"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Ο Χρόνης Μίσσιος για τις Φυλακές Ανηλίκων Κηφισίας

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου δεκάδες ανήλικα παιδιά, αετόπουλα της Κατοχής, ΕΠΟΝιτες και παιδιά ανταρτών συνελήφθησαν ή αιχμαλωτίσθηκαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις και το ελληνικό αστικό κράτος. 

Κατά κανόνα, οι ανήλικοι κρατούνταν μαζί με ενήλικους πολιτικούς κρατούμενους, όμως ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί το Αναμορφωτήριο Κηφισίας στο οποίο μεταφέρθηκαν το 1948 -1949 26 ανήλικοι πολιτικοί κρατούμενοι. Στο Αναμορφωτήριο Κηφισίας φρόντισαν να μεταφέρουν τους περισσότερο "σκληρούς" των αδήλωτων πολιτικών κρατουμένων, ώστε να τους αποσπάσουν τη δήλωση, μέσα από τα φρικτά ψυχικά και σωματικά μαρτύρια που συνέβαιναν εκεί. Οι ανήλικοι πολιτικοί κρατούμενοι βρέθηκαν ανάμεσα σε χασισοπότες, ανήλικους ποινικούς κρατούμενους, εκδιδόμενους, συφιλιδικούς, καθώς και μια ομάδα ενήλικων χιτών ποινικών κρατουμένων. 

Έτσι περιγράφει ο Χρόνης Μίσσιος της Φυλακές Ανηλίκων Κηφισίας, στις οποίες βρέθηκε το 1948 ως πολιτικός κρατούμενος:


«Απ’ την πόρτα ακόμα, μόλις μας παραλαμβάνουνε τα καρακόλια, η αγριάδα πάει σύννεφο. Στα χέρια τους, αντί για βοϊδόπουτσες, κρατάνε κάτι χοντρά καλώδια στριμμένα. Μας βάζουν σ’ ένα θάλαμο στο υπόγειο, όπου μας γδύνουν όπως μας γέννησε η μάνα μας. Το κρύο είναι αφόρητο. Τρέμουμε σαν τα ψάρια στη στεριά. Αυτοί αρχίζουν να μας κάνουν “έρευνα”, μας ψάχνουνε κάτω από τα αρχίδια, στον κώλο, στο στόμα. Πριν φτάσουν σε μένα, αρχίζω να διαμαρτύρομαι. Είμαι πολιτικός κρατούμενος και τα τέτοια. Στημένη δουλειά. Χωρίς διάλογο, που λένε, με πλακώνουνε με τα καλώδια και με κάνουνε ζέμπρα, ξέρεις εκείνα τα γαϊδουράκια της Αφρικής. Οι ποινικοί δεν αντιδρούν καθόλου. Έτσι κάθονται και τους ξευτελίζουνε πιάνοντάς τους τον κώλο. Μας κουρεύουνε με την ψιλή μηχανή και μας πάνε για μπάνιο. Βλέπεις, η καθαριότητα… Το νερό είναι παγωμένο, της πουτάνας, σα να κάνουμε μπάνιο με ξυραφάκια… Μας άφησαν κάμποσο από κάτω να το φχαριστηθούμε. Μόλις γίναμε μπλε από το κρύο, μας ψεκάζουν με ντι ντι τι σκόνη, μας δίνουν από ένα παντελόνι κι από ένα σακάκι, “τρελά”, και μας ανακοινώνουν ότι απαγορεύεται να φοράμε το ιδιωτικά μας ρούχα και ότι αυτά θα γίνουν δέμα και θα τα πάνε στην αποθήκη. 

Τα “τρελά” ήταν καμωμένα από ένα κωλούφασμα σαν καραβόπανο, που περισσότερο σε παγώνει παρά σε ζεσταίνει. Ούτε φανέλα εσωτερική, ούτε πουλόβερ, κάηκε το μουνί μας, όπως θα ‘λεγε ο Γράσος… Τέλος, μας παίρνουν, τους ποινικούς για τους θαλάμους και μένα για το αρχιφυλακείο. Αρχιφύλακας είναι μια λουμπίνα, όλο αρώματα και βερνίκια, σενιαρισμένος λες και είναι ναύαρχος κι όχι ανθρωποφύλακας. Χειρότερες κουφάλες από δαύτους δεν υπάρχουν, λες και είναι άλλη φυλή οι πούστηδες. […] Η φυλακή έχει καμιά πεντακοσαριά ποινικούς κρατουμένους και δώδεκα πιτσιρικάδες πολιτικούς. Όπως καταλαβαίνεις, το καθεστώς είναι σκέτο κάτεργο, οι ποινικοί είναι κάθε καρυδιάς καρύδι, που λένε, η βλεννόρροια, η σύφιλη, η φυματίωση είναι στην ημερήσια διάταξη. Ζούμε μαζί γεροί και άρρωστοι, τρώμε από τις ίδιες καραβάνες, που απλώς ξεπλένονται, μας μοιράζουν τα ίδια σεντόνια, κουβέρτες και στρώματα. Η τρομοκρατία είναι ίδια για όλους, ποινικούς και πολιτικούς. Με το παραμικρό, ξύλο, πειθαρχείο, στέρηση αλληλογραφίας – όταν δικαιούσαι μόνο ένα γράμμα το μήνα. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ προσευχή και τρέχα γύρευε.»


Χρόνης Μίσσιος, Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1988, 73-74.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Μια ζωή «αδειούχος εξόριστος»


Τζαβαλάς Καρούσος – ο ηθοποιός, ο αγωνιστής


Γεννήθηκε πριν από 105 χρόνια (8 Σεπτεμβρίου 1904) κι έφυγε από τη ζωή 65 χρόνια αργότερα (3 Ιανουαρίου 1969 – πριν από 40 χρόνια και).

Θα μπορούσε να ζήσει πολύ περισσότερο, αν η χούντα του 1967 δεν τον έκρινε επικίνδυνο για το καθεστώς της και δεν τον εξόριζε, μαζί με άλλους το ίδιο «επικίνδυνους».

Ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος (Καρούσος Τζαβαλάς το πραγματικό του) πιάστηκε το πρωί του πραξικοπήματος και εξορίστηκε στα Γιούρα. Ύστερα από τρεις μήνες αρρώστησε βαριά και η χούντα υποχρεώθηκε να τον απολύσει. Έφυγε στο Παρίσι για θεραπεία. Τι να κάνει άλλωστε στην Ελλάδα; Όντας από τους πρώτους σε μια λίστα που κατάρτισε η ασφάλεια, ήταν αποκλεισμένος από τα κρατικά θέατρα στα οποία είχε θητεύσει, ενώ και στο ελεύθερο θέατρο δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα.

Φαίνεται όμως ότι η υγεία του είχε λαβωθεί ανεπανόρθωτα. Πέθανε ουσιαστικά δολοφονημένος από τη δικτατορία. Οι αντιχουντικοί του Παρισιού τον αποχαιρέτησαν στο νεκροταφείο Bagnieux, όπου ετάφη. (Τον Μάιο του 1994 έγινε η ανακομιδή των οστών του στον οικογενειακό τάφο στη γενέτειρά του Λευκάδας. Στην ταφόπετρα του Παρισιού, αλλά και της Λευκάδας, χαράχτηκαν στα αρχαία και σε μετάφραση οι στίχοι του Αισχύλου από την τραγωδία «Αγαμέμνων»: «Να το υποφέρω δεν μπορώ, καλύτερα να πεθάνω. Είναι γλυκύτερος ο θάνατος από τη σκλαβιά».)

Πρόλαβε όμως, πριν φύγει από τη ζωή, να καταγγείλει στους διεθνείς οργανισμούς τη δικτατορία, να λάβει μέρος σε αντιχουντικές εκδηλώσεις και να γράψει το χρονικό «Γιούρα» -«προσωπική μαρτυρία ενός εξόριστου»- που πρωτοκυκλοφόρησε στο εξωτερικό. Η στεντόρεια φωνή του, ζεστή και ανθρώπινη, σκορπούσε ρίγη στους ακροατές του, ειδικότερα όταν απήγγελλε το πιο αγαπημένο του ποίημα, τον «Υμνο προς την ελευθερία» του Σολωμού.

