"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2021

Ιrene Fogel Weiss: Μια από τις πιο συγκλονιστικές αφηγήσεις για το Ολοκαύτωμα

 

Η Ιrene Fogel Weiss γεννήθηκε σε μια πολυμελή οικογένεια Τσεχοσλοβάκων-Εβραίων, το 1930 στην Τσεχοσλοβακία. Οι γονείς της Meyer και Leah Fogel είχαν μια μικρή επιχείρηση, που μπορούσε να υποστηρίξει οικονομικά τα έξι τους παιδιά: Moshe, Edit, Reuven, Gershon, Serena και την Irene. Το 1942, οι αρχές κατοχής της Τσεχοσλοβακίας έστειλαν τον πατέρα της στα τάγματα εργασίας, από τα οποία επέστρεψε 6 μήνες μετά για να βρει μια τελείως διαφορετική κατάσταση: Τα μέτρα εναντίον των Εβραίων είχαν γίνει ιδιαίτερα σκληρά. Όλες οι εβραϊκές επιχειρήσεις είχαν κατασχεθεί και η οικογένεια Fogel σύντομα εκτοπίστηκε στο γκέτο του Munkács, ένα παλιό εργοστάσιο τούβλων, σε τόσο άθλια κατάσταση, που ήταν παντελώς ακατάλληλο για την παραμονή ανθρώπων.

Η οικογένεια της Irene μεταφέρθηκε το Μάιο του 1944, στο Auschwitz-Birkenau. Όταν η Irene έφθασε στο Auschwitz-Birkenau, οι Ναζί δολοφονούσαν περίπου 6.000 κρατούμενους την ημέρα, τους περισσότερους, μέσα σε μια ώρα από την άφιξή τους στο σταθμό.

Η Ιrene ήταν 13ων μόλις χρονών όταν έφθασε στη γραμμή διαλογής. Εκεί, οι Ναζί φρουροί και ιατροί επέλεγαν τους κρατούμενους που ήταν κατάλληλοι για εργασία και άρα θα στέλνονταν στις διάφορες υπηρεσίες και μονάδες παραγωγής του στρατοπέδου, από τους ακατάλληλους (παιδιά, ανάπηρους, ηλικιωμένους κτλ.), που στέλνονταν απευθείας στους θαλάμους αερίων για εξόντωση. Η ηλικία της Irene ήταν τέτοια που θα της εξασφάλιζε άμεσα το θάνατο, καθώς θεωρούταν παιδί, ωστόσο, καθώς η μητέρα της, της είχε δώσει να φορέσει μερικά από τα ρούχα της, με αποτέλεσμα να δείχνει μεγαλύτερη. Το γεγονός ότι στο γκέτο, της είχαν ξυρίσει το κεφάλι συντέλεσε κι αυτό στο να μείνει ζωντανή.

"Με το που άνηξαν οι πόρτες του βαγονιού, ακούσαμε φωνές. Φώναζαν να βγούμε και να κάνουμε γρήγορα. Η μητέρα μου άνοιξε στα γρήγορα μια βαλίτσα και μας είπε να βάλουμε πάνω μας περισσότερα ρούχα για το κρύο. Μου είχαν ήδη ξυρίσει το κεφάλι στο γκέτο και φορούσα ένα μαντήλι. Βγήκαμε από το βαγόνι στην πλατφόρμα. Περίπου 2.000 άνθρωποι είχαν ξεφορτωθεί επάνω της. Η οικογένειά μου προσπάθησε να μείνει ενωμένη, μέσα στο σμάρι ανθρώπων και το χάος που επικρατούσε. Όλα μας τα υπάρχοντα ξεφορτώθηκαν από τα βαγόνια και φορτώθηκαν σε άλλα.

Τότε ένας φρουρός φώναξε: Οι άνδρες στη μια μεριά και οι γυναίκες και τα παιδιά στην άλλη.

Αμέσως ο πατέρας μου και ο μεγάλος μου αδερφός βρέθηκαν στη μια γραμμή και εμείς στην άλλη. Δεν θα τους έβλεπα ποτέ ξανά. Εγώ, η μητέρα μου, οι αδελφές μου και ο μικρός αδελφός μου βρεθήκαμε σε μια μεγάλη ουρά από γυναίκες και μικρά παιδιά. Μια καμινάδα ήταν ορατή στο βάθος. Ξερνούσε καπνό και φλόγες. Όταν φτάσαμε στην κεφαλή της ουράς, μια δωδεκάδα Ναζί στρατιώτες μας σταμάτησαν. Ο ένας κρατούσε μια βέργα. Είδε εμένα και την αδελφή μου Serena που ήταν 17 ετών και μας έστειλε στη μια μεριά. Τη μητέρα μου και τα μικρά μου αδέλφια ήταν στην άλλη. Ξαφνικά τους έχασα μέσα στον κόσμο. Έμεινα μόνη, εγώ και η Serena. Κρατούσαμε η μια την άλλη από το χέρι.

Ξαφνικά το ραβδί του στρατιώτη κατέβηκε ανάμεσά μας. Έστειλε τη Serena, μαζί με τις γυναίκες και δίστασε όταν με είδε, για μια στιγμή. Παρόλο που ήμουν μόλις 13ων και θα με είχαν στείλει μαζί με τα γυναικόπαιδα, το μαντήλι στο κεφάλι μου και τα έξτρα ρούχα που φορούσα με έκαναν να μοιάζω μεγαλύτερη. Τελικά μου έδειξε να πάω μαζί της. 

Δίστασα για μια στιγμή, προσπαθώντας να δω που βρισκόταν η μητέρα μου, με τα μικρότερα αδέρφια μου. Δεν τα κατάφερα να τη βρω. Ένιωσα μεγάλη στενοχώρια που θα ήταν μόνη της ανάμεσα στο πλήθος. Έμεινα εκεί λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να δω που πήγαν τη μητέρα μου..."

Μια φωτογραφία που τυχαία είχε ληφθεί εκείνη τη στιγμή στο στρατόπεδο, από κάποιο αξιωματικό των Ναζί, δείχνει την Irene να προσπαθεί να βρει τη μητέρα της, ανάμεσα στο πλήθος.



Επιχρωματισμένη, η φωτογραφία που αναφέρεται παραπάνω. Η Irene με το κόκκινο βέλος.

Από την οικογένεια Fogel η μητέρα της Irene, τα τρία μικρά της αδέλφια και ο μεγάλος της αδελφός δολοφονήθηκαν αμέσως στους θαλάμους αερίων. Ο πατέρας της τοποθετήθηκε σε ένα Sonderkommando, τις γνωστές ομάδες κρατουμένων που άδειαζαν τους θαλάμους αερίων και λειτουργούσαν τα κρεματόρια. Η Irene θα μάθει αργότερα, από έναν κρατούμενο, από την ίδια πόλη με εκείνη, ότι ο πατέρας της, όταν από την ασιτία και την εξάντληση έπαψε να μπορεί να εργάζεται, δολοφονήθηκε από έναν αξιωματικό των SS.

"Μας οδήγησαν σε ένα είδος εγκατάστασης, όπου μας έγδυσαν, μας κούρεψαν και μας απολύμαναν, και μετά μας έδωσαν ρούχα του στρατοπέδου. Μας τοποθέτησαν σε ένα στρατώνα, με ακόμα 200 γυναίκες. Ακόμα δεν είχαμε συνειδητοποιήσει που ήμασταν. Ρωτήσαμε τις άλλες κρατούμενες, πότε θα δούμε ξανά την οικογένειά μας. Μια γυναίκα μας έδειξε μια καμινάδα και μας είπε: Βλέπετε τον καπνό; Εκεί είναι η οικογένειά σας..."

Η Irene και η Serena, τοποθετήθηκαν σε μια ομάδα εργασία με την ονομασία "Canada". Ένα τμήμα του στρατοπέδου Birkenau με αποθήκες, κοντά στο κρεματόριο υπ' αριθμό 4, όπου συνέλεγαν ρούχα και παπούτσια των νεκρών. Για καλή τους τύχη, ανάμεσα στις κρατούμενες βρήκαν τις αδελφές της μητέρας τους Rose και Piri Mermelstein, που προσπάθησαν να τις βοηθήσουν όσο μπορούσαν.

