"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Στρατόπεδο Χαϊδαρίου - Μέρος 2ο


Πάουλ Ραντόμσκι
Η γερμανική φρουρά


Στις 10 Σεπτεμβρίου το στρατόπεδο πέρασε στα χέρια των Γερμανών, οι οποίοι αρχικά το χρησιμοποίησαν ως παράρτημα των φυλακών Αβέρωφ, με διοικητή τον επιλοχία Ρούντι Τρέπτε (Roudi Trepte). Υπό τη γερμανική διοίκηση οι συνθήκες διαβίωσης έγιναν πολύ περισσότερο σκληρές: Οι κρατούμενοι παρέμεναν σχεδόν ολόκληρη την ημέρα στους θαλάμους τους, όπου έπρεπε να επικρατεί καθαριότητα και απόλυτη τάξη. Εκτός θαλάμου έβγαιναν μόνο τις ώρες του συσσιτίου, των προσκλητηρίων, της "γυμναστικής" και των αγγαρειών. To επισκεπτήριο επιτρεπόταν μόνο μία φορά τον μήνα. Σταδιακά ο αριθμός των κρατουμένων αυξανόταν. 

Τον Οκτώβριο έφτασαν τριακόσια άτομα από την Καλαμάτα, τα οποία είχαν συλληφθεί σε μπλόκα των Γερμανών στα χωριά τους. Στο Χαϊδάρι οι Γερμανοί τούς επέβαλαν συνθήκες απόλυτης απομόνωσης. Επιπλέον, στις αρχές Νοεμβρίου τετρακόσιοι κρατούμενοι - ως τότε των Ιταλών - μεταφέρθηκαν από τις φυλακές Αβέρωφ στο Χαϊδάρι.

Λόγω της συνήθειας του Τρέπτε να καληνυχτίζει τους κρατουμένους στα ελληνικά, τον αποκαλούσαν «Καληνύχτα». Η εσωτερική φρουρά του στρατοπέδου επί Τρέπτε αποτελούνταν από οκτώ άνδρες. Ως διερμηνείς όρισε τους κρατουμένους Παναγιώτη Μαυρομάτη και Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Στις 21 Νοεμβρίου 1943 η Γκεστάπο συνέλαβε τους Τρέπτε, Μαυρομάτη και Σουκατζίδη και τους φυλάκισε στις φυλακές Αβέρωφ. Ο λόγος της σύλληψης αυτής παραμένει αδιευκρίνιστος - πιθανόν να σχετίζεται με κάποια κατάχρηση που έκανε ο Γερμανός διοικητής. 

Από τις 23 έως τις 28 Νοεμβρίου την προσωρινή διοίκηση του στρατοπέδου ανέλαβε κάποιος λοχίας (δεν διασώζεται το όνομά του), ο οποίος χρησιμοποίησε ως διερμηνέα τον Δημήτρη Τουλούπα.

Στις 29 Νοεμβρίου η διοίκηση πέρασε στα χέρια των SS και του διαβόητου ταγματάρχη Πάουλ Ραντόμσκι (Paul Radomski). Ο τελευταίος μεν είχε διατελέσει Διοικητής σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Syrets και είχε φήμη βαρβαρότατου και ανελέητου αγριάνθρωπου. Η ανάληψη της διοίκησης του στρατοπεδου από τις δυνάμεις των SS οργανώθηκε από τον στρατηγό Γιούργκεν Στρόοπ (Jürgen Stroop), o οποίος τοποθετήθηκε ως επικεφαλής της SS στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1943 και παρέμεινε σε αυτή τη θέση μόνο μέχρι τον Νοέμβριο του 1943. Στόχος του ήταν η καταγραφή, η σύλληψη και η αποστολή στην Πολωνία όλων των Ελλήνων Εβραίων. Επίσης, ο Στρόοπ οργάνωσε στην Αθήνα την Γκεστάπο δημιουργώντας ειδικά δωμάτια βασανιστηρίων και τα απομονωτήρια.


Oι γυναίκες στο Χαϊδάρι


Η πρώτη κρατούμενη στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ήταν η Ηλέκτρα Αποστόλου, που έφτασε στις 7 Δεκεμβρίου 1943 και κλείστηκε στον θάλαμο 11 του Μπλοκ 15. Σταδιακά, μεταφέρθηκαν αρκετές γυναίκες, χριστιανές και Εβραίες, που τοποθετήθηκαν στον θάλαμο 29 του ίδιου Μπλοκ. Μεταξύ αυτών ήταν και η Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

Τον Ιανουάριο οι γυναίκες μεταφέρθηκαν στο Μπλοκ 11 και δύο μήνες αργότερα στο Μπλοκ 6. Η πρώτη εκτέλεση που περιλάμβανε και γυναίκες έγινε στις 2 Μαΐου 1944. Μεταξύ των κρατουμένων στο Χαϊδάρι ήταν και η Λέλα Καραγιάννη, η οποία κλείστηκε στην απομόνωση και ακολούθως εκτελέστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο Δαφνί, στον χώρο όπου σήμερα είναι ο Διομήδειος κήπος. Υπολογίζεται ότι στο Χαϊδάρι κρατήθηκαν πάνω από 300 χριστιανές και περίπου 2.500 Εβραίες γυναίκες. 

Ελάχιστες από τις Εβραίες, γύρω στις είκοσι, κατάφεραν να ελευθερωθούν από το Χαϊδάρι -ήταν όσες είχαν κάνει μεικτό γάμο ή είχαν ξένη υπηκοότητα. Από τις χριστιανές εκτελέστηκαν 31, ενώ 161 στάλθηκαν όμηροι στη Γερμανία.