Ήταν από τις πλέον επιβλητικές μορφές του ελληνικού θεάτρου, με γόνιμη θητεία σε ρόλους απαιτητικούς του ελληνικού και του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Με σπουδές στη Νομική και στη Δραματική του Εθνικού Ωδείου, ξεκίνησε το 1924 σε ηλικία είκοσι ετών με τον θίασο Βεάκη. Υπήρξε για πολλά χρόνια στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου κι έκανε δικούς του θιάσους, δίπλα στους πλέον επιφανείς ομοτέχνους του. Την παραμονή της σύλληψής του γιόρταζε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά την εκατοστή παράσταση του έργου του Σέξπιρ «Ο έμπορος της Βενετίας», με τον ίδιο στο ρόλο του Σάιλοκ, σε δική του σκηνοθεσία, χωρίς να υποψιάζεται ότι ήταν το τελευταίο έργο που έπαιζε.

Έπαιξε και σε ταινίες ο Καρούσος, μερικές από τις οποίες προβάλλονται στις μέρες μας από τα κανάλια. Τελευταία του, «Οι βοσκοί της συμφοράς» του Νίκου Παπατάκη, που ήταν και από αυτούς που τον αποχαιρέτησαν στο παρισινό κοιμητήρι.

Θέατρο, αλλά και συμμετοχή στα κοινά, μέσα από τις γραμμές της Αριστεράς. Στην Κατοχή ήταν από τους πρωτοπόρους της οργάνωσης του ΕΑΜ Καλλιτεχνών. Και το τίμημα: Τον Μάιο του 1948 συλλαμβάνεται «για μια μικρή ανάκριση» και εξορίζεται σε Ικαρία και Μακρόνησο. Παρηγοριά η εκλεκτή παρέα: Ρίτσος, Πατρίκιος, Λειβαδίτης, Κατσαρός, Κορνάρος, Φωτιάδης, Λουντέμης, Κουλουφάκος, Πικρός, Κούνδουρος, Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης, Φραγκιάς, Καστανάκης, Δαγκλής, Βουρνάς κ.ά. Και από γυναίκες: Παΐζη, Καλλιανέση (κοντολογίς μια εθνική -ή… αντεθνική- τέχνης Ελλάδας).

Ακολουθεί ο Αϊ-Στράτης, για ν’ απολυθεί στο τέλος του 1951 – όχι οριστικά, αλλά ως αδειούχος. Και έμεινε αδειούχος στο υπόλοιπο της ζωής του. Που σημαίνει ότι τον έπιαναν όποτε ήθελαν. Όπως έγινε την άνοιξη του 1953, για ν’ αφεθεί και πάλι (πάντα με άδεια) το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου. Οπως έγινε και την 21η Απριλίου 1967.

Αναφερόμενη στο χρονικό «Γιούρα» του πατέρα της, η κόρη του Δέσποινα Καρούσου (ποιήτρια και μεταφράστρια – να μνημονεύσω ιδιαίτερα τη δίτομη έκδοση «Τα άνθη του κακού» του Μποντλέρ, εκδ. Γκοβόστη), γράφει στο βιβλίο που του αφιέρωσε με τίτλο «Δεν έχει θέατρο απόψε…» (εκδ. Ergo): «Διαβάζοντάς το συγκλονίστηκα. Μια φράση του όμως πέρασε απαρατήρητη: «Δεν έχει θέατρο απόψε…».

Συνειδητοποίησα το μέγεθος της τραγωδίας που σήμαινε για τον ηθοποιό, τον δοσμένο στην τέχνη του, όταν άρχισα να ασχολούμαι και να ερευνώ τη θεατρική του υπόσταση».

Γράφει προφητικά ο ίδιος ο Καρούσος στα «Γιούρα»: «Εκλογές περιμέναμε. Η ζωή κυλούσε ειρηνικά και ήρεμα παρά τους κραυγαλέους τίτλους των εφημερίδων. Ο πόλεμος δεν έλυσε κανένα ζήτημα (…). Και νάτος πάλι ο εμφύλιος πόλεμος. Αναπάντεχα, απροσδόκητα. Γιατί είναι εμφύλιος πόλεμος. Αρχίζει βέβαια με την επικράτηση των σκοτεινών δυνάμεων. Μ’ αυτό δεν αλλάζει τη σημασία του. Θάναι βουβός, μακρύς, ατελείωτος και θα λήξει μέσα στις φλόγες».

Πηγή: εδώ