"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Από τη μυθιστορηματική ζωή της Κικής Τροχάτου- Πολυγένη - μέρος 2ο


Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος της σταχυολόγησης του εξαιρετικού βιβλίο για τη ζωή της Κικής Τροχάτου- Πολυγένη.


Αποτέλεσμα εικόνας για Κική Τροχάτου


Μέρος δεύτερο: Από την Κάμπροβα στην κόλαση των ναπάλμ


Μετά την κατασκοπευτική της αποστολή, η Κική Τροχάτου μεταβαίνει με το λόχο της στην Κάμπροβα, ένα ύψωμα κοντά στο δρόμο Σπάρτης- Καλαμάτας. Η επικοινωνία με τον Πάρνωνα γινόταν με σήματα καπνού, ακριβώς όπως επικοινωνούσαν οι Ινδιάνοι. Μια μέρα με συννεφιά, στην Κική ανατίθεται να μεταφέρει ένα μήνυμα στους αντάρτες του Πάρνωνα:

"Ετοιμάσου να φύγεις μου είπε και ότι θα έχω μαζί μου χαρτιά που έπρεπε  να  παραδώσω  στους  Παρνωνίτες.  Τα χαρτιά  και  τα  μάτια  σου,  συμπλήρωσε.  Αν  σε στριμώξουν  στρατός  ή  χίτες,  πρέπει  να  τα καταστρέψεις. Τα σκίζεις και τα πετάς σε νερό, σε λάσπη ή αν δεν προλαβαίνεις θα τα φας. Να τα φάω;, ρώτησα. Ναι να τα φας, όλα τα μπορεί ο άνθρωπος. Άνοιξε ένα χάρτη και μου έδειξε από που  θα  πήγαινα.  Ανάμεσα  Σουστιάνους  - Βορδώνια, έχουμε ρίξει ένα λεύκο στον Ευρώτα από τη μια στην άλλη όχθη. Από κει θα περάσεις το ποτάμι, όχι από γεφύρια γιατί τα κρατάει ο στρατός.  Μακρυά  από  δρόμους.  Στου  Τσιούνη στρατός, στον Κλαδά στρατός. Θα βγεις κάτω από τα Τσίντζινα, στην έχω δείξει την κορφή και θα δώσεις τα χαρτιά στη διοίκηση. Μου τα ξαναείπε και  με  άφησε  στην  αγωνία  μου,  ενώ  η  νύχτα βάραινε γύρω όσο εγώ έπαιρνα τα πράγματά μου. Όπλο  χιαστί,  σακίδιο,  και  ένα  φάκελλο  στο στήθος  μέσα  από  το  χιτώνιο.  Βγήκα  στο κατηφορικό μονοπάτι ενώ άρχισε να βρέχει".


Μετά από μια ολοήμερη και επικίνδυνη πορεία στα βουνά και στα δάση, η Κική θα παραδώσει το μήνυμα του λοχαγού της στον Μπασακίδη. Της δίνουν νέα ρούχα και φαγητό, καθώς τα δικά της έχουν σκιστεί στις πέτρες και τα πουρνάρια. Ο Μπασακίδης της ζητά να μεταφέρει έναν άλλο φάκελο και ένα προφορικό μήνυμα στο λοχαγό της:

"Όταν έφτασε η ώρα να φύγω, μου έδωσαν άλλα χαρτιά που τα φύλαξα πάλι κατάστηθα. Μου είπε ο υπεύθυνος και προφορικά το μήνυμα, ότι το καράβι με τον οπλισμό έχει έρθει ήδη, έχουνε πάρει  το  φορτίο  σε  κρύπτες  και  ότι  μας περιμένουν να πάμε να πάρουμε αυτό που μας αναλογεί.  Από  το  ίδιο  δρομολόγιο,  χωρίς  να συναντήσω  κανένα,  ξημερώθηκα  πάλι  στην Κάμπροβα που ήταν η ομάδα μου. Η χαρά του διμοιρίτη  μου  ήταν  απερίγραπτη,  ίσως  δεν περίμενε ότι θα τα κατάφερνα. Καμάρωνα και γω από μέσα μου γιατί έλεγε και τι δεν έλεγε και με εκθείαζε. Δυο φορές βγήκε καράβι στον Πάρνωνα στον  όρμο  του  Φωκιανού  και  μας  έφερε πολεμοφόδια."


Αργότερα με το λόχο της, θα λάβει μέρος σε πολλές ενέδρες και ορισμένες από τις γνωστότερες μάχες του Εμφυλίου στην Πελοπόννησο:

"Πήγαμε στη μάχη της Νέδουσας, στη Ζαχάρω, στη Θουρία, στη  μονή  Βλασίας,  στο  Μαλεβό,  Δρακοβούνι, Ανδρώνι, Κάπελλη, Γεωργίτσι και αλλού που δεν θυμάμαι τα ονόματα και τους τόπους πια. Πολλές πορείες  όλο  περικοπό,  ολονύχτιες.  Ο  Ταΰγετος έχει κόντρα ανηφόρες, είναι κουραστικό βουνό. Κάποιες  φορές  είχαμε  αποστολή  να εμφανιζόμαστε  σε  διάφορα  μέρη  για παραπλάνηση του στρατού. Το ίδιο τμήμα ,έκανε κύκλους με πορείες νυχτερινές για να εμφανίζεται τα πρωινά σε απίθανα μέρη που απείχαν μεταξύ τους  χιλιόμετρα.  Κάποτε  είχα  να  βγάλω  τα άρβυλα  δεκαπέντε  μέρες  γιατί  κάναμε  τέτοια παραπλανητική κίνηση συνεχώς. Όταν έβγαλα τις κάλτσες μου μετά από αυτό, βγήκε και σάρκα από τις πατούσες μου και έμεινε μια τρύπα."


Χαρακτηριστική είναι περιγραφή της Κικής για τις τεράστιες πορείες του ΔΣΠ, τις κακουχίες και την ατσάλινη αντοχή των μαχητών και των μαχητριών του:


"Βρεχόμαστε και στεγνώναμε πάνω μας περπατώντας, δεν αρρώστησα ούτε κρύωσα ποτέ. Κοιμόμαστε κατάχαμα στο χώμα, κάτω από ελάτια,  χωνόμαστε  να  κρυφτούμε  μέσα  σε λατσούφια, φίδι δεν είδα ποτέ όσο ήμουνα στο βουνό.  Πολλές  φορές στην  πορεία  κοιμόμαστε όρθιοι περπατώντας. Το πιο βαρύ πράγμα είναι τα βλέφαρα όταν νυστάζεις. Τις σκοτεινές νύχτες για να  μην  σπάσει  η  φάλαγγα,  βάζαμε  εφημερίδες στην  πλάτη  για  να  μας  βλέπει  αυτός  που ακολουθούσε."

Στα υψώματα της Λιποβοντάς, η Κική περιγράφει μια μάχη με τα ΛΟΚ και ένα εντυπωσιακό περιστατικό με έναν αξιωματικό του αστικού στρατού και έναν πεινασμένο αντάρτη:

"Στην Λιποβοντά, βρεθήκαμε σε ένα ύψωμα να  είμαστε  εμείς  με  τη  διμοιρία  μου  και  στο απέναντι  ύψωμα  λοκατζήδες.  Μας  χώριζε  ένα ρέμα. Τα προωθημένα φυλάκια που βγάζαμε τους άκουγαν καθαρά, το ίδιο και αυτοί φαντάζομαι. Αλλά, ούτε εμείς πηγαίναμε να τους βγάλουμε, ούτε αυτοί ερχόντουσαν σε μας. Ένα βράδυ, μας δώσανε  εντολή  να  τους  βγάλουμε  από  κει,  να πάρουμε  το  ύψωμα.  Ενεργήσαμε  τρεις  ομάδες, ανεβήκαμε από τρία σημεία με το χάραμα. Τα Μαμουτάκια  αρπάξανε  τους  σκοπούς  και επιτεθήκαμε. Αιφνιδιάστηκαν, παράτησαν όλα τα πράγματά  τους  και  έφυγαν.  Είχαν  κανονικό καταυλισμό,  σκηνές  κλπ.  Μαζέψαμε  ότι  είχαν αφήσει, σακίδια, ρούχα, τρόφιμα κλπ, όταν μας άρχισαν  με  τους  όλμους,  χτυπούσαν  τη  θέση τους. Αρχίσαμε να φεύγουμε και κατεβαίνοντας , διαπιστώθηκε ότι έλειπε ο Σφηνάς. Ο ομαδάρχης, μου  είπε  να  πάω  πίσω  να  τον  φέρω.  Βγήκα τρέχοντας στο πλάτωμα που ήταν οι σκηνές των λοκατζήδων και είδα το Σφηνά να είναι χωμένος μέχρι τη μέση σε ένα βαρέλι και να γεμίζει τσέπες και παντελόνι με κομμάτια τυρί. Του φώναξα, τον έβρισα, ρε γαιδούρι πάμε να φύγουμε, θα μας σκοτώσουν για το τυρί, όταν καμιά δεκαπενταριά μέτρα  πιο  πέρα,  μέσα  από  τα  δέντρα  , εμφανίστηκε ένας αξιωματικός του στρατού με το πιστόλι στο χέρι. Φορούσε το πηλίκιο και ήταν αναψοκοκκινισμένος. Δεν μου έριξε, αλλά έπιασα μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού του, που μου έλεγε ‘’φύγετε’’. Μπορούσε να μας σκοτώσει και τους δυο, δεν το έκανε ο καλός άνθρωπος, να είναι  καλά αν ζει.