Ως προπαγανδιστικό μέσο εκφοβισμού (Α. Μ. Δρουμπούκη)


Η ισχύς του Χαϊδαρίου ήταν πρωταρχικά η φήμη του, που λειτουργούσε ως μέσο εκφοβισμού και ψυχολογικής καταβαράθρωσης των Αθηναίων πολιτών. Για τον λόγο αυτό και οι Γερμανοί φρόντιζαν να κάνουν γνωστή την ύπαρξη του στρατοπέδου μέσα από διακηρύξεις. Οι ναζιστικοί μηχανισμοί εξουσίας έθεταν υπό καθημερινή επιτήρηση τη διαγωγή, την ταυτότητα, τη δραστηριότητα υπόπτων που απάρτιζαν τον αθηναϊκό πληθυσμό. Όπως αναφέρεται στην Ψυχοπαθολογία της Πείνας

Οι εκτελέσεις αθώων ομήρων, τα μπλόκα, τα βασανιστήρια της Μέρλιν, το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, οι χωρίς λόγο εκτοπισμοί, έβρισκαν δημοσιότητα με το ραδιόφωνο και τον τύπο. Ο καθημερινός κατάλογος ομήρων που εκτελέστηκαν ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του συνηθισμένου μας τοπίου κατά την Κατοχή. Πολύ συχνά έβρισκε κανείς στους δρόμους πτώματα παραμορφωμένα από τα βασανιστήρια , ολότελα γυμνά, που οι Γερμανοί εγκατέλειπαν κατά τη νύχτα στα σταυροδρόμια, για να τρομοκρατήσουν του υπόλοιπο πληθυσμό. Η δημοσιότητα και η θεαματική δράση είχαν σαν σκοπό να εξάψουν τη φαντασία του πλήθους. Tις περισσότερες φορές πιο πολύ ενδιαφέρονταν για αυτές παρά για τη σύλληψη των πραγματικών ενόχων. 

Ο Θέμος Κορνάρος,  κρατούμενος κι αυτός του Χαϊδαρίου συνηγορεί πως η χρήση τ9ου στρατοπέδου ως προπαγανδιστικού όπλου εκφοβισμού ήταν το κύριο μέλημα των Γερμανών: 

Η ίδρυση του Χαϊδαρίου έχει έναν πιο σοβαρό σκοπό... Η διαμονή εκεί έπρεπε να έχει το αβέβαιο, το αόριστο, το διαρκώς επικίνδυνο. Να γίνει μπαμπούλας, φόβητρο, συνώνυμο με τον Χάρο και να παραδοθεί έτσι στη φαντασία του ευαίσθητου λαού μας... Ιδρύθηκε περισσότερο για τους έξω και λιγότερο για τους ίδιους τους κρατούμενους. 

Αυτό μας θυμίζει  τη "σκηνοθεσία του τρόμου" που ασκούσε η μηχανική της εξουσίας στην αφήγηση του Φουκό: " Ένα κρυμμένο βασανιστήριο είναι ένα βασανιστήριο υπό προνομιακές συνθήκες και πλανάται η υποψία ότι δεν ήταν αρκετά άτεγκτο." Ένα βασανιστήριο δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα και νόημα αν είχε εκτυλιχθεί σε συνθήκες απόλυτης μυστικότητας. Αντίθετα, η τιμωρητική πρακτική γεννάει τον παραδειγματισμό, μια εντύπωση τρόμου. Η μάζα των κρατουμένων στο Χαϊδάρι, ενταγμένη σε αυτό το κυρίαρχο σύστημα καθυπόταξης, χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του παραδειγματισμού και της υπόδειξης του "ορθώς πράττειν", που στη συγκεκριμένη περίπτωση συνδέονταν με τις μηδενικές πράξεις αντίστασης. 


Ναπολέων Σουκατζίδης


Κάθε αναφορά ή αφιέρωμα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου θα ήταν ατελές χωρίς μια ξεχωριστή αναφορά στον ήρωα του στρατοπέδου, του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος και του ΚΚΕ, Ναπολέοντα Σουκατζίδη. 

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στην Κρήτη, στην περιοχή του Αρκαλοχωρίου. Σπούδασε στην Ανώτατη Εμπορική Σχολή στο Ηράκλειο και έγινε λογιστής. Ήταν πολύγλωσσος, ήξερε Ρωσικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά καθώς και Τούρκικα, επίσης είχε και συγγραφικό έργο. Ήταν στέλεχος του ΚΚΕ, και συνδικαλιστικό στέλεχος. Υπήρξε πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου και εξαιτίας της συνδικαλιστικής δράσης του συνελήφθη από τη Δικτατορία Μεταξά και εξορίστηκε στον Αϊ Στράτη.

Από τον Αϊ Στράτη μεταφέρθηκε τον Απρίλη του 1937 στις φυλακές της Ακροναυπλίας, στην Κατοχή στις φυλακές των Τρικάλων και της Λάρισας και τελικά παραδόθηκε από το καθεστώς του Μεταξά μαζί με εκατοντάδες άλλους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς κατακτητές ώσπου κατέληξε στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Στο Χαϊδάρι επειδή γνώριζε γερμανικά εκτελούσε χρέη διερμηνέα.

Ανάμεσα στους 200 εκτελεσμένους της Πρωτομαγιάς του 1944 στο Σκοπευτήριο βρίσκεται και το όνομα Σουκατζίδης. Δεν δέχθηκε να μην εκτελεστεί και να πάει άλλος στη θέση του, παρά το γεγονός ότι ο στρατοπεδάρχης του Χαϊδαρίου προσφέρονταν να το εξαιρέσει από τη λίστα των μελλοθανάτων.








 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου