"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Ο Κόκκινος Φάκελος αποχαιρετά το Γιώργο Φαρσακίδη


Τον γνωρίσαμε προσωπικά και τον συναντήσαμε πολλές φορές στο σπίτι του στην Αθήνα, που ήταν γεμάτο βιβλία, χαρακτικά, σπουδές και σχέδια. Πάντα έτοιμος να βοηθήσει με απορίες και ερωτήσεις σχετικά με την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου και να ρίξει άπλετο φως στις "σκοτεινές" πτυχές της Ιστορίας. Πάντα ευγενικός και φιλόξενος, πάντα με τα ιστορικά του ανέκδοτα, πάντα πρόθυμος με τη νέα γενιά που επιθυμεί να μάθει και να ερευνήσει. Πάντα φεύγαμε από το σπίτι του με ένα βιβλίο του στο χέρι, δώρο με αφιέρωση. 





Βιογραφικά στοιχεία, όπως συντάχθηκαν από το ΚΚΕ

Ο Γιώργος Φαρσακίδης, γεννήθηκε το 1926 στην Οδησσό της Σοβιετικής Ένωσης. Μητέρα του ήταν η Ρωσίδα Έλενα και πατέρας του ο Πόντιος Αναστάσιος Φαρσακίδης τιμημένος από τη νεαρή ΕΣΣΔ σαν «πρωτοπόρος της σοσιαλιστικής εργασίας», γιατί παρότι μη επαναστάτης πίστευε πως «το μεγάλο δίκιο, είναι το δίκιο της επανάστασης». Το 1934 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Ντεπώ της Θεσσαλονίκης.

Ο νεαρός Γιώργος από μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με τις αξίες και τα ιδανικά του ΚΚΕ. Η κατοχή τον βρήκε να φοιτά στη Β' Γυμνασίου. Αναγκάζεται να δουλέψει για την επιβίωση της οικογένειας. Κάνει διάφορες δουλειές και καταλήγει εργάτης στους φούρνους της βιομηχανίας «Αλλατίνη», οργανωμένος ήδη στην ΕΠΟΝ. Εκεί ξεκινά και η πρώτη του επαφή με τη δημιουργία, φιλοτεχνώντας πανέμορφες έγχρωμες αντιφασιστικές γελοιογραφίες. Την άνοιξη του 1943 εντάσσεται στην ΕΠΟΝίτικη Υποδειγματική Διμοιρία του «Τάγματος Χορτιάτη» στο 2/31 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Πολεμά, γράφει ημερολόγιο και σκιτσάρει την αντάρτικη ζωή και δράση. Σε μάχη κατά των Βουλγάρων τραυματίζεται στο κεφάλι και τρέχοντας χάνει το σακίδιό του, όπου ήταν και τα σκίτσα του, που βρήκε ένας Βούλγαρος φαντάρος και του τα παρέδωσε πολλές δεκαετίες αργότερα. Τον Σεπτέμβρη του 1944, σε μάχη κατά γερμανικού στρατοπέδου έξω από το χωριό Κρήνη της Χαλκιδικής οπλοπολυβόλο τσακίζει τα δυο χέρια του Γιώργη. 

Τον Μάρτη του '45 βγαίνει από το νοσοκομείο. Οι σύντροφοί του, οι φίλοι του, οι συναγωνιστές του διώκονται. Άλλοι βγαίνουν πάλι στο βουνό. Την Πρωτοχρονιά του '47 ο Φαρσακίδης συλλαμβάνεται και βασανίζεται στην Ειδική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Για το πώς άντεξε τα βασανιστήρια απαντούσε με μια φράση του πατέρα του. «Είναι θαυμάσιο να μπορείς ν' αγαπάς στη ζωή σου κάτι πιο πολύ κι από τη ζωή σου ακόμα». Τον Αύγουστο του '47 ξανασυλλαμβάνεται. «Μας βρόντηξαν την πόρτα του σπιτιού και πάλι νυχτιάτικα, κι όπως την προηγούμενη φορά, με ξύπνησε η μάνα: "Ήρθανε, σήκω..."».