Αργότερα, η Κική Τροχάτου θα τοποθετηθεί από τον λόχο της, σε επιτελική θέση στο χωριό Άκοβος, όπου εδραζόταν διοικητικό κλιμάκιο του ΔΣΠ, με ευθύνη πιθανότατα τις διαβιβάσεις. Εκεί, η Κική θα ξαναβρεί τον Παύλο Μπούσια, με τον οποίο ανέβηκε μαζί στο βουνό και θα γνωρίσει τον Κανελλόπουλο και τον Γκιουζέλη. Στον Άκοβο, η Κική θα εκπαιδευτεί στην αποκρυπτογράφηση σημάτων:

"Είχα ένα τετράδιο με χαράκια αριθμητικής που είχαμε στο σχολείο. Το σήμα καταγραφότανε από άλλο συναγωνιστή σε ένα ίδιο τετράδιο που το λέγαμε βιβλίο σημάτων. Το σήμα ήταν περίπου μισή  σελίδα,  άλλοτε  μικρότερο,  άλλοτε μεγαλύτερο. Από το τετράδιο αυτό απαγορευότανε να σκιστεί σελίδα. Ήταν γράμματα της αλφαβήτας ανακατωμένα  και  συνεχόμενα  που  δεν καταλάβαινες τι έλεγε. Ο Παύλος μου έδινε το βιβλίο σημάτων και αντέγραφα το σήμα στο δικό μου τετράδιο. Μου έδινε και την γκρούπα, μια ομάδα  από  πέντε  γράμματα,  διαφορετικά  κάθε φορά. Έπρεπε να ξαναγράψω το σήμα αφαιρώντας τα γράμματα της γκρούπας. Και τότε φαινότανε το κανονικό  κείμενο  του  σήματος  με  κόμματα, τελείες, αριθμούς. Το έγραφα σε ένα ειδικό χαρτί, σαν τα παλιά τηλεγραφήματα του ΟΤΕ ήταν και το έδινα στον Παύλο."

Με το διοικητικό κλιμάκιο του Γκιουζέλη, η Κική Τροχάτου θα λάβει μέρος στη μεγάλη μάχη της Δημητσάνας. Πρόκειται για μια από τις πιο πολύνεκρες μάχες του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο. Η Κική Τροχάτου την περιγράφει με λεπτομέρεια:

Ξεκινήσαμε από τον Ταΰγετο όλο το τάγμα με  προορισμό  το  Μαίναλο.  Πριν  ξεκινήσουμε κάναμε  προπαρασκευή.  Κάναμε  εμφανίσεις  σε διάφορα μέρη για παραπλάνηση του στρατού. Τη μια μέρα στην Αλαγονία, την άλλη στον Πάρνωνα, την  τρίτη  στο  Μαίναλο.  Συνέχεια  πορεία νυχτερινή  επί  δεκαπέντε  μέρες  για  να  πηδάμε από το ένα βουνό στο άλλο και να μην μπορεί να βγάλει  συμπέρασμα  ο  στρατός  τι  θέλουμε  να κάνουμε. Καταλάβαμε ότι πάμε για μάχη αλλά δεν ξέραμε που. Πήγαμε στο Μαίναλο στη θέση Ραπούνι. Εκεί είχαν έλθει δυνάμεις μας από τον Πάρνωνα και από την Κορίνθια, μαζί και οι του Μαινάλου με τον Πέρδικα. Μας έκαναν μάθημα για ένα όπλο που μας είχε έρθει με το καΐκι στο Φωκιανό,  το  Πάντζερ,  μπαζούκα  δηλαδή.  Μας κάνανε  επίδειξη  βολής.  Σε  ένα  καλύβι  είχανε βάλει ένα πρόβατο και χτύπησαν με το μπαζούκα. 

