"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

30 χρόνια από το θάνατο του κομμουνιστή ποιητή Λουί Αραγκόν


Πρωτοπόρος, τόσο στην αισθητική, όσο και στην πολιτική του επιλογή, ένας από τους σπουδαιότερους λογοτέχνες του περασμένου αιώνα που έθεσε το ζήτημα της στράτευσης στην Τέχνη, ο μεγάλος Γάλλος κομμουνιστής λογοτέχνης, Λουί Αραγκόν, άφησε στις επόμενες γενιές μια βαριά πνευματική κληρονομιά και ένα έργο, πάντα επίκαιρο και ζωντανό. Στις 24 Δεκέμβρη συμπληρώνονται 30 χρόνια από το θάνατό του.
Ο Αραγκόν γεννήθηκε στις 3 Οκτωβρίου του 1897. Ξεκίνησε ιατρικές σπουδές, αλλά τις εγκατέλειψε και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Το 1917 γνωρίζεται με τον Μπρετόν και τον Σουπώ. Το 1919 εκδίδουν το περιοδικό «Litterature». Το 1920 προσχωρούν στο κίνημα του ντανταϊσμού, απ' όπου αποχωρούν το 1922. Ενα χρόνο αργότερα πρωτοστατούν στη δημιουργία του σουρεαλιστικού κινήματος. Οπως και άλλοι, σημαντικοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι της γενιάς του, γνώρισε από κοντά το μακελειό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρετώντας στο μέτωπο σαν νοσοκόμος, αφού από το 1915 είχε γραφτεί στην ιατρική σχολή του Παρισιού. Το 1917 αρχίζει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Η λήξη του πολέμου θα σημάνει και τη λήξη των ψευδαισθήσεων για τους ευρωπαϊκούς λαούς, ενώ η Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση θα δείξει την προοπτική. Η δυτική προοδευτική ευρωπαϊκή διανόηση, αηδιασμένη από τον πόλεμο θα εκφραστεί μέσα από ριζοσπαστικά καλλιτεχνικά κινήματα, των οποίων η διάρκεια θα είναι σύντομη μεν, καθοριστική ωστόσο ως προς τις επιρροές στη μελλοντική πνευματική παραγωγή. Το «Νταντά» θα είναι το πρώτο από τα κινήματα που θα συσπειρώσει τη διανόηση, μεταξύ αυτής και τον Αραγκόν. Το 1920 θα εκδώσει την ντανταϊστική ποιητική συλλογή «Πυροτεχνήματα» που θα είναι και το πνευματικό του «εισιτήριο» στη λογοτεχνία.
Σουρεαλιστικό κίνημα
Οδυσσέας Ελύτης - Λουί Αραγκόν
Ηδη, από το 1919, μαζί με τον Αντρέ Μπρετόν και τον Φιλίπ Σουπό εκδίδουν το μοντερνιστικό περιοδικό «Λογοτεχνία». Η ίδια ομάδα, ακόμη πιο προωθημένη ιδεολογικά και αισθητικά από το «νταντά» - το οποίο είχε ήδη κλείσει τον κύκλο του - θα αποχωρήσει από αυτό το 1922 και μαζί με τον επίσης μεγάλο Γάλλο κομμουνιστή ποιητή, Πολ Ελιάρ, θα πρωτοστατήσει στη δημιουργία του σουρεαλιστικού κινήματος. Ο Αραγκόν αναδεικνύεται μεταξύ των κυριότερων εκφραστών του σουρεαλισμού με έργα όπως η ποιητική συλλογή «Αέναη κίνηση», το μυθιστόρημα «Ο χωρικός του Παρισιού», η συλλογή δοκιμίων «Πραγματεία ύφους» κ.ά.
Από τη γέννησή του το σουρεαλιστικό κίνημα απέρριψε και πολέμησε κάθε αστική έκφανση της αντιδραστικής αντίληψης «τέχνη για την τέχνη». Οι σουρεαλιστικές συγκεντρώσεις ήταν ουσιαστικά, πολιτικές. Αλλωστε, πολλοί από τους μετέπειτα σουρεαλιστές είχαν στο παρελθόν έρθει σε επαφή με τους εξόριστους μπολσεβίκους, με επιφανέστερο από αυτούς τον ίδιο τον Λένιν. Πολλοί ντανταϊστές επίσης εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κίνημα και επιφανείς Γερμανοί ντανταϊστές πήραν μέρος στην επανάσταση του '19. Ηταν επόμενο λοιπόν να συνδεθεί ο βασικός πυρήνας των σουρεαλιστών με το κομμουνιστικό κίνημα. Η ομαδική προσχώρηση της «ηγεσίας» του κινήματος, Αραγκόν, Μπρετόν, Ελιάρ, Περέ, στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έγινε το 1927.
Το 1930, ο Αραγκόν ταξιδεύει στην ΕΣΣΔ και συγκεκριμένα στο Χάρκοβο, για να συμμετάσχει, εκ μέρους των σουρεαλιστών, στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Επαναστατών Συγγραφέων. Το ταξίδι αυτό θα είναι καθοριστικό, τόσο για την εμβάθυνσή του στο διαλεκτικό υλισμό, όσο και για τις αισθητικές του αναζητήσεις που θα τον φέρουν σε επαφή με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Η επιστροφή του θα είναι καθοριστική και για το σουρεαλιστικό κίνημα, επιχειρώντας να το εμπλουτίσει με τον μαρξισμό γιατί εκεί έβλεπε την προοπτική αυτού του κινήματος. Σε ένα άρθρο του, μάλιστα, μετά την επιστροφή του από την ΕΣΣΔ γράφει, μεταξύ άλλων: «Η αναγνώριση του διαλεκτικού υλισμού σαν μοναδικής επαναστατικής φιλοσοφίας, η κατανόηση και η ανεπιφύλακτη αποδοχή αυτού του υλισμού από τους ιδεαλιστές διανοούμενους, όσο συνεπείς κι αν είναι, για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων θεμάτων της επανάστασης - να ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της εξέλιξης των σουρεαλιστών...». Το 1932 ήρθε σε ρήξη με τους σουρεαλιστές.
Ο στρατευμένος ποιητής
Ο ποιητής θα στρατευτεί και στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή τη φορά σαν αντιστασιακός. Το 1942 άρχισε να εκδίδει και το παράνομο περιοδικό «Τα γαλλικά γράμματα», το οποίο διηύθυνε και μεταπολεμικά έως το 1972. Μέσα στην καρδιά του πολέμου θα γράψει πολλά αντιστασιακά έργα, αλλά και το εξάτομο μυθιστόρημα «Οι Κομμουνιστές» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τη «Σύγχρονη Εποχή»). Το 1957 τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν».
Ο Αραγκόν ενοχλούσε και φόβιζε στη ζωή και εξακολουθεί να ενοχλεί και να φοβίζει μετά το θάνατο, με το έργο του, όσους πραγματικά πρέπει να φοβούνται. Την ημέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατός του, μια γαλλική νεοφασιστική οργάνωση έβγαλε την εξής ανακοίνωση: «Οι λέξεις μάς λείπουν σήμερα για να διαδηλώσουμε τη χαρά μας. Δεν είμαστε απ' εκείνους τους φιλελεύθερους, που θα χύσουν κροκοδείλια δάκρυα για το θάνατο ενός αντιγάλλου. Μετά από τον θάνατο του Μέντες Φρανς και του Μπρέζνιεφ, προαναγγέλλεται πράγματι ένας ωραίος χειμώνας για τους εθνικόφρονες»! Το σίγουρο είναι και πως τα κόμματα της γαλλικής αστικής τάξης - και όχι μόνο της γαλλικής - έτρεφαν τα ίδια αισθήματα για τον ποιητή, έστω και αν το μέγεθος της προσφοράς του στη λογοτεχνία της πατρίδας του επέβαλλε το στοιχειώδη σεβασμό και την αναγνώριση.

