας, σημειώνοντας ότι χρειάζεται ειδική έρευνα, χωριό το χωριό, στην Κεφαλονιά ώστε να εξακριβωθεί ο ακριβής αριθμός των θυμάτων.
Στο νεκροταφείο, τέλος, του Αγ. Νικολάου στα Κολυβάτα Λευκάδας βρίσκεται θαμμένος κάποιος Κεφαλονίτης αντάρτης του ΕΛΑΣ, αγνώστων στοιχείων, που σκοτώθηκε στους Σκάρους, στην περιοχή «Τσακαλιά», μέρες μετά τη μάχη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου