"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

Όταν οι αστικές εφημερίδες της Ελλάδας μάζευαν εργάτες για το Ράιχ


Τα παρακάτω άρθρα προέρχονται από αστικές Αθηναϊκές εφημερίδες της κατοχικής περιόδου και συλλέχθηκαν από τον Μανώλη Κασιμάτη, πρόκειται ουσιαστικά για προπαγανδιστικό υλικό της γερμανικής διοίκησης, στο οποίο προβάλλεται με τα φωτεινότερα χρώματα, το δήθεν κοινωνικό κράτος εργασίας του Γ΄Ράιχ και επιχειρείται η προσέλκυση Ελλήνων εργατών, για να εργαστούν στη Γερμανία. 

"Προκειμένου περί των εκ ξενων χωρων εργατων ισχυει γενικως η αρχη της πληρους ισοτητος δικαιωματων. Συνεπως εις το σημειον αυτο δεν γινεται διακρισις μεταξυ Γερμανου η ξενου εργατου, Γερμανιδας η ξενης εργατιδος. Το αυτο συμβαινει και ως προς το ημερομισθιον.Αι κοινωνικαι ασφαλισεις της Γερμανιας εδημιουργηθησαν υπο του Μπισμαρκ του Σιδηρου Καγκελαριου του ΡΑΙΧ. Το εθνικοσοσιαλιστικον καθεστως του οποιου το προγραμμα υπηρξεν ανεκαθεν σοσιαλιστικον οχι μονον δεν καταργησε καμμιαν ευεργετικη διαταξι της ισχυουσης ηδη κοινωνικης νομοθεσιας αλλα και διευρινε και επεξετεινεν την φιλεργατικην νομοθεσια του κρατους.....Κατα το αρχικον προγραμμα του Αδολφου Χιλτερ ο εργατης και εν γενει ο εργαζομενος ανθρωπος θεωρειται το πολυτιμωτερον μελος της κοινωνιας δηλ. της ολης εθνικης οικογενειας. Εφ ` οσον λοιπον δεν γινεται διακρισις μεταξυ αυτοχθονος και ξενου εργατου ειναι φυσικον ν` απολαμβανουν οι απασχολουμενοι εν Γερμανια ξενοι εργαται ολων των ευεργετηματων....Η βασικη ιδεα της εφαρμογης των γερμανικων κοινωνικων ασφαλισεων και δια τους ξενους εργατας προηλθεν εκ της ορθης αντιληψεως οτι η ασφαλισις του εργαζομενου βασιζεται προ παντος , επι των ανθρωπιστικων αρχων. Εκτος τουτου ομως η κυβερνησις του ΡΑΙΧ εσκεφθη οτι δια να ειναι ευχαριστημενος ο ξενος εργατης και ν` αποδιδη ποιοτικως και ποσοτικως καλην εργασιαν, πρεπει να γνωριζη οτι η συζυγος και τα τεκνα του εις την πατριδα αποτελουν το αντικειμενον μεριμνης και προστασιας βασει του θεσμου των γερμανικων κοινωνικων ασφαλισεων εν περιπτωσει σε ασθενειας ευρισκουν δωρεαν ιατρικη περιθαλψιν, τα απαιτουμεν φαρμακα κ.λ.π."


Οι Έλληνες πολίτες που δηλώθηκαν εργάτες, με τον τρόπο αυτό βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ζόφο της εργασίας υπό ναζιστικό καθεστώς, που λίγα είχε να ζηλέψει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας.







Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018

Ο θάνατος του τσιφλικά Γιάννη Λιούπη


Μελετώντας την ιστορία του Εμφυλίου μέσα από το φίλτρο της πολιτικής και κυρίως της ταξικής του διάστασης, εύλογα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα του καθηγητή Ιστορίας Γιώργου Μαργαρίτη και του τμήματος Ιστορίας του ΚΚΕ, ότι ο ελληνικός Εμφύλιος υπήρξε στην ουσία μια κορυφαία στιγμή στην πάλη των τάξεων της Ελλάδας. Είναι λοιπόν σε περιστατικά όπως το παρακάτω που σπαράγματα αυτής της ταξικής σύγκρουσης εντοπίζονται μέσα σε μαρτυρίες και αυτοβιογραφίες των πρωταγωνιστών της. 

Ο Γιάννης Λιούπης του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε, σύμφωνα με τα στρατιωτικά αρχεία του ΓΕΣ, στο Κοκλόμπασι Κιοπεκλή Φαρσάλων το 1930. Υπήρξε παιδί μιας παλιάς οικογένειας τσιφλικάδων της περιοχής του Αλμυρού, που είχε στην ιδιοκτησία της μεγάλες εκτάσεις γης, στις οποίες δούλευαν δεκάδες φτωχοί αγρότες. Ο Γιάννης Λιούπης εντάχθηκε στην Μονάδα Εθνοφυλακής Αμύνης, τα γνωστά ΜΕΑ, στην περιοχή των Φαρσάλων. Πρόκειται για ομάδες πολιτών, στις οποίες εντάχθηκαν αρκετοί ταγματασφαλίτες και δωσίλογοι της Κατοχής (χωρίς να υπονοούμε κάτι για τον ίδιο το Λιούμη, καθώς δεν γνωρίζουμε περισσότερα στοιχεία για την κατοχική του δράση), οι οποίες εξοπλίζονταν από το κράτος και σκοπός τους ήταν η δίωξη των ανταρτών. Ήταν λοιπόν μάλλον ταξικό το στρατόπεδο, που ο Λιούπης είχε επιλέξει.

Η μαχητική τους ικανότητα, όπως και των ΜΑΥ υπήρξε τόσο χαμηλή, που ο κυβερνητικός στρατός περιόρισε τον αριθμό τους και διέλυσε ορισμένες μονάδες, καθώς αποτελούσαν εύκολη "λεία" για το Δημοκρατικό Στρατό και πηγή εξοπλισμού του. 

Ο Γιάννης Λιούπης λοιπόν, όπως και άλλοι συχωριανοί του δεν μάχονταν σε κάποιο μέτωπο, όπως αναφέρουν στρατιωτικές πληροφορίες (Έπεσε μαχόμενος στο ύψωμα Καραμπουλάκη περιοχής Φαρσάλων), αλλά σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια καταδίωξης ομάδας ανταρτών, που τον Ιούλιο του 1949, βρίσκονταν πεινασμένοι, αποκομμένοι, χωρίς πυρομαχικά και οπλισμό, να περιφέρονται στα υψώματα του Όθρυ. Ο αντάρτης του ΔΣΕ Θανάσης Τσαμπίρας περιγράφει εκτενώς το περιστατικό:

"Το βράδυ ξεκινήσαμε προς το Τσακερλί στα αμπέλια. Συγκεκριμένα γεμίσαμε πάλι τα τροβάδια μας και κατά το πρωί φτάσαμε πάλι στη γιάφκα όπου σε εμένα και στο Βαγγέλη Ματζαβίνο, αφού σχεδόν είχε χαράξει καλά, έπεσε ο κλήρος να πάμε στο παρατηρητήριο. Πήγαμε σε ένα δέντρο δίπλα στη σπηλιά που ήταν το παρατηρητήριο και ο μπάρμπα- Βαγγέλης μου είπε: "Έλα Θανάση, ανέβα εσύ πρώτος στο δέντρο και μετά από καμιά ώρα κατέβα να ανέβω εγώ." Μετά ξάπλωσε με μια κάπα που είχε σε μια πουρνάρα επάνω. Εγώ είχα ένα μικρό αυτόματο με καμιά δεκαπενταριά σφαίρες. Το κρέμασα στο δέντρο κι άρχισα να σκαρφαλώνω. Ο Νταλακούρας, η γυναίκα του και τα παιδιά του ήταν μέσα στη σπηλιά. Μόλις πιάστηκα στα πρώτα χοντρά κλωνιά του δέντρου που ήταν 2μιση μέτρα από τη γη και με την κοιλιά μου προσπαθούσα να αναρριχηθώ σε αυτά, ακούω 3 μέτρα πίσω μου κι επάνω από ένα βράχο δύο αγριεμένες φωνές να με διατάζουν: "Μην κουνηθείς και σε φάγαμε". 

Γύρισα και είδα δύο αυτόματα σχεδόν εξ επαφής να σημαδεύουν το κεφάλι μου. Δεν μπορώ να πω ότι ενήργησα γιατί το ήθελα, αλλά από τη λαχτάρα μου τα χέρια μου λύθηκαν και βρέθηκα στη ρίζα του δέντρου, ενώ τα δύο αυτόματα που με σημάδευαν άρχισαν να ξερνάνε σχεδόν ταυτόχρονα σίδερο και φωτιά και τα κλωνάρια του δέντρου να γίνονται κόσκινο. Αυτοί προφανώς δεν περίμεναν αυτού του είδους την αντίδραση από εμένα, αφού κι εγώ, όπως σας είπα δεν ενήργησα αυτόβουλα, πάτησαν τη σκανδάλη χωρίς να μετακινήσουν την ευθεία της κάννης. Έρχιναν συνέχεια αλλά στο γάμο του καραγκιόζη. Εγώ με δύο τρία σάλτα κι αφού δεν με πήρε η πρώτη ριπή, βρέθηκα 15 μέτρα μακριά, το ίδιο κι ο Βαγγέλης ο Ματζαβίνος, τον οποίο φαίνεται δεν τον είδαν στη ρίζα του δέντρου. Για καλή μας τύχη όμως, είκοσι μέτρα πιο κάτω και μέσα σε μια πουρνάρα, κοιμόταν ένας σύντροφος, ο οποίος είχε έρθει αποβραδύς στη γιάφκα και φαίνεται ότι του είπε ο Νταλακούρας ότι ήμασταν κι εμείς εκεί, αλλά ότι είχαμε πάει για σταφύλια κι ότι το πρωί θα ερχόμασταν. Ο σύντροφος αυτός, κάπου από τα χωριά του Αλμυρού, με ένα χέρι , δεν ξέρω αν το άλλο το  είχε χάσει στον ΕΛΑΣ ή στο ΔΣΕ λεγόταν μάλλον Μαμούρας ή Βαζούρας. Με τις πρώτες ριπές πετάχτηκε, άρπαξε το όπλο του, σημάδεψε προς τους δύο που έριχναν σε εμάς και με την πρώτη σκότωσε επί τόπου τον έναν από τους δύο που ήταν ο Λιούπης από το Κουκλόμπασι, ένας μεγάλος τσιφλικάς κι ο οποίος ήταν μάης.

Αυτό έφερε μεγάλη σύγχιση μεταξύ τους κι έτσι δόθηκε ο χρόνος τόσο σε εμάς όσο και στους υπόλοιπους που βρίσκονταν εκατό μέτρα μακριά να κατηφορίσουμε προς το Παλιοχώρι, μια τοποθεσία του χωριού Φυλάκη και στη συνέχεια στο ποτάμι Ενιπέα το λεγόμενο και Τσαναρλί."

Αυτό λοιπόν υπήρξε το τέλος του τσιφλικά Γιάννη Λιούπη και συνάμα ένα περιστατικό που αποδεικνύει το ταξικό στοιχείο της εμφύλιας σύγκρουσης.