Το καλύβι διαλύθηκε και παρακολουθούσαν σε πόσο χρόνο θα συνέλθει το πρόβατο από το σοκ που δημιουργούν τα αέρια της έκρηξης. Έκανε κάνα τέταρτο να μπορέσει να πατήσει στα πόδια του και να φύγει. Βράδυ 29 Αυγούστου 1948, ξεκινήσαμε από το Ραπούνι να προσεγγίσουμε το στόχο μας που μας  είπαν  ήταν  η  Δημητσάνα.  Δύσκολο  μέρος, οχυρό από μόνο του, το κρατούσαν χωροφύλακες με αύρες και οι Δημητσανίτες. Κάποια στιγμή μας είπαν  να  βγάλουμε  τα  άρβυλα  και  να  τα κρεμάσουμε  στο  λαιμό.  Καταλάβαμε  ότι πλησιάζαμε.  Ένα  ένα  τα  τμήματα,  άφηναν  τη φάλαγγα και έφευγαν για τις θέσεις που είχαν ταχθεί. Τα πόδια μας είχαν γεμίσει τριβόλια και μας τρυπάγανε αλλά εμείς προχωρούσαμε για τις θέσεις μας. 

Με την ομάδα μου ,θα προσβάλαμε τη  θέση  της  Αγ.  Παρασκευής.  Φτάσαμε  στη γραμμή εξόρμησης και περιμέναμε να έλθει πέντε η ώρα για να ξεκινήσει η επιχείρηση. Πέντε παρά, δεξιά από κει που είμαστε, προς την είσοδο της Δημητσάνας  ακούστηκαν  πυροβολισμοί  και καταλάβαμε ότι χάσαμε τον αιφνιδιασμό, ενώ το πυρ γενικεύτηκε.. Άρχισε να ξημερώνει. Είμαστε πίσω  από  κάτι  κοτρώνια,  μπροστά  ξεκίναγε κατηφορική  μια  μεγάλη  λάκα  με  χαμηλές πεζούλες, ίσιωνε στη μέση, ενώ στην άλλη άκρη της  υψωνότανε  ανηφορικά  και  εκεί  ήτανε  το εκκλησάκι  της  Αγ.  Παρασκευής  που  ήταν οχυρωμένο ταμπούρι με πολυβόλα, φωλιές και το κρατούσαν  χωροφύλακες.  Γυμνό  το  μέρος ανάμεσά μας, μόνο μια αγκοριτσιά υπήρχε στη μέση. Κάτω από την Αγία Παρασκευή, που δεν τα βλέπαμε  από  κει  που  είμαστε,  ήτανε  βράχος κοφτός,  παρακάτω  ο  δρόμος  Δημητσάνα  –Στεμνίτσα. Το λέγανε το μέρος Καλλιθέα, εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο. Πιο πέρα και λίγο πάνω από το δρόμο, δεξιά προς τη Δημητσάνα ήτανε το γυμνάσιο. Όλα τα καμπαναριά και τα σπίτια με χτισμένα τα παράθυρα, οχυρωμένα με χωροφύλακες  και  Δημητσανίτες.  Πιο  μέσα  και αριστερά σε μια συνοικία που τη λέγανε Κάστρο, πάνω από τις γκρεμίλες στον ποταμό Λούσιο, ήταν οχυρή  θέση  με  βαρύ  πολυβόλο.  Αυτά  δεν  τα βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τα γενικευμένα πυρά που χάλαγε ο τόπος. Μια ομάδα δικιά μας ,είχε προωθηθεί μέσα στη λάκα προς το ταμπούρι της Αγ. Παρασκευής και είχε καθηλωθεί πίσω από μια  χαμηλή  πεζούλα.  

Ο  χρόνος  πέρναγε,  είχε φωτίσει για τα καλά, αλλά δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Ήμουνα στο σταθμό διοικήσεως και έβλεπα τους  αξιωματικούς  μας  να  είναι προβληματισμένοι  και  να  συζητάνε  έντονα. Θυμάμαι τον Κανελλόπουλο, τον Κονταλώνη, τον Ξυδέα,  τον  Χριστόφορο.  Από  κάτω,  από  την καθηλωμένη  ομάδα,  άκουγα  το  Μαμουτάκι  να φωνάζει να του πάμε το μπαζούκα να χτυπήσει το ταμπούρι.  Ήτανε  δυο  αδέλφια  τα  Μαμουτάκια,  που  πάντα  αναλαμβάνανε  δύσκολες  αποστολές, αρπάζανε  τους  σκοπούς  και  μας  άνοιγαν  το δρόμο. Οι χίτες είχαν κακοποιήσει τη μάνα τους και  τα  δυο  παιδιά  είχαν  γίνει  παράτολμα  για λόγους  εκδίκησης.  Κατάλαβα  ότι  κανένας  δεν ρισκάριζε  να  κατέβει  με  το  μπαζούκας  στην ακάλυπτη  λάκα,  τα  δυο  πολυβόλα  απέναντι σαρώνανε  όλο  τον  τόπο.  Κάποια  στιγμή  με πλησίασε ο μπάρμπας μου ο Χριστόφορος. Με ζώσανε τα φίδια. 

-Κική, δεν το παίρνεις εσύ να το πας κάτω;

Είσαι  καλά  μπάρμπα  του  είπα,  είναι σίγουρος θάνατος να βγει κάποιος στη λάκα. Μου είπε  ότι  έχουν  δώσει  εντολές  σε  άντρες  να κατέβουν, αλλά κανένας δεν εκτελεί. Φοβούνται. Θα χάσουμε τη μάχη αν δεν πάει το μπαζούκα κάτω, κρίμα για τους νεκρούς που έχουμε. Με έριξε στο φιλότιμο,με πίεσε και του είπα θα πάω. Αλλά  θέλω  να  μιλήσω  στους  δικούς  μας πολυβολητές, του ζήτησα. Πήγαινε μου είπε. Πήγα στα  πολυβόλα  και  τους  είπα,  όταν  θα σταματήσουν να αλλάξουν ταινίες οι απέναντι, να βουλώσουνε με πυρά τις τρύπες τους. Τότε θα κατέβαινα  εγώ.  Έβαλα  το  όπλο  χιαστί  και κράτησα το μπαζούκα στην αγκαλιά μου. Όταν σταμάτησαν  τα  εχθρικά  πυρά,  ξεχύθηκα  στον κατήφορο, ενώ γύρω μου άκουγα να σφυρίζουν σφαίρες  από  τα  ατομικά  τους  όπλα.  Έφτασα παρακάτω από τη μέση πίσω από μια πεζούλα. 

Εκεί  βρήκα  μια  αντάρτισσα,  τη  Λεωτσάκου, κουκουλωμένη με μια κουβέρτα πίσω από μια αφάνα. Την τράβηξα να καλυφθεί σίγουρα πίσω από  την  πεζούλα.  Ο  Μπελεσέας  ,ήταν  κιαυτός εκεί με το πολυβόλο. Σήκωσε το κεφάλι του να δει μπροστά και μια ριπή του έκοψε το κεφάλι από τα  ματιά  και  πάνω.  Έπεσε  δίπλα  μου  και σφάδαζε, ήταν νεκρός και έβλεπα τα πόδια του να κινούνται  και  πανικοβλήθηκα.  Το  Μαμουτάκι, πιο μπροστά και πιο ψηλά, μου φώναζε να μην φοβάμαι για να με συνεφέρει. Ο χώρος μεταξύ μας  χτυπιότανε  από  το  πολυβόλο  τους.  Με καθοδήγησε από που να τον πλησιάσω έρπωντας, καλυμένη  πίσω  από  πεζούλια  και  κοτρώνια. Κάποτε τον έφτασα. Τον είδαν από τις θέσεις μας και άρχισαν να βάζουν όλοι μαζί για να μπορέσει να  σκοπεύσει  με  το  μπαζούκα.  Έριξε  και  το ταμπούρι ανατινάχτηκε. Τα πυρά σίγασαν.

Αμέσως  σχεδόν  έφθασαν  και  οι  άλλες ομάδες από το χώρο κάλυψής τους. Μπήκαμε στο ταμπούρι. Είχε μερικούς νεκρούς χωροφύλακες, αλλά οι περισσότεροι είχαν φύγει από σκαλάκια που  είχαν  φτιάξει  στο  βράχο.  Μέσα  ήτανε στρωμένα με φλοκάτες και γλάστρες με βασιλικά. Είχε διαδρόμους και δωμάτια. Είχαν αφήσει όλα τους τα πράγματα. Βαλίτσες με ρούχα, στολές, κουστούμια πολιτικά. Ενώ οι υπόλοιποι μάζευαν με  προτεραιότητα  όπλα,  σφαίρες,  ρούχα,  εγώ βρήκα και πήρα ένα τόπι ύφασμα λαδί για στολή, ένα πουλόβερ στρατιωτικό με ψηλό ζεστό γιακά και μια δερμάτινη εξάρτηση αξιωματικού μαζί με τη θήκη για το πιστόλι. Το ύφασμα το έδωσα στην επιμελητεία, το πουλόβερ στον Χριστόφορο γιατί τον έπιανε το κρύο. Την εξάρτηση τη φόρεσα και ένας αξιωματικός μας, μου την πήρε γιατί ήτανε για  αξιωματικό  μου  είπε.  Αυτά  αργότερα,  όταν φύγαμε από τη Δημητσάνα. Γιατί όταν βγήκα από το ταμπούρι, μπήκα στην κόλαση. 

Είχαν  έρθει  αεροπλάνα  τα  όποια  κάνανε μεγάλη  ζημιά  στα  τμήματά  μας.  Εφορμούσαν σταυρωτά  και  πολυβολούσαν,  πέφτανε  κάτι τεράστιοι κάλυκες, έριχναν ρουκέτες και βόμβες που άναβαν φωτιά ακόμα και στο χώμα. Αργότερα έμαθα πως ήταν δοκιμαστικές ναπάλμ. Τις έριξαν και στο Γράμμο και το Βίτσι και αργότερα στο Βιετνάμ. Πρώτα τις δοκίμασαν σε μας. Όσοι από ένστικτο  πήγαιναν  στην  αγκοριτσιά  να καλυφθούν,  αμέσως  πέθαιναν,  γιατί  εκεί χτυπούσαν  εύκολα  τα  αεροπλάνα.  Κάτω  είχε αποθεριά που είχε ανάψει από τις βόμβες, όλη η λάκα  έκαιγε  και  μεις  τρέχαμε  σαν  τρελοί  να κρύψουμε κάπου το κεφάλι μας. Τα αεροπλάνα κατέβαιναν τόσο χαμηλά, που ο πιλότος έβγαζε το κεφάλι του έξω και μας φώναζε: 

-Θα πεθάνετε κουμούνες.

Εγώ έτρεχα από δω και από κει ,να βρω δίοδο να κατέβω κάτω να αποφύγω τα πυρά. Με φώναξε ένας που κουβάλαγε έναν τραυματία και μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Ήρθε ένα αεροπλάνο και  μας  πολυβόλησε,  ενώ  η  ριπή  γάζωσε  το έδαφος μπροστά μας. Ειρωνεία τραγική, έκοψε τα δάχτυλα  στα  πόδια  του  τραυματία  που μεταφέραμε  και  ήταν  στη  μέση.  Εμάς  τους ακριανούς  δεν  μας  πείραξε  καθόλου.  Πέσανε φωτοβολίδες  λήξης  και  σύμπτυξης  στα καθορισμένα  σημεία  για  την  υποχώρησή  μας. 

Είχε περάσει μεσημέρι πια. Κατηφορίζοντας  βγήκαμε  αποκάτω  στο δρόμο της Στεμνίτσας, μετά ακόμα πιο κάτω στα αμπέλια  τα  Δημητσανίτικα,  περάσαμε  το φουσκωμένο  Λούσιο  και  φτάσαμε  στο  χωριό Μάρκου. Είμαστε όλοι σε τραγική κατάσταση. Τα πρόσωπά  μας  ήταν  μαύρα  από  τη μπαρουτόσκονη  της  Δημητσάνας  και  τους καπνούς.  Η  χλαίνη  μου  ήταν  διάτρητη  από σφαίρες  που  την  τρύπαγαν  όταν  κατέβαζα  το μπαζούκα.  Η  απογοήτευση  γραμμένη  στα βλέμματά μας για το χαμό των συντρόφων μας."


Συνεχίζεται




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου