"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Άγνωστες σελίδες από την κόλαση της Μακρονήσου - μέρος 1


Το παρακάτω υλικό προέρχεται από αυτοβιογραφικά βιβλία πρώην Μακρονησιωτών που βίωσαν στην ψυχή και στο σώμα τους τη βία και τον ζόφο της Μακρονήσου του Εμφυλίου.


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 119- 124.


«Tώρα ο βασανιζόμενος στέκει ξυπόλητος στις μυτερές πέτρες που του σουβλίζουν και του τρυπούν τις πατούσες. Ένας αλφαμίτης βγάζει την ξιφολόγχη του, είναι εγγλέζικη. Την κοιτάζει σαν να την επιθεωρεί. Πλησιάζει στο φαντάρο και γέρνει το το σώμα του προς τα πόδια του. Η δουλειά αρχίζει. Φέρνει την ξιφολόγχη και τη ζυγίζει, με τη μύτη προς τα κάτω, πάνω από το νύχι του μεγάλου δαχτύλου. Η ξιφολόγχη αφήνεται να πέσει με όλο της το βάρος. Ο σκοπευτής βρήκε το στόχο. Η ξιφολόγχη καρφώνεται το κέντρο του νυχιού. Για ένα δευτερόλεπτο η ξιφολόγχει τρέμει όρθια απάνω στο νύχι. Ύστερα γέρνει στα πλάγια και πέφτει κάτω. Ένα γρύλισμα, σα γουρουνιού καθώς του μπήγεις το μαχαίρι, έφυγε από το στόμα του φαντάρου. Το πρόσωπό του πρασίνισε κι όλο του το κορμί σπαρταρούσε. Στο κέντρο του νυχιού έμεινε ένα σημαδάκι, μια τρυπίτσα που γρήγορα σκεπάστηκε από μια κόκκινη λουρίδα. Τραβά το πόδι του πίσω. Δυο αλφαμίτες το πιάνουν και το καθηλώνουν στην πρώτη θέση, και το κρατούνε ασάλευτο. Το πείραμα επαναλαμβάνεται για πολλές φορές. Και τι επιτυχία, ο σκοπευτής βρίσκει το στόχο του. Τρομερός πόνος.

“Θα κάνεις δήλωση;”

“Όχι” ακούγεται σπαρακτική η κραυγή.

“Βγάλτε του το νύχι”, προστάζει ο επικεφαλής.

“Ναι, να τώρα, στάχου να σκοπεύσω μια τελευταία φορά” λέει ο σκοπευτής. Τούτη τη φορά η ξιφολόγχη δε βρήκε το στόχο, θες γιατί τρέμει το πόδι, θες γιατί ο σκοπευτής δεν σημάδεψε καλά. Το μαχαίρι πέφτει 4 δάχτυλα πιο πάνω στο πόδι. Η τρύπα είναι τώρα μεγάλη και το αίμα που τρέχει άφθονο. Σκέπασε όλο το κάτω μέρος του ποδιού. Η ξιφολόγχη απλώθηκε ματωμένη χάμω. Σφίχτηκαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Τώρα φέρνει την ξιφολόγχη από μπροστά. Ανάμεσα στο κρέας και στο νύχι. Τη σπρώχνει, προσπαθεί να τη φωλιάσει μέσα, να χωρίσει το νύχι. Δύσκολο. Φεύγει ψίχουλο-ψίχουλο το κρέας. Ματώνει.

“Υπογράφεις;”

“Στο διάολο του κερατά, δε βγαίνει.” Βρίζει ο δήμιος.

Χοντρές σταγόνες δάκρυα κυλάνε στα μάγουλα. Χτυπάει σαν καμπάνα το κεφάλι. Σκοτεινιάζει ο νους, χαλαρώνουν οι αισθήσεις. Μουγγρίζει, όλο μουγγρίζει. 

“Κάνεις δήλωση;”

“Οοοοχ”.

Το στόμα έκλεισε. Τα μουγγρητά σταμάτησαν, το μυαλό θόλωσε εντελώς, οι αισθήσεις νεκρώνουν. Το σώμα αναίσθητο, παράλυτο, ρίχτηκε πίσω. Οι δήμιοι τον φέρνουν όρθιο, πάνε να τον συνεφέρουν.

“Nερό”, φωνάζει ο δήμιος. “Γρήγορα”. Ένας κουβάς πέφτει, δεύτερος, τρίτος.

“Φτάνει πια”, φωνάζει ο επικεφαλής. “Τι διάβολο έναν τόνο νερό θα ξωδέψουμε για έν τομάρι;”
Περνούνε τέταρτα, έρχεται η ώρα. Οι δήμιοι περιμένουν. Η υπομονή τους είναι απεριόριστη. Σιγά-σιγά συνέρχεται. Τώρα βλέπει, αντιλαμβάνεται, θυμάται, μιλάει. Ο πόνο όμως τον σαρακίζει. 

“Λέγε ρε, θα υπογράψεις;”

“Όχι” και το πρόσωπό του γίνεται αυστηρό.

“Βγάλε την πένσα!”, ουρλιάζει ο επικεφαλής.

“Λέγε θα κάνεις;”

Ένα “ναι” βραχνό, ψόφιο ξεκόλλησε από τα χείλια του. Όλα σταμάτησαν. Τα μάτια γίναν μια πηγή αστείρευτη. Η τρεμούλα δεκαπλασιάστηκε. Ξέσπασε σε λυγμούς. Καλίει σα μικρό παιδί που το χτυπάς σκληρά.

“Για το αναρρωτήριο”, διατάσσει ο επικεφαλής. “Πείτε τους να τον περιποιηθούν καλά. Έγινε Έλληνας”.» 


***


«Φτάσανε λίγα μέτρα από εκεί που ανοίγεται ο λάκκος. Ο κασμάς στην επαφή του με τις πέτρες αφήνει σπίθες λιγόπνοες που τρυπούν το σκοτάδι.

“Βλέπεις τι κάνουν εκεί ρε! Λέει ο αλφαμίτης με τραχιά φωνή”.
“Όχι, απαντά ήρεμα ο φαντάρος”.

“Ανοίγουν το λάκκο που θα σε ρίξουμε μέσα, τούτη η βραδιά είναι η στερνή σου! Σε λίγες στιγμές το κορμί σου θα σπαρταρά μες σ’ αυτόν το λάκκο. Και πριν ξεψυχήσεις τα χώματα κι οι πέτρες θα σ’ έχουν σκεπάσει, έτσι για να γίνει το ξεψύχισμά σου πιο βασανιστικό. Τότε φώναξε το Στάλιν να σε σώσει. Η ζωή σου τελειώνει. Να, κοίταξε τα γύρω σου για στερνή φορά, άκουσε το νανούρισμα της θάλασσας. Εμείς είμαστε άνθρωποι, ανώτεροι άνθρωποι, δεν είμαστε κτήνοι σαν εσάς. Σου επιτρέπουμε να στείλεις και γράμμα. Γράψε το σε βοηθώ με το φακό μου”. Και άναψε το φακό του. 

“Δε γράφω. Τούτη τη στιγμή δεν έχω κανέναν, ούτε γονείς, ούτε αδέρφια”.

“Τι εννοείς ρε μ’ αυτά που λες;”

“Εννοώ, αυτό που λέω.”

“Ε τότε πήγαινε έτσι, αφού θες. Σε ένα λεπτό το κοιμητήρι σου θα είναι έτοιμο. Εκεί θα σαπίσεις και θα γίνει τροφή για τα σκουλίκια. Γράψε ρε το γράμμα, δώσε τις στερνές σου παραγγελίες, σου κάνουμε αυτή τη χάρη. Δε θέλω, φεύγοντας από τούτο τον κόσμο να φύγεις με την εντύπωση πως δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να σε εξυπηρετήσει. Άλλωστε δε φταίμε εμείς, είναι διαταγή της διοικήσεως να σε εκτελέσουμε.”

 “Δεν έχω να πω τίποτα.”

“Συνάδελφε τελείωσε ο λάκκος”, φωνάζει ο σκαφτιάς.

Ο φαντάρος στέκει ατάραχος, αδιάφορος τελείως στη συζήτηση. Αυτό που λίγο μόνο τον ξαφνιάζει και τον βάζει σε σκέψη είναι το μεγάλον ενδιαφέρον, η μεγάλη καλοσύνη του αλφαμίτη.

“Έλα, τράβα τώρα στο λάκκο, εκεί θα γίνει η εκτέλεση, γιατί ποιος διάβολος θα σε κουβαλάει.”
Εμφανίζοται τότε άλλοι τρεις αλφαμίτες και τσακώνονται λέγοντας πως δεν έχουν δικαίωμα να εκτελέσουν το φαντάρο, μόνο και μόνο επειδή δεν υπογράφει. Λένε ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο να σωθεί, κι ας είναι βλάκας που δεν υπογράφει. Ξαφνικά μιλά ο φαντάρος:

“Αφήστε με επιτέλους σας παρακαλώ να πεθάνω με την ησυχία μου!”
Η τελευταία λέξη του φαντάρου τους “κέρδισε” και τον τραβούν τώρα παράμερα. 

“Επιτέλους μπόρεσα να σε σώσω”, λέει σε τόνο προστατευτικό ένας αλφαμίτης. “Όταν μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει το καλό, πρέπει να το κάνει! Βέβαια θα τιμωρηθώ μα έτσι έχουν τα πράγματα. Το καλό είναι ανάκατο με το κακό. Πιστεύω να μην είναι βαριά η τιμωρία μια που θα παρουσιαστώ στο Α2 και θα τους δώσω τη δήλωσή σου. Θα τους πω πως από καιρό σκεφτόσουν να κάνεις δήλωση. Έτσι κάτι θα γίνει, θα τη βγάλουμε φτηνά.”

“Λυπούμαι που δε θα παρουσιάσεις τη δήλωσή μου και η τιμωρία σου θα είναι βαριά. Υπάρχει όμως ακόμα καιρός να αποφύγεις την τιμωρία.”, λέει ο φαντάρος.

“Τι λές;”, έκανε ξαφνιασμένος ο αλφαμίτης, “Δε δίδεις δήλωση; Σοβαρά μιλάς τώρα; Ασφαλώς αστειεύεσαι!”

“Μιλώ πολύ σοβαρά, σε στιγμές που παίζεται η αξιοπρέπειά μου δεν αστειεύομαι!”

“Ώστε εσύ νομίζεις πως με το να υπογράψεις ένα χαρτί χάνεις την αξιοπρέπειά σου; Ομολογώ πως είσαι πολύ στενοκέφαλος κα σε παρακαλώ πολύ να το σκεφτείς πιο λογικά, γιατί στο κάτω-κάτω εγώ δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω τη ζωή μου για τις βλακείες σου. Αν εξακολουθείς να επιμένεις στις κουταμάρες που λες θα αναγκαστώ να σε γυρίσω πίσω. Και σαν μπεις στο λάκκο φώναξε το Ζαχαριάδη και το Στάλιν να σε σώσουν.”

“Να με πας!”, απαντά πολύ ζωηρά ο φαντάρος και πετιέται απάνω. “Δε μπαίνω μες στο λάκκο με την ελπίδα πως ο Ζαχαριάδης είτε ο Στάλιν θα ρίξουν πάνω μου κανένα πυκνό σύννεφο και θα με κάνουν αόρατο στα μάτια σας, και θα με μεταφέρουν μακριά από αυτό το μακάβριο νησί. Όχι, δενπιστεύω σε τέτοιου είδους θαύματα. Πιστεύω όμως ακραδάνως, πως με το θάνατό μου προσθέτω ένα αγκωνάρι στα θεμέλια μιας νέας πιο ανθρώπινης ζωής.”

Ο αλφαμίτης ούρλιαξε τότε σαν μαινόμενο θεριό. “Πούστη! Άτιμε! Προδότη! Θα πεθάνεις ρε κερατά!”

“Ο προδότης δεν πεθαίνει για ιδανικά. Στου προδότη τη σκέψη και την καρδιά δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο.”, απαντά με σιγανή φωνή ο φαντάρος. Μαινόμενος ταύρος ο δήμιος ρίχτηκε πάνω του. 

Τον χτυπά και τον μεταφέρει με κλωτσιές στο λάκκο. 

“Τράβα αριστερά, μπρος!” Ο φαντάρος συμμορφώνεται με τη διαταγή.

“Μπάμπη!”, φωνάζει ο αλφαμίτης με όλη του τη δύναμη.

“Ποιος είναι;”

“Εγώ ρε ο Μ.”

“Τι έγινε ρε με αυτόνε;”

“Tίποτα ρε, τίποτα!” φωνάζει το ίδιο δυνατά.

“Εκτέλεσέ τον! Εκτέλεσέ τον!”

“Καλά, καλά.”

Μια ριπή από το αυτόματο αναβρόντησε στο πυκνό σκοτάδι. Ο βρόντος ανταμώνεται και γίνεται ένα με τα βογγητά των βασανισμένων. Σε όλα τα κεφάλια αναδύεται τυραννικά η σκέψη του ποιον σκοτώσανε. Κι είναι ένας ή πολλοί; 

“Αύριο κοπρόσκυλο όλοι θα ξέρουν πως εκτελέστηκες, τράβα τώρα για τη διοίκηση.”» 


Γιώργος Πικρός, Το χρονικό της Μακρονήσου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 78.


«Ανυπόφορα έχουν γίνει τα νυχτερινά μουγγρητά που αντιλαλούν οι χαράδρες. Μάτι δεν μένει κλειστό στο τάγμα. Πολλοί έχουν ανασηκωθεί απ’ τις κουβέρτες τους. Τ’ αυτιά είναι τεντωμένα, έτοιμα να συλλάβουν και τον παραμικρό θόρυβο. Η καρδιά χτυπά και φουσκώνει και το στήθος τινάζεται. Ο νους ταξιδεύει στις χαράδρες, τις περνά, τις ξαναπερνά απ’ τη μια άκρη στην άλλη και παρακολουθεί με τρόμο τα λογής-λογής βασανιστήρια. Όσα ως τώρα έχουν γίνει, κι όσα μπορούν να γίνουν. Τις πιο απίθανες μέθοδες θανάτου πιάνει ο νους.

Ο τρόμος κι η αγωνία της αναμονής, σαν πριόνι πριονίζει το κορμί και φέρνει ανατριχίλες. Στο μισοσκόταδο της σκηνής ακούγεται μια σιγανή φωνή, που φανερώνει τ’ άγριο φουρτούνιασμα του εσωτερικού κόσμου κείνου που την αφήνει και φεύγει: “Ποιους χτυπούν πάλι ρε παιδιά;” Τα μουγκρητά δεν λένε ονόματα, λένε μόνο πόνο.

“Απελπίστηκα συνάδελφοι”, λέει κάποιος άλλος κι ο τόνος της φωνής του μαρτυράει το μέγεθος της απελπισίας του, “ξεχαρβαλώθηκαν τα νεύρα μου, το μυαλό μου ολοένα και θολώνει, μου φαίνεται πως θα τρελαθώ. Δεν κρατιέμαι πια! Δεν είναι ζωή τούτη! Όλη μέρα δουλειά και ξύλο, όλη νύχτα στη χαράδρα βασανιστήρια, κι αν τους ξεφύγεις καμιά βραδιά, τα βογγητά κι οι νεκραναστεναγμοί πιλατεύουνε το κορμί και φυγαδεύουν μακριά τον ύπνο και στο νου αναδεύονται ολοζώντανες οι εικόνες του βασανισμού των συναδέρφων σου. Φρίκη η μέρα, φρίκη διπλή η νύχτα». 


Φίλιππος Γελαδόπουλος, Μακρόνησος: Η μεγάλη σφαγή του 1948, Αλφειός, Αθήνα 1994, 47. 


« Έρχεται ένας εξόριστος τρεχάτος και ζαλισμένος κι αγκαλιάζει τον ορθοστάτη της σκηνής και κάθεται στην είσοδο. Είχε ξεφύγει φάινεται από την ομάδα βασανισμού. Ματωμένος, γδαρμένος και το αριστερό του μάτι βγαλμένο και να κρέμεται πάνω στο μάγουλό του απ’ το νεύρο. Φύσαγε κι ο αέρας το πηγαινόφερνε. Στοιβαζόταν δε σκόνη γιατί φύσαγε πολύ. Η σκόνη έκανε ολόκληρο στρώμα απάνω στο κρεμασμένο μάτι. Γινόταν μια ματωμένη λάσπη»


συνεχίζεται

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Έφυγε από τη ζωή ο Γιώργης Μωραΐτης

H ΚΕ του ΚΚΕ ανακοινώνει, με βαθιά θλίψη, το θάνατο του συντρόφου Γιώργη Μωραΐτη, ο οποίος για 75 χρόνια τίμησε τον τίτλο του στελέχους του ΚΚΕ. Ο σύντροφος Γιώργης οργανώθηκε στο ΚΚΕ το 1943, διετέλεσε μέλος της ΚΕ του Κόμματος από το 9ο ως και το 13ο συνέδριο, δημοσιογράφος, μέλος της διεύθυνσης και αρχισυνταξίας του “Ριζοσπάστη”.

Ο σύντροφος Γιώργης Μωραΐτης γεννήθηκε στη Βοδονίτσα (Μενδενίτσα) Λοκρίδας στις 3 Μάρτη του 1927. Προερχόταν από φτωχή αγροτική – εργατική οικογένεια. Ο πατέρας του Νίκος πήρε μέρος στην ΕΑΜική Αντίσταση, καπετάνιος του εφεδρικού ΕΛΑΣ, οργανώθηκε στο ΚΚΕ και μετά την απελευθέρωση κατέφυγε στην Αθήνα. Η μητέρα του Ρήνα εντάχθηκε στο ΔΣΕ το 1947, πιάστηκε το 1949 και φυλακίστηκε μέχρι το 1952.

Ο σύντροφος Γιώργης από πολύ μικρός ζει μέσα από τις περιπλανήσεις της οικογένειάς του τη ζωή της εργατικής τάξης. Όπως αναφέρει ο ίδιος “εντελώς συναισθηματικά και αυθόρμητα από μικρός βλέποντας τον πατέρα μου με τη φόρμα της δουλειάς, ακούγοντας συζητήσεις πηγαίνοντας στο εργοτάξιο και γνωρίζοντας εργάτες είχα μια αγάπη και συμπάθεια στην εργατική τάξη, που μαζί με την αγάπη στην αγροτιά από τις εμπειρίες του χωριού, την αγάπη στους εργαζόμενους θα ολοκληρωθεί με τον καιρό και θα γίνει συνείδηση”.

Το 1942 οργανώνεται στην Ένωση Νέων Αγωνιστών Ρούμελης (ΕΝΑΡ), εντάσσεται στην ΕΠΟΝ το 1943, και κατατάσσεται στον ΕΛΑΣ το 1944, όπου παίρνει μέρος σε αποστολές και ενέδρες που χτυπούσαν τις τελευταίες φάλαγγες των χιτλερικών που εγκατέλειπαν στην Ελλάδα.

Παίρνει μέρος στη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, με το Τάγμα του Λoκρού που κατεβαίνει στην Αθήνα. Τον Ιούλη του 1946 καταφεύγει ξανά στην Αθήνα μαζί με τον πατέρα του, γνωρίζοντας ότι υπήρχε σχέδιο δολοφονίας τους. Κατατάχτηκε στο ΔΣΕ το Μάρτη του 1947 στο Αρχηγείο Παρνασσίδος με επικεφαλής το Διαμαντή. Πήρε μέρος στις μάχες Κρόκι, Πέτρα, Αράχωβα, Μώλο – Μενδενίτσα, Άμφισσα. Υπηρετεί σε διάφορες αποστολές ως ελεύθερος σκοπευτής και ασυρματιστής.

Μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ βρέθηκε πολιτικός πρόσφυγας στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Στην Ουγγαρία δουλεύει στο χτίσιμο του χωριού “Νίκος Μπελογιάννης”, για μια σχολική χρονιά δάσκαλος στον παιδικό σταθμό στο Ντίγκ, αργότερα διευθυντής στο κολέγιο “Παπαρήγας”. Στη Ρουμανία φοιτά τρεις μήνες στη σχολή “Νίκος Μπελογιάννης”.

Ο σύντροφος Γιώργης Μωραΐτης το Δεκέμβρη του 1954, μετά από αίτημά του, στέλνεται παράνομα στην Ελλάδα με αποστολή να δουλέψει στον μηχανισμό του Κόμματος στην παρανομία, όπου θα κρατούσε με τον ασύρματο την επαφή του κλιμακίου της ΚΕ στην Ελλάδα με την καθοδήγηση στο εξωτερικό.

Συλλαμβάνεται με ασύρματο στο τέλος του 1955 και καταδικάζεται δις σε θάνατο από στρατοδικείο, με βάση τον Α.Ν. 375 το 1957. Για τα επόμενα 11 χρόνια ο σύντροφος Γιώργης θα φυλακιστεί στις φυλακές Ιτζεδίν, Αλικαρνασσού, Αίγινας, Κέρκυρας, Αβέρωφ, Χαλκίδας κ.α. Στους τοίχους της Γενικής Ασφάλειας της οδού Μπουμπουλίνας, όπου βρίσκεται σε απομόνωση, σκαλίζει για να διαβάσουν, όπως λέει, οι επόμενοι αγωνιστές και να μη τα σβήσουν οι ασφαλίτες: “Συμβουλή: Όταν μπαίνεις εδώ μέσα ξέχασέ τα όλα. Και να σκέφτεσαι μόνο το Λαό και το Κόμμα”.

Αποφυλακίζεται με όρους το 1966. Αναλαμβάνει δουλειά στην ΕΔΑ, ως μέλος του Γραφείου της Αθήνας. Με το πραξικόπημα της χούντας, ξεφεύγει τη σύλληψη και περνά στην παρανομία. Ως μέλος του Γραφείου της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ αναλαμβάνει δουλειά για την έκδοση του “Ριζοσπάστη”, της “Αδούλωτης Αθήνας”, του “Οδηγητή” και άλλων εντύπων για την περίοδο 1967-1968.

Ο σ. Γιώργης Μωραΐτης το Φλεβάρη του 1968 αταλάντευτα παίρνει θέση υπεράσπισης των αποφάσεων της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ, γράφει και την ανακοίνωση που δημοσιεύεται στην “Αδούλωτη Αθήνα” και στο “Ριζοσπάστη”.

Συλλαμβάνεται το Νοέμβρη του 1968 και καταδικάζεται από στρατοδικείο σε κάθειρξη 24 χρόνων. Ακολουθούν 5 χρόνια φυλάκισης ξανά στις φυλακές Αβέρωφ, Κορυδαλλού, Ιτζεδίν, Αλικαρνασσού και Χαλκίδας.

Απολύεται προσωρινά “λόγω κινδύνου ανηκέστου βλάβης” το 1973. Φυγαδεύεται παράνομα στο εξωτερικό. Παίρνει μέρος στο 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ, όπου για πρώτη φορά εκλέγεται στην Κεντρική Επιτροπή. Μετά το Συνέδριο χρεώνεται στον ραδιοσταθμό “Φωνή της Αλήθειας”.

Ο σύντροφος Γιώργης επιστρέφει στην Ελλάδα το 1974 και τοποθετείται στη Διεύθυνση και την Αρχισυνταξία του “Ριζοσπάστη”. Ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ στις εκλογές του 1977,1981 και 1985 στη Φθιώτιδα.

Στο 13ο Συνέδριο, έδωσε τη μάχη για την υπεράσπιση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος ενάντια στην οπορτουνιστική ομάδα, που στόχευε στη διάλυση και διάχυσή του στον ΣΥΝ.

Από το 1991 έως το 2004 ήταν μέλος της Διεύθυνσης του Ριζοσπάστη. Επίσης διετέλεσε Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αντιστασιακών Οργανώσεων (ΠΟΑΟ) και αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης και Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ).

Ο Γιώργης Μωραΐτης έχει γράψει 12 βιβλία και έχει τιμηθεί με Μετάλλιο από το Ανώτατο Σοβιέτ στα σαραντάχρονα της Αντιφασιστικής Νίκης. Υπερασπίστηκε σε όλη του τη ζωή τον επαναστατικό χαρακτήρα του ΚΚΕ, τον μαρξισμό – λενινισμό, στάθηκε απέναντι σε κάθε λογής “αναθεωρητές”. Όπως έγραφε ο ίδιος για το Κόμμα, στην ΚΟΜΕΠ του 1975: “Ο χώρος αυτός από την ίδια του τη φύση δεν προσφέρεται σε εύκολη εκμετάλλευση, και σε κανενός είδους “ανανέωση”, “αναθεώρηση” ή “αμφισβήτηση”. Ό,τι γράφεται με αίμα δεν ξεγράφει, δεν σβήνει, δεν ανατρέπεται. Είναι αδύνατη η αντιστροφή των αξιών που έχουν καθαγιαστεί με τη θυσία”.

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εκφράζει τα πιο θερμά της συλλυπητήρια και την αμέριστη συμπαράστασή της στη συντρόφισσά του Όλγα και σε όλη την οικογένειά του.

Η πολιτική τελετή αποχαιρετισμού του σ. Γιώργη Μωραΐτη, θα γίνει την Πέμπτη 27/9 και ώρα 4.00 μμ, στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αμαρουσίου και η ταφή στο νεκροταφείο Αμαρουσίου.