"Η διαλογή δεν τελείωνε ποτέ στο Auschwitz. Οι Ναζί θέλαν να εργαστείς όσο ήταν δυνατόν, σαν σκλάβος και όταν πια δεν μπορούσες σε σκότωναν. Διαρκώς εξέταζαν να δουν ποιες από εμάς ήταν ακόμα ικανές προς εργασία, οπότε κάθε μέρα κινδύνευες. Τα παιδιά διαλέγονταν από την άφιξή τους για να δολοφονηθούν στο στρατόπεδο. Δεν έβλεπες πουθενά παιδιά. Και εγώ, στα 13 μου χρόνια, για αυτούς ήμουν παιδί. Δεν έπρεπε ποτέ να αναφερθώ από κανέναν ως παιδί. Η λέξη παιδί ήταν απαγορευμένη στο Auschwitz. Μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να σε τραβήξουν από τη γραμμή και ξέραμε ότι αυτό σήμαινε θάνατο. Και αυτό ξαφνικά γίνεται η ζωή σου και παράλληλα, σε σοκάρουν όλα τα απίστευτα άσχημα πράγματα που σου συμβαίνουν. Προσθέστε σε αυτά και την λιμοκτονία και όλους τους άλλους εξευτελισμούς και ξαφνικά νιώθεις πολύ μπερδεμένος. Εγώ σαν παιδί τότε, δεν πίστευα ότι βρίσκομαι σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν πίστευα ότι βρίσκομαι στη Γη".

"Υπήρξα μόνιμα τρομοκρατημένη όλον τον καιρό που πέρασα στο Auschwitz. Η αδελφή μου, μου λέει ότι έκλαιγα συνέχεια (...) Η βία και η εχθρικότητα ήταν "πυκνή" στο στρατόπεδο και η αίσθηση ότι είσαι υπάνθρωπος, ότι δεν είσαι σαν τους υπόλοιπους ανθρώπους είναι ένα φρικτό συναίσθημα. Είναι η αίσθηση ότι περισσότερο από όλα φοβάσαι τους ανθρώπους.

Ήμουν παιδί, έπρεπε να πηγαίνω σχολείο. Αναρωτιόμουν γιατί εγώ ήμουν εκεί. Γιατί οι γονείς μου και η οικογένειά μου ήταν εκεί; Ήταν απλοί άνθρωποι που κοιτούσαν τη δουλειά τους και μεγάλωναν την οικογένειά τους. (...) Ήταν πραγματικά τρομακτικό το να βρίσκεσαι εκεί, γιατί δεν είχες σε ποιον να στραφείς. Μου είναι ακόμα δύσκολο να εκφράσω το πώς νιώθει κανείς όταν απανθρωποιείται. Αλλά κυρίως νιώθεις φόβο. Αληθινό φόβο. Οι Ναζί στατιώτες δεν μας αντιμετώπιζαν στο ανθρώπινο επίπεδο. Οπότε, το να χωρίσεις τη μητέρα από το παιδί, δεν τους επηρέαζε, γιατί εμείς δεν ήμασταν ίδια κατηγορία ανθρώπων με αυτούς. Και αυτοί είχαν τα όπλα και τη δύναμη. Είναι ο απόλυτος τρόμος, όταν ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δεν νιώθει κανένα είδος συμπόνοιας για εσένα".

Για την Irene και τη Serena, μοναδικό καταφύγιο υπήρξαν οι δύο τους θείες, που έχοντας χάσει κι εκείνες τα παιδιά τους, προσπαθούσαν όσο μπορούσαν να τις στηρίζουν και να τις βοηθούν.

"Ήταν υπέροχες πάνω από κάθε φαντασία. Ειδικά η μία που είχε έναν τρόπο να σε κάνει να νιώθεις ασφαλής. Να σου υπενθυμίζει ότι είσαι πολύτιμη για εκείνη. Να σου θυμίζει ότι είσαι η κόρη της αδελφής της και όχι ένας υπάνθρωπος. Μαζί της δεν ένιωθα τόσο απέραντα μόνη. Για εμένα υπήρξε ένας άγγελος. Έφυγε από τη ζωή αρκετά μετά. Επέζησε των στρατοπέδων και ήταν, μια από εκείνους τους ανθρώπους που διατήρησε, σε αυτές τις συνθήκες, την ανθρωπιά της ακέραιη και βοήθησε και άλλους να διατηρήσουν τη δική τους".

Τον Ιανουάριο του 1945, η Irene και η αδελφή της, μαζί με πολλές άλλες γυναίκες του στρατοπέδου μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο γυναικών Ravensbrück, καθώς ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε επικίνδυνα. Εκεί παρέμειναν για περίπου δύο εβδομάδες. Αργότερα μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Neustadt-Glewe, όπου η θεία της Irene, Piri αρρώστησε βαριά και δολοφονήθηκε από τους SS. 

Μια ημέρα, στο πρωινό προσκλητήριο, οι φρουροί τράβηξαν την αδελφή της Irene, Serena ανάμεσα στις γυναίκες που δεν θεωρούνταν πια κατάλληλες για εργασία και θα δολοφονούνταν στους θαλάμους. Η Irene φώναξει ότι είναι αδελφή της και πως ήθελε να πάει μαζί της, γνωρίζοντας καλά ότι αυτό σήμαινε και το δικό της θάνατο. Oι φρουροί τις τοποθέτησαν κλειδωμένες σε έναν θάλαμο, γιατί το στρατόπεδο δεν διέθετε θαλάμους αερίων, περιμένωντας ένα φορτηγό για να τις πάρει για το Ravensbrück, όπου τους περίμεναν οι θάλαμοι αερίων και τα κρεματόρια.

Ωστόσο, το φορτηγό δεν έφτασε ποτέ, γιατί ο Κόκκινος Στρατός είχε ήδη απελευθερώσει το Ravensbrück και λίγες ώρες μετά, οι σοβιετικοί στρατιώτες έκαναν την εμφάνισή τους και στο Neustadt-Glewe. Η γερμανική φρουρά εγκατέλειψε το στρατόπεδο και έτσι, η Irene και η Serena απελευθερώθηκαν.

Το 1947, η Serena, η Irene και η θεία Rose θα μετακομίσουν μόνιμα, μαζί με συγγενείς στη Νέα Υόρκη. Οι συγγενείς επιμένουν και η Irene επιστρέφει στα σχολικά θρανία, όπου ξεκινά ένα ακόμα δράμα:

"Πήγα σε ένα σχολείο στη Νέα Υόρκη, που είχε περίπου 2.000 παιδιά. Ένιωθα πολύ περίεργα και κυρίως πολύ μόνη, γιατί είχα ξεχάσει ότι είμαι παιδί και πως είναι το να είσαι παιδί. Έτσι, δεν μπορούσα να προσαρμοστώ και να κάνω φίλους. Οι δάσκαλοι δεν ήξεραν ότι είχα επιβιώσει από στρατόπεδο συγκέντρωσης, γιατί τότε ακόμα, ο κόσμος δεν γνώριζε πολλά για αυτά.Τα παιδιά του σχολείου ήξεραν βέβαια ότι είχε γίνει πόλεμος και τον είχαν ζήσει, αλλά όχι όπως εμείς. Αυτά συνέχιζαν στη διάρκεια του πολέμου να ζουν κανονικά. 

Εγώ είχα και τον αριθμό του στρατοπέδου τατουάζ στο μπράτσο μου. Τότε τα τατουάζ δεν ήταν καθόλου συνηθισμένα και οι συμμαθητές μου με ρωτούσαν τί είναι αυτό. Νόμιζαν ότι είναι το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Επίσης δεν μιλούσα σχεδόν καθόλου αγγλικά. Δεν ξέρω κι εγώ πως αποφοίτησα"

Η Irene Fogel Weiss τελείωσε το σχολείο και σπούδασε καλλιτεχνικά στο American University. Δίδαξε για πολλά χρόνια σαν δασκάλα στα σχολεία της Virginia και παντρεύτηκε τον Martin Weiss, με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Εργάζεται ως εθελόντρια στο United States Holocaust Memorial Museum.

Δείτε ολόκληρη τη μαρτυρία της εδώ



1 σχόλιο:

  1. Η Θηριωδία του καπιταλισμού σε όλο της το μεγαλείο. Αφιερωμένο στα πλυντήρια που θέλουν να τον ξεπλύνουν..... ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή