"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

Γιάννης Κασσάς: Ο αδικοχαμένος λοχαγός-ήρωας του ΕΛΑΣ Μεσσηνίας


Ο Γιάννης Κασσάς γεννήθηκε το 1919 στην Καλαμάτα και διατέλεσε μόνιμος ανθυπολοχαγός του προπολεμικού αστικού στρατού. Κατά την περίοδο της ιταλικής εισβολής, πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, όπου διακρίθηκε για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Με την επιβολή της τριπλής Κατοχής στην Ελλάδα, ο Γιάννης Κασσάς εντάχθηκε στο ΕΑΜ και μετέπειτα οργανώθηκε στο ΚΚΕ. 



Ο Γιάννης Κασσάς, με τη στολή λοχαγού του προπολεμικού αστικού στρατού.


Λίγο αργότερα θα υπηρετήσει στο 2ο Τάγμα του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ στη Μεσσηνία, με το βαθμό του στρατιωτικού διοικητή λόχου. Ο ίδιος, όπως και οι άνδρες του θα λάβουν μέρος σε πλειάδα μαχών ενάντια στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές. Το τάγμα του Κασσά , όπως και ο ίδιος θα διακριθούν για τη δράση και την επίδοσή τους, στο πεδίο της μάχης. Παραδείγματα της υποδειγματικής τους στρατιωτικής ικανότητας υπήρξαν, η μάχη της Αρτεμισίας, κατά των Ιταλών, η μάχη στα "Χανάκια" Καλαμάτας (Απρίλιος 1944), όπου το τάγμα Κάσσα διέλυσε διλοχία Γερμανών, η μάχη του Μελιγαλά και η μάχες της Ανδρούσας και των Παραδεισίων, όπου το 9ο Σύνταγμα συνέτριψε δυνάμεις των Γερμανών και των ταγματασφαλιτών του Παπαδόγκωνα.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Γιάννης Κασσάς κατέφυγε παράνομος στην Αθήνα για να προστατευθεί από το όργιο της λευκής τρομοκρατίας στην Πελοπόννησο. Το Μάιο του 1947, ο Γιάννης Κασσάς , ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Β. Παπάζογλου και ο Ηλίας Καραμούζης, πρώην καπετάνιος του 11ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, ετοιμάζονταν να φύγουν για την Πελοπόννησο και να καταταγούν στο ΔΣΕ. Στις 19/05/1947, οι τρεις συναντήθηκαν σε ταβέρνα στην περιοχή του Χολαργού για να κανονίσουν λεπτομέρειες για την αναχώρησή τους. Εκεί, δολοφονήθηκαν από ενόπλους παρακρατικούς της περιοχής.



Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

Η γιαγιά Αθανασία - η γυναίκα του Καπετάν Διαμαντή


Πρόκειται για τη γιαγιά του φίλου Γιάννη, που είχε την ευγένεια να μας παρέχει την ιστορία και τη φωτογραφία της. Στα πάνω από 50 βιβλία που αναφέρονται στον ήρωα του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή), δεν θα βρείτε ούτε δύο γραμμές, ούτε μια αναφορά στην Αθανασία Κιούση- Μίχα, τη σύντροφο του Καπετάν Διαμαντή. Τον ερωτεύτηκε και τον αγάπησε και πέρασε μαζί του κακουχίες, αγώνες και πόλεμο. Από αυτό το μικρό ιστορικό βήμα θα ξεπληρώσουμε την υποχρέωση στο πρόσωπό της, αποδίδοντας τη δική της ιστορία, όπως καταγράφηκε από τον εγγονό της και μαζί να παραθέσουμε ένα εξαιρετικό ντοκουμέντο της περιόδου:


Να καπνίζεις και να βάφεσαι, Γεωργία

Μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες. Εκείνες που είναι βγαλμένες από τη ζωή που λένε. Οι ιστορίες των άσημων πρωταγωνιστών της, που δεν θα καταγραφούν πουθενά αν δεν ειπωθούν από μένα κι από σένα. Δεν θα γίνουν έξυπνες λεζάντες ούτε τσιτάτα σε κάδρα. Κι όμως αυτές είναι που διαμορφώνουν αρμονικά ίσως, τους λόγους που υπάρχει η ποίηση, η λογοτεχνία και κάθε μορφή τέχνης εν τέλει.



Η γιαγιά μου η Αθανασία , που την έκλεψε ο Καπετάν Διαμαντής -πρωτοπαλίκαρο του Άρη- , και την πήρε στο Βουνό. Που αργότερα θα έλεγε στην μάνα μου: Ήταν ωραίος άντρας Γεωργία. Πολύ μου άρεσε.

Τον Άρη τον έβλεπες ;
Τον έβλεπα , αλλά ήταν απλησιαστος.



Τη γιαγιά μου την έλεγαν Αθανασία. Τη μητέρα του πατέρα μου. Γεννήθηκε στο Λαφύστιο Βοιωτίας το 1926. Μία γυναίκα όμορφη, δυναμική με τη σπίθα της ανατροπής και του σπουδαίου άγνωστου, χαραγμένη στο βλέμμα της.

Γνώρισε τη φτώχεια από νωρίς και από την ηλικία του Δημοτικού έπρεπε να δουλεύει στα χωράφια της Κωπαΐδας. Άνθρωπος τίμιος με λιονταρίσια ψυχή, μεγάλωσε σε περιβάλλον άγριο και καταπιεσμένο με κακουχίες πολλές, άρα εκ των πραγμάτων έπρεπε να μεγαλώσει από νωρίς και να στερηθεί την ομορφιά της νιότης μιας και η μοίρα την κατέταξε στη μεριά της επιβίωσης και του μεροκάματου.

Ήταν 16 χρονών – περίοδος Κατοχής – όταν ένα πρωί και ενώ άπλωνε την μπουγάδα στην αυλή του σπιτιού, εμφανίστηκε απ’ έξω ένας άντρας πάνω σε άλογο, ζωσμένος με σφαίρες χιαστί και διψασμένος και της ζήτησε λίγο νερό. Ήταν ο Καπετάν Διαμαντής – αντιστασιακός πρωτοπαλίκαρο του Άρη και Καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο οποίος την ερωτεύτηκε ακαριαία.

Της συστήθηκε και της ζήτησε να πάει μαζί του στο Βουνό, πράγμα που έγινε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αργότερα θα εξομολογούνταν στη νύφη της – δηλαδή στη μητέρα μου – ότι της άρεσε και εκείνης πολύ και δεν το σκέφτηκε καν. Μαζί του η γιαγιά μου απέκτησε ταξική συνείδηση, ζώστηκε και εκείνη αντάρτισσα αισθανόμενη ότι δίπλα του επαναστατούσε ήδη στην καταπιεσμένη και γεμάτη αδικία ζωή της, ερωτεύτηκαν παράφορα και απέκτησαν μία κόρη.

Προς στο τέλος του εμφυλίου ο Καπετάν Διαμαντής δολοφονήθηκε και τη γιαγιά μου μικρή ακόμα σε ηλικία και φτωχή, την εξανάγκασαν να δώσει την κόρη της για υιοθεσία σε μία πλούσια οικογένεια της Λιβαδειάς.

Μετά από μερικά χρόνια παντρεύτηκε τον Γιάννη – τον παππού μου – με συνοικέσιο, άνθρωπος απολιτίκ που λένε, κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, δίκαιος και ήσυχος αλλά από ανθρώπινες ψυχές δυστυχώς δεν σκάμπαζε γρι. Έκαναν μαζί δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι… Το αγόρι ήταν ο πατέρας μου.

Τα χρόνια περνούσαν και η γιαγιά μου μεγάλωνε μαζί με τα κατάλοιπα μιας μικρής και στενής κοινωνίας που λεγόταν Σωληνάρι Βοιωτίας, προσπαθώντας να μεγαλώσει δύο παιδιά καταπιεσμένη και κουρασμένη από την έλλειψη του Διαμαντή αλλά και της επικοινωνίας με τον παππού μου. Δήλωνε κομουνίστρια στα κρυφά, έκρυβε το ψηφοδέλτιο στο στέρνο της και έλεγε στον πατέρα μου να μάθει να αντιστέκεται και να φωνάζει πάντα αυτό που αισθάνεται.

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η στιγμή που γνώρισε τη μητέρα μου. Τη νύφη της.

Η μητέρα μου αγχωμένη που θα γνώριζε την πεθερά της ανέβηκε στο χωριό. Αντίκρισε η μία την άλλη και χωρίς να πούνε τίποτα αγκαλιάστηκαν και δάκρυσαν. Κάθισαν στο τραπέζι και η γιαγιά μου διακρίνοντας το άγχος της μητέρας μου τη ρώτησε:

– Καπνίζεις Γεωργία;
– Όχι κυρία Αθανασία, δεν καπνίζω.
– Να καπνίζεις Γεωργία. Να καπνίζεις και να βάφεσαι…


ΥΓ. Δεν έχω πολλές εικόνες από την αντάρτισσα Αθανασία. Μόνο 4.

Έπλεκε έξω στην αυλή κι όταν της έπεφτε το βελονάκι με φώναζε να της το σηκώσω.
Μου άρεσε να ξαπλώνω κάτω από την καρέκλα που καθόταν και να της κλοτσάω τις γάμπες.
Θυμάμαι τα χέρια της. Ζαρωμένα και καθαρά.
Και το φιλί της. Ζεστό και αληθινό.

Καμιά φορά τη φέρνω στα τραγούδια μου και την αναφέρω.
Μου λείπει. Μου λείπει πολύ…
Ήμουν 4 χρονών όταν έφυγε. Όσες και οι στιγμές που θυμάμαι.

Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Τέταρτο