Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Ο Κόκκινος Φάκελος αποχαιρετά το Γιώργο Φαρσακίδη


Τον γνωρίσαμε προσωπικά και τον συναντήσαμε πολλές φορές στο σπίτι του στην Αθήνα, που ήταν γεμάτο βιβλία, χαρακτικά, σπουδές και σχέδια. Πάντα έτοιμος να βοηθήσει με απορίες και ερωτήσεις σχετικά με την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου και να ρίξει άπλετο φως στις "σκοτεινές" πτυχές της Ιστορίας. Πάντα ευγενικός και φιλόξενος, πάντα με τα ιστορικά του ανέκδοτα, πάντα πρόθυμος με τη νέα γενιά που επιθυμεί να μάθει και να ερευνήσει. Πάντα φεύγαμε από το σπίτι του με ένα βιβλίο του στο χέρι, δώρο με αφιέρωση. 





Βιογραφικά στοιχεία, όπως συντάχθηκαν από το ΚΚΕ

Ο Γιώργος Φαρσακίδης, γεννήθηκε το 1926 στην Οδησσό της Σοβιετικής Ένωσης. Μητέρα του ήταν η Ρωσίδα Έλενα και πατέρας του ο Πόντιος Αναστάσιος Φαρσακίδης τιμημένος από τη νεαρή ΕΣΣΔ σαν «πρωτοπόρος της σοσιαλιστικής εργασίας», γιατί παρότι μη επαναστάτης πίστευε πως «το μεγάλο δίκιο, είναι το δίκιο της επανάστασης». Το 1934 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Ντεπώ της Θεσσαλονίκης.

Ο νεαρός Γιώργος από μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με τις αξίες και τα ιδανικά του ΚΚΕ. Η κατοχή τον βρήκε να φοιτά στη Β' Γυμνασίου. Αναγκάζεται να δουλέψει για την επιβίωση της οικογένειας. Κάνει διάφορες δουλειές και καταλήγει εργάτης στους φούρνους της βιομηχανίας «Αλλατίνη», οργανωμένος ήδη στην ΕΠΟΝ. Εκεί ξεκινά και η πρώτη του επαφή με τη δημιουργία, φιλοτεχνώντας πανέμορφες έγχρωμες αντιφασιστικές γελοιογραφίες. Την άνοιξη του 1943 εντάσσεται στην ΕΠΟΝίτικη Υποδειγματική Διμοιρία του «Τάγματος Χορτιάτη» στο 2/31 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Πολεμά, γράφει ημερολόγιο και σκιτσάρει την αντάρτικη ζωή και δράση. Σε μάχη κατά των Βουλγάρων τραυματίζεται στο κεφάλι και τρέχοντας χάνει το σακίδιό του, όπου ήταν και τα σκίτσα του, που βρήκε ένας Βούλγαρος φαντάρος και του τα παρέδωσε πολλές δεκαετίες αργότερα. Τον Σεπτέμβρη του 1944, σε μάχη κατά γερμανικού στρατοπέδου έξω από το χωριό Κρήνη της Χαλκιδικής οπλοπολυβόλο τσακίζει τα δυο χέρια του Γιώργη. 

Τον Μάρτη του '45 βγαίνει από το νοσοκομείο. Οι σύντροφοί του, οι φίλοι του, οι συναγωνιστές του διώκονται. Άλλοι βγαίνουν πάλι στο βουνό. Την Πρωτοχρονιά του '47 ο Φαρσακίδης συλλαμβάνεται και βασανίζεται στην Ειδική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Για το πώς άντεξε τα βασανιστήρια απαντούσε με μια φράση του πατέρα του. «Είναι θαυμάσιο να μπορείς ν' αγαπάς στη ζωή σου κάτι πιο πολύ κι από τη ζωή σου ακόμα». Τον Αύγουστο του '47 ξανασυλλαμβάνεται. «Μας βρόντηξαν την πόρτα του σπιτιού και πάλι νυχτιάτικα, κι όπως την προηγούμενη φορά, με ξύπνησε η μάνα: "Ήρθανε, σήκω..."».

Ακολουθούν τα σκληρά χρόνια στις φυλακές και τις εξορίες. Εκεί, όπου ο Φαρσακίδης έκανε τα τσακισμένα χέρια του «όπλα» του απροσκύνητου και αλύγιστου αγώνα. Ζωγραφίζει, αποτυπώνει τις στιγμές, τα βασανιστήρια, σκηνές από τη ζωή των εξόριστων. Συμμετέχει στη δημιουργία σκηνικών για τις παραστάσεις που