"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2021

H μάχη στο σιδηροδρομικό δίκτυο Τιθορέας, οι "Ιβάνηδες" και μάχη στα Βίλια Αττικής

 


Η μάχη στο σιδηροδρομικό δίκτυο Τιθορέας και οι "Ιβάνηδες"


Βρισκόμαστε στον Μάιο του 1944. Ο ΕΛΑΣ βρίσκεται στο στάδιο της μεγάλης του ανάπτυξης, ενώ οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις στην Ελλάδα ετοιμάζονται σταδιακά για την υποχώρησή τους, καθώς ο Κόκκινος Στρατός προελαύνει ασταμάτητα στην ανατολική Ευρώπη. Στις 12/05/1944, το Ι/36 Τάγμα του ΕΛΑΣ δέχεται την επίσκεψη ενός περίεργου αγνώστου. Πρόκειται για έναν Αλγερινό λοχία που υπηρετούσε στα στρατεύματα του Βισί και που στην Ελλάδα βρέθηκε να εκτελεί καταναγκαστικές εργασίες, στο γερμανικό στρατό, άγνωστο για ποιους λόγους. Ο Αλγερινός μεταφέρει στον ΕΛΑΣ την πληροφορία, ότι μεταξύ Γλούνιστας και Κηφισοχωρίου (Κάτω Τιθορέα), οι Γερμανοί εκτελούν εργασίες στη σιδηροδρομική γραμμή, και πως ανάμεσα στους εργάτες βρίσκονταο 55 σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, που σε άθλιες συνθήκες εργάζονται στα καταναγκαστικά έργα.

Οι σοβιετικοί αιχμάλωτοι, μένουν το βράδυ σε βαγόνια τραίνου και επιτηρούνται από φρουρά 10 Γερμανών στρατιωτών, υπό τη διοίκηση ενός υπαξιωματικού της Βέρμαχτ. Ο Αλγερινός φέρνει επίσης την πληροφορία, ότι οι σοβιετικοί είναι αποφασισμένοι να δραπετέυσουν και να ενωθούν με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και προετοιμασμένοι να πολεμήσουν κατά των κατοχικών δυνάμεων.

Το Ι/36 Τάγμα γνώριζε βεβαίως ότι οι Γερμανοί διενεργούν έργα στο σημείο αυτό, δε γνώριζε όμως για τους σοβιετικούς αιχμαλώτους και αποφάσισε να ενεργήσει για τη διάσωσή τους, αφού όμως πρώτα εξακρίβωνε τις πληροφορίες του Αλγερινού. Η διοίκηση του Τάγματος ανάθεσε στον Νίκο Γιαννέτσο να εξακριβώσει τις πληροφορίες και εάν αυτές διαπιστωθούν ως αληθείς, να συγκροτήσει σχέδιο επίθεσης στη φρουρά της σιδηροδρομικής γραμμής και απελευθέρωσης των αιχμαλώτων. Ο Γιαννέτσος διαπίστωσε σύντομα, ότι η πληροφορία του Αλγερινού ήταν ακριβής και συγκρότησε τμήμα κρούσης, που αποτελούταν από την ενισχυμένη διμοιρία της ΕΠΟΝ, με επικεφαλής τους Βασίλη Παπαδημητρίου, μόνιμο ανθυπολοχαγό του ΕΛΑΣ και το Στάθη Γερονικολό.

Για την οργάνωση της επίθεσης στο σιδηροδρομικό δίκτυο, ο ΕΛΑΣ έλαβε πρόσθετες πληροφορίες για τις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων και τις θέσεις των Γερμανών φρουρών, από την οργάνωση της ΕΠΟΝ Αμφίκλειας και συγκεκριμένα, τις ΕΠΟΝίτισσες Παναγιώτα Παπαθανασίου και Ευσταθία Καψή, αδελφή του Θύμιο Καψή (Ανάποδος).

Με το μούχρωμα, οι ΕΠΟΝίτες έλαβας επίκαιρες θέσεις σε υψώματα κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή και ξεκίνησαν να παρατηρούν τις κινήσεις του αντιπάλου. Όταν έφτασε η ώρα του νυχτερινού συσσιτίου, το αντάρτικο τμήμα παρατήρησε ότι οι Γερμανοί δεν είχαν λάβει κανένα απολύτως μέτρο ασφαλείας και διενέργησαν αστραπιαία καταδρομική επίθεση ενάντιά τους. Η επίθεαση κράτησε μόλις λίγα λεπτά, καθώς η γερμανική φρουρά εξουδεταιρώθηκε άμεσα και δεν πρόλαβε να προβάλλει την παραμικρή αντίσταση. Οι σοβιετικοί αιχμάλωτοι απομακρύνθηκαν ταχύτατα από το χώρο της γραμμής και μεταφέρθηκαν άμεσα, μετά από ολονύχτια πορεία, σε εκπροσώπους της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στο χωριό Καστέλλια.

Μέσω διερμηνέων, διαπιστώθηκε ότι και οι 55 σοβιετικοί ήταν όντως αιχμάλωτοι πολέμου, του Κόκκινου Στρατού, είχαν σημαντική εμπειρία στις μάχες και επιθυμούσαν να ενταχθούν σε μάχιμο τμήμα του ΕΛΑΣ. Ένας από αυτούς κατείχε το βαθμό του ανθυπολοχαγού και έλαβε το ψευδώνυμο "Ιβάν", ονομάζοντας άθελά του, τους σοβιετικούς του ΕΛΑΣ σε  "Ιβάνηδες". Οι "Ιβάνηδες" εντάχθηκαν στη ΙΙ Μεραρχία του ΕΛΑΣ και τον Αύγουστο του 1944 έλαβαν μέρος στις μάχες της περιοχής του Παρνασσού.


Η μάχη στα Βίλλια Αττικής


Μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Αυγούστου του 1944, κατά τις οποίες οι Γερμανοί κατάφεραν ελάχιστα αποτελέσματα ενάντια στον ΕΛΑΣ, η ΙΙ Μεραρχία και τα συντάγματά της βρίσκονται σε φάση ταχείας αναδιοργάνωσης. Το 5ο Τάγμα της Μεραρχίας, μετονομάζεται σε 2ο Σύνταγμα, με στρατιωτικό διοικητή τον ταγματάρχη Μιχάλη Παπαζήση, καπετάνιο το Μήτσο Δημητρίου (Νικηφόρος) και πολιτικό καθοδηγητή το Θύμιο Καψή (Ανάποδος).

Παράλληλα, η 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ θα μετονομαστεί σε ΙΙ Μεραρχία, με στρατιωτικό διοικητή το συνταγματάρχη Ρήγο και πολιτικό επίτροπο τον Ορέστη.

Το Σεπτέμβριο του 1944, η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν ήδη απελευθερωθεί από τον Κόκκινο Στρατό και οι γερμανικές δυνάμεις στην Ελλάδα ετοιμάζονται να την εγκαταλείψουν μαζικά. Κατά το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, το 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, αποτελούμενο από 2 Τάγματα, με 2 Λόχους το κάθε ένα και το τμήμα των σοβιετικών πρώην αιχμαλώτων, με επικεφαλής τον Ιβάν, λαμβάνει διαταγή να κινηθεί προς την Αττική, μαζί με τη διοίκηση της ΙΙης Μεραρχίας.

Ο στολίσκος του ΕΛΑΝ μετέφερε τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ αυτές, από το λιμάνι της Αντίκυρας, στο Πόρτο Γερμενό και από εκεί κινήθηκαν στα Βίλια, για προσωρινή εγκατάσταση και προετοιμάσια, ώστε μετέπειτα να περάσουν στο οροπέδιο των Δερβενοχωρίων. Το τμήμα κατηφόρισε τις πλαγιές του Κιθαιρώνα, στο στενωπό της Κάζας και έφθασε στα Βίλια.

Ο εχθρός διέθετε σημαντικές δυνάμεις στη Θήβα. Εκεί στρατωιζόταν το Σύνταγμα Μπράντενμπουργκ που είχε στη διάθεσή του μονάδες μηχανικίνητες. Στο Κριεκούκι, οι Γερμανοί διέθεταν φρουρά, στρατιωτικής δύναμης 200-250 ανδρών, πεδινή πυροβολαρχία των 105 mm και ολμοβόλα των 151 mm. Κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών- Θήβας υπήρχαν επίσης γερμανικές φρουρές, του Συντάγματος του Χέρμαν Φραντς.

Οι Γερμανοί πληροφορήθηκαν την παρουσία του ΕΛΑΣ, στα Βίλια και κινήθηκαν από τη Θήβα και το Κριεκούκι εναντίον του. Από τη δική του πλευρά, ο ΕΛΑΣ είχε καταλάβει υψώματα στα Βίλια, σε επίκαιρες θέσεις που ευνοούσαν την άμυνα, ωστόσο δεν είχε προλάβει να κατασκευάσει οχυρωματικά έργα, τα οποία έτσι κι αλλιώς, η φύση του εδάφους δεν ευνοούσε.

΄


Σχεδιάγραμμα κίνησης του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ ως τα Βίλια (κόκκινο) και των γερμανικών δυνάμεων (μαύρο).

Οι Γερμανοί ξεκίνησαν για τα Βίλια από τη Θήβα και το Κριεκούκι, μεταφέροντας ισχυρές δυνάμεις. Η επίθεση του γρμανικού πυροβολικού στιυς θέσεις του ΕΛΑΣ ξεκίνησε με ένα μπαράζ κανονιοβολισμών, στους οποίους οι αντάρτες δεν διέθεταν μέσα για να απαντήσουν. Ο ΕΛΑΣ παρέμεινε στην αμυντική του διάταξη και ακολουθήθηκε τακτική στατικής άμυνας, έως ότου ο κανονιοβολισμός σταμάτησε. Σταδιακά, ο ΕΛΑΣ υποχώρησε λίγα μέτρα, για να καταλάβει περισσότερο ασφαλείς θέσεις, από τις βολές του πυροβολικού. 

Με την παύση των κανονιοβολισμών, οι Γερμανοί ετοιμάστηκαν για έφοδο, ωστόσο οι αντάρτες τους πρόλαβαν και εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική αντεπίθεση, μαζί με την παράλληλη χρήση των δικών τους ολμίσκων. Ο εχθρός αρχικά ανατράπηκε και υποχώρησε οντά στις βάσεις του πυροβολικού, παρέμεινε όμως στο χώρο ετοιμάζοντας αντεπίθεση, μαζί με το βαρύ του πυροβολικό. 

Όταν ξημέρωσε, οι Γερμανοί ξεκίνησαν νέο ασταμάτητο σφυροκόπημα των θέσεων του ΕΛΑΣ, που συνοδεύτηκε και από τους όλμους τους. Ακολούθησε αποφασιστική επίθεση κατά των αντάρτικων θέσεων, με την παύση βεβαίως του πυροβολικού τους. Ο ΕΛΑΣ ξεκίνησε να αμύνεται αποφασιστικά, ωστόσο διέθετε περιορισμένα πυρομαχικά και η συμπλοκή εξελίχθηκε σε μάχη σώμα με σώμα. Εδώ καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι "Ιβάνηδες", οι οποίοι πιάστηκαν κυριολεκτικά στα χέρια, με τον αντίπαλο εξουδεταιρώνοντας του επιτιθέμενους με τα μαχαίρια και τις ξιφολόγχες τους, καθώς είχαν μεγάλη πολεμική εμπειρία, ακόμα και σε τέτοιου τύπου συμπλοκές.

Δεύτερο εφεδρικό τμήμα που ρίχτηκε στη μάχη ήταν ο 3ος Λόχος της ΕΠΟΝ, με το επίλεκτο τμήμα του, που πλαγιοκοπώντας τον αντίπαλο του προκάλεσε βαριές απώλειες (50-60 νεκροί και τραυματίες). Με την κάμψη της επιθετικότητάς του, ο αντίπαλος υποχώρησε για δεύτερη φορά στα πεδινά σημεία και εγκατέλειψε σύντομα την περιοχή, αφήνοντας πίσω του πολλά πυρομαχικά, οπλισμό και εφόδια.

Από την πλευρά των ανταρτών του ΕΛΑΣ, οι απώλειες ήταν 6 νεκροί, 4 Έλληνες και 2 Σοβιετικοί αντάρτες, καθώς και 10 τραυματίες.


Πηγή: Επιτροπή Περιοχής Ανατολικής Στερεάς & Ευβοίας του ΚΚΕ, Θύμιος Καψής (Ανάποδος), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2020, σελ. 75-76 και 86-88.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου