"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Οι σημαντικότερες συμπλοκές και συγκρούσεις του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς- Μέρος 3ο




Οι μεγαλύτερες συμπλοκές και μάχες


Αποτέλεσμα εικόνας για δσε



Η μάχη στη θέση Γραδού της περιοχής του χωριού Ασπρογέρακα και στη θέση Αυγό της περιοχής Μουζακάτων


Μια από τις σημαντικότερες από κάθε πλευρά μάχες, που δόθηκαν ανάμεσα στο ΔΣΕ Κεφαλλονιάς και αποσπάσματα Χωροφυλακές ενισχυμένα με παρακρατικούς, ήταν αυτή που ξεκίνησε στη θέση Γραδού στην περιοχή του χωριού Ασπρογέρακα και πάνω από το προσεισμικό χωριό Σκάλα και τελείωσε στη θέση Αυγό, σε υψόμετρο 900 μέτρων, στην ορεινή περιοχή των Μουζακάτων. Αυτή η μάχη, στις δύο τις φάσεις πραγματοποιήθηκε στις αρχές του Μάρτη του 1948. 

Την εποχή αυτή η στρατιωτικο-πολιτική ηγεσία του τμήματος του ΔΣΕ συγκρότησε μια ομάδα δύναμης 10 ανδρών, στην οποία έδωσε εντολή να μεταβεί στην περιοχή των χωριών Αγία Ειρήνη- Ασπρογέρακα- Σκάλα, στο νοτιότατο άκρο του νησιού, να σκορπίσει προκηρύξεις, με τις οποίες θα δηλώνονταν οι σκοποί του ΔΣΕ και να καλέσει τους χωρικούς σε ενίσχυσή του και σε καθημερινό αγώνα για συμφιλίωση, λαϊκή ενότητα και ειρήνευση του τόπου.

Η ομάδα αυτή, έχοντας επικεφαλής της το Διονύση Μαρκουλάτο και πολιτικό επίτροπο τον Φώτη Σγουρό προχώρησε στην εκτέλεση της εντολής που της ανατέθηκε και έφτασε ανεμπόδιστα στον προορισμό της. Αιφνιδιαστικά, όμως, τότε και ενώ βρισκόταν στη θέση Γραδού του χωριού Ασπρογέρακα, δέχθηκε επίθεση με πυρά από απόσπασμα Χωροφυλακής του σταθμού Χωροφυλακής στο χωριό Σκάλα, ενισχυμένου με στρατολογημένους πολίτες και παρακρατικούς. Με τα πρώτα πυρά που δέχθηκαν, οι αντάρτες ακροβολίστηκαν και ανταπάντησαν και επακολούθησε εκτεταμένη συμπλοκή. Με συνεχή ανταλλαγή πυρών, η ομάδα του ΔΣΕ τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει αφήνοντας στο πεδίο της μάχης έναν νεκρό, τον Κοσμά Γαλιατσάτο. Συνεχώς υποχωρώντας, πέρασε από τα στενά του Πόρου και τράβηξε προς το μοναστήρι της Άτρου, με κατεύθυνση το κρησφύγετο του ΔΣΕ στην Παχειά Πούντα της Αντισάμου.

Παρόλα αυτά, το απόσπασμα της Χωροφυλακής συνέχισε την καταδίωξη με ανταλλαγή πυρών κατά διαστήματα. Ο θόρυβος της μάχης κινητοποίησε άμεσα, μια άλλη ομάδα του ΔΣΕ, που βρισκόταν στην Παχειά Πούντα, με επικεφαλής της το Γεράσιμο Γρηγοράτο (Αστραπόγιαννο), η οποία έσπευσε προς ενίσχυση της ομάδας Μαρκουλάτου- Σγουρού που καταδιωκόταν από το απόσπασμα.

Ταυτόχρονα όμως και ο σταθμός Χωροφυλακής της Σάμης κινητοποιήθηκε και έδωσε εντολή στα τμήματά του στο Πυργί και στο χωριό Τζαννάτα να δραστηριοποιηθούν και μαζί με ομάδα παρακρατικών της περιοχής ξεκίνησαν να διενεργούν μια μεγάλη κυκλωτική κίνηση ενάντια σε όλες τις ομάδες του ΔΣΕ. Ένα απόσπασμα Χωροφυλακής θα ξεκινούσε από το Γιαλό Σάμης με στόχο το χωριό Μουζακάτα, τη θέση Αυγό και τελικό προορισμό την Παχειά Πούντα, δεύτερο απόσπασμα θα βάδιζε με στόχο το μοναστήρι των Αγριλίων πάνω από το Γιαλό και τελικό του προορισμό θα είχε και αυτό την Παχειά Πούντα, ενώ τέλος ένα τρίτο απόσπασμα χωροφυλάκων και παρακρατικών θα κινιόταν από τον Πόρο και παραλιακά προς την Παχειά Πούντα.

Ενώ εφαρμοζόταν αυτή η πλατιά κυκλωτική κίνηση, με συγκλίνοντα στόχο την Παχειά Πούντα της Σάμης, η ομάδα Μαρκουλάτου- Σγουρού είχε φτάσει πρώτη στη θέση Αυγό, όπου σύντομα ενώθηκε με την ομάδα των 15-20 ανδρών του ΔΣΕ που με επικεφαλής της τον Αστραπόγιαννο είχε κινηθεί προς ενίσχυσή της από την Παχειά Πούντα. Στη θέση αυτή, 25-30 άνδρες του ΔΣΕ ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει 50-60 παρακρατικού και χωροφύλακες που έφτασαν εκεί σε εκτέλεση της κυκλωτικής τους κίνησης. Επακολούθησε έτσι σκληρή μάχη ανάμεσα στις δύο αντίπαλες δυνάμεις που κράτησε συνολικά 24 ώρες με ακμή ένα 6ωρο, η οποία υπήρξε και η φονικότερη μάχη του Εμφυλίου στην Κεφαλλονιά.

Τελικά, στο πεδίο της μάχης επικράτησαν οι δυνάμεις του ΔΣΕ, καθώς κατά τη διάρκεια της μάχης, ένα ακόμα τμήμα του ΔΣΕ, αυτό του Μ. Κουλουμπή, έσπευσε από το χωριό Κουλουράτα και προσέλαβε από τα νώτα του το απόσπασμα χωροφυλάκων-παρακρατικών, το οποίο αναγκάστηκε σε άτακτη υποχώρηση. Στο πεδίο της μάχης είχε πέσει ο υπομοίραρχος Χωροφυλακής Βασίλης Κουρέας, τρεις χωροφύλακες και ένας παρακρατικός, ενώ αρκετοί ήταν και οι τραυματισμένοι χωροφύλακες και παρακρατικοί. Από την πλευρά του ΔΣΕ στο Αυγό τραυματίστηκε ελαφρά ο Γεράσιμος Μαραβέγιας.


Θέση Αυγό Κεφαλλονιάς.
Αποτέλεσμα εικόνας για Παχιά Πούντα Κεφαλονια
Παχειά Πούντα Κεφαλλονιάς.


Η μάχη στη θέση Έζα του Μεγάλου Βουνού (Αίνου)


Η μάχη αυτή πραγματοποιήθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 2ας Αυγούστου 1948 και εκτός από το θάνατο του χωροφύλακα Γιώργου Μιχαλόπουλου μνημονεύεται για την τεράστια περιβαλλοντική καταστροφή που προκλήθηκε στο νησί, από την αλόγιστη βία των χωροφυλάκων.

Την εποχή εκείνη η Χωροφυλακή του νησιού, σε σύμπραξη με τις παρακρατικές συμμορίες είχε αποφασίσει τη διενέργεια μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων ενάντια στο τμήμα του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς. Μέρος του σχεδίου τους ήταν η λεπτομερείς εξερεύνηση του Μεγάλου Βουνού (Αίνος) και η εξόντωση των εκεί ομάδων του ΔΣΕ. Με βάση σχέδιο που είχε καταστρωθεί, δύναμη Χωροφυλακής και παρακρατικών τρομοκρατών, με επικεφαλής τον ανθυπομοίραρχο Αλεξανδρή ξεκίνησε από το χωριό Βαλσαμάτα προς εκτέλεση των εντολών που είχε πάρει.

Στο Μεγάλο Βουνού υπήρχε τότε ομάδα του τμήματος του ΔΣΕ με επικεφαλής τους Φώτη Σγουρό και Γεράσιμο Ματιάτο (Ρήγα), οι οποίοι ήταν καλά πληροφορημένοι για τις κινήσεις του Αλεξανδρή και της Χωροφυλακής και έλαβαν κατάλληλες θέσεις για την αντιμετώπισή τους, στη θέση Έζα του Αίνου, εκεί που σήμερα έχει εγκατασταθεί το ραντάρ. 

Το απόσπασμα Αλεξανδρή ενώ προχωρώντας είχε φτάσει σε απόσταση βολής από τους αντάρτες, δεν φαίνεται πως είχε αντιληφθεί την παρουσία τους και ξαφνικά δέχθηκε καταιγιστικά πυρά από πολλές κατευθύνσεις. Οι χωροφύλακες ανταπάντησαν και επακολούθησε μάχη που κράτησε περίπου όλη την ημέρα της 2ας Αυγούστου. Το τελικό αποτέλεσμα της μάχης υπήρξε ο βαρύτατος τραυματισμός δύο χωροφυλάκων, εκ των οποίων ο ένας, ο Γιώργος Μιχαλόπουλος υπέκυψε στα τραύματά του. Οι άνδρες του ΔΣΕ υποχώρησαν με το πρώτο σκοτάδι στα ενδότερα του Μεγάλου Βουνού χωρίς καμιά απώλεια.

Από την άλλη μεριά, οι χωροφύλακες και οι παρακρατικοί της ΠΟΚ που τους συνόδευαν ξεχύθηκαν μανισμένοι στο οροπέδιο της Μολούς και έκαψαν ξύλινα καλύβια, αρπάζοντας είδη ρουχισμού, πυρομαχικά και τυπογραφικά υλικά που είχε αποθηκεύσει εκεί ο ΔΣΕ. Η φωτιά από τις καλύβες μεταδόθηκε τη νύχτα της 3ης Αυγούστου στις ανατολικές πλαγιές του Μεγάλου Βουνού απειλώντας να αποτεφρώσει μεγάλες εκτάσεις και στην ανατολική πλευρά του Ρουδίου. Οι περιοχές αυτές καίγονταν για περίπου έναν μήνα, ενώ η αποτυχία του αποσπάσματος το ανάγκασε τελικά να επιστρέψει άπραγο στην έδρα του, στα Βαλσαμάτα. Εκεί ξέσπασαν τη μανία τους στους ντόπιους κατοίκους, προχωρώντας σε ξυλοδαρμούς, συλλήψεις και άλλες αγριότητες. 



Η επίθεση του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς στο Αργοστόλι



Εντυπωσιακή αλλά και εκπληκτικά παράτολμη για τα δεδομένα της εποχής υπήρξε η επίθεση που πραγματοποίησε ο ΔΣΕ Κεφαλλονιάς ενάντια στην πόλη του Αργοστολίου και η ριψοκίνδυνη είσοδος μερικών από αυτούς μέσα στην ίδια την πόλη, στις 28 Μάη του 1949. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε με βάση λεπτομερές σχέδιο των στελεχών του ΔΣΕ και στόχος της ήταν η προσβολή της έδρας της Χωροφυλακής του νομού που βρισκόταν στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Το σχέδιο σε γενικές γραμμές ακολούθησε ότι είχε καταστρωθεί και εκτελεστεί κατά το παρόμοιο εγχείρημα του ΔΣΕ στο Αργοστόλι στις 21/02/1948 για την εκτέλεση του αρχιτρομοκράτη Γάκια. Συγκεκριμένα, το σχέδιο προέβλεπε τα εξής: Μια ομάδα τριών ανδρών με επικεφαλής τον Γεράσιμο Μαραβέγια θα εγκαθίστατο στη θέση Μύλοι, πάνω από τη γέφυρα του Αργοστολιού, με εντολή να προκαλέσει σύγχυση και πανικό με πυκνούς πυροβολισμούς, όταν θα έπεφταν οι πρώτοι πυροβολισμοί κατά το συμφωνημένο σύνθημα. Μια δεύτερη ομάδα τεσσάρων ανδρών με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Χριστοφοράτο, θα προσέβαλλε τη στιγμή που θα έπεφταν οι πρώτοι πυροβολισμού το φυλάκιο της Χωροφυλακής που βρισκόταν στη νερομάνα του Κουτάβου, με εντολή να το εξουδετερώσει και με πυκνούς πυροβολισμούς να επαυξήσει τη σύγχυση. Τρίτη ομάδα οκτώ ανδρών με επικεφαλής τον Φώτη Σγουρό θα βρισκόταν στη διασταύρωση του χωριού Τραυλιάτα και Κάστρο με εντολή την κάλυψη της υποχώρησης της ομάδας που θα έμπαινε στην πόλη, ενώ τέλος, μια τέταρτη ομάδα, με επικεφαλής τον Γεράσιμο Ματιάτο (Ρήγα) πήρε εντολή να ενεργήσει ως ομάδα κρούσης, να διεισδύσει στην πόλη και να χτυπήσει την έδρα της Χωροφυλακής του νομού.

Όλοι οι άνδρες του ΔΣΕ έλαβαν τις θέσεις τους την προκαθορισμένη ώρα και μέρα. Σύνθημα για όλους τους άνδρες, όπου κι αν βρίσκονταν είχε καθοριστεί οι συνεχείς στον αέρα πυροβολισμοί, μόλις θα έπεφταν οι πρώτες ριπές που θα χτυπούσαν την έδρα της Χωροφυλακής. Όμως, ενώ αυτή η ομάδα είχε μπει στην πόλη και βάδιζε ανενόχλητα προς την κεντρική πλατεία, η ομάδα του Κ. Χριστοφοράτου που έπαιρνε τις θέσεις της στη νερομάνα του Κουτάβου, έγινε αντιληπτή από τους άνδρες του εκεί φυλακίου της Χωροφυλακής, από τους οποίους δέχθηκε πυρά και ανταπάντησε. Με το άκουσμα των πυροβολισμών αυτών, η ομάδα Μαραβέγια στους Μύλους θεωρώντας αυτούς ως το σύνθημα άρχισε να βάλλει και αυτή πυρά, ενώ βλήματα, που προέρχονταν από αυτή την ομάδα χτυπούσαν ακατάπαυστα την προκυμαία του Αργοστολιού και μερικά σπίτια, ενώ άλλα έπεφταν στο λιμάνι και στο εκεί ευρισκόμενο επιβατικό ατμόπλοιο. 

Με τους πυροβολισμούς αυτούς κινητοποιήθηκαν αμέσως τμήματα της Χωροφυλακής με επικεφαλής το διοικητή τους, ταγματάρχη Σταυριανόπουλο, ενώ η ομάδα του Γεράσιμο Ματιάτου αναγκάστηκε να ματαιώσει την πορεία της προς την έδρα της Χωροφυλακής και να υποχωρήσει προς τις θέσεις της ομάδας του Σγουρού, κάτω από το Κάστρο, όπου κατέφθασαν και οι ομάδες των Μύλων του Μαραβέγια και του Κούταβου, του Χριστοφοράτου. Οι ομάδες, όλες μαζί και μετά από δίωρο υποχώρησαν συντεταγμένα χωρίς απώλειες προς τα κρησφύγετά τους. 

Αυτή η επίθεση των ανδρών του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς και η είσοδός τους στο Αργοστόλι, παρά την αποτυχία του κύριου στόχου της προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στο δημοκρατικό λαό της πόλης και ταυτόχρονα ένα χωρίς προηγούμενο πανικό στις αστικές δυνάμεις του νησιού. Τον πανικό αυτό εξέφρασε την επόμενη από την επίθεση ημέρα, με τηλεγράφημά του προς τον υπουργό Στρατιωτικών, προς τον αντιστράτηγο Αλ. Παπάγο και προς τους βουλευτές του νομού, ο δημαρχεύων Ιωάννης Λοβέρδος, με το οποίο ζητούσε επειγόντως την αποστολή στρατού, ο οποίος κατέφθασε στο νησί στις 01 προς 02 Ιουνίου 1949.

Από το σημείο αυτό και μετά, το τμήμα του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς θα έρθει αντιμέτωπο με υπέρτερες και κατά πολύ ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις, από ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει. Ο κυβερνητικός στρατός θα διενεργήσει κατόπιν προετοιμασίας μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο νησί, διαλύοντας σταδιακά τις ομάδες του ΔΣΕ εκεί. Σημαντικό είναι να ειπωθεί εδώ ότι ο ΔΣΕ Κεφαλλονιάς επιβίωσε περίπου 4 μήνες εντός των συγκρούσεων με τον κυβερνητικό στρατό, ακόμα και κατά την περίοδο που ο ΔΣΕ στο Γράμμο είχε ολοκληρωτικά ηττηθεί και υποχωρήσει εκτός συνόρων. Για την εξόντωση των τελευταίων ανδρών του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς θα αναφερθούμε σε ξεχωριστό και τελευταίο άρθρο, από το αφιέρωμά μας στο ΔΣΕ Κεφαλλονιάς.



Αποτέλεσμα εικόνας για αργοστόλι
Αργοστόλι.



Πηγή: Σπύρος Λουκάτος, Τα χρόνια της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Κεφαλλονιά και Ιθάκη 1945-1950, Νόβολι, Αθήνα 2012.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

Οι σημαντικότερες συμπλοκές και συγκρούσεις του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς- Μέρος 2ο


Οι μεγαλύτερες συμπλοκές και μάχες






Η μάχη στη θέση Αη- Λευτέρης του Μεγάλου Βουνού (Αίνου)



Η μάχη αυτή ανάμεσα σε ομάδα του ΔΣΕ με επικεφαλής τον ηγέτη του Φώτη Σγούρο και σε καταδιωκτικά αποσπάσματα Χωροφυλακής, ενισχυμένα από ενόπλους τρομοκράτες και ΜΑΥ υπήρξε πολύωρη και αιματηρή. Πραγματοποιήθηκε πάνω από τη χαράδρα που οδηγεί από το προσεισμικό χωριό Βαλσαμάτα προς το Μεγάλο Βουνό και συγκεκριμένα στη θέση Αη- Λευτέρης, όπου και στα χρόνια της Κατοχής, είχε διεξαχθεί συμπλοκή ανάμεσα σε γερμανικές και ΠΟΚικές δυνάμεις και σε μαχητές του ΕΛΑΣ, υπό το ηγετικό του στέλεχος Αγ. Μηλιαρέση, από τις 9 έως τις 12 Ιουλίου 1944. Πριν από τη μάχη αυτή είχε προηγηθεί στις 6 Φλεβάρη 1947 επίθεση ομάδας επτά ανδρών του ΔΣΕ, ξανά με επικεφαλής το Σγουρό, οπλισμένων με αυτόματα ενάντια σε λεωφορείο που πραγματοποιούσε τη συγκοινωνία ανάμεσα στο Αργοστόλι και το Γιαλό Σάμης.

Με τις ριπές που έριξαν οι άνδρες του ΔΣΕ, το λεωφορείο αναγκάστηκε να σταματήσει και σε συνέχεια, κάνοντας έλεγχο των επιβατών, οι άνδρες του ΔΣΕ συνέλαβαν το γνωστό τρομοκράτη Τρωιάννο. Μετά από δίωρη κράτηση, το λεωφορείο συνέχισε την πορεία του, ενώ ο ίδιος ο Σγουρός εκτέλεσε τον τρομοκράτη. Το πτώμα του βρέθηκε αργότερα στο σημείο της σύλληψης. Μετά το περιστατικό, οι άνδρες του υποχώρησαν προς τα ενδότερα του βουνού.

Ειδοποιημένος στο μεταξύ ο σταθμός της Χωροφυλακής των Βαλσαμάτων κινήθηκε την επόμενη ημέρα, 7 Φλεβάρη 1947 με απόσπασμα δύναμης 12 ανδρών σε καταδίωξη της ομάδας του ΔΣΕ με κατεύθυνση τον Αη- Λευτέρη. Παρόλα αυτά, η κομματική οργάνωση των Βαλσαμάτων είχε ήδη ειδοποιήσει την ομάδα του Σγουρού- Ματιάτου για τις κινήσεις της Χωροφυλακής και οι μαχητές του ΔΣΕ κατέλαβαν ισχυρές θέσεις στήνοντας ενέδρα στο απόσπασμα της Χωροφυλακής. Με την εμφάνιση των ανδρών του αποσπάσματος, οι άνδρες του ΔΣΕ άρχισαν να βάλλουν με ομαδικά πυρά ενάντιά τους και οι χωροφύλακες απάντησαν σε αυτά καταλαμβάνοντας και εκείνοι θέσεις. Η μάχη κράτησε πάνω από δύο ώρες και είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο τεσσάρων χωροφυλάκων, οι οποίο αναγκάστηκαν τελικά σε υποχώρηση. 

Φθάνοντας ξανά στα Βαλσαμάτα, οι χωροφύλακες επιδόθηκαν σε πρωτοφανείς βιαιοπραγίες ενάντια στους ντόπιους και τις περιουσίες τους. Ο ΔΣΕ, στη μάχη αυτή κατέλαβε σημαντικό πολεμικό υλικό που εγκατέλειψαν οι χωροφύλακες επί τόπου και αποσύρθηκαν χωρίς απώλειες στα ενδότερα της δασώδους περιοχής του Μεγάλου Βουνού.



Η επίθεση στα χωριά Δηλινάτα και Δαυγάτα



Μια από τις πιο αιματηρές επιχειρήσεις του τμήματος του ΔΣΕ υπήρξε αυτή που πραγματοποιήθηκε αργά το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου 1947 προς την 1η Γενάρη του 1948, κυρίως ενάντια στο χωριό Δηλινάτα και κατά δεύτερον ενάντια στο χωριό Δαυγάτα. Η ηγεσία του τμήματος πήρε την απόφαση αυτής της επιχείρησης με σκοπό εκπρόσωποί του να μιλήσουν στους χωρικούς για την ανάγκη να αγωνιστούν για την ειρήνευση του τόπου και τη συμφιλίωση και να ενδυναμώσουν το αγωνιστικό ηθικό τους απέναντι στους τρομοκράτες των διαφόρων παρακρατικών συμμοριών του νησιού.

Το σχέδιο της όλης επιχείρησης προέβλεπε την είσοδο στο χωριό Δηλινάτα, μιας ομάδας 7-8 ανδρών με επικεφαλής τους τον Γεράσιμο Ματιάτο (Ρήγα), η οποία είχε το κύριο βάρος της επιχείρησης και της πραγματοποίησης του στόχου της, την ταυτόχρονη είσοδο στο πλησιέστερο χωριό, Δαυγάτα, μιας δεύτερης ομάδας 3-4 ανδρών με επικεφαλής τον Μ. Κουλουμπή και την εγκατάσταση μιας άλλης, τρίτης ομάδας 5 ανδρών, με επικεφαλής τον Φώτη Σγουρό σε επίκαιρη θέση, έξω από τα Δηλινάτα, με εντολή να ειδοποιήσει τις δύο άλλες ομάδες σε περίπτωση κινήσεων από τη Χωροφυλακή προς τα δύο χωριά.

Και οι τρεις ομάδες του ΔΣΕ βρίσκονταν τις πρώτες βραδινές ώρες της 31ης Δεκέμβρη στην πορεία προς πραγματοποίηση των εντολών και των στόχων τους. Από αυτές η ομάδα του Κουλουμπή κατόρθωσε να μπει αιφνιδιαστικά στο χωριό Δαυγάτα και χωρίς να σημειωθεί καμιά αντίδραση ενάντιά της, πέτυχε να στρατολογήσει τον Διονύσιο Γασπαρινάτο, να συλλάβει αναίμακτα τον παρακρατικό τρομοκράτη του χωριού Δ. Βαγγελάτο, υπεύθυνο μαζί με άλλους για τη σφαγή των οκτώ συγχωριανών του στο Μονοδένδρι της Φάλαρης, το Μάρτιο του 1946. Στη συνέχεια, η ομάδα αποσύρθηκε στο προκαθορισμένο μέρος συνάντησης όλων των ομάδων μετά το τέλος της επιχείρησης. Η άλλη και σημαντικότερη ομάδα, αυτή του Ματιάτου πέτυχε και αυτή ανενόχλητα να μπει στο χωριό Διληνάτα και να φτάσει στο καφενείο του Κυριάκη Σουπιωνά, ιδιοκτησίας του ενόπλου τρομοκράτη Αριστοτέλη Τζωρτζάτου, βασικών και αυτών των δυο υπευθύνων της σφαγής των οκτώ Δαυγάδων στο Μονοδένδρι.

Η είσοδος των πρώτων ανδρών της ομάδας στο καφενείο αιφνιδίασε τους χωρικούς που βρίσκονταν εκεί, ενώ  ο αρχηγός της ομάδας, Γεράσιμος Ματιάτος δήλωνε την ταυτότητα των ανδρών του. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ο εγκληματίας Αρ. Τζωρτζάτος έριξε αιφνιδιαστικά χειροβομβίδες αδιάκριτα και αδιαφορώντας για τα αποτελέσματα. Επακολούθησαν τότε πυροβολισμοί και ρίψη νέας χειροβομβίδας με αποτέλεσμα να επακολουθήσει σύγχυση και πανικός και από τα θραύσματα των χειροβομβίδων και τα ωστικά τους αέρια να πέσουν τέσσερις νεκροί από τους χωρικούς και οκτώ τραυματίες, από τους οποίους ένας αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του. Από τους άνδρες της ομάδας του Γεράσιμου Ματιάτου έπεσε βαριά τραυματισμένος ο Παναγής Γαλιατσάτος, νέος 22 χρονών, από το χωριό Βλασαμάτα, τον οποίο αποτελείωσαν οι παρακρατικοί που διασώθηκαν, ενώ ελαφρύτερα τραυματισμένοι ήταν οι Γεράσιμος Ματιάτος, Διονύσης Μαρκουλάτος και ο Κωνσταντίνος Χριστοφοράτος. 

Οι άνδρες της ομάδας του Ματιάτου, εκτός από τον Παναγιώτη Γαλιατσάτο, κατόρθωσαν τελικά να αποσυρθούν από το χωριό, να φτάσουν στην ομάδα-φυλάκιο του Σγούρου, να ενωθούν και με τους άνδρες του Κουλουμπή και όλοι μαζί διαμέσου μονοπατιών να κατευθυνθούν προς το βουνό Ρούδι, από εκεί στα Ζερβάτα-Μουζακάτα, για να καταλήξουν στην Αντίσαμο και ειδικότερα στην Παχειά Πούντα, όπου ήταν και το κύριο καταφύγιο του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς.



Η επιχείρηση στο Αργοστόλι



Ασφαλείς πληροφορίες που είχαν φτάσει στην ηγεσία του τμήματος του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς έφερναν τον εγκληματία προδότη και συνεργάτη των Γερμανών, ηγέτη των ενόπλων παρακρατικών στο νησί, Φωκίωνα Αλυσανδράτο (Γάκια) να διαμένει στο προσεισμικό ξενοδοχείο "Τουριστικόν" στην πλατεία Καμπάνας. Για αυτό συνέλαβε το παράτολμο σχέδιο του εγχειρήματος της εισόδου στην πόλη και την επίθεση εναντίον του ξενοδοχείου, τη σύλληψη του εγκληματία και την εκτέλεσή του. 

Σύμφωνα με το σχέδιο, μια δύναμη ανδρών του ΔΣΕ θα εγκαθίστατο στη θέση Μύλοι, πάνω από τη γέφυρα του Αργοστολιού με επικεφαλής τον Γεράσιμο Μαραβέγια, άλλη δύναμη με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Χριστοφοράτο θα εγκαθίστατο στη νερομάνα του Κουτάβου, τρίτη δύναμη με επικεφαλής τον Φώτη Σγουρό θα τροφοδιόταν στη διασταύρωση του χωριού Τραυλιάτα προς το Κάστρο και μια τέταρτη δύναμη που θα αποτελούσε και την ομάδα κρούσης με επικεφαλής της το Γεράσιμο Ματιάτο και τον Παναγή Χριστοφοράτο θα έμπαινε στην πόλη, θα κατευθυνόταν προς την πλατεία Καμπάνας και με αιφνιδιαστική ενέργεια θα εφορμούσε στο ξενοδοχείο για να συλλάβει το Γάκια. Για την κάλυψη αυτής της τελευταίας ομάδας κρούσης, ο Ορέστης Μποζάς θα παρέμενε φρουρός στη γωνία της διασταύρωσης του Λιθόστρωτου με την οδό Δεβοσέτου, ενώ παράλληλα, ο μαχητής Βενιζέλος από τη Λακήθρα θα παρέμενε φρουρός στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, έξω από το Αργοστόλι προς την Κρανιά.

Το σχέδιο πραγματοποιήθηκε όπως είχε καθοριστεί και όλοι οι άνδρες του τμήματος του ΔΣΕ βρέθηκαν στην προκαθορισμένη τους θέση, αργά προς τα μεσάνυχτα της 20ης προς 21η Φλεβάρη 1948. Σύνθημα για όλους, όπου και αν βρίσκονταν ήταν να αρχίσουν πυκνούς πυροβολισμούς στον αέρα που θα σηματοδοτούσαν την επίτευξη του στόχου, με σκοπό τη δημιουργία σύγχυσης και πανικού. Όμως, ενώ η ομάδα κρούσης κοντά στα μεσάνυχτα βάδιζε ανεμπόδιστα στο Λιθόστρωτο με κατεύθυνση το ξενοδοχείο και είχε πλησιάσει στην πλατεία Καμπάνας, ο 23χρονος χωροφύλακας Παντελής Πενταράκης, που βάδιζε εκείνη τη νύχτα σκοπός-ανιχνευτής στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, άκουσε γαβγίσματα σκύλων και θέλοντας να εξακριβώσει την προέλευση του θορύβου και μπήκε στο στενό μονοπάτι απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, όπου όμως ενέδρευε ο μαχητής Βενιζέλος. Ο τελευταίος πίστεψε ότι είχε γίνει αντιληπτός και πυροβόλησε το χωροφύλακα σκοτώνοντάς τον επί τόπου.

Με το άκουσμα των πυροβολισμών αυτών, οι ομάδες του τμήματος του ΔΣΕ που βρίσκονταν στους Μύλους και στη νερομάνα του Κουτάβου, σύμφωνα με το προκαθορισμένο σύνθημα, άρχισαν πυκνούς πυροβολισμούς στον αέρα, ενώ οι άνδρες της ομάδας κρούσης εξαιτίας αυτών των πυροβολισμών θορυβήθηκαν, εγκατέλειψαν την επίθεση ενάντια στο ξενοδοχείο και υποχώρησαν προς την ομάδα του Σγουρού, όπου συγκεντρώθηκαν και οι άνδρες των άλλων ομάδων, για να αναχωρήσουν όλοι χωρίς απώλειες.

Το εγχείρημα αυτό του τμήματος του ΔΣΕ Κεφαλλονιάς αν και δεν πέτυχε τον αντικειμενικό του στόχο, προκάλεσε ωστόσο ενθουσιασμό στους δημοκρατικούς πολίτες του Αργοστολίου και τους φυλακισμένους πατριώτες, σύγχυση όμως αναταραχή και πανικό τους κρατικούς υπεύθυνους παράγοντες και στους παρακρατικούς συμμάχους τους, ενώ συνιστά και μια από τις σημαντικές επιχειρήσεις του τμήματος του Δημοκρατικού Στρατού Κεφαλλονιάς στη διάρκεια του Εμφυλίου.



Η μάχη στον Καραβόμυλο της Σάμης



Φονικότατη από την πλευρά της απώλειας ανδρών της Χωροφυλακής υπήρξε η μάχη που πραγματοποιήθηκε στις 17 Μάη 1948 στην οδική αρτηρία Αγίας Ευφημίας- Γιαλού Σάμης κοντά στον Καραβόμυλο. Τη μέρα αυτή, ο υπομοίραρχος Αντώνιος Μαρούδας, διοικητής του μεταβατικού αποσπάσματος της περιφέρειας της Πυλάρου, πήρε εντολή να μεταβεί στο Αργοστόλι, για να συναντήσει τον υπαρχηγό της Χωροφυλακής υποστράτηγο Μ. Μπριλλάκη, που είχε φτάσει στο νησί και να πάρει σχετικές οδηγίες για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των ανδρών του ΔΣΕ. Σε εκτέλεση αυτής της εντολής, ο υπομοίραρχος κατέβηκε στο Αργοστόλι με πέντε άνδρες του αποσπάσματός του και μετά τον τερματισμό της εκεί αποστολής του, γύρισε στην έδρα του Αγία Ευφημία.

Εκεί, την ίδια ημέρα στις πρώτες απογευματινές ώρες παρέλαβε την υπόλοιπη δύναμη του αποσπάσματός του, που την αποτελούσαν 13 άνδρες και με αυτοκίνητο ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο κατευθυνόταν από την Αγία Ευφημία προς το Γιαλό Σάμης. Στο μεταξύ, έπειτα από σχετικές ασφαλείς πληροφορίες για τις κινήσεις του υπομοίραρχου και των ανδρών του, μια ομάδα του τμήματος του ΔΣΕ, από πέντε άνδρες με επικεφαλής τον Γεράσιμο Γρηγοράτο (Αστραπόγιαννο), πήρε την απόφαση να στήσει ενέδρα έξω από το Γιαλό της Σάμης, κοντά στον Καραβόμυλο, εκεί όπου ο Αστραπόγιαννος είχε χτυπήσει αποτελεσματικά με νεκρούς και τραυματίες, το τελευταίο κλιμάκιο των Γερμανών που αποχωρούσε το νησί.

Στο ίδιο αυτό σημείο ακροβόλισε τους άνδρες του τοποθετώντας τους σε επίκαιρες θέσεις και με την άφιξη στο σημείο της ενέδρας του αυτοκινήτου με τον Μαρούδα, τους άνδρες του και παρακρατικούς διέταξε ενάντιά τους καταιγιστικά πυρά οπλοπολυβόλων, αυτόματων και χειροβομβίδων. Οι χωροφύλακες και οι παρακρατικοί με τον υπομοίραρχο αιφνιδιάστηκαν από τα πυρά που δέχθηκαν, ενώ το αυτοκίνητο, που τους μετέφερε παρεξέκλινε ένεκα του θανάτου του οδηγού του και έπεσε στη θάλασσα. Τα πυρά των ανδρών του ΔΣΕ ενάντια στο απόσπασμα συνεχίστηκαν πυκνά και η συμπλοκή που ακολούθησε κράτησε περίπου πέντε ώρες και έληξε με ήττα της Χωροφυλακής. 

Στο πεδίο μάχης έπεσαν οκτώ νεκροί χωροφύλακες, ανάμεσά τους και ο υπομοίραρχος Μαρούδας, ενώ σημειώθηκαν και τραυματισμοί πέντε ακόμα. Οι άνδρες του Αστραπόγιαννου, που δεν είχαν καμιά απώλεια πήραν άφθονο οπλισμό και άλλα είδη και αναχώρησαν προς το μόνιμο καταφύγιο του τμήματος του ΔΣΕ στην Παχειά Πούντα.


Πηγή: Σπύρος Λουκάτος, Τα χρόνια της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Κεφαλλονιά και Ιθάκη 1945-1950, Νόβολι, Αθήνα 2012.