"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Η γιαγιά Αθανασία - η γυναίκα του Καπετάν Διαμαντή


Πρόκειται για τη γιαγιά του φίλου Γιάννη, που είχε την ευγένεια να μας παρέχει την ιστορία και τη φωτογραφία της. Στα πάνω από 50 βιβλία που αναφέρονται στον ήρωα του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή), δεν θα βρείτε ούτε δύο γραμμές, ούτε μια αναφορά στην Αθανασία Κιούση- Μίχα, τη σύντροφο του Καπετάν Διαμαντή. Τον ερωτεύτηκε και τον αγάπησε και πέρασε μαζί του κακουχίες, αγώνες και πόλεμο. Από αυτό το μικρό ιστορικό βήμα θα ξεπληρώσουμε την υποχρέωση στο πρόσωπό της, αποδίδοντας τη δική της ιστορία, όπως καταγράφηκε από τον εγγονό της και μαζί να παραθέσουμε ένα εξαιρετικό ντοκουμέντο της περιόδου:


Να καπνίζεις και να βάφεσαι, Γεωργία

Μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες. Εκείνες που είναι βγαλμένες από τη ζωή που λένε. Οι ιστορίες των άσημων πρωταγωνιστών της, που δεν θα καταγραφούν πουθενά αν δεν ειπωθούν από μένα κι από σένα. Δεν θα γίνουν έξυπνες λεζάντες ούτε τσιτάτα σε κάδρα. Κι όμως αυτές είναι που διαμορφώνουν αρμονικά ίσως, τους λόγους που υπάρχει η ποίηση, η λογοτεχνία και κάθε μορφή τέχνης εν τέλει.



Η γιαγιά μου η Αθανασία , που την έκλεψε ο Καπετάν Διαμαντής -πρωτοπαλίκαρο του Άρη- , και την πήρε στο Βουνό. Που αργότερα θα έλεγε στην μάνα μου: Ήταν ωραίος άντρας Γεωργία. Πολύ μου άρεσε.

Τον Άρη τον έβλεπες ;
Τον έβλεπα , αλλά ήταν απλησιαστος.



Τη γιαγιά μου την έλεγαν Αθανασία. Τη μητέρα του πατέρα μου. Γεννήθηκε στο Λαφύστιο Βοιωτίας το 1926. Μία γυναίκα όμορφη, δυναμική με τη σπίθα της ανατροπής και του σπουδαίου άγνωστου, χαραγμένη στο βλέμμα της.

Γνώρισε τη φτώχεια από νωρίς και από την ηλικία του Δημοτικού έπρεπε να δουλεύει στα χωράφια της Κωπαΐδας. Άνθρωπος τίμιος με λιονταρίσια ψυχή, μεγάλωσε σε περιβάλλον άγριο και καταπιεσμένο με κακουχίες πολλές, άρα εκ των πραγμάτων έπρεπε να μεγαλώσει από νωρίς και να στερηθεί την ομορφιά της νιότης μιας και η μοίρα την κατέταξε στη μεριά της επιβίωσης και του μεροκάματου.

Ήταν 16 χρονών – περίοδος Κατοχής – όταν ένα πρωί και ενώ άπλωνε την μπουγάδα στην αυλή του σπιτιού, εμφανίστηκε απ’ έξω ένας άντρας πάνω σε άλογο, ζωσμένος με σφαίρες χιαστί και διψασμένος και της ζήτησε λίγο νερό. Ήταν ο Καπετάν Διαμαντής – αντιστασιακός πρωτοπαλίκαρο του Άρη και Καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο οποίος την ερωτεύτηκε ακαριαία.

Της συστήθηκε και της ζήτησε να πάει μαζί του στο Βουνό, πράγμα που έγινε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αργότερα θα εξομολογούνταν στη νύφη της – δηλαδή στη μητέρα μου – ότι της άρεσε και εκείνης πολύ και δεν το σκέφτηκε καν. Μαζί του η γιαγιά μου απέκτησε ταξική συνείδηση, ζώστηκε και εκείνη αντάρτισσα αισθανόμενη ότι δίπλα του επαναστατούσε ήδη στην καταπιεσμένη και γεμάτη αδικία ζωή της, ερωτεύτηκαν παράφορα και απέκτησαν μία κόρη.

Προς στο τέλος του εμφυλίου ο Καπετάν Διαμαντής δολοφονήθηκε και τη γιαγιά μου μικρή ακόμα σε ηλικία και φτωχή, την εξανάγκασαν να δώσει την κόρη της για υιοθεσία σε μία πλούσια οικογένεια της Λιβαδειάς.

Μετά από μερικά χρόνια παντρεύτηκε τον Γιάννη – τον παππού μου – με συνοικέσιο, άνθρωπος απολιτίκ που λένε, κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, δίκαιος και ήσυχος αλλά από ανθρώπινες ψυχές δυστυχώς δεν σκάμπαζε γρι. Έκαναν μαζί δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι… Το αγόρι ήταν ο πατέρας μου.

Τα χρόνια περνούσαν και η γιαγιά μου μεγάλωνε μαζί με τα κατάλοιπα μιας μικρής και στενής κοινωνίας που λεγόταν Σωληνάρι Βοιωτίας, προσπαθώντας να μεγαλώσει δύο παιδιά καταπιεσμένη και κουρασμένη από την έλλειψη του Διαμαντή αλλά και της επικοινωνίας με τον παππού μου. Δήλωνε κομουνίστρια στα κρυφά, έκρυβε το ψηφοδέλτιο στο στέρνο της και έλεγε στον πατέρα μου να μάθει να αντιστέκεται και να φωνάζει πάντα αυτό που αισθάνεται.

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η στιγμή που γνώρισε τη μητέρα μου. Τη νύφη της.

Η μητέρα μου αγχωμένη που θα γνώριζε την πεθερά της ανέβηκε στο χωριό. Αντίκρισε η μία την άλλη και χωρίς να πούνε τίποτα αγκαλιάστηκαν και δάκρυσαν. Κάθισαν στο τραπέζι και η γιαγιά μου διακρίνοντας το άγχος της μητέρας μου τη ρώτησε:

– Καπνίζεις Γεωργία;
– Όχι κυρία Αθανασία, δεν καπνίζω.
– Να καπνίζεις Γεωργία. Να καπνίζεις και να βάφεσαι…


ΥΓ. Δεν έχω πολλές εικόνες από την αντάρτισσα Αθανασία. Μόνο 4.

Έπλεκε έξω στην αυλή κι όταν της έπεφτε το βελονάκι με φώναζε να της το σηκώσω.
Μου άρεσε να ξαπλώνω κάτω από την καρέκλα που καθόταν και να της κλοτσάω τις γάμπες.
Θυμάμαι τα χέρια της. Ζαρωμένα και καθαρά.
Και το φιλί της. Ζεστό και αληθινό.

Καμιά φορά τη φέρνω στα τραγούδια μου και την αναφέρω.
Μου λείπει. Μου λείπει πολύ…
Ήμουν 4 χρονών όταν έφυγε. Όσες και οι στιγμές που θυμάμαι.

Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Τέταρτο





Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

O Aυγερινός από το τραγούδι του ΔΣΕ



Μια από τις φυσιογνωμίες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που κάνει την εφμάνισή της στο λαϊκό-παραδωσιακό τραγούδι του ΔΣΕ "Αυγερνιός" παραμένει έως σήμερα αρκετά άγνωστη στο ευρύτερο κοινό, παρά το γεγονός ότι υπήρξε φημισμένη προσωπικότητα του κινήματος της εποχής.

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος- Βάνιας ή Αυγερινός καταγόταν από το Αμμοχώρι Φλώρινας και υπήρξε μέχος του ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Κατά τις μαρτυρίες συντρόφων του ήταν ένας ψηλός και γεροδεμμένος άντρας, που με μια μικρή ομάδα (ΟΕΚΑ) 18 ενόπλων καταδιοκώμενων αγωνιστών βγήκε ξανά στο βουνό για να πολεμήσει ξανά της κρατικοσυμμοριακής τρομοκρατίας, στην περιοχή Βίτσι - Ράντοσι - Βίγλα - Μπέλα Βόντα. Η ομάδα του Αυγερινού είχε κατασκευάσει ορισμένα καλύβια ανάμεσα στα χωριά Νυμφαίο- Περικοπή και Δροσοπηγή, που οι αγωνιστές και μετέπειτα οι ντόπιοι ονόμαζαν "καλύβες του Αυγερινού". 

Καταγόμενος από τον Καύκασο, ο Αυγερινός ήρθε σύντομα σε επαφή με τους συντοπίτες και συχωριανούς του στο χωριό Βαρθολομαίος προκειμένου, η ομάδα του να περάσει από αυτό χωρίς προβλήματα, για να αφοπλίσει τους παρακρατικούς και να ανοίξει τις αποθήκες τροφίμων της ΟΥΝΡΑ, που κρατούνταν κλειστές για τον κόσμο.. Στα τέλη του 1946, η ομάδα του, αποτελούμενη από 45 μαχητές διήλθε στο χωριό και έστειλε 2 αντάρτες για ανίχνευση. Μετά από μια αψιμαχία στο χώρο του σχολείου, με μικρή ομάδα ενόπλων που παραδόθηκαν γρήγορα. Ο Αυγερινός με δύο μαχητές του πήγε στο σπίτι του προέδρου του χωριού για να του ζητήσει να παραδώσει τα τρόφιμα των αποθηκών στους αντάρτες για διανομή, ενώ έδωσε εντολή στους υπόλοιπους, εάν δεν έχει επιστρέψει σε 15 λεπτά να εγκαταλείψουν το χώρο. Στη συνάντηση με τον πρόεδρο του χωριού, ένας από τους άνδρες του προέδρου πυροβόλησε τον Αυγερινό και στον σκότωσε επί τόπου, ενώ σκοτώθηκε και ο ίδιος από τις σφαίρες του αντάρτη Σωκράτη Καλαϊτζίδη, ο οποίος εγκατέλειψε με το δεύτερο αντάρτη το σπίτι, φοβούμενος και για τη δική του ζωή. 

Το νεκρό σώμα του Αυγερινού μεταφέρθηκε την επομένη στη Φλώρινα, όπου εκτέθηκε μπροστά στο σχολείο, όπου μαθητές ήταν και τα δικά του παιδιά. Για τη δράση και τη θυσία του τραγουδήθηκε το παρακάτω κομμάτι, που πρόσφατα μελοποιήθηκε ξανά από το ΚΚΕ:


Υπάρχει επίσης και ποντιακή εκδοχή του με στίχο: "Κεν Αυγερινόν σκοτώσανε, αχ οι νέοι φεσερέτοι".

Πηγή: Νίκος Κυρίτσης, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2012, σελ. 73-75.