Ο Αραγκόν για τον Ρίτσο
Ο Αραγκόν, όπως και πολλοί άλλοι ξένοι διανοούμενοι, συμπαραστάθηκε ενεργά στους Ελληνες πολιτικούς κρατούμενους στα μαύρα μετεμφυλιακά χρόνια. Μεταξύ των αγωνιστών υπέρ των οποίων πρωτοστάτησε για την απελευθέρωσή τους ο Αραγκόν, ήταν και ο Γιάννης Ρίτσος. «Ο Ρίτσος είναι ο άνθρωπος με τον οποίο συνδεόμουν μέσα από τα ποιήματά του χωρίς ακόμα να τον έχω γνωρίσει προσωπικά, την εποχή που τον καταδίωκαν. Ο Ρίτσος είναι αναμφισβήτητα ένας μεγάλος Ελληνας».
Αλλωστε, θυμόμαστε όλοι το κείμενο του Αραγκόν για τον Ρίτσο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Les Lettres Francaises», το 1971 «... Πάνε πάνω από είκοσι χρόνια, ωστόσο, που μου φέραν στίχους μεταφρασμένους απ' τα ελληνικά, ενός ποιητή που γι' αυτόν δεν ήξερα τίποτα, να διορθώσω τα γαλλικά τους. Αξαφνα ένιωσα ένα σφίξιμο στο λαρύγγι και το παράξενο είναι πως αργότερα, κάθε φορά που μου φέρναν στίχους, καλά είτε κακά μεταφρασμένους, αυτού του άγνωστου, ένιωθα πάντοτε όπως και την πρώτη φορά, ανίκανος να κυριαρχήσω τα μάτια μου, τα δάκρυά μου... Ολα γίνονται σάμπως ο ποιητής αυτός να γνώριζε το μυστικό της ψυχής μου, και να ήξερε, μόνος μ' ακούτε, μόνος αυτός, να με συγκλονίζει έτσι. Στην αρχή δεν το ήξερα πως ήταν ο πιο μεγάλος απ' τους ζώντες ποιητές της εποχής αυτής που είναι η δική μας. Ορκίζομαι πως δεν το ήξερα. Το έμαθα σταδιακά, από το ένα ποίημα στο άλλο, παρά λίγο να πω από το ένα μυστικό στο άλλο, γιατί κάθε φορά ένιωθα το συγκλονισμό μιας αποκάλυψης. Η αποκάλυψη ενός ανθρώπου και μιας χώρας, τα βάθη ενός ανθρώπου και τα βάθη μιας χώρας...».

«Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορεύομουν τούτο το δρόμο ...»
Μια φωνή ανεβαίνει από τα σίδερα
και μιλάει για μελλούμενες μέρες.
Λένε πως στο κελί του
Δύο άντρες απόψε
Του ψιθυρίζανε: «Πες τους το ναι.
Τόσο έχεις βαρεθή τούτη τη ζωή;
Μπορείς να ζήσεις, μπορείς να ζήσεις,
μπορείς να ζήσεις σαν και μας!
Μια λέξη πες και γλύτωσες!
Γονατιστός, μπορείς να ζήσεις ...»
«Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορεύομουν τούτο το δρόμο ...»
Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα
μιλάει για μελλούμενες μέρες.
...Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα
λέει: «Κι' όλας αύριο θα τον πορευτώ».
Ενας πεθαίνει, η Γαλλία μένει.
Η Γαλλία, ο έρωτάς μου, η άρνησή μου.
Ω φίλοι μου, σεις, αν πεθάνω,
τώρα θα ξέρετε το γιατί!
Φτάσανε να τον παραλάβουν.
Μιλάνε γερμανικά.
Ενας τους ορμηνεύει: «Παραδίνεσαι;»
Αυτός ατάραχος ξαναλέει:
«Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορεύομουν τούτο το δρόμο
κάτω απ' τους γρόθους σας, κάτω απ' τα σίδερα
να τα χαρούνε οι μελλούμενες οι μέρες».
Βροχή, πιστέφτε, απάνω του τα βόλια
Κι αυτός να τραγουδάει «Sanglant est leve' ...»
Χρειάστηκε να του ρίξουν κι' άλλα κι' άλλα
για να του σβήσουν τη φωνή.
Ενα καινούργιο γαλλικό τραγούδι
στα χείλη του τότε τραγουδήθη:
ήταν ό,τι έλειπε απ' τη Μασσαλιώτισσα
για να φουντώσει σ' όλη την οικουμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου