"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Το ιδρυτικό (1ο) συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) πραγματοποιήθηκε από τις 2 έως τις 6 του Μάρτη 1919 στη Μόσχα. Η συνάντηση στη Μόσχα ξεκίνησε με το χαρακτήρα Διεθνούς Κομμουνιστικής Συνδιάσκεψης. Αρκετοί αντιπρόσωποι για να φτάσουν έπρεπε να περάσουν από τον κλοιό της ιμπεριαλιστικής επέμβασης και τα μέτωπα του εμφύλιου πολέμου. Η έναρξη των εργασιών του συνεδρίου έγινε από τον Λένιν, σε ένα από τα κτίρια του Κρεμλίνου:
«Με εντολή της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας κηρύσσω την έναρξη του πρώτου, διεθνούς κομμουνιστικού συνεδρίου. Πριν απ' όλα παρακαλώ τους παραβρισκόμενους να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, των καλύτερων εκπροσώπων της ΙΙΙ Διεθνούς. (όλοι σηκώνονται όρθιοι). Σύντροφοι! Το συνέδριό μας έχει μεγάλη κοσμοϊστορική σημασία»1.
Υπήρχαν αντιπρόσωποι, όπως ο Εμπερλαϊν από το ΚΚ Γερμανίας, που τα κόμματά τους δεν είχαν ακόμα ξεκαθαρίσει πλήρως την ανάγκη οργανωτικής ρήξης με το ρεφορμισμό. Ετσι, τις δύο πρώτες μέρες κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου, προβλήθηκαν και αντιρρήσεις για την ίδρυση της νέας Διεθνούς. Τελικά, στις 4 του Μάρτη, μετά από την επίμονη προσπάθεια του Λένιν, η Κομμουνιστική Συνδιάσκεψη μετατράπηκε σε Ιδρυτικό (Πρώτο) Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς που οι εργασίες του ολοκληρώθηκαν στις 6 του Μάρτη 1919. Στο ιδρυτικό ντοκουμέντο αναφέρεται: «Η Διεθνής Κομμουνιστική Διάσκεψη αποφασίζει να συγκροτηθεί σαν η Τρίτη Διεθνής, και να ονομαστεί Κομμουνιστική Διεθνής»2.
Από τα λατινικά αρχικά των λέξεων Κομμουνιστική Διεθνής έμεινε γνωστή ως ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ. Στο συνέδριο πήραν μέρος 52 αντιπρόσωποι από 35 οργανώσεις 21 χωρών της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας. Θετική ψήφο είχαν οι εξής 19 οργανώσεις: Κομμουνιστικό Κόμμα Αρμενίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας /Αυστρίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Εσθονίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Φινλανδίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Ουγγαρίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Λετονίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Λιθουανίας /Λευκορωσίας, Κομμουνιστικό Κόμμα Πολωνίας, Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα (μπ.), Κομμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας, Νορβηγικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Σουηδικό Αριστερό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Βαλκανική Επαναστατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία, Κομμουνιστικό Κόμμα των Γερμανών αποίκων της Ρωσίας, Ενωμένη Ομάδα των Ανατολικών Λαών της Ρωσίας, Αριστερά του Τσίμερβαλντ της Γαλλίας, Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Αμερικής, Ελβετικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (αντιπολίτευση).
Με δικαίωμα συμβουλευτικής ψήφου παραβρέθηκαν αντιπρόσωποι από 16 οργανώσεις από την Ολλανδία, τη Γιουγκοσλαβία, την Ελβετία, το Τουρκεστάν, τις ΗΠΑ, το Αζερμπαϊτζάν, τη Βουλγαρία, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία, τη Γεωργία και τη Μεγάλη Βρετανία. Για πρώτη φορά συμμετείχαν σε τέτοια συνάντηση του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης εκπρόσωποι των αντιαποικιακών κινημάτων, όπως της Κίνας, της Τουρκίας, της Περσίας και της Κορέας.
Πραγματικά μαζικό κόμμα ήταν μόνο το ΚΚ(μπ.), ενώ η πλειοψηφία των αντιπροσώπων εκπροσωπούσε μικρές κομμουνιστικές οργανώσεις και κομμουνιστικές ομάδες που δεν είχαν διαχωριστεί από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ήταν ακόμα μόνο τα έμβρυα των μελλοντικών Κομμουνιστικών Κομμάτων.
Η Ημερήσια Διάταξη του Συνεδρίου ήταν η εξής:
1. Εισηγήσεις. 2. Το Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. 3. Αστική δημοκρατία και δικτατορία του προλεταριάτου. 4. Στάση απέναντι στα Σοσιαλιστικά Κόμματα και απέναντι στη Συνδιάσκεψη της Βέρνης. 5. Διεθνής κατάσταση και πολιτική της Αντάντ. 6. Εκλογή Επιτροπών και οργανωτικά προβλήματα.
Το συνέδριο κατέληξε σε ένα όχι λεπτομερές πρόγραμμα, βασισμένο όμως στη διδασκαλία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και την προλεταριακή επανάσταση.
Επίσης, διατύπωσε το «Μανιφέστο προς το Διεθνές Προλεταριάτο», στο οποίο έχει μεγάλη σημασία ο χαρακτηρισμός της σύγχρονης εποχής του καπιταλισμού ως «εποχής της κομμουνιστικής επανάστασης του προλεταριάτου»3.
Διακήρυξε με σαφήνεια την προσήλωση της ΚΔ στους επαναστατικούς σκοπούς που επιστημονικά θεμελίωσαν οι Μαρξ και Ενγκελς. Βασικό κριτήριο ώστε κάποιο κόμμα να είναι μέλος της ΚΔ ήταν η στάση του απέναντι στη Σοβιετική Ρωσία, όπως και σε κάθε σοβιετική χώρα που θα δημιουργούνταν.
Το οριστικό καταστατικό της ΚΔ αποφασίστηκε να το καθορίσει το επόμενο συνέδριο. Η ΚΔ από την αρχή όμως ιδρύθηκε ως διεθνές κόμμα του παγκόσμιου προλεταριάτου, με ενιαία επαναστατική στρατηγική, αρχή συγκρότησής της ήταν η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, όλα τα τμήματά της ήταν ισότιμα μέλη της, ανώτατο όργανο ήταν το συνέδριό της. Για την καθοδήγηση των τμημάτων της ανάμεσα στα συνέδριά της το συνέδριο αποφάσισε να δημιουργήσει Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΕΕΚΔ).
1. Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τόμ. 37, σελ. 489, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
2. Σιουμάχερ Χορστ, «Η Κομμουνιστική Διεθνής» (1919-1943), σελ. 12, εκδ. «Νέα Βιβλία».
3. Σιουμάχερ Χορστ, «Η Κομμουνιστική Διεθνής» (1919-1943), σελ. 28, εκδ. «Νέα Βιβλία».


Πορεία ρήξης με τον αναθεωρητισμό και τον οπορτουνισμό
Από το λεύκωμα για τα 90 χρόνια από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε επιμέλεια της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ
Το καθήκον διαχωρισμού των επαναστατικών δυνάμεων από τις οπορτουνιστικές σε διεθνές επίπεδο έμπαινε πριν ακόμα από την ίδρυση της Γ' Διεθνούς (1919). Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι στη Ρωσία από το 1903 είχαν αναδείξει την ανάγκη οργάνωσης «Νέου Τύπου» που θα χαρακτηριζόταν από ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ενότητα, θα αποτελούνταν από συνειδητούς πρωτοπόρους εργάτες και θα είχε ως στρατηγική την κατάκτηση της εξουσίας.
Με το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού Α' Παγκόσμιου Πολέμου, τα σοσιαλδημοκρατικά - ρεφορμιστικά κόμματα πέρασαν στην ανοιχτή προδοσία της εργατικής τάξης, μετατράπηκαν σε κόμματα σοσιαλσοβινιστικά, στηρίζοντας την αστική τάξη των χωρών τους και καλώντας την εργατική τάξη στη χώρα τους να ριχτεί στη σφαγή. Καταπάτησαν τις αποφάσεις των διεθνών σοσιαλιστικών συνεδρίων της Στουτγάρδης (18-24 Αυγούστου 1907), της Κοπεγχάγης (28 Αυγούστου - 3 Σεπτέμβρη 1910) και της Βασιλείας (1912), για δράση μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πάλη για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, γραμμή που είχε διαμορφωθεί με την παρέμβαση του Λένιν κι άλλων συνεπών μαρξιστών επαναστατών.
Ανοιχτά και ξεδιάντροπα στήριξαν πλήρως τα ιμπεριαλιστικά πολεμικά συμφέροντα κορυφαίοι ηγέτες του οπορτουνισμού, όπως οι Φ. Εμπερτ και Φ. Σάιντεμαν στη Γερμανία, ο Β. Αντλερ στην Αυστρία, οι Π. Ρενοντέλ, Ζ. Γκεντ, Μ. Σαμπά στη Γαλλία, ο Γ. Χάιντμαν στην Αγγλία, ο Γ. Πλεχάνοφ στη Ρωσία, ο Λ. Μπισολάτι στην Ιταλία, ο Ε. Βαντερβέλντε στο Βέλγιο, ο Γ. Μπράντινγκ στη Σουηδία. «Η μετατροπή του παγκόσμιου πολέμου σε πόλεμο εμφύλιο θα ήταν τρέλα», έγραφε ο Γερμανός σοσιαλσοβινιστής Ε. Ντάβιντ στην πολεμική του κατά των μπολσεβίκων1.
Ολοι οι σοσιαλδημοκράτες ψήφισαν υπέρ των πολεμικών πιστώσεων στα κοινοβούλια των χωρών τους, ενώ τις καταψήφισαν μόνο οι Σέρβοι σοσιαλιστές στις 31 Ιούλη 1914, οι Ρώσοι μπολσεβίκοι στην 4η Κρατική Δούμα στις 8 Αυγούστου 1914 και ο Κ. Λίμπκνεχτ στο γερμανικό Ράιχσταγκ στις 2 Δεκέμβρη 1914. Στη Γαλλία, στην Αγγλία και στο Βέλγιο οι σοσιαλσοβινιστές συμμετείχαν με υπουργούς στις αστικές κυβερνήσεις που διεξήγαγαν τον πόλεμο. Αντικειμενικά η Β' Διεθνής διαλύθηκε αφού οι ηγέτες της και τα μέλη του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου (ΔΣΓ) βρέθηκαν σε εχθρικά μεταξύ τους αστικά πολεμικά στρατόπεδα.
Εκτός από τους σοσιαλσοβινιστές εμφανίστηκε και το ρεύμα των κεντριστών, με διασημότερο εκπρόσωπό του τον Κάουτσκι, ο οποίος μιλούσε για ειρήνη, όμως στο όνομα της ενότητας δε συνέδεε σε καμία περίπτωση τον πόλεμο με την πάλη για την εξουσία, ούτε έθετε ζήτημα σύγκρουσης με τους σοσιαλσοβινιστές. Ετσι, ουσιαστικά έδιναν άλλοθι στους σοσιαλσοβινιστές, τους γλίτωναν από τη χρεοκοπία στη συνείδηση των εργαζομένων. Η θέση του Κ. Κάουτσκι, «πρακτικά το ερώτημα που μπαίνει είναι ένα: νίκη ή ήττα της δικής σου χώρας», προκαλούσε σύγχυση στην εργατική τάξη. Την απέτρεπε από την πάλη για την εξουσία, διακηρύσσοντας: «Τον καιρό του πολέμου πάλη για την ειρήνη και τον καιρό της ειρήνης ταξική πάλη».2
Ο Β. Ι. Λένιν, τον Ιούνη του 1915, στο έργο του «Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς», χαρακτήριζε το ρόλο των κεντριστών ως εξής: «Δεν είναι τόσο τρομερός και βλαβερός ο ανοιχτός οπορτουνισμός, που απωθεί αμέσως την εργατική μάζα από κοντά του, όσο αυτή η θεωρία της χρυσής μέσης, που δικαιολογεί με μαρξιστικά λογάκια την οπορτουνιστική πρακτική, υποστηρίζοντας με μια σειρά σοφιστείες το άκαιρο της επαναστατικής δράσης και άλλα».3
«...Με τη σκόπιμα ασαφή έκφραση "πρακτικές συνέπειες", ο Κάουτσκι συγκάλυψε την απλή αλήθεια ότι τα μεγάλα και ισχυρά κόμματα φοβήθηκαν τη διάλυση των οργανώσεών τους, την κατάληψη των ταμείων τους, τη σύλληψη των ηγετών τους από την κυβέρνηση. Συνεπώς ο Κάουτσκι με τα επιχειρήματά του για "δυσάρεστες πρακτικές συνέπειες" της επαναστατικής τακτικής δικαιολογεί την προδοσία απέναντι στο σοσιαλισμό. Αυτό δε σημαίνει μήπως εκπόρνευση του μαρξισμού;».4
Το κόμμα των Μπολσεβίκων, με την καθοδήγηση του Λένιν, στο μανιφέστο της Κεντρικής του Επιτροπής την 1η του Νοέμβρη 1914 με τίτλο «Ο Πόλεμος και η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατία», επαναλάμβανε ακόμα μια φορά: «Η μετατροπή του σημερινού ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο πόλεμο είναι το μοναδικά σωστό προλεταριακό σύνθημα».5
Με αυτή τη γραμμή της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πόλεμο για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, δηλαδή σε ήττα της αστικής τάξης στο εσωτερικό της χώρας, ο Λένιν αντιπαρατέθηκε στο σύνθημα «ούτε νίκη ούτε ήττα» που υποστήριζαν κεντριστές όπως ο Τρότσκι.