Ακολουθούν τα σκληρά χρόνια στις φυλακές και τις εξορίες. Εκεί, όπου ο Φαρσακίδης έκανε τα τσακισμένα χέρια του «όπλα» του απροσκύνητου και αλύγιστου αγώνα. Ζωγραφίζει, αποτυπώνει τις στιγμές, τα βασανιστήρια, σκηνές από τη ζωή των εξόριστων. Συμμετέχει στη δημιουργία σκηνικών για τις παραστάσεις που ανέβαζαν οι εξόριστοι. Αη Στράτης, Μακρόνησος, ξανά Αη Στράτης και αργότερα, στα χρόνια της χούντας Γυάρος και Λέρος είναι τα νησιά που εξορίζεται.

«Η πρώτη μου γνωριμία με την ξυλογραφία είχε γίνει το 1949 - '50 στο "Σύρμα" των πολιτών στο ΑΕΤΟ - ΕΣΑΙ στο Μακρονήσι. Είχε πέσει στα χέρια μου μια "Φιλολογική Πρωτοχρονιά" με χαρακτικά, απ' ό,τι θυμάμαι, των Κορογιαννάκη, Τάσσου, Βασιλείου, Χυτήρη και άλλων». Ακολούθησε ξανά ο Αη Στράτης. «Εκεί, οι συνθήκες ήταν κάπως καλύτερες από εκείνες της Μακρονήσου. Δε σε σκοτώνανε, δε σε βασάνιζαν, αλλά υπήρχε η πολύχρονη κράτηση. Όλη τη δεκαετία του '50 ήμουν εκεί. Στο στρατόπεδο των πολιτικών εξόριστων του Αη Στράτη, ο δάσκαλος, που μας μύησε στην τεχνική της ξυλογραφίας, στάθηκε ο ζωγράφος - χαράκτης Χρήστος Δαγκλής». Και συνεχίζει: «Στον Αη Στράτη υπήρχε πολλή αρρώστια μετά τα βασανιστήρια της Μακρονήσου. Όλοι κάναμε φοβερή οικονομία. Στέλνοντας κάρτες, δηλώναμε ότι ζούμε, ότι αντιστεκόμαστε. Οι κάρτες θα ήταν μια επαφή, θα είχαμε μια συμπαράσταση από τις οικογένειές μας και τον περίγυρο. Τα βάλαμε κάτω. Χαρτιά, πινέλα, χρώματα, δραχμές διακόσιες είκοσι. Κινήσαμε, λοιπόν, να βρούμε τον γραμματέα της Ομάδας, να μοιραστούμε μαζί του τη χαρά της ανακάλυψης, να μας δώσει χρήματα. 

Ο μπάρμπα Χρήστος, ο Γραμματέας μας, άνθρωπος θετικός, υπεύθυνος με πολύπλευρη πείρα. Οργανωτικός προπολεμικά ακόμη, στον Αη Στράτη με τον Γληνό και τον Βάρναλη. Τότε αυτός σκεφτόταν, πώς θα έκοβε χρήματα για να αγοράσουμε πινελάκια. Όμως, όπως και αν τα υπολόγιζε, λεφτά για πινελάκια δεν μπορούσε να μας δώσει. Ήταν μεγάλη πολυτέλεια. Ο σωτήρας άγγελός μας βρέθηκε στο πρόσωπο του Γιάννη Ρίτσου. Συμπλήρωσε το ποσό από την τσέπη του και σε λίγο οι πρώτες χειροποίητες κάρτες γίναν ανάρπαστες. Η πρόβλεψή μας δικαιώθηκε πανηγυρικά, με την ανταπόκριση από τα έξω και τη σημαντική οικονομική ενίσχυση της Ομάδας». Γυρίζοντας από την εξορία, ο Φαρσακίδης συζητώντας με τη μάνα του της είπε: «Σ' ευχαριστώ μάνα, που δε μου ζήτησες ποτέ να υπογράψω δήλωση για να βγω». Κι εκείνη απάντησε: «Αυτό μου 'λειπε. Ήσουν που ήσουν χοντροκέφαλος, να γύριζες και με προσκυνημένο, σκυμμένο το κεφάλι...».

Από τη μεταπολίτευση και μετά ο Γ. Φαρσακίδης τυπώνει τα έργα του, συμμετέχει σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Εκδίδει πολλά βιβλία και λευκώματα τα οποία αποτυπώνουν πλευρές της πολυτάραχης ζωής του. Το έργο του περνά τα σύνορα της πατρίδας μας. Για τη μεγάλη αγωνιστική και καλλιτεχνική προσφορά του με το ανώτατο Χρυσό Μετάλλιο της Σοβιετικής Επιτροπής Ειρήνης. Το 1984, το βιβλίο του «Η Πρώτη Πατρίδα» πήρε το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

«Ορθοστατών και ορθοβαδίζων» μέχρι τέλους. Ήταν μέλος της ΚΟΒ Εικαστικών της ΤΟ Καλλιτεχνών της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ. Όσο του το επέτρεπαν οι δυνάμεις του συμμετείχε σε δραστηριότητες του ΚΚΕ. «Μια ζωή και για πάντα, πλάι στην πιο ζωογόνα πηγή της ελληνικής κοινωνίας, το ΚΚΕ», είχε αναφέρει σε μια τελευταία δήλωσή του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη έχοντας τη βοήθεια και τη συντροφιά φίλων και συντρόφων.


Ο Κόκκινος Φάκελος και τα μέλη του αποχαιρετούμε το Γιώργο Φαρσακίδη, κομμουνιστή, αντιστασιακό, καλλιτέχνη και φίλο, με τη φωτογραφία που δείχνει κατά τη γνώμη μας, καλύτερα από όλες, το ποιος ήταν.


Εξόριστος στον Αη-Στράτη, σε μια από τις πολλές πλημμύρες του χειμώνα, ο Γιώργος Φαρσακίδης αγωνίζεται να περισώσει τη θεατρική σκηνή των εξορίστων από τα νερά.



Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Πεσόντες αξιωματικοί του ΔΣΕ στα πεδία των μαχών- Μέρος 3ο


Τελευταίο μέρος


Αναστάσιος Βολιώτης (Ξάνθος)


Γεννήθηκε το 1923, στο χωριό Ασπρόγεια της Φλώρινας. Στο επάγγελμα ήταν τσαγκάρης. Κατατάχθηκε στο ΔΣΕ, στις 08 Νοεμβρίου του 1946. Πολέμησε σε δεκάδες μάχες στο Βίτσι και το Γράμμο. Σκοτώθηκε στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1948, στο βουνό Μάλι Μάδι.



Κατίνα- Τσβέτα Ανδρεοπούλου


Γεννήθηκε το 1928 στο χωριό Βαρικό της Καστοριάς. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ στις 6 Σεπτεμβρίου του 1946. Έλαβε μέρος, αρχικά ως μαχήτρια και μετέπειτα ως αξιωματικός του ΔΣΕ σε πάνω από 90 μάχες και συγκρούσεις, στο Βίτσι, το Σινιάτσικο, το Βούρινο, το Βόιο, το Γράμμο και την Κόνιτσα. Διακρίθηκε πολλές φορές για την αυτοθυσία, το θάρρος και τις στρατιωτικές της ικανότητες. Της απονεμήθηκε δύο φορές το μετάλλιο ανδρείας του ΔΣΕ. Το 1949 ήταν λοχαγός πολιτικός επίτροπος. Σκοτώθηκε στις 13 Μάη του 1949, στο βουνό Κουλκουθούρια, ανάμεσα στα χωριά Πολυπόταμος και Τρίβουνο Φλώρινας.


Ιορδάνα Σλατνίκου


Γεννήθηκε το 1924 στα Γιαννιτσά. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ από το 1946. Έδρασε αρχικά ως απλή μαχήτρια και μετέπειτα ως ομαδάρχισσα στο Καϊμακτσαλάν, το Πάικο, το Βίτσι και το Γράμμο. Τραυματίστηκε τρεις φορές. Σκοτώθηκε στη μεγάλη μάχη του Γράμμου, το 1948.


Γερμανία Πάικου


Γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Γερμανός της Πρέσπας, το 1931. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ και πολέμησε σε πλειάδα μαχών. Τραυματίστηκε βαριά, ούσα υπαξιωματικός του ΔΣΕ, στη Φλώρινα, στις 12 Φεβρουαρίου του 1949. Αιχμαλωτίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο της Φλώρινας. Εκτελέστηκε στην ίδια πόλη. Η Γερμανία Πάικου ήταν η κοπέλα, που κρατώντας τον τηλεβόα του ΔΣΕ, στο μέτωπο του Βιτσίου, "ξυπνούσε" κάθε πρωί τους φαντάρους.



Ακολουθούν σκίτσα που απεικονίζουν τις τρεις γυναίκες που αναφέρονται παραπάνω



Κατίνα- Τσβέτα Ανδρεοπούλου.

Ιορδάνα Σλατνίκου.


Γερμανία Πάικου.