"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

H 100χρονη ιστορία του ΚΚΕ στα εξαιρετικά σκίτσα του Κωνσταντίνου Ρουγκέρη



Συμπύκνωση της 100χρονης ιστορίας του ΚΚΕ σε πέντε καταπληκτικά σκίτσα









Βαγγελίτσα Κουσιάντζα και η παγωμένη κορφή της Νιάλας


Το πέρασμα της Νιάλας


Στις αρχές του Απρίλη του 1947, ο Εμφύλιος μαίνεται στην Ελλάδα λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά ολομέτωπης σύγκρουσης. Στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν εξαπολύσει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον του ΔΣΕ σε μεγάλη κλίμακα. 

Τον Απρίλη σφοδρή σύγκρουση εκτυλίσσεται στους ορεινούς όγκους κοντά στην Καρδίτσα, στην τοποθεσία Τσαρδάκι και στο ύψωμα της Νεβρόπολης. Ο ΔΣΕ πιέζεται και περνά σε ελιγμό στο νότιο ορεινό όγκο της Πίνδου. 

Ανάμεσα στις άλλες δυνάμεις που προσπαθούν να ελιχθούν βρίσκεται και το τμήμα του Σοφιανού, που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο εγκλωβισμού, καθώς μεγάλες κυβερνητικές δυνάμεις κινούνται από το Καρπενήσι, την Καρδίτσα και από την Άρτα, μέσω Αγριθέας. Ο Σοφιανός, αποφασίζει να κινήσει το τμήμα του στον αυχένα της Νιάλας, από εκεί στη Σιάικα και στο Καρλοπέσι, κι έπειτα να κινηθεί για τη Βουργάρα και να πάρει επαφή από το αρχηγείο Θεσσαλίας. Ανάμεσα στους μαχητές και τις μαχήτριες του τμήματος του Σοφιανού βρίσκονται και αρκετοί πολίτες, διωγμένοι από το μαχαίρι του παρακρατικού, και το κυνήγι του χωροφύλακα. Κοντά τους βρίσκεται και το πολιτικό στέλεχος του ΚΚΕ, Βαγγελιώ Κουσιάντζα. 





Νεαρή δασκάλα, η Βαγγελιώ Κουσιάντζα γεννήθηκε στο χωριό Παλαμάς της Καρδίτσας και κατά την περίοδο της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ. Υπήρξε γραμματέας της Αχτίδας Σέκλιζας του ΚΚΕ, αναπτύσσοντας σημαντική επαναστατική και πολιτική δράση. 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, του 1947, το τάγμα του Σοφιανού ξεκινά να κινείται. Κατευθύνονται από τα Βραγγιανά προς τα Άγραφα, για να περάσουν τη Νιάλα, όπου έχουν αποφασίσει ότι θα δώσουν μάχη, εάν χρειαστεί για να περάσουν προς το Καροπλέσι, την Καστανιά και μετά τη Βουργάρα. Σχηματίζουν μια μεγάλη φάλαγγα. Μπροστά τοποθετούνται τα ένοπλα τμήματα, στη μέση οι πολιτικές οργανώσεις και ο άμαχος πληθυσμός και οπισθοφυλακή, ο λόχος του "Ερμή". 

Ως τη Νιάλα, η φάλαγγα βαδίζει χωρίς προβλήματα, όμως φθάνοντας στο οροπέδιο, ξεσπά χιονοθύελλα. Τα στοιχεία της φύσης ξεσπούν πάνω τους με ένταση. Μαχητές του ΔΣΕ και πολίτες προσπαθούν να αντιπαλέψουν το χιόνι, τον αέρα, την ομίχλη και τον πάγο. Βαδίζουν κρατώντας ο ένας τον άλλο από τη χλαίνη ή χέρι με χέρι. Οι αξιωματικοί φωνάζουν διαρκώς προς τη φάλαγγα να κινηθεί, καθώς κάθε λεπτό καθυστέρησης, τους φέρνει όλους, όλο και πιο κοντά στο θάνατο.

Ο Πολιτικός Επίτροπος ανεβοκατεβαίνει στο μήκος της ανθρώπινης αλυσίδας, προσπαθώντας να δώσει κουράγιο και να κρατήσει τη φάλαγγα ενωμένη. 

Είναι ο Βασίλης Τσιρώνης, γραμματέας του ΚΚΕ Καρδίτσας, φοιτητής Νομικής.


Ξημερώνει Μεγάλο Σάββατο, όμως η μέρα έχει μικρή διαφορά από τη νύχτα, στη λευκή κόλαση της Νιάλας. Πολλοί έχουν ήδη παγώσει και πεθάνει από το κρύο. Θυμάται ο Βασίλης Φυτσιλής:

"Είδα δίπλα μου αντάρτες και πολίτες να πέφτουν και να πεθαίνουν σε ένα λεπτό. Έβγαζαν από τα ρουθούνια τους λίγο αίμα, τρεμόπαιζαν για μια στιγμή τα βλέφαρά τους και σε λίγο ήταν νεκροί. Πρέπει να ήταν από τον παγωμένο αέρα που αναπνέαμε, να πάθαιναν κάποια ψύξη στο στήθος, να έσπαγαν τα πνευμόνια τους. Είδα μια οικογένεια ολόκληρη, μια μάνα με τα δύο παιδιά της, μια κοπελίτσα μέχρι δεκαπέντε χρονών κι ένα αγοράκι ακόμα πιο μικρό να κάθονται και οι τρεις αγκαλιασμένοι μέσα στο χιόνι, δίπλα στο μονοπάτι. Δεν μπορούσες να σταθείς. Δεν μπορούσες να σκύψεις στον πεσμένο, να του δόσεις μια βοήθεια". 


Ανάμεσα στους νεκρούς, οι Βαγγέλης Ταγκούλης και Σούλας Τσιαμανής, αντάρτες του ΔΣΕ. Κοντά τους η γυναίκα του Σούλα, Κούλα Τσιαμανή, μαζί με τη γυναίκα του Γιώργου Ράγια, Ελένη Μπουλτζή με τα δύο της παιδιά. 


Ανάμεσα σε όσους έχουν αργοπεθαίνουν, βρίσκεται και η Βαγγελιώ Κουσιάντζα. Ο νεαρός τότε αντάρτης Βασίλης Φυτσιλής, την σηκώνει από τη μέση και την κουβαλά μαζί του. Η φάλαγγα πια έχει αποκοπεί. Σακίδια, ρούχα και όπλα βρίσκονται σκορπισμένα στο χιόνι. Η Βαγγελιώ μονολογεί ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο:

"Τα όπλα μας... αχ τα όπλα μας... Τ' αποκτήσαμε με τόσες θυσίες... Γιατί τα πετάξαμε τα όπλα μας..."


Περνώντας τον αυχένα της Νιάλας, οι αντάρτες του ΔΣΕ πέφτουν πάνω σε μερικά μικρά αντίσκηνα. Οι φαντάροι του κυβερνητικού στρατού ξυλιάζουν κι αυτοί στην κορφή της Νιάλας. Τώρα δεν υπάρχει άλλος αντίπαλος, παρά η φύση. Αντάρτες, πολίτες και φαντάροι βρίσκονται μαζί ανακατεμένοι στις ίδιες σκηνές. Μοιράζονται ότι τρόφιμα έχουν και ζεσταίνουν ο ένας τον άλλο. Υπάρχουν και φαντάροι που έχασαν τη ζωή τους στο κρύο. 

Εκεί μέσα σε αυτές τις σκηνές πεθαίνει και ο μαχητής του ΔΣΕ Βαγγέλης Ζορμπάς. 

Έτσι ξημέρωσε η Κυριακή 13 Απριλίου 1947.

Καθώς η θύελλα κοπάζει, μια φωνή ακούγεται έξω από τις σκηνές: "Έξω όλοι! Ψηλά τα χέρια! Πετάξτε τα όπλα Βούλγαροι!"

Ένα τάγμα του κυβερνητικού στρατού έχει περικυκλώσει τις σκηνές. Όσοι έζησαν από την κόλαση της Νιάλας βρίσκονται ξαφνικά αιχμάλωτοι του ταξικού αντίπαλου, ανάμεσά τους, η Βαγγελιώ Κουσιάντζα.




Η πορεία των αιχμαλώτων



Η πορεία του τάγματος Σοφιανού έως τη Νιάλα και στη συνέχεια η πορεία των αιχμαλώτων.

Οι αιχμάλωτοι αντάρτες δένονται ανά δύο με χειροπέδες και με φρουρά και συνοδεία ξεκινούν το τελευταίο κομμάτι της ματωμένης πορείας στη Νιάλα. Οι κυβερνητικοί τους οδηγούν προς τη Λαμία, αλλά μέσω του Καρπενησίου. 

Φθάνουν στο Μοναστηράκι, όπου τους αναμένει τμήμα στρατού και χωροφυλάκων. Πέφτουν επάνω τους με τους υποκόπανους των όπλων τους, ξύλα και τα γυμνά τους χέρια. Ευτυχώς, ο ανθυπολοχαγός της συνοδείας δεν επιτρέπει στους χωροφύλακες να τους λιντσάρουν. Το βράδυ τους τοποθετούν σε ένα καλύβι και οι χωροφύλακες, οι παρακρατικοί και ορισμένοι "υπερ-εθνικόφρονες" στρατιώτες τους κακοποιούν. Η Βαγγελιώ Κουσιάντζα ξυλοκοπείται βάναυσα και κουρεύεται με μαχαίρι. Είναι η μοναδική γυναίκα ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Την επόμενη μέρα φθάνουν στο χωριό Κεράσοβο, όπου "εθνικόφρονες" πολίτες έχουν παραταχθεί από τη Χωροφυλακή για να προπηλακίσουν και να χτυπήσουν τους αιχμαλώτους. Μια χούφτα θλιβερών "αγανακτισμένων πολιτών", φτύνουν, χτυπούν και βρίζουν τους αιχμαλώτους. Ορισμένοι, φτωχοί κι αυτοί στη δίνη δύο πολέμων κλέβουν τα παλτά και τα στρωσίδια των αιχμαλώτων.

Η Βαγγελιώ περνά και αυτή τη δοκιμασία με το κεφάλι ψηλά. 

Τους παραλαμβάνουν δύο φορτηγά και τους ξεφορτώνουν στο Καρπενήσι. Το βράδυ ξεκινούν οι ανακρίσεις, ώστε να σχηματιστούν οι φάκελοι για το στρατοδικείο της Λαμίας. Στο τελευταίο της γράμμα, η Βαγγελιώ γράφει: "Στο Καρπενήσι, εκεί ήταν τα πολλά. Με βάλαν σε μπουντρούμι σκοτεινό και χωροφύλακες και μαυροσκούφηδες με χτύπησαν απάνθρωπα με σιδεριές και με κρανιές. Μου σπάσαν δύο πλευρά κι ακόμα το σώμα μου είναι κατάμαυρο."

Ο Βασίλης Φυτσιλής αναφέρει, ότι τα σπασμένα πλευρά της Βαγγελιώς ήταν ορατά και μπορούσες εύκολα να τα ψηλαφήσεις. Οι σύντροφοί της τη βοήθησαν όσο μπορούσαν δένοντας το θώρακά της για να μην πονάει όταν αναπνέει. Ήδη, έως το Καρπενήσι, δύο από τους αιχμαλώτους είχαν πεθάνει, αφού δεν τους δόθηκε καμιά ιατρική βοήθεια. Ήταν οι Σωκράτης Παπαλέξης και Αντώνης Σερεφέας. 


Στη Λαμία και στο απόσπασμα


Το στρατοδικείο της Λαμίας συνήλθε άμεσα για τη δίκη και τη συνοπτική καταδίκη των αιχμαλώτων, στους οποίους δεν δόθηκε δικαίωμα να επικοινωνήσουν με δικηγόρο ή συγγενείς τους, ή να απολογηθούν στο δικαστήριο. Η καταδίκη ήταν άμεση, σε δύο μονάχα ημέρες οι ποινές είχαν ήδη αποφασιστεί:

Βαγγελιώ Κουσιάντζα: Εις θάνατον.
Βασίλης Τσιρώνης: Εις θάνατον.
Μήτσος Παπαγεωργίου: Εις θάνατον.
Κώστας Χαλκιάς: Εις θάνατον.
Αλέκος Γαλανίτσας: Εις θάνατον.
Αλέκος Βαρνάβας: Εις θάνατον.
Δημήτρης Χασιώτης: Εις θάνατον.
Θανάσης Καψάλης: Εις θάνατον.
Δημήτρης Αθάνατος: Εις θάνατον.
Χαρίλαος Κυρίτσης: Εις θάνατον.

Ακόμα 19 μαχητές του ΔΣΕ και πολίτες καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά.

Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε ζωντανή την Βαγγελιώ Κουσιάντζα ήταν ο μαχητής του ΔΣΕ Βάιος Τσίβος, που καταγόταν από το ίδιο χωριό με εκείνη και κρατούταν στην ίδια φυλακή. Την τελευταία της νύχτα, η Βαγγελιώ ζήτησε να τον δει, και κάποιος συμπονετικός φρουρός την πήγε στο κελί του. Σύμφωνα με τα όσα θυμάται, ο Τσίβος, η Βαγγελιώ του είπε: 

"Βάιο, εγώ φεύγω. Μας πάνε για εκτέλεση, μαζί με άλλους συντρόφους. Αν ζήσεις και πας καμιά φορά στο χωριό μας, χαιρέτα όλους τους δικούς μας. Και πες τους πως δεν τους ντρόπιασα. Πεθαίνουμε όλοι με το κεφάλι ψηλά. Περήφανοι και λεύτεροι σαν τα βουνά μας"

Στις 09/05/1947, η Βαγγελιώ Κουσιάντζα και οι υπόλοιποι 9 σύντροφοί της οδηγήθηκαν στον τοίχο του νεκροταφείου της Ξηριώτισσας, όπου τους περίμενε το απόσπασμα. Οι μελλοθάνατοι κατεβαίνουν από το φορτηγό τραγουδώντας και οι άνδρες του 106ου Τάγματος Πεζικού που συνθέτουν το απόσπασμα αρνούνται να πυροβολήσουν και παραμένουν σε θέση προσοχής. Θα αντικατασταθούν από ΜΑΥδες και χωροφύλακες και η εκτέλεση θα γίνει κανονικά λίγο αργότερα. 

Μετά την εκτέλεση, ένας χωροφύλακας που έζησε τα δραματικά γεγονότα θα διηγηθεί στους κρατούμενους:

"Μεγάλη κομμουνίστρια εκείνη η δασκάλα! Όλοι έπεσαν κι αυτή να στέκεται γονατισμένη στο ένα πόδι. Κι έλεγε... Και να μη βγαίνει η ψυχή της! Η άτιμη... Τρεις σφαίρες της έριξε ο επικεφαλής, για χαριστική βολή. Κι αυτή εκεί. Ως το τέλος, να φωνάζει για το ΚΚΕ. Μεγάλη κομμουνίστρια." 


Η Βαγγελιώ Κουσιάντζα και οι 9 σύντροφοί της τάφηκαν σε ομαδικό τάφο λίγο πιο έξω από το βόρειο τείχος του νεκροταφείου. Χρόνια μετά, ο πατέρας και όσοι σύντροφοί της έζησαν έμαθαν το σημείο της ομαδικής ταφής και βρήκαν τα οστά της. Φορούσε ακόμα το μοναδικό κόκκινο φόρεμα που είχε στη ζωή της. Τα οστά της μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο του χωριού Παλαμά, από όπου καταγόταν.



Το τελευταίο γράμμα της Βαγγελιώς Κουσιάντζα