Η σοσιαλσοβινιστική στάση της σοσιαλδημοκρατίας, με το ξέσπασμα του πολέμου, είχε ως αποτέλεσμα να εγκλωβίσει εργάτες στα αστικά συνθήματα. Στη συνέχεια η φρίκη του πολέμου, η δυστυχία, οι πολλές χιλιάδες νεκροί και σακατεμένοι προκάλεσαν σε περισσότερους εργάτες αμφισβήτηση των σοσιαλσοβινιστικών κηρυγμάτων και στράφηκαν προς τους επαναστάτες σοσιαλιστές. Αυτή η εξέλιξη υποχρέωσε τους κεντριστές σε προσαρμογή. Από τις 5 έως τις 8 του Σεπτέμβρη 1915 συνήλθε στο Τσίμερβαλντ της Ελβετίας συνδιάσκεψη, στην οποία πήραν μέρος 37 αντιπρόσωποι από 12 ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία, Πολωνία, Λετονία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ελβετία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία). Από αυτούς μόνο 8 αντιπρόσωποι από 7 χώρες ακολούθησαν συνεπή διεθνιστική επαναστατική γραμμή και τελικά εξέλεξαν ξεχωριστό Γραφείο με επικεφαλής τον Λένιν.
Αυτή η ομάδα έμεινε γνωστή ως «αριστερά του Τσίμερβαλντ» και αποτελούνταν αρχικά από τους Μπολσεβίκους, τους Πολωνούς ροζλαμόβτσι, τους Λετονούς σοσιαλδημοκράτες και αριστερά στοιχεία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων Γερμανίας, Σουηδίας, Νορβηγίας και Ελβετίας. Αργότερα προστέθηκαν και αριστεροί σοσιαλιστές της Ολλανδίας, της Σερβίας, της Γαλλίας, της Βουλγαρίας, της Αυστρίας και των ΗΠΑ.
Οι αποφάσεις της συνδιάσκεψης χαρακτήριζαν τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και επισήμαναν τη γενικότερη ανάγκη σύνδεσης του πολέμου με την προοπτική του σοσιαλισμού. Η συνδιάσκεψη εξέλεξε Διεθνή Σοσιαλιστική Επιτροπή (ΔΣΕ) που αποτελούνταν από κεντριστές. Ομως, δεν μπήκε το ζήτημα της ρήξης των σχέσεων με το σοσιαλσοβινισμό, ούτε αναλύθηκαν οι όροι που οδήγησαν στην προδοσία της ΙΙ Διεθνούς.
Οι εισηγήσεις της «αριστεράς του Τσίμερβαλντ», που καταψηφίστηκαν, τυπώθηκαν με πρωτοβουλία των Μπολσεβίκων σε διάφορες γλώσσες και διαδόθηκαν σε πολλές χώρες. Αυτή τη δράση θεωρούσε ο Λένιν ως το πιο σημαντικό αποτέλεσμα της συνδιάσκεψης.
Από τις 24 έως τις 30 του Απρίλη του 1916, οι δυνάμεις του Τσίμερβαλντ προχώρησαν στη ΙΙ Συνδιάσκεψή τους στο Κίνταλ της Ελβετίας. Η πλειοψηφία της ήταν επίσης καουτσκική - κεντριστική. Παρά ορισμένες διατυπώσεις της απόφασης που καταδίκαζαν το σοσιαλσοβινισμό και το σοσιαλπασιφισμό, η πλειοψηφία απέκρουε κατηγορηματικά την ιδέα ίδρυσης νέας, Γ' Διεθνούς και τάχτηκε υπέρ της αυτοδιάλυσης της ΔΣΕ μόλις θα συγκαλούνταν εκ νέου το ΔΣΓ (Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο).
Στο τέλος του 1916 είχε αρχίσει στην παγκόσμια πολιτική η στροφή από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο προς την ιμπεριαλιστική ειρήνη. Οι αντικειμενικές συνθήκες και ο φόβος μπροστά στην επανάσταση ανάγκασαν ορισμένους ιμπεριαλιστικούς κύκλους να αναζητούν δρόμους για τον τερματισμό του πολέμου. Σε αυτή τη βάση, ισχυροποιήθηκε η πασιφιστική προπαγάνδα, που επέφερε την πολιτική συμφιλίωση των σοσιαλσοβινιστών και των σοσιαλπασιφιστών, των καουτσκιστών. Προδόθηκαν έτσι οι θέσεις που έστω με αντιφάσεις είχαν διακηρυχτεί στο Τσίμερβαλντ και στο Κίνταλ. Εγκαιρα ο Λένιν είχε επισημάνει την ανάγκη διαχωρισμού από τους «Τσιμερβαλντικούς», ενώ ως μόνους λόγους παραμονής σε αυτούς έβλεπε την πρόσβαση σε πληροφορίες και την απόσπαση ορισμένων ταλαντευόμενων διεθνιστών από την επιρροή του κεντρισμού.
Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα του Β. Ι. Λένιν6:
«Προς τον Κ. Μπ. Ράντεκ 17.VI.1917
...Θα ήθελα πάρα πολύ να σας προειδοποιήσω για να μην μπλεχτείτε με το Τσίμερβαλντ. "Τι καλά θα ήταν να κατακτήσουμε τώρα τη Διεθνή του Τσίμερβαλντ" - έλεγε σήμερα ο Γκριγκόρι. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι μια πολύ οπορτουνιστική και βλαβερή τακτική. Να κατακτήσουμε το Τσίμερβαλντ; Δηλαδή να φορτωθούμε στις πλάτες μας το νεκρό φορτίο του Ιταλικού Κόμματος (των καουτσκιστών και των πασιφιστών), των Ελβετών Γκρόιλιχ και Σία, του S. P. Αμερικής (ακόμα χειρότερα!), των διαφόρων Peluso, των λονγκετιστών κτλ. κ.ο.κ.
Αυτό θα σήμαινε να απαρνηθούμε όλες τις αρχές μας, να ξεχάσουμε το παν, ό,τι γράψαμε και είπαμε ενάντια στο κέντρο, να μπερδευτούμε και να ντροπιαστούμε οι ίδιοι. ...Ετσι είτε αλλιώς πρέπει να θάψουμε το επαίσχυντο... Τσίμερβαλντ οπωσδήποτε και να ιδρύσουμε πραγματική ΙΙΙ Διεθνή...».
Η διεθνής επίδραση της Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης
Στις 7 του Νοέμβρη 1917, κάτω από την ηγεσία του Κόμματος των Μπολσεβίκων, με την άμεση καθοδήγηση του Στρατιωτικού Επαναστατικού Κέντρου, οι εργάτες της Πετρούπολης, επαναστάτες στρατιώτες και οι ναύτες του «Αβρόρα» γκρέμισαν την αστική προσωρινή κυβέρνηση που είχε επικεφαλής τον Α. Κερένσκι, αρχηγό του Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος (Εσέροι). Εγκαθιδρύθηκε η εργατική εξουσία στη Ρωσία, που στηριζόταν στη συμμαχία της εργατικής τάξης με την τεράστια μάζα της φτωχής και άκληρης αγροτιάς. Η νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία είχε τεράστια διεθνή ακτινοβολία και καθοριστική επίδραση στο πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης. Υπήρξε η έμπρακτη επιβεβαίωση της επαναστατικής γραμμής των Μπολσεβίκων.
Ακολούθησαν οι επαναστάσεις στη Φινλανδία, στην Ουγγαρία, στη Γερμανία, όπου λόγω της προδοσίας των Σοσιαλδημοκρατών αλλά και των λαθών και ταλαντεύσεων των νεοδημιουργημένων ΚΚ, του μη διαχωρισμού των κομμουνιστών από τους σοσιαλδημοκράτες, ιδιαίτερα στη Γερμανία και στην Ουγγαρία, πνίγηκαν στο αίμα από την αστική τάξη.
Το 1918 ιδρύθηκαν Κομμουνιστικά Κόμματα στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία, στη Φινλανδία. Την ίδια περίοδο πήραν διεθνιστική επαναστατική θέση το Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Βουλγαρίας (των λεγόμενων στενών σοσιαλιστών), το Διεθνιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα της Αργεντινής, το Αριστερό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Σουηδίας. Στις 17 του Νοέμβρη 1918 ιδρύθηκε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ) που αργότερα μετονομάστηκε σε ΚΚΕ. Το 1918-'19 δημιουργήθηκαν κομμουνιστικές ομάδες και όμιλοι σε Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Ιταλία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Δανία.
Σημαντικό ρόλο στην προπαγάνδιση της ιδέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς έπαιξε η Ομοσπονδία των ξένων ομάδων της ΚΕ του ΚΚ(μπ.) και το Κεντρικό Γραφείο των μουσουλμανικών οργανώσεων του ΚΚ(μπ.). Ο Λένιν εκτιμούσε βαθιά τη δράση των ξένων ομάδων. Χάρη σ' αυτές χιλιάδες αιχμάλωτοι πολέμου, πολιτικοί πρόσφυγες, πρώην στρατιώτες των στρατευμάτων της επέμβασης γνώρισαν από κοντά τον μπολσεβικισμό στη Ρωσία, έγιναν πεπεισμένοι διεθνιστές. Επιστρέφοντας στις χώρες τους βοήθησαν σημαντικά στη διάδοση της αλήθειας για τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, για την ανάγκη συνένωσης των εργατών κάτω από τη σημαία της Τρίτης Διεθνούς.
Η Οχτωβριανή Επανάσταση δημιούργησε το πρώτο κράτος της εργατικής τάξης, κατάκτηση όχι μόνο για τους εργάτες και αγρότες της Ρωσίας, αλλά και για την εργατιά και τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων όλου του κόσμου. Εδειξε επίσης στους λαούς των αποικιών πως υπάρχει και άλλος δρόμος για την απελευθέρωσή τους, αντίθετος από το δρόμο του εθνικισμού της αστικής τάξης. Δημιουργήθηκε ένα κράτος που ήταν πατρίδα όλων των εργατών του κόσμου και η εδαφική επικράτεια ενός διεθνούς επαναστατικού κέντρου.
«...Η Οκτωβριανή Επανάσταση δημιούργησε στο πρόσωπο της πρώτης προλεταριακής δικτατορίας μια ισχυρή και ανοιχτή βάση του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος τέτοια που ποτέ δεν είχε προηγούμενα και που πάνω της μπορεί σήμερα να στηριχτεί»7.
Το Γενάρη του 1918, στην Πετρούπολη, πραγματοποιήθηκε η πρώτη διεθνής σύσκεψη για την προετοιμασία της ίδρυσης Κομμουνιστικής Διεθνούς8.
Για το προχώρημα στην πράξη της νέας Διεθνούς απαιτούνταν συντριβή του «κεντρισμού» και των αντιλήψεων του καουτσκισμού. Μάλιστα, ο Κάουτσκι τον Αύγουστο του 1918, πλαστογραφώντας το μαρξισμό, είχε κυκλοφορήσει μπροσούρα όπου συκοφαντούσε και καταδίκαζε τη σοβιετική εξουσία, προσπαθούσε να μπερδέψει και να τρομάξει τους εργάτες μπροστά σε μια νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Λένιν έγραψε άρθρα και την μπροσούρα με τον τίτλο «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», τον Οκτώβρη του 1918, όπου αποκάλυπτε το οπορτουνιστικό, ουσιαστικά ουτοπικό και αστικό στην ουσία και επικίνδυνο για την εργατική τάξη σύνθημα του Κ. Κάουτσκι για «Σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία και αστικό κοινοβουλευτισμό». Ο Λένιν έδειξε τον ταξικό χαρακτήρα κάθε κράτους, την ανάγκη τσακίσματος του αστικού κράτους από την εργατική τάξη και το χαρακτήρα της δικτατορίας του προλεταριάτου ως προλεταριακής δημοκρατίας και οργάνου πάλης του προλεταριάτου για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας. Ενώ ακόμα βρισκόταν σε εξέλιξη ο επαναστατικός αναβρασμός στη Γερμανία, ο Λένιν εκτιμούσε σε άρθρο του στις 9 του Οκτώβρη του 1918:
«Το μεγάλο ατύχημα και ο κίνδυνος για την Ευρώπη είναι ότι δεν υπάρχει στην Ευρώπη ένα επαναστατικό κόμμα. Υπάρχουν κόμματα προδοτών τύπου Σάιντεμαν, Ρενοντέλ, Χέντερσον και Σία ή λακέδων τύπου Κάουτσκι. Δεν υπάρχει ένα κόμμα επαναστατικό. Φυσικά το ισχυρό επαναστατικό κίνημα των μαζών μπορεί να διορθώσει αυτή την έλλειψη, αλλά αυτή παραμένει μεγάλο ατύχημα και μεγάλος κίνδυνος. Γι' αυτό πρέπει να ξεσκεπάζουμε με κάθε τρόπο τους αποστάτες σαν τον Κάουτσκι, υποστηρίζοντας έτσι τις επαναστατικές ομάδες των πραγματικά διεθνιστών προλετάριων, που υπάρχουν σε όλες τις χώρες. Το προλεταριάτο γρήγορα θα γυρίσει τις πλάτες στους προδότες και τους αποστάτες και θα ακολουθήσει τις ομάδες αυτές, αναδείχνοντας ηγέτες μέσα από αυτές. Δεν ουρλιάζει στα χαμένα η αστική τάξη όλων των χωρών για τον "παγκόσμιο μπολσεβικισμό". Ο παγκόσμιος μπολσεβικισμός θα νικήσει την παγκόσμια αστική τάξη»9.
Τελικά οι εξελίξεις στη Γερμανία κατά τους επόμενους μήνες επιβεβαίωσαν τις εκτιμήσεις του Β. Ι. Λένιν, τον καθοριστικά αρνητικό ρόλο της έλλειψης ενός ισχυρού επαναστατικού κόμματος. Το Γενάρη του 1919, με την καθοδήγηση του Λένιν, πραγματοποιήθηκε η σύσκεψη των εκπροσώπων των ΚΚ Ουγγαρίας, Πολωνίας, Αυστρίας, Λετονίας, Φινλανδίας, της Βαλκανικής Επαναστατικής Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας που αποτελούσαν οι «στενοί» Βούλγαροι και οι «αριστεροί» Ρουμάνοι και ένας ανεπίσημος αντιπρόσωπος από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα ΗΠΑ. Η σύσκεψη ασχολήθηκε με το θέμα της σύγκλησης Διεθνούς Συνεδρίου των εκπροσώπων των επαναστατικών προλεταριακών κομμάτων και απηύθυνε έκκληση «Προς το Πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς» σε 39 επαναστατικά κόμματα, συνδικάτα, ομάδες και ρεύματα των χωρών της Ευρώπης, της Ασίας, της Αμερικής και της Αυστραλίας για να συμμετάσχουν στις εργασίες του Ιδρυτικού Συνεδρίου της νέας Διεθνούς. Το πολιτικό πλαίσιο της πρόσκλησης στηριζόταν στα προγράμματα του ΚΚ(μπ.) της Ρωσίας και του νεοϊδρυθέντος ΚΚ Γερμανίας. Περιλάμβανε 15 σημεία10και διακήρυσσε την κατάκτηση της εξουσίας επαναστατικά, την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, τον αφοπλισμό της αστικής τάξης και τον εξοπλισμό του προλεταριάτου, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και το πέρασμά τους στα χέρια του προλεταριακού κράτους. Επίσης, έκανε μαρξιστική εκτίμηση του ρόλου των ομάδων της δεξιάς σοσιαλδημοκρατίας και του κέντρου και πρότεινε την ίδρυση μιας νέας παγκόσμιας οργάνωσης υπό την επωνυμία Κομμουνιστική Διεθνής.
Σημειώσεις:
1. E. David, Die Sozialdemokratie im Weltkrieg, σελ. 172, Berlin, 1915 και στο «Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», Β' έκδοση, σελ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
2. K. Kautsky, Die Internationalitat und der Krieg, Berlin, 1915. Και στο «Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», Β' έκδοση, σελ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
3. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», τόμ. 26, σελ. 267.
4. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», τόμ. 26, σελ. 265.
5. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», τόμ. 26, σελ. 22.
6. Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», τόμ. 49, σελ. 443.
7. Ι. Β. Στάλιν, «Ο διεθνής χαρακτήρας της Οκτωβριανής Επανάστασης - Στα δεκάχρονα του Οκτώβρη», στο «Ζητήματα Λενινισμού», σελ. 230, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1950.
8. «Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», Β' έκδοση, σελ. 50, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
9. Β. Ι. Λένιν, «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», «Απαντα», τόμ. 37, σελ. 109-110.
10. Ουίλιαμ Φόστερ, «Ιστορία των τριών διεθνών», σελ. 367-368, εκδ. «Γνώσεις».

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ
1. Η άνοδος του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου σε όλες τις χώρες προκάλεσε τις σπασμωδικές και άκαρπες προσπάθειες της αστικής τάξης και των πρακτόρων της μέσα στις εργατικές οργανώσεις για να βρουν ιδεολογικά - πολιτικά επιχειρήματα, με σκοπό την υπεράσπιση της κυριαρχίας των εκμεταλλευτών. Ανάμεσα σ' αυτά τα Επιχειρήματα ξεχωριστή θέση κατέχει η καταδίκη της δικτατορίας και η υπεράσπιση της δημοκρατίας. Η πλαστότητα και η υποκρισία αυτού του επιχειρήματος, που επαναλαβαίνεται με χίλιους τρόπους από τον καπιταλιστικό Τύπο και από τη συνδιάσκεψη της κίτρινης Διεθνούς, που έγινε το Φλεβάρη του 1919 στη Βέρνη, είναι ολοφάνερη για τον καθένα που δεν θέλει να προδώσει τις βασικές θέσεις του σοσιαλισμού.
2. Το επιχείρημα αυτό παίζει κυρίως με τις έννοιες «δημοκρατία γενικά» και «δικτατορία γενικά», χωρίς να βάζει το ζήτημα για ποια τάξη πρόκειται. Μια τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος, εξωταξική ή υπερταξική, δήθεν παλλαϊκή, αποτελεί καθαρό εμπαιγμό της βασικής διδασκαλίας του σοσιαλισμού, δηλαδή της διδασκαλίας για την ταξική πάλη, την οποία παραδέχονται στα λόγια, μα ξεχνούν στην πράξη οι σοσιαλιστές που πέρασαν με το μέρος της αστικής τάξης. Γιατί σε καμιά πολιτισμένη καπιταλιστική χώρα δεν υπάρχει «δημοκρατία γενικά», αλλά υπάρχει μόνο η αστική δημοκρατία, και δεν πρόκειται για τη «δικτατορία γενικά», αλλά για τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, δηλ. του προλεταριάτου, πάνω στους καταπιεστές και εκμεταλλευτές, δηλ. πάνω στην αστική τάξη, με σκοπό την κατανίκηση της αντίστασης που προβάλλουν οι εκμεταλλευτές στην πάλη για την κυριαρχία τους.
3. Η ιστορία διδάσκει ότι καμιά καταπιεζόμενη τάξη δεν έφτασε ποτέ στην κυριαρχία και δεν μπορούσε να φτάσει στην κυριαρχία χωρίς να περάσει μια περίοδο δικτατορίας, δηλ. κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και βίαιης καταστολής της αντίστασης που πρόβαλλαν πάντα οι εκμεταλλευτές, αντίστασης απεγνωσμένης, λυσσαλέας, που δεν σταματούσε μπροστά σε κανένα έγκλημα. Η αστική τάξη, που την κυριαρχία της υποστηρίζουν τώρα οι σοσιαλιστές, οι οποίοι μιλούν ενάντια στη «δικτατορία γενικά» και που κόβονται για τη «δημοκρατία γενικά» κατάκτησε την εξουσία στις προηγμένες χώρες ύστερα από μια σειρά εξεγέρσεις, εμφυλίους πολέμους, βίαιη καταστολή των βασιλιάδων, των φεουδαρχών, των δουλοκτητών και των προσπαθειών παλινόρθωσής τους. Χιλιάδες και εκατομμύρια φορές οι σοσιαλιστές όλων των χωρών στα βιβλία και στις μπροσούρες τους, στις αποφάσεις των συνεδρίων τους, στους προπαγανδιστικούς τους λόγους έχουν εξηγήσει στο λαό τον ταξικό χαρακτήρα αυτών των επαναστάσεων, αυτής της αστικής δικτατορίας. Γι' αυτό η σημερινή υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας με λογοκοπίες για τη «δημοκρατία γενικά» και τα σημερινά ουρλιαχτά και ξεφωνητά ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου, που παρουσιάζονται σαν ξεφωνητά για τη «δικτατορία γενικά», αποτελούν ανοιχτή προδοσία του σοσιαλισμού, έμπρακτο πέρασμα με το μέρος της αστικής τάξης, άρνηση στο προλεταριάτο του δικαιώματος να επιτελέσει τη δική του προλεταριακή επανάσταση, υπεράσπιση του αστικού ρεφορμισμού σε μια τέτοια ακριβώς ιστορική στιγμή που ο αστικός ρεφορμισμός έχει χρεοκοπήσει σε όλο τον κόσμο και ο πόλεμος έχει δημιουργήσει επαναστατική κατάσταση.
4. Ολοι οι σοσιαλιστές, εξηγώντας τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού πολιτισμού, της αστικής δημοκρατίας, του αστικού κοινοβουλευτισμού, έκφραζαν την ιδέα που διατυπώθηκε με τη μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια από τον Μαρξ και τον Ενγκελς, την ιδέα ότι η πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια μηχανή για την καταστολή της εργατικής τάξης από την αστική τάξη, της μάζας των εργαζομένων από μια χούφτα καπιταλιστές1. Ανάμεσα σ' αυτούς που κηρύσσονται σήμερα κατά της δικτατορίας και υπέρ της δημοκρατίας, δεν υπάρχει ούτε ένας επαναστάτης, ούτε ένας μαρξιστής που να μην πήρε χίλιους όρκους μπροστά στους εργάτες ότι παραδέχεται αυτή τη βασική αλήθεια του σοσιαλισμού, και τώρα που το επαναστατικό προλεταριάτο άρχισε να αναταράζεται και να μπαίνει σε κίνηση για τη συντριβή αυτής της μηχανής καταπίεσης και την κατάκτηση της προλεταριακής δικτατορίας, οι προδότες αυτοί του σοσιαλισμού παρουσιάζουν έτσι τα πράγματα, σαν να είναι γεγονός πως η αστική τάξη έχει δωρίσει στους εργαζόμενους την «καθαρή δημοκρατία», πως η αστική τάξη έχει παραιτηθεί από κάθε αντίσταση και είναι έτοιμη να υποταχθεί στην πλειοψηφία των εργαζομένων, πως στην αστική δημοκρατία δεν υπήρχε και δεν υπάρχει καμιά κρατική μηχανή για την καταστολή της εργασίας από το κεφάλαιο.
5. Η Κομμούνα του Παρισιού, που στα λόγια την υμνολογούν όλοι όσοι θέλουν να παριστάνουν το σοσιαλιστή, γιατί ξέρουν ότι οι εργατικές μάζες εκδηλώνουν θερμή και ειλικρινή συμπάθεια γι' αυτή, έδειξε ξεκάθαρα την ιστορική συμβατικότητα και την περιορισμένη αξία του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας - θεσμών πολύ προοδευτικών σε σύγκριση με το μεσαίωνα, που όμως έχουν οπωσδήποτε ανάγκη ριζικής αλλαγής στην εποχή της προλεταριακής επανάστασης. Μόνο ο Μαρξ που, αναλύοντας την Κομμούνα, έδωσε την καλύτερη εκτίμηση της ιστορικής της σημασίας, έδειξε τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας και του αστικού κοινοβουλευτισμού, όπου οι καταπιεζόμενες τάξεις έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν μια φορά μέσα σε αρκετά χρόνια ποιος εκπρόσωπος των πλούσιων τάξεων «θα εκπροσωπεί και θα ποδοπατεί» (ver- und zertreten) το λαό στη Βουλή2. Ακριβώς τώρα, που το σοβιετικό κίνημα, αγκαλιάζοντας όλο τον κόσμο, συνεχίζει μπροστά στα μάτια όλων το έργο της Κομμούνας, οι προδότες του σοσιαλισμού ξεχνούν τη συγκεκριμένη πείρα και τα συγκεκριμένα διδάγματα της Κομμούνας του Παρισιού, επαναλαβαίνοντας τις παλιές αστικές κοινοτοπίες για τη «δημοκρατία γενικά». Η Κομμούνα δεν ήταν κοινοβουλευτικός θεσμός.
6. Η σημασία της Κομμούνας βρίσκεται έπειτα στο γεγονός ότι έκανε απόπειρα να τσακίσει, να καταστρέψει συθέμελα τον αστικό κρατικό μηχανισμό, υπαλληλικό, δικαστικό, στρατιωτικό, αστυνομικό, αντικαθιστώντας τον με μια αυτοδιοικούμενη μαζική οργάνωση των εργατών, που δεν γνώριζε το χωρισμό της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία. Ολες οι σύγχρονες αστικές ρεπουμπλικανικές δημοκρατίες, μαζί και η γερμανική, που οι προδότες του σοσιαλισμού, χλευάζοντας την αλήθεια, την αποκαλούν προλεταριακή, διατηρούν αυτό τον κρατικό μηχανισμό. Ετσι επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά πεντακάθαρα πως τα ξεφωνητά υπέρ της «δημοκρατίας γενικά» αποτελούν στην πραγματικότητα υπεράσπιση της αστικής τάξης και των εκμεταλλευτικών προνομίων της.
7. Η ελευθερία του «συνέρχεσθαι» μπορεί να θεωρηθεί σαν υπόδειγμα διεκδικήσεων της «καθαρής δημοκρατίας». Κάθε συνειδητός εργάτης που δεν ξέκοψε από την τάξη του, θα καταλάβει αμέσως ότι θα ήταν παραλογισμός να υπόσχεται κανείς στους εκμεταλλευτές ελευθερία του συνέρχεσθαι, σε μια περίοδο και σε συνθήκες όπου οι εκμεταλλευτές προβάλλουν αντίσταση στην ανατροπή τους και προασπίζουν τα προνόμιά τους. Τότε που η αστική τάξη ήταν επαναστατική ούτε στην Αγγλία το 1649, ούτε στη Γαλλία το 1793 παραχώρησε «ελευθερία του συνέρχεσθαι» στους μοναρχικούς και στους ευγενείς που καλούσαν τα ξένα στρατεύματα και που «συνέρχονταν» για να οργανώσουν απόπειρες παλινόρθωσης. Αν η σημερινή αστική τάξη, που από καιρό έχει γίνει αντιδραστική, ζητάει από το προλεταριάτο να εγγυηθεί από πριν στους εκμεταλλευτές την «ελευθερία του συνέρχεσθαι», ανεξάρτητα από το τι αντίσταση θα προβάλουν οι καπιταλιστές στην απαλλοτρίωσή τους, οι εργάτες δεν έχουν παρά να γελούν με την υποκρισία της αστικής τάξης.
Από την άλλη μεριά, οι εργάτες ξέρουν πολύ καλά ότι ακόμη και στην πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία η «ελευθερία του συνέρχεσθαι» είναι μια κούφια φράση, γιατί οι πλούσιοι έχουν στη διάθεσή τους τα καλύτερα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, καθώς και αρκετό ελεύθερο χρόνο για συγκεντρώσεις και την προστασία του αστικού μηχανισμού εξουσίας. Οι προλετάριοι της πόλης και του χωριού και οι μικροαγρότες, δηλ. η τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού δεν διαθέτουν τίποτε από όλα αυτά. Οσο θα έχουν έτσι τα πράγματα, η «ισότητα», δηλ. η «καθαρή δημοκρατία» θα είναι μια απάτη. Για να κατακτηθεί η αληθινή ισότητα, για να εφαρμοστεί πραγματικά η δημοκρατία για τους εργαζόμενους, πρέπει πρώτα να αφαιρεθούν από τους εκμεταλλευτές όλα τα δημόσια και τα πολυτελή ιδιωτικά κτίρια, πρέπει πρώτα να εξασφαλιστεί ελεύθερος χρόνος στους εργαζόμενους, πρέπει η δική τους ελευθερία του συνέρχεσθαι να περιφρουρείται από ένοπλους εργάτες, και όχι από ευγενείς ή από καπιταλιστές - αξιωματικούς με αποβλακωμένους στρατιώτες.
Μόνο ύστερα από μια τέτοια αλλαγή μπορεί να γίνει λόγος για ελευθερία του συνέρχεσθαι και για ισότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει εμπαιγμό των εργατών, των εργαζομένων, των φτωχών. Αλλά την αλλαγή αυτή δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει άλλος από την πρωτοπορία των εργαζομένων, το προλεταριάτο, που θα ανατρέψει τους εκμεταλλευτές, την αστική τάξη.
8. Η «ελευθερία του Τύπου» είναι επίσης ένα από τα κυριότερα συνθήματα της «καθαρής δημοκρατίας». Και στο ζήτημα αυτό οι εργάτες ξέρουν, και οι σοσιαλιστές όλων των χωρών το έχουν παραδεχτεί εκατομμύρια φορές, ότι η ελευθερία αυτή είναι μια απάτη, εφόσον τα καλύτερα τυπογραφεία και τα τεράστια αποθέματα χαρτιού βρίσκονται στα χέρια των καπιταλιστών, και εφόσον διατηρείται η εξουσία του κεφαλαίου πάνω στον Τύπο, που εκδηλώνεται σε όλο τον κόσμο τόσο πιο καθαρά, πιο έντονα, πιο κυνικά, όσο πιο αναπτυγμένος είναι ο δημοκρατισμός και το ρεπουμπλικανικό καθεστώς, όπως συμβαίνει λ.χ. στην Αμερική. Για να κατακτηθεί η αληθινή ισότητα και η αληθινή δημοκρατία για τους εργαζόμενους, για τους εργάτες και τους αγρότες, πρέπει πρώτα να αφαιρεθεί από το κεφάλαιο η δυνατότητα να μισθώνει συγγραφείς, να αγοράζει εκδοτικούς οργανισμούς και να εξαγοράζει εφημερίδες, και γι' αυτό πρέπει να αποτιναχτεί ο ζυγός του κεφαλαίου, πρέπει να ανατραπούν οι εκμεταλλευτές, να κατασταλεί η αντίστασή τους. Οι καπιταλιστές αποκαλούσαν πάντα «ελευθερία» την ελευθερία των πλουσίων να γίνονται πλουσιότεροι, την ελευθερία των εργατών να πεθαίνουν από την πείνα. Οι καπιταλιστές αποκαλούν ελευθερία του Τύπου την ελευθερία των πλουσίων να εξαγοράζουν τον Τύπο, την ελευθερία να χρησιμοποιείται ο πλούτος για την κατεργασία και την παραποίηση της λεγόμενης κοινής γνώμης. Και στην περίπτωση αυτή οι θεματοφύλακες της «καθαρής δημοκρατίας» αποδεικνύονται στην πραγματικότητα θεματοφύλακες του πιο βρωμερού, του πιο αργυρώνητου συστήματος της κυριαρχίας των πλουσίων πάνω στα μέσα διαφώτισης των μαζών, αποδεικνύονται απατεώνες που ξεγελούν το λαό, που με καλοφτιαγμένες, όμορφες, μα ολότελα ψεύτικες φράσεις αποσπούν την προσοχή του από το συγκεκριμένο ιστορικό καθήκον της απελευθέρωσης του Τύπου από το ζυγό του κεφαλαίου. Αληθινή ελευθερία και ισότητα θα υπάρχει στο καθεστώς που οικοδομούν οι κομμουνιστές, σ' αυτό δεν θα υπάρχει η δυνατότητα πλουτισμού σε βάρος άλλων, δεν θα υπάρχει η αντικειμενική δυνατότητα να υποτάσσεται ο Τύπος ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα στην εξουσία του χρήματος, και τίποτε δεν θα εμποδίζει τον κάθε εργαζόμενο (ή ομάδα εργαζομένων, ανεξάρτητα από τον αριθμό της) να έχει και να ασκεί το δικαίωμα χρησιμοποίησης των κοινωνικοποιημένων τυπογραφείων και του κοινωνικοποιημένου χαρτιού.
9. Η ιστορία του 19ου και του 20ού αιώνα μάς έδειξε ακόμη πριν από τον πόλεμο, τι σημαίνει στην πραγματικότητα η περιβόητη «καθαρή δημοκρατία» στις συνθήκες του καπιταλισμού. Οι μαρξιστές έλεγαν πάντα ότι όσο πιο εξελιγμένη, «πιο καθαρή» είναι η δημοκρατία, τόσο πιο ανοιχτή, πιο έντονη, πιο αμείλικτη γίνεται η ταξική πάλη, τόσο «πιο καθαρά» εμφανίζεται ο ζυγός του κεφαλαίου και η δικτατορία της αστικής τάξης. Η υπόθεση Ντρέιφους στη ρεπουμπλικανική Γαλλία, τα αιματηρά όργια των μισθοφορικών αποσπασμάτων, εξοπλισμένων από τους καπιταλιστές ενάντια στους απεργούς στην ελεύθερη και δημοκρατική - ρεπουμπλικανική Αμερική - αυτά τα γεγονότα και χιλιάδες παρόμοια επιβεβαιώνουν την αλήθεια, που μάταια προσπαθεί να την αποκρύψει η αστική τάξη, την αλήθεια ότι στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες στην πραγματικότητα κυριαρχούν η τρομοκρατία και η δικτατορία της αστικής τάξης, κι αυτό εκδηλώνεται ανοιχτά κάθε φορά που οι εκμεταλλευτές αρχίζουν να νομίζουν ότι η εξουσία του κεφαλαίου κλονίζεται.
10. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1918 αποκάλυψε πέρα για πέρα ακόμη και στους καθυστερημένους εργάτες τον αληθινό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας, ακόμη και στις πιο ελεύθερες δημοκρατίες, χαρακτήρα δικτατορίας της αστικής τάξης. Για να πλουτίσει μια ομάδα Γερμανών ή Αγγλων εκατομμυριούχων, ή δισεκατομμυριούχων, εξοντώθηκαν δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, και στις πιο ελεύθερες δημοκρατίες εγκαθιδρύθηκε η στρατιωτική δικτατορία της αστικής τάξης. Αυτή η στρατιωτική δικτατορία εξακολουθεί να υπάρχει στις χώρες της Αντάντ και ύστερα από την ήττα της Γερμανίας. Ακριβώς ο πόλεμος άνοιξε περισσότερο από καθετί τα μάτια των εργαζομένων, πέταξε τα ψεύτικα στολίδια της αστικής δημοκρατίας, έδειξε στο λαό τις τεράστιες διαστάσεις που πήρε η αισχροκέρδεια και ο πλουτισμός κατά τον πόλεμο και από τον πόλεμο. Εν ονόματι της «ελευθερίας και ισότητας» έκανε η αστική τάξη τον πόλεμο αυτό, εν ονόματι της «ελευθερίας και ισότητας» συσσώρευσαν πρωτάκουστα πλούτη οι προμηθευτές οπλισμού. Η κίτρινη Διεθνής της Βέρνης, όσο κι αν προσπαθεί, δεν θα μπορέσει να κρύψει από τις μάζες τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της αστικής ελευθερίας, της αστικής ισότητας, της αστικής δημοκρατίας, χαρακτήρα που έχει τώρα ξεσκεπαστεί ολοκληρωτικά.
11. Στη Γερμανία, την πιο αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι πρώτοι ήδη μήνες της πλήρους ρεπουμπλικανικής ελευθερίας, που έφερε η ήττα της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας, έδειξαν στους Γερμανούς εργάτες και σε όλο τον κόσμο, πού βρίσκεται η πραγματική ταξική ουσία της αστικής ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας. Η δολοφονία του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ αποτελεί γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας όχι μόνο γιατί βρήκαν τραγικό θάνατο οι καλύτεροι άνθρωποι και ηγέτες της πραγματικά προλεταριακής, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και γιατί αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα η ταξική ουσία ενός κράτους προηγμένου σε ευρωπαϊκή κλίμακα - μπορούμε να πούμε δίχως υπερβολή: σε παγκόσμια κλίμακα. Αν κάτω από μια κυβέρνηση σοσιαλπατριωτών οι αξιωματικοί και οι καπιταλιστές μπόρεσαν να δολοφονήσουν ατιμώρητα κρατούμενους, δηλ. ανθρώπους που η κρατική εξουσία τους είχε θέσει κάτω από τη φρούρησή της, βγαίνει το συμπέρασμα πως η ρεπουμπλικανική δημοκρατία, στην οποία μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα, δεν είναι παρά δικτατορία της αστικής τάξης. Εκείνοι που εκφράζουν την αγανάκτησή τους για τη δολοφονία του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, αλλά δεν καταλαβαίνουν αυτή την αλήθεια, δείχνουν ή την αμβλύνοιά τους ή την υποκρισία τους. Η «ελευθερία» σε μια από τις πιο ελεύθερες και πιο προηγμένες δημοκρατίες του κόσμου, στη γερμανική δημοκρατία, είναι ελευθερία να δολοφονούνται ατιμώρητα οι κρατούμενοι ηγέτες του προλεταριάτου. Και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά όσο θα διατηρείται ο καπιταλισμός, γιατί η ανάπτυξη του δημοκρατισμού δεν αμβλύνει, αλλά οξύνει την ταξική πάλη που, εξαιτίας όλων των αποτελεσμάτων και των επιδράσεων του πολέμου και των συνεπειών του, έφτασε ως το σημείο του βρασμού.
Σήμερα, σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο οι μπολσεβίκοι εκτοπίζονται, διώκονται, φυλακίζονται, όπως συμβαίνει λ.χ. σε μια από τις πιο ελεύθερες αστικές δημοκρατίες, στην Ελβετία, όπως συμβαίνει στην Αμερική κ.τ.λ., όπου οργανώνονται πογκρόμ κατά των μπολσεβίκων. Από την άποψη της «δημοκρατίας γενικά» ή της «καθαρής δημοκρατίας», είναι απλώς γελοίο, χώρες προηγμένες, πολιτισμένες, δημοκρατικές, εξοπλισμένες ως τα δόντια, να φοβούνται την παρουσία στο έδαφός τους μερικών δεκάδων ανθρώπων από την καθυστερημένη, πεινασμένη, ρημαγμένη Ρωσία, που οι αστικές εφημερίδες σε δεκάδες εκατομμύρια αντίτυπα, την αποκαλούν άγρια, εγκληματική χώρα κ.τ.λ. Είναι φανερό ότι οι κοινωνικές συνθήκες που μπόρεσαν να γεννήσουν μια τέτοια χτυπητή αντίφαση, είναι στην πράξη οι συνθήκες της δικτατορίας της αστικής τάξης.
12. Μια κι έτσι έχουν τα πράγματα, η δικτατορία του προλεταριάτου είναι όχι μόνο απόλυτα νόμιμη σαν μέσο ανατροπής των εκμεταλλευτών και καταστολής της αντίστασής τους, αλλά και απόλυτα απαραίτητη για όλη τη μάζα των εργαζομένων σαν μοναδικό μέσο άμυνας ενάντια στη δικτατορία της αστικής τάξης, που οδήγησε στον πόλεμο και που προετοιμάζει νέους πολέμους.
Το κυριότερο πράγμα που δεν καταλαβαίνουν οι σοσιαλιστές και που φανερώνει πως θεωρητικά είναι κοντόφθαλμοι, πως είναι αιχμάλωτοι των αστικών προκαταλήψεων και πως πρόδωσαν πολιτικά το προλεταριάτο, είναι τούτο, ότι στην καπιταλιστική κοινωνία, όταν η ταξική πάλη, που βρίσκεται στη βάση της κοινωνίας αυτής, οξύνεται κάπως σοβαρά, δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε το ενδιάμεσο, παρά τούτο μόνο: είτε δικτατορία της αστικής τάξης, είτε δικτατορία του προλεταριάτου. Κάθε ονειροπόλημα για κάποια τρίτη λύση είναι αντιδραστικό θρηνολόγημα μικροαστού. Αυτό το μαρτυρεί και η πείρα της υπερεκατόχρονης εξέλιξης της αστικής δημοκρατίας και του εργατικού κινήματος όλων των προηγμένων χωρών, και ιδιαίτερα η πείρα της τελευταίας πενταετίας. Αυτό διδάσκει και όλη η επιστήμη της πολιτικής οικονομίας, όλο το περιεχόμενο του μαρξισμού, που εξηγεί ότι σε κάθε εμπορευματική οικονομία είναι οικονομικά αναπόφευκτη η δικτατορία της αστικής τάξης, που δεν υπάρχει άλλος να την αντικαταστήσει, εκτός από την τάξη των προλετάριων, τάξη που αναπτύσσεται, πληθαίνει, συσπειρώνεται, δυναμώνει από την ίδια την εξέλιξη του καπιταλισμού.
13. Ενα άλλο θεωρητικό και πολιτικό λάθος των σοσιαλιστών είναι ότι δεν καταλαβαίνουν πως οι μορφές της δημοκρατίας, αρχίζοντας από τα έμβρυά της στην αρχαιότητα, άλλαζαν αναπόφευκτα στη διάρκεια των χιλιετηρίδων, παράλληλα με την αντικατάσταση της μιας κυρίαρχης τάξης από μιαν άλλη. Στις αρχαίες δημοκρατίες της Ελλάδας, στις πόλεις του μεσαίωνα, στις προηγμένες δημοκρατικές χώρες η δημοκρατία παρουσίασε διαφορετικές μορφές και εφαρμοζόταν σε διαφορετικούς βαθμούς. Θα ήταν η μεγαλύτερη ανοησία να πιστέψει κανείς πως η πιο βαθιά επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας, το πρώτο στον κόσμο πέρασμα της εξουσίας από τη μειοψηφία των εκμεταλλευτών στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων μπορεί να συντελεστεί μέσα στα παλιά πλαίσια της παλιάς, αστικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να συντελεστεί χωρίς τις πιο απότομες στροφές, χωρίς τη δημιουργία νέων μορφών δημοκρατίας, νέων θεσμών που ενσαρκώνουν τους νέους όρους εφαρμογής της κ.τ.λ.
14. Η δικτατορία του προλεταριάτου μοιάζει με τη δικτατορία των άλλων τάξεων κατά τούτο: ότι την προκάλεσε, όπως και κάθε δικτατορία, η ανάγκη να κατασταλεί με τη βία η αντίσταση της τάξης που χάνει την πολιτική κυριαρχία. Η ριζική διαφορά ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και στη δικτατορία των άλλων τάξεων - τη δικτατορία των τσιφλικάδων στο μεσαίωνα, τη δικτατορία της αστικής τάξης σε όλες τις πολιτισμένες καπιταλιστικές χώρες - βρίσκεται στο ότι η δικτατορία των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης σήμαινε βίαιη καταστολή της αντίστασης της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού, δηλαδή των εργαζομένων. Απεναντίας, η δικτατορία του προλεταριάτου σημαίνει βίαιη καταστολή της αντίστασης των εκμεταλλευτών, των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, δηλαδή μιας ασήμαντης μειοψηφίας του πληθυσμού.
Απ' εδώ, κατά λογική συνέπεια, βγαίνει ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί παρά να συνεπιφέρει αναπόφευκτα όχι μόνο μια αλλαγή γενικά των μορφών και των θεσμών της δημοκρατίας, αλλά μια τέτοια ακριβώς αλλαγή που θα επιτρέψει μια χωρίς προηγούμενο στον κόσμο επέκταση της αποτελεσματικής χρησιμοποίησης του δημοκρατισμού από τις τάξεις των εργαζομένων, από εκείνους που καταπιέζει ο καπιταλισμός.
Και πραγματικά, η μορφή αυτή της δικτατορίας του προλεταριάτου, που δημιουργήθηκε ήδη στην πράξη, δηλ. η Σοβιετική εξουσία στη Ρωσία, το Rate-System στη Γερμανία, το Shop Stewards Committees και οι άλλοι ανάλογοι σοβιετικοί θεσμοί σε άλλες χώρες, όλα αυτά σημαίνουν και κάνουν πράξη ακριβώς για τις εργαζόμενες τάξεις, δηλ. για την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού, τη συγκεκριμένη δυνατότητα να ασκούν τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες, που δεν υπήρξε ποτέ ούτε και κατά προσέγγιση στις πιο εξελιγμένες, στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες.
Η ουσία της Σοβιετικής εξουσίας συνίσταται στο ότι η μαζική οργάνωση ακριβώς των τάξεων που καταπιέζονταν από τον καπιταλισμό, δηλ. των εργατών και των μισοπρολετάριων (αγροτών που δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργασία και είναι αναγκασμένοι να πουλούν διαρκώς έστω και ένα μέρος της εργατικής τους δύναμης), αποτελεί τη μόνιμη και αποκλειστική βάση όλης της κρατικής εξουσίας, ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού. Ακριβώς αυτές οι μάζες, που ακόμη και στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες, αν και ισότιμες σύμφωνα με το νόμο, στην πραγματικότητα παραμερίζονταν με χίλιους δυο τρόπους και τερτίπια από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή και από την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, προσελκύονται τώρα σε μια μόνιμη, απαραίτητη και ταυτόχρονα αποφασιστική συμμετοχή στη δημοκρατική διακυβέρνηση του κράτους.
15. Ενώ η αστική δημοκρατία υποσχόταν παντού και πάντα την ισότητα των πολιτών, ανεξάρτητα από φύλο, θρήσκευμα, φυλή, εθνικότητα, αλλά πουθενά δεν την εφάρμοσε και, λόγω της κυριαρχίας του καπιταλισμού, ούτε μπορούσε να την εφαρμόσει, η Σοβιετική εξουσία ή η δικτατορία του προλεταριάτου την πραγματοποιεί άμεσα και πλήρως, γιατί αυτό είναι σε θέση να το κάνει μόνο η εξουσία των εργατών που δεν έχουν συμφέρον από τη διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και από την πάλη για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμά τους.
16. Η παλιά, δηλ. η αστική δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός είχαν οργανωθεί έτσι που ακριβώς οι μάζες των εργαζομένων να είναι πιο πολύ απομακρυσμένες από τη συμμετοχή στο μηχανισμό της διακυβέρνησης. Η Σοβιετική εξουσία, δηλ. η δικτατορία του προλεταριάτου, απεναντίας, είναι οργανωμένη έτσι που να προσεγγίσει τις μάζες των εργαζομένων στο μηχανισμό της διακυβέρνησης. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί η συνένωση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας στα πλαίσια της σοβιετικής οργάνωσης του κράτους και η αντικατάσταση των εδαφικών εκλογικών περιφερειών με τις παραγωγικές μονάδες, όπως είναι το εργοστάσιο, η φάμπρικα.
17. Ο στρατός ήταν ένας μηχανισμός καταπίεσης όχι μόνο επί μοναρχίας. Διατήρησε αυτό το χαρακτήρα και σε όλες τις αστικές δημοκρατίες, ακόμη και στις πιο δημοκρατικές. Μόνο η Σοβιετική εξουσία, σαν μόνιμη κρατική οργάνωση ακριβώς των τάξεων που καταπιέζονταν από τον καπιταλισμό, είναι σε θέση να εξαλείψει την υποταγή του στρατού στην αστική διοίκηση και να συγχωνεύσει πραγματικά το προλεταριάτο με το στρατό, να εξοπλίσει πραγματικά το προλεταριάτο και να αφοπλίσει πραγματικά την αστική τάξη, που χωρίς αυτό η νίκη του σοσιαλισμού δεν είναι δυνατή.
18. Η σοβιετική οργάνωση του κράτους είναι προσαρμοσμένη στον καθοδηγητικό ρόλο του προλεταριάτου, της τάξης που βγήκε από τον καπιταλισμό πιο συγκεντρωμένη και πιο φωτισμένη. Η πείρα όλων των επαναστάσεων και όλων των κινημάτων των καταπιεζόμενων τάξεων, η πείρα του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος μας διδάσκει ότι μόνο το προλεταριάτο είναι σε θέση να συνενώσει και να πάρει με το μέρος του τα σκόρπια και καθυστερημένα στρώματα του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου πληθυσμού.
19. Μόνο η σοβιετική οργάνωση του κράτους μπορεί πραγματικά να τσακίσει μεμιάς και να εξαρθρώσει οριστικά τον παλιό, δηλ. τον αστικό υπαλληλικό και δικαστικό μηχανισμό, που διατηρήθηκε και δεν μπορούσε παρά να διατηρηθεί αναπόφευκτα στις συνθήκες του καπιταλισμού ακόμη και στις πιο δημοκρατικές δημοκρατίες, αποτελώντας στην πράξη το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πραγματοποίηση του δημοκρατισμού για τους εργάτες και για τους εργαζόμενους. Η Κομμούνα του Παρισιού έκανε το πρώτο κοσμοϊστορικό βήμα στο δρόμο αυτό, η Σοβιετική εξουσία - το δεύτερο.
20. Η κατάργηση της κρατικής εξουσίας είναι ένας σκοπός που έβαζαν μπροστά τους όλοι οι σοσιαλιστές και ανάμεσά τους ο Μαρξ στην πρώτη γραμμή. Χωρίς την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, ο αληθινός δημοκρατισμός, δηλ. η ισότητα και η ελευθερία, είναι απραγματοποίητος. Αλλά προς το σκοπό αυτό οδηγεί πρακτικά μόνο η σοβιετική, η προλεταριακή, δημοκρατία, γιατί, προσελκύοντας τις μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων σε μια μόνιμη και απαραίτητη συμμετοχή στη διακυβέρνηση του κράτους, αρχίζει αμέσως να προετοιμάζει την πλήρη απονέκρωση κάθε κράτους.
21. Η ολοκληρωτική χρεοκοπία των σοσιαλιστών που συγκεντρώθηκαν στη Βέρνη, η πλήρης ανικανότητά τους να καταλάβουν τη νέα, δηλ. την προλεταριακή δημοκρατία, φαίνεται κυρίως από το εξής. Στις 10 του Φλεβάρη 1919 ο Μπράντινγκ κήρυξε τον τερματισμό των εργασιών της διεθνούς συνδιάσκεψης της κίτρινης Διεθνούς στη Βέρνη. Στις 11 του Φλεβάρη 1919 δημοσιεύτηκε στο Βερολίνο, στην «Die Freiheit», εφημερίδα αυτών που συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη, μια έκκληση του Κόμματος των «ανεξάρτητων» προς το προλεταριάτο. Στην έκκληση αυτή αναγνωρίζεται ο αστικός χαρακτήρας της κυβέρνησης Σάιντεμαν, την κατηγορούν ότι επιθυμεί να καταργήσει τα Σοβιέτ που αποκαλούνται Trager und Schutzer der Revolution - φορείς και φύλακες της επανάστασης - και γίνεται η πρόταση να νομιμοποιηθούν τα Σοβιέτ, να τους παραχωρηθούν κρατικά δικαιώματα να αναστέλλουν τις αποφάσεις της Εθνοσυνέλευσης και το ζήτημα να παραπέμπεται σε παλλαϊκό δημοψήφισμα.
Η πρόταση αυτή σημαίνει ολοκληρωτική ιδεολογική χρεοκοπία των θεωρητικών που υπεράσπιζαν τη δημοκρατία χωρίς να καταλαβαίνουν τον αστικό της χαρακτήρα. Η γελοία προσπάθεια να συνδυαστεί το σύστημα των Σοβιέτ, δηλ. η δικτατορία του προλεταριάτου, με την Εθνοσυνέλευση, δηλ. με τη δικτατορία της αστικής τάξης, ξεσκεπάζει ολοκληρωτικά και τη φτώχεια της σκέψης των κίτρινων σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατών, και την πολιτική τους μικροαστική αντιδραστικότητα, και τις δειλές παραχωρήσεις τους στην ασυγκράτητα αυξανόμενη δύναμη της νέας προλεταριακής δημοκρατίας.
22. Καταδικάζοντας τον μπολσεβικισμό, η πλειοψηφία της κίτρινης Διεθνούς στη Βέρνη, που από φόβο μπροστά στις εργατικές μάζες δεν τόλμησε να ψηφίσει τυπικά μια απόφαση σ' αυτό το πνεύμα, ενήργησε σωστά από ταξική άποψη. Ακριβώς αυτή η πλειοψηφία είναι πέρα για πέρα αλληλέγγυα με τους ρώσους μενσεβίκους και σοσιαλιστές - επαναστάτες και με τους Σάιντεμαν στη Γερμανία. Οι Ρώσοι μενσεβίκοι και σοσιαλιστές - επαναστάτες, παραπονούμενοι ότι διώκονται από τους μπολσεβίκους, προσπαθούν να κρύψουν το γεγονός ότι τις διώξεις αυτές τις επέβαλε η συμμετοχή των μενσεβίκων και των σοσιαλιστών - επαναστατών στον εμφύλιο πόλεμο με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο. Το ίδιο και οι Σάιντεμαν και το κόμμα τους στη Γερμανία απόδειξαν ήδη ότι συμμετέχουν με τον ίδιο τρόπο στον εμφύλιο πόλεμο, δηλ. με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στους εργάτες.
Γι' αυτό ήταν πολύ φυσικό η πλειοψηφία αυτών που πήραν μέρος στην κίτρινη Διεθνή της Βέρνης να ταχθεί υπέρ της καταδίκης των μπολσεβίκων. Στη στάση αυτή βρήκε την έκφρασή της όχι η υπεράσπιση της «καθαρής δημοκρατίας», αλλά η αυτοάμυνα ανθρώπων που ξέρουν και νιώθουν ότι στον εμφύλιο πόλεμο η θέση τους είναι με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο.
Να γιατί δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι η απόφαση της πλειοψηφίας της κίτρινης Διεθνούς είναι σωστή από ταξική άποψη. Το προλεταριάτο δεν πρέπει να φοβάται την αλήθεια, μα να την κοιτάζει κατάματα και να βγάζει απ' αυτή όλα τα πολιτικά συμπεράσματα.
Σύντροφοι! Θα ήθελα ακόμη κάτι να προσθέσω στα δυο τελευταία εδάφια. Νομίζω ότι οι σύντροφοι που θα μας κάνουν έκθεση για τη συνδιάσκεψη της Βέρνης, θα μας μιλήσουν πιο διεξοδικά γι' αυτό το ζήτημα.
Σε όλη τη διάρκεια της συνδιάσκεψης της Βέρνης δεν ειπώθηκε ούτε λέξη για τη σημασία της Σοβιετικής εξουσίας. Δυο χρόνια τώρα συζητάμε το ζήτημα αυτό στη Ρωσία. Ακόμη στην κομματική συνδιάσκεψη του Απρίλη του 1917 είχαμε βάλει θεωρητικά και πολιτικά το ζήτημα: «Τι είναι η Σοβιετική εξουσία, ποιο το περιεχόμενό της, ποια η ιστορική της σημασία;». Δυο χρόνια τώρα συζητάμε αυτό το ζήτημα, και στο κομματικό μας συνέδριο ψηφίσαμε σχετική άπόφαση3.
Η εφημερίδα «Freiheit» του Βερολίνου δημοσίευσε στις 11 του Φλεβάρη μια έκκληση προς το γερμανικό προλεταριάτο, υπογραμμένη όχι μόνο από τους ηγέτες των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών της Γερμανίας, αλλά και από όλα τα μέλη της ομάδας των ανεξάρτητων. Τον Αύγουστο του 1918 ο Κάουτσκι, ο μεγαλύτερος θεωρητικός αυτών των ανεξάρτητων, έγραφε στην μπροσούρα του «Η δικτατορία του προλεταριάτου» ότι είναι οπαδός της δημοκρατίας και των σοβιετικών οργάνων, αλλά ότι τα Σοβιέτ πρέπει να έχουν μόνο οικονομική σημασία και να μην αναγνωρίζονται καθόλου σαν κρατικές οργανώσεις. Ο Κάουτσκι επαναλαβαίνει το ίδιο πράγμα στα φύλλα της 11 και της 12 του Γενάρη της «Freiheit». Στις 9 του Φλεβάρη εμφανίζεται ένα άρθρο του Ρούντολφ Χίλφερντινγκ, που θεωρείται επίσης σαν ένας από τους μεγαλύτερους και εγκυρότερους θεωρητικούς της II Διεθνούς. Αυτός προτείνει να πραγματοποιηθεί νομικά, με το δρόμο της κρατικής νομοθεσίας, ο συνδυασμός του συστήματος των Σοβιέτ με την Εθνοσυνέλευση. Αυτό ήταν στις 9 του Φλεβάρη. Στις 11 του Φλεβάρη, η πρόταση αυτή γίνεται δεκτή από όλο το Κόμμα των ανεξάρτητων και δημοσιεύεται υπό μορφή έκκλησης.
Παρόλο που η Εθνοσυνέλευση υπάρχει πια και μάλιστα ύστερα από το γεγονός ότι οι πιο μεγάλοι θεωρητικοί των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών διακήρυξαν ότι οι σοβιετικές οργανώσεις δεν πρέπει να είναι κρατικές οργανώσεις, παρόλα αυτά υπάρχουν πάλι ταλαντεύσεις! Αυτό αποδεικνύει ότι οι κύριοι αυτοί δεν κατάλαβαν απολύτως τίποτε από το νέο κίνημα και από τους όρους πάλης που διεξάγει. Αλλά αυτό αποδεικνύει και κάτι άλλο, και συγκεκριμένα ότι πρέπει να υπάρχουν λόγοι, αιτίες που προκαλούν αυτές τις ταλαντεύσεις! Οταν, ύστερα από όλα αυτά τα γεγονότα, ύστερα από δυο σχεδόν χρόνια νικηφόρας επανάστασης στη Ρωσία, μας σερβίρουν αποφάσεις σαν κι αυτές που ψηφίστηκαν στη συνδιάσκεψη της Βέρνης, στις οποίες δεν αναφέρεται τίποτε για τα Σοβιέτ και για τη σημασία τους, όταν στη συνδιάσκεψη αυτή κανένας αντιπρόσωπος σε καμιά ομιλία δεν έβγαλε ούτε λέξη γι' αυτό το πράγμα, μπορούμε να δηλώσουμε με όλο μας το δίκιο ότι όλοι αυτοί οι κύριοι, σαν σοσιαλιστές και θεωρητικοί, δεν υπάρχουν πια για μας.
Αυτό όμως από πρακτική, πολιτική άποψη δείχνει, σύντροφοι, ότι μέσα στις μάζες συντελούνται μεγάλες ανακατατάξεις, μια και οι ανεξάρτητοι αυτοί, που θεωρητικά και από άποψη αρχών ήταν ενάντια σ' αυτές τις κρατικές οργανώσεις, κάνουν ξαφνικά μια τόσο ανόητη πρόταση, όπως είναι η πρόταση του «ειρηνικού» συνδυασμού της Εθνοσυνέλευσης με το σύστημα των Σοβιέτ, δηλ. του συνδυασμού της δικτατορίας της αστικής τάξης με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Βλέπουμε πως όλοι αυτοί χρεοκόπησαν σαν σοσιαλιστές και σαν θεωρητικοί και τι τεράστιες αλλαγές συντελούνται στις μάζες. Οι καθυστερημένες μάζες του γερμανικού προλεταριάτου έρχονται σε μας, ήλθαν σε μας! Η σημασία του Ανεξάρτητου Κόμματος των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών, του καλύτερου τμήματος της συνδιάσκεψης της Βέρνης, ισοδυναμεί, επομένως, με μηδέν από θεωρητική και σοσιαλιστική άποψη. Ωστόσο, διατηρεί κάποια σημασία που συνίσταται στο ότι αυτά τα ταλαντευόμενα στοιχεία αποτελούν για μας βαρόμετρο των διαθέσεων των καθυστερημένων στρωμάτων του προλεταριάτου. Αυτή ακριβώς είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη ιστορική σημασία αυτής της συνδιάσκεψης. Εμείς ζήσαμε κάτι παρόμοιο και στη δική μας επανάσταση. Οι μενσεβίκοι μας πέρασαν σχεδόν ακριβώς τον ίδιο δρόμο εξέλιξης, όπως και οι θεωρητικοί των ανεξάρτητων στη Γερμανία. Στην αρχή, όταν είχαν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ, ήταν υπέρ των Σοβιέτ. Τότε μόνο αυτό άκουγες: «Ζήτω τα Σοβιέτ!», «Υπέρ των Σοβιέτ!», «Τα Σοβιέτ σημαίνουν επαναστατική δημοκρατία!». Οταν όμως την πλειοψηφία στα Σοβιέτ την πήραμε εμείς, οι μπολσεβίκοι, τότε αυτοί άρχισαν να τραγουδούν άλλο σκοπό: τα Σοβιέτ δεν πρέπει να υπάρχουν δίπλα στη Συντακτική Συνέλευση. Διάφοροι μενσεβίκοι θεωρητικοί έκαναν παρεμφερείς προτάσεις, να συνδυαστεί δηλαδή το σύστημα των Σοβιέτ με τη Συντακτική Συνέλευση και να περιληφθούν στην κρατική οργάνωση. Εδώ αποκαλύπτεται, για άλλη μια φορά, ότι η γενική πορεία της προλεταριακής επανάστασης είναι η ίδια σε όλο τον κόσμο. Στην αρχή αυθόρμητος σχηματισμός των Σοβιέτ, ύστερα επέκταση και ανάπτυξή τους, κατόπι πρακτική εμφάνιση του ζητήματος: ή Σοβιέτ, ή Εθνοσυνέλευση, είτε Συντακτική Συνέλευση, είτε αστικός κοινοβουλευτισμός. Πλήρης σύγχυση στις γραμμές των καθοδηγητών και, τέλος, προλεταριακή επανάσταση. Νομίζω όμως ότι, ύστερα από δυο χρόνια σχεδόν επανάστασης, δεν πρέπει να βάζουμε έτσι το ζήτημα, αλλά πρέπει να πάρουμε συγκεκριμένες αποφάσεις, γιατί η επέκταση του συστήματος των Σοβιέτ είναι για μας, και ιδιαίτερα για τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, σπουδαιότατο καθήκον.
Θα ήθελα να σας διαβάσω εδώ μόνο μια απόφαση των μενσεβίκων. Είχα παρακαλέσει τον σ. Ομπολένσκι να τη μεταφράσει στα γερμανικά. Μου είχε υποσχεθεί ότι θα το κάνει, αλλά, δυστυχώς, δεν βρίσκεται εδώ. Επειδή δεν έχω μαζί μου το πλήρες κείμενο αυτής της απόφασης, θα προσπαθήσω να την αποδώσω από μνήμης.
Ενας ξένος, που δεν έχει ακούσει τίποτε για τον μπολσεβικισμό, είναι πολύ δύσκολο να διαμορφώσει δική του γνώμη για τα επίμαχα προβλήματά μας. Οι μενσεβίκοι αμφισβητούν καθετί που υποστηρίζουν οι μπολσεβίκοι, και αντίστροφα. Βέβαια, μέσα στην πάλη ούτε μπορεί να γίνει διαφορετικά, και ακριβώς γι' αυτό είναι πολύ σπουδαίο το γεγονός ότι η τελευταία συνδιάσκεψη του Κόμματος των μενσεβίκων, το Δεκέμβρη του 1918 ψήφισε μια μακροσκελή, λεπτομερειακή απόφαση, που είχε δημοσιευτεί ολόκληρη στη μενσεβίκικη «Γκαζέτα Πετσάτνικοφ».4 Στην απόφαση αυτή οι ίδιοι οι μενσεβίκοι εκθέτουν σύντομα την ιστορία της ταξικής πάλης και του εμφυλίου πολέμου. Στην απόφαση αναφέρεται ότι αυτοί καταδικάζουν τις ομάδες εκείνες του κόμματός τους που έχουν συμμαχήσει με τις εύπορες τάξεις στα Ουράλια, στο Νότο, στην Κριμαία και στη Γεωργία - και απαριθμούνται όλες αυτές οι περιοχές. Οι ομάδες του Μενσεβίκικου κόμματος, που σε συμμαχία με τις εύπορες τάξεις βάδισαν ενάντια στη Σοβιετική εξουσία, καταδικάζονται τώρα στην απόφαση, ενώ το τελευταίο εδάφιο της απόφασης καταδικάζει κι εκείνους που πέρασαν με το μέρος των κομμουνιστών. Από δω βγαίνει πως οι μενσεβίκοι είναι αναγκασμένοι να παραδεχτούν ότι στο Κόμμα τους δεν υπάρχει ενότητα και ότι τάσσονται είτε με το μέρος της αστικής τάξης, είτε με το μέρος του προλεταριάτου. Οι πιο πολλοί από τους μενσεβίκους πέρασαν με το μέρος της αστικής τάξης και πάλεψαν εναντίον μας στον καιρό του εμφυλίου πολέμου. Εμείς, φυσικά, διώκουμε τους μενσεβίκους, ακόμη και τους τουφεκίζουμε, όταν αυτοί στον πόλεμο εναντίον μας παλεύουν κατά του Κόκκινου Στρατού και τουφεκίζουν τους κόκκινους διοικητές μας. Στον πόλεμο της αστικής τάξης απαντήσαμε με τον πόλεμο του προλεταριάτου - άλλη λύση δεν υπήρχε. Συνεπώς, από πολιτική άποψη όλα αυτά δεν είναι παρά μενσεβίκικη υποκρισία. Ιστορικά είναι ακατανόητο, πως μπόρεσαν μερικοί άνθρωποι, που δεν κηρύχθηκαν ακόμη τρελοί, να μιλάνε στη συνδιάσκεψη της Βέρνης με εντολή των μενσεβίκων και των εσέρων για πάλη των μπολσεβίκων ενάντιά τους και να μη λένε λέξη για την πάλη, που αυτοί διεξάγουν σε συμμαχία με την αστική τάξη, ενάντια στο προλεταριάτο.
Ολοι αυτοί ξεσηκώνονται λυσσαλέα εναντίον μας, επειδή τους διώκουμε. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά δεν λένε ούτε μια λέξη για το πώς αυτοί οι ίδιοι συμμετείχαν στον εμφύλιο πόλεμο! Νομίζω ότι θα χρειαστεί να παρουσιάσω για καταχώρηση στα πρακτικά το πλήρες κείμενο της απόφασης και παρακαλώ τους συντρόφους του εξωτερικού να δώσουν προσοχή στην απόφαση αυτή, επειδή αυτή αποτελεί ένα ιστορικό ντοκουμέντο, όπου τοποθετείται σωστά το ζήτημα και προσφέρει το καλύτερο υλικό για την εκτίμηση της διαμάχης ανάμεσα στις «σοσιαλιστικές» κατευθύνσεις στη Ρωσία. Ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη υπάρχει ακόμη μια τάξη ανθρώπων, που άλλοτε κλίνουν προς τη μια και άλλοτε προς την άλλη πλευρά, έτσι συνέβαινε πάντα και σε όλες τις επαναστάσεις και είναι απολύτως αδύνατο στην καπιταλιστική κοινωνία, όπου το προλεταριάτο και η αστική τάξη σχηματίζουν δυο εχθρικά στρατόπεδα, να μην υπάρχουν ενδιάμεσα στρώματα. Ιστορικά η ύπαρξη αυτών των ταλαντευόμενων στοιχείων είναι αναπόφευκτη και, δυστυχώς, τα στοιχεία αυτά που τα ίδια δεν ξέρουν με τίνος το μέρος θα παλεύουν αύριο, θα υπάρχουν ακόμη για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Θέλω να κάνω μια πρακτική πρόταση, που συνίσταται στο εξής: Να παρθεί απόφαση στην οποία θα πρέπει να υπογραμμίζονται ειδικά τρία σημεία.
Πρώτο: Ενα από τα πιο σπουδαία καθήκοντα για τους συντρόφους των δυτικοευρωπαϊκών χωρών είναι να εξηγήσουν στις μάζες τη σημασία, τη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα του συστήματος των Σοβιέτ. Στο ζήτημα αυτό παρατηρείται ανεπαρκής κατανόηση. Μολονότι ο Κάουτσκι και ο Χίλφερντινγκ σαν θεωρητικοί έχουν χρεοκοπήσει, τα τελευταία άρθρα τους στην «Freiheit» αποδεικνύουν ότι καθρεφτίζουν σωστά τις διαθέσεις των καθυστερημένων στρωμάτων του γερμανικού προλεταριάτου. Το ίδιο συνέβαινε και σε μας: Στους πρώτους οχτώ μήνες της ρωσικής επανάστασης γίνονταν πάρα πολλές συζητήσεις γύρω από το ζήτημα της σοβιετικής οργάνωσης, και στους εργάτες δεν ήταν ξεκάθαρο σε τι συνίσταται το νέο σύστημα και αν τα Σοβιέτ μπορούν να γίνουν κρατικός μηχανισμός. Στην επανάστασή μας προχωρούσαμε όχι από το θεωρητικό, αλλά από τον πρακτικό δρόμο. Λόγου χάρη, παλιότερα δεν βάζαμε θεωρητικά το ζήτημα της Συντακτικής Συνέλευσης, ούτε λέγαμε πως δεν αναγνωρίζουμε τη Συντακτική Συνέλευση. Μόνο αργότερα, όταν πια οι σοβιετικές οργανώσεις απλώθηκαν σε όλη τη χώρα και πήραν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία, μόνο τότε αποφασίσαμε να διαλύσουμε τη Συντακτική Συνέλευση. Τώρα βλέπουμε ότι στην Ουγγαρία και στην Ελβετία το ζήτημα τίθεται με πολύ μεγαλύτερη οξύτητα.5 Από τη μια μεριά αυτό είναι πολύ καλό: Αυτό μας εμπνέει τη σταθερή πεποίθηση πως στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη η επανάσταση προχωρεί πιο γοργά και θα μας φέρει μεγάλες νίκες. Από την άλλη μεριά όμως, αυτό περικλείει κάποιο κίνδυνο, και συγκεκριμένα ότι η πάλη θα είναι τόσο ορμητική, ώστε η συνείδηση των εργατικών μαζών δεν θα μπορεί να συμβαδίσει με μια τέτοια ανάπτυξη. Η σημασία του συστήματος των Σοβιέτ εξακολουθεί και τώρα να μην είναι σαφής σε μεγάλες μάζες πολιτικά καλλιεργημένων Γερμανών εργατών, επειδή είναι διαπαιδαγωγημένοι με το πνεύμα του κοινοβουλευτισμού και των αστικών προκαταλήψεων.
Δεύτερο: Για την επέκταση του συστήματος των Σοβιέτ. Οταν ακούμε πόσο γρήγορα διαδίδεται η ιδέα των Σοβιέτ στη Γερμανία, ακόμη και στην Αγγλία, αυτό αποτελεί για μας την πιο σπουδαία απόδειξη πως η προλεταριακή επανάσταση θα νικήσει. Η πορεία της μπορεί να ανακοπεί μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλο είναι αυτό που μας δηλώνουν οι σύντροφοι Αλμπερτ και Πλάτεν, ότι δηλ. στα χωριά της χώρας τους δεν υπάρχουν σχεδόν Σοβιέτ των εργατών γης και της μικροαγροτιάς. Διάβασα στην «Rote Fahne» ένα άρθρο που κηρύσσεται κατά των Σοβιέτ των αγροτών, αλλά και πολύ σωστά υπέρ των Σοβιέτ των εργατών γης και της φτωχολογιάς του χωριού.6 Η αστική τάξη και οι λακέδες της, σαν τον Σάιντεμαν και Σία, έριξαν κιόλας το σύνθημα: Σοβιέτ των αγροτών. Εμείς όμως χρειαζόμαστε μόνο Σοβιέτ των εργατών γης και της φτωχολογιάς του χωριού. Δυστυχώς, από τις εκθέσεις των συντρόφων Αλμπερτ και Πλάτεν και άλλων, διαπιστώνουμε ότι, αν εξαιρέσουμε την Ουγγαρία, πολύ λίγα γίνονται για την επέκταση του σοβιετικού συστήματος στο χωριό. Αυτό αποτελεί ίσως και έναν συγκεκριμένο και πολύ μεγάλο κίνδυνο για την κατάκτηση μιας σίγουρης νίκης από το γερμανικό προλεταριάτο. Η νίκη μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένη μονάχα όταν θα έχουν οργανωθεί όχι μόνο οι εργάτες της πόλης, αλλά και οι προλετάριοι του χωριού, και μάλιστα όχι όπως πριν - στα συνδικάτα και στους συνεταιρισμούς - αλλά στα Σοβιέτ. Εμείς εξασφαλίσαμε πιο εύκολα τη νίκη, γιατί τον Οχτώβρη του 1917 βαδίζαμε μαζί με την αγροτιά, με όλη την αγροτιά. Μ' αυτή την έννοια η επανάστασή μας ήταν τότε αστική. Το πρώτο μέτρο της προλεταριακής μας κυβέρνησης ήταν ότι οι παλιές διεκδικήσεις όλης της αγροτιάς που είχαν διατυπωθεί ακόμη επί Κέρενσκι, από τα Σοβιέτ των αγροτών και τις συνελεύσεις των αγροτών, αναγνωρίστηκαν με νόμο που εξέδωσε η κυβέρνησή μας την επομένη της επανάστασης, δηλ. στις 26 του Οχτώβρη (με το παλιό ημερολόγιο) 1917. Σ' αυτό βρισκόταν η δύναμή μας και ακριβώς γι' αυτό μάς ήταν τόσο εύκολο να κατακτήσουμε τη συντριπτική πλειοψηφία. Στο χωριό η επανάστασή μας εξακολουθούσε να είναι αστική, και μόνο αργότερα, ύστερα από μισό χρόνο αναγκαστήκαμε να αρχίσουμε στα χωριά στα πλαίσια της κρατικής οργάνωσης την ταξική πάλη, να συγκροτούμε σε κάθε χωριό Επιτροπές φτωχολογιάς, των μισοπρολετάριων και να παλεύουμε συστηματικά ενάντια στην αστική τάξη του χωριού. Σε μας αυτό ήταν αναπόφευκτο, λόγω της καθυστέρησης της Ρωσίας. Στη δυτική Ευρώπη τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά, γι' αυτό κι εμείς πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η επέκταση του συστήματος των Σοβιέτ και στον πληθυσμό της υπαίθρου με αντίστοιχες, ίσως νέες μορφές, είναι απόλυτα αναγκαία.
Τρίτο: Πρέπει να πούμε ότι η κατάκτηση κομμουνιστικής πλειοψηφίας στα Σοβιέτ αποτελεί το κύριο καθήκον σε όλες τις χώρες, όπου η Σοβιετική εξουσία δεν νίκησε ακόμη. Η επιτροπή μας για τη σύνταξη των αποφάσεων συζήτησε χθες αυτό το ζήτημα. Μπορεί και άλλοι σύντροφοι να πουν τη γνώμη τους πάνω σ' αυτό, θα ήθελα όμως να προτείνω να ψηφιστούν τα τρία αυτά σημεία και να μπουν σε ξεχωριστή απόφαση. Εμείς δεν μπορούμε βέβαια να προδιαγράψουμε το δρόμο ανάπτυξης. Είναι πολύ πιθανό ότι σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες η επανάσταση θα αρχίσει πολύ γρήγορα, αλλά εμείς σαν οργανωμένο τμήμα της εργατικής τάξης, σαν κόμμα επιδιώκουμε και πρέπει να επιδιώκουμε να πάρουμε την πλειοψηφία στα Σοβιέτ. Τότε η νίκη μας θα είναι εξασφαλισμένη, και καμιά δύναμη δεν θα είναι σε θέση να επιχειρήσει κατιτί ενάντια στην κομμουνιστική επανάσταση. Αλλιώς η νίκη δεν θα κερδηθεί τόσο εύκολα και δεν θα είναι μακρόχρονη. Λοιπόν, θα ήθελα να προτείνω να ψηφιστούν τα τρία αυτά σημεία με μορφή ειδικής απόφασης.
Παραπομπές:
1. Βλ. την «Εισαγωγή» του Φρ. Ενγκελς στην εργασία του Κ. Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς. Απαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 22ος, σελ. 200-201).
2. Βλ. Κ. Μαρξ. «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς. Απαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 17ος, σελ. 344).
3. Πρόκειται για την απόφαση που ψήφισε το VII συνέδριο του ΚΚΡ (μπ.) το οποίο έγινε στις 6-8 του Μάρτη 1918, για τη μετονομασία του Κόμματος και την τροποποίηση του κομματικού προγράμματος (βλ. Β.Ι. Λένιν. Απαντα, 5η έκδ., τόμ. 36ος, σελ. 58-59).
4. «Γκαζέτα Πετσάτνικοφ» («Η εφημερίδα των τυπογράφων») - έκδοση του συνδικάτου των τυπογράφων της Μόσχας, άρχισε να εκδίδεται στις 8 του Δεκέμβρη 1918. Τότε το συνδικάτο βρισκόταν κάτω από την επιρροή των μενσεβίκων. Κλείστηκε το Μάρτη του 1919 για αντισοβιετική προπαγάνδα.
5. Τη νύχτα της 30ής προς την 31η του Οχτώβρη 1918 στην Ουγγαρία έγινε αστικοδημοκρατική επανάσταση με αποτέλεσμα να περάσει η εξουσία στα χέρια της φιλελεύθερης αστικής τάξης που έκανε συνασπισμό με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Η νέα κυβέρνηση δεν πήρε κανένα μέτρο που θα μπορούσε να καλυτερεύσει τη θέση της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Αυτό προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των εργαζόμενων μαζών που άρχισαν να δημιουργούν τα δικά τους επαναστατικά όργανα εξουσίας - τα Σοβιέτ των εργατών, αγροτών και στρατιωτών βουλευτών. Τα Σοβιέτ είχαν τεράστια δημοτικότητα και σε πολλές επαρχίες της Ουγγαρίας αντικαθιστούσαν ουσιαστικά την κυβέρνηση. Στις 16 του Νοέμβρη η Ουγγαρία ανακηρύχθηκε Δημοκρατία. Η παλιά Βουλή διαλύθηκε. Τα αστικά κόμματα ανάπτυξαν πλατιά ζύμωση για τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουγγαρίας, που διαμορφώθηκε οργανωτικά στις 20 του Νοέμβρη 1918, έριξε το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!». Το κύρος και η δημοφιλία του Κομμουνιστικού Κόμματος γρήγορα μεγάλωσαν. Αρχισαν βαθμιαία να περνούν με το μέρος του και εκείνα τα Σοβιέτ, στα οποία πριν υπερίσχυαν οι σοσιαλδημοκράτες. Με την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος στα τέλη του 1918 - αρχές του 1919 έγιναν μια σειρά μεγάλες εκδηλώσεις του ουγγρικού προλεταριάτου. Η αστική τάξη, προσπαθώντας να ανακόψει την άνοδο της επανάστασης, άρχισε τις διώξεις κατά του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, απλώθηκε στη χώρα ένα κύμα απεργιών των εργατών και εκδηλώσεων των αγροτών. Στη χώρα δημιουργήθηκε επαναστατική κατάσταση. Στις 20 του Μάρτη η κυβέρνηση Κάρολι παραιτήθηκε. Οι κομμουνιστές πρόβαλαν τα αιτήματα της ανακήρυξης της Σοβιετικής Δημοκρατίας, της εθνικοποίησης της βιομηχανίας, της δήμευσης της γης των τσιφλικάδων και της σύναψης συμμαχίας με τη Σοβιετική Ρωσία. Οι εργαζόμενοι της Ουγγαρίας υποστήριζαν ένθερμα το Κομμουνιστικό Κόμμα. Στις 21 του Μάρτη οι εργάτες της Βουδαπέστης κατέλαβαν όλα τα στρατηγικά σημεία και αφόπλισαν την αστυνομία. Η Ουγγαρία ανακηρύχθηκε Σοβιετική Δημοκρατία.
Στην Ελβετία, στα 1917 - 1919, κάτω από την επίδραση της Οχτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης το εργατικό κίνημα σημείωσε άνοδο. Στις 15 του Νοέμβρη 1917 στη Ζυρίχη έγινε συγκέντρωση αφιερωμένη στη ρωσική επανάσταση. Μετά τη συγκέντρωση, οι εργάτες με το σύνθημα «Οχι άλλα βλήματα για τα εμπόλεμα κράτη!», και τραγουδώντας τον «Υμνο της Διεθνούς» κατευθύνθηκαν στα δύο εργοστάσια πυρομαχικών και πέτυχαν το κλείσιμό τους. Στις 17 του Νοέμβρη στη Ζυρίχη οι εργάτες που απαιτούσαν την απελευθέρωση των συλληφθέντων συντρόφων τους συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Οι εργάτες έστησαν οδοφράγματα. Τα στρατιωτικά τμήματα που κλήθηκαν χτύπησαν το λαό με πυρά πολυβόλων. Η πόλη κηρύχτηκε σε κατάσταση πολέμου.
Οι διώξεις της κυβέρνησης δεν μπορούσαν να ανακόψουν το επαναστατικό κίνημα που ανέβαινε. Το 1918 οι οικονομικές απεργίες που στρέφονταν κατά της ύψωσης των τιμών στα είδη διατροφής, πήραν μαζικό χαρακτήρα. Η πάλη συνεχίστηκε πολλούς μήνες. Το Νοέμβρη του 1918 στην Ελβετία άρχισε γενική πολιτική απεργία για την υποστήριξη της Σοβιετικής Ρωσίας.
Τα αριστερά επαναστατικά στοιχεία του Ελβετικού Σοσιαλιστικού κόμματος σχημάτισαν την κομμουνιστική ομάδα. Με τις προκηρύξεις και τις μπροσούρες τους έριχναν το σύνθημα για τη δημιουργία Σοβιέτ των εργατών και αγροτών βουλευτών. Ο αντιπρόσωπος από την ελβετική κομμουνιστική ομάδα στην ομιλία του στο I συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς μίλησε για τη δημιουργία του Σοβιέτ Ζυρίχης των εργατών βουλευτών, που δέχτηκε «σαν δική του πλατφόρμα το κομμουνιστικό πρόγραμμα» (βλ. «Το Πρώτο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Πρακτικά». Μόσχα, ρωσ. έκδ., 1933, σελ. 40).
(6) Ο Λένιν εννοεί το άρθρο της Ρ. Λούξεμπουργκ «Der Anfang» («Η απαρχή»), που δημοσιεύτηκε στο φύλ. αρ. 3 της εφημερίδας «Die Rote Fahne» της 18 του Νοέμβρη 1918.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου