"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

Η Κρήτη στον Εμφύλιο - Μέρος 9ο: Βαριά πλήγματα στο ΔΣΕ

 

Πλήγμα στην ομάδα Μπαντουρόγιαννη


Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1947, στη διοίκηση του συγκροτήματος του Γιάννη Μπαντούρη έφθασε η πληροφορία ότι στο σπίτι του προέδρου της κοινότητας Καράνου υπήρχε μεγάλη ποσότητα τροφίμων και ειδών ρουχισμού, που ο πρόεδρος είχε παρακρατήσει από τις διανομές που διενεργούσε η ΟΥΝΡΑ. Επρόκειτο για μια πολύ καλή ευκαιρία ανεφοδιασμού του ΔΣΕ, ο οποίος πιεζόταν στο ζήτημα της διατροφής και του ιματισμού, την οποία ο Μπαντούρης θεώρησε σωστό να εκμεταλευτεί. 

Για την επιχείρηση αυτή, αποφασίστηκε από τη διοίκηση του ΔΣΕ να διαθέσει 20 μαχητές, οι οποίες ξεκίνησαν από το λημέρι του ΔΣΕ στη θέση "Φώκιες", τοποθεσία που βρίσκεται στα δεξιά του δρόμου Λάκκων Ομαλού και κατέβηκαν στα Καράνου, περικυκλώνοντας αμέσως το σπίτι του προέδρου.

Κατόπιν έρευνας, οι αντάρτες διαπίστωσαν ότι η πληροφορία ήταν λανθασμένη και πώς τέτοια εφόδια δεν υπήρχαν στο σπίτι του προέδρου της κοινότητας. Ο πρόεδρος τους είχε δεχτεί ευχαρίστως, τους άφησε να ψάξουν όπου ήθελαν και τους εφοδίασε ο ίδιος με μια ποσότητα τροφίμων από το σπίτι του. Έτσι, το τμήμα του ΔΣΕ ξεκίνησε για να επιστρέψει στο λημέρι του. Μερικοί αντάρτες ήθελαν να διανυκτερεύσουν στο χωριό, καθώς ήταν κουρασμένοι από την πορεία, αλλά αποφασίστηκε η άμεση επιστροφή τους, στις "Φώκιες". 

Ωστόσο, στη θέση "Μπουμπουνοκεφάλα", οι αντάρτες σταμάτησαν και συζητήθηκε ξανά το ζήτημα της διανυκτέρευσης. Με τους άνδρες του να είναι φανερά κατάκοποι, ο Γιάννης Μπαντούρης αποφάσισε να διανυκτερεύσουν στη θέση αυτή και να ξεκινήσουν το πρωί για το λημέρι τους στις "Φώκιες". Την ίδια νύχτα και προφανώς κατόπιν πληροφορίας καταδότη, ισχυρή δύναμη του κυβερνητικού στρατού κινήθηκε προς τις "Φώκιες" και κατέλαβε το αντάρτικο λημέρι, κρατώντας οχυρές θέσεις, σε σημεία που είχαν κατασκευάσει οι αντάρτες και ήταν εξαιρετικά οχυρά. Καθώς οι αντάρτες ξεκίνησαν να πλησιάζουν στο λημέρι τους, ένας φαντάρος δοκίμασε να τους προειδοποιήσει, ρίχνοντας μια ριπή με το πολυβόλο τους, όμως ο καταδότης, που βρισκόταν μαζί με το στρατό τον σταμάτησε φωνάζοντας "Τί κανείς εκεί ρε; Άσε τους να έρθουν στα χέρια μας".

Καθώς οι αντάρτες έφτασαν στις θέσεις των στρατιωτών, έμπαιναν σταδιακά σε κλοιό του στρατού, χωρίς να το έχουν καταλάβει και δέχτηκαν άξαφνα καταιγιστικά πυρά. Παρά τον πρώτο αιφνιδιασμό, οι αντάρτες οχυρώθηκαν πρόχειρα και ανταπάντησαν στα πυρά. Ωστόσο, οι θέσεις τους μειονεκτούσαν σημαντικά έναντι του στρατού και η μάχη που ξέσπασε ήταν άνιση από κάθε άποψη. 

Η μάχη κράτησε περισσότερο από δύο ώρες και ένας ένας, οι μαχητές του ΔΣΕ έπεφταν από τις σφαίρες του αντιπάλου, αφήνοντας πιο φτωχό το λαϊκό κίνημα του νομού Χανίων και τον ΔΣΕ Κρήτης.

Στη μάχη σκοτώθηκε ο θρυλικός ΕΛΑΣίτης και αξιωματικός του ΔΣΕ, Γιάννης Μπαντούρης (Μπαντουρόγιαννης), οι αδελφοί Νίκος και Γιώργης Κώτσης, παιδιά του Παπαδογιώργη, από τα Περιβόλια Κυδωνίας, ο Τσάκαλος, από τη Μαλάξα, ο Μπιρμπίλης από το χωριό Βαμβακόπουλο, ο Ξανθουδάκης, από τη Σαρακίνα, ο Ζυμπράκης από το Κοντο-Κυνήγι Σελίνου και ο μαχητής του ΔΣΕ Καρύδης, από την Πελοπόννησο, για τον οποίο δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία.

Αιχμαλωτίστηκαν επίσης τραυματισμένοι οι Κουκουλιέρος Ανδρέας, από τις Μουρνιές, Γιώργης Γαλανάκης, από το Κατεχώρι Κεραμείων και Σήφης Μανουσάκης, από το Βαμβακόπουλο.

Οι δύο πρώτοι καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν και τρίτος καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξη.


Πλήγμα στην ομάδα Μπαντουροζαχάρη


Στις 16 Νοεμβρίου του 1947, δύναμη ανταρτών με επικεφαλής το Ζαχάρη Μπαντούρη (Μπαντουροζαχάρη)  σταμάτησε στο χωριό Δραπανιά Κισάμου αυτοκίνητα από τα οποία αφαίρεσαν ένα δοχείο βενζίνη και ένα ραδιόφωνο και συνέλαβε επτά μονήρους ΜΑΥ και συνεργάτες τους. Αργότερα, η ομάδα απελευθέρωσε τους πέντε από αυτούς και πιθανώς εκτέλεσε τους υπόλοιπους δύο.

Από το Δραπανιά, η ομάδα χωρίστηκε και ένα τμήμα της κατευθύνθηκε στο χωριό Ραβδούχα και καμουφλαρίστηκε στη θέση Άγιος Βασίλης. Το άλλο πρωί, ένας κάτοικος του χωριού Ραβδούχα είδε τους αντάρτες στη θέση που βρίσκονταν και αυτοί τον συνέλαβαν. Ωστόσο, του έδειξαν εμπιστοσύνη, ότι δεν θα τους πρόδιδε στις κυβερνητικές αρχές και τον άφησαν να φύγει. Εκείνος πήγε αμέσως στο αστυνομικό τμήμα και κατέδωσε. Το ίδιο απόγευμα, μεγάλη δύναμη στρατού κύκλωσε τις θέσεις του ΔΣΕ και ξεκίνησε σκληρή μάχη, ενώ η νύχτα ξεκίνησε να πέφτει.

Οι αντάρτες επιχείρησαν να απαγκιστρωθούν, αλλά λόγω του σκοταδιού υπήρξε μεγάλη δυσκολία σε αυτό το εγχείρημα. Από τον κλοιό των κυβερνητικών κατόρθωσαν να διαφύγουν οι Λευτέρης Πεντάρης, από το Βουτά Σελίνου και Αντώνης Ανδρεαδάκης, από τα Καμισιανά Κισάμου. 

Έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά οι Ζαχάρης Μπαντούρης, από τα Καλουδιανά Κισάμου, Γιάννης Μανουσάκης, από τα Λυριδιανά Κισάμου και Γιάννης Παντελάκης, από το Βουτά Σελίνου. 


Γιάννης Μπαντούρης


Πηγή: Λευτέρης Ηλιάκης, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Κρήτη, Αυτοέκδοση, Χανιά 2002, 66-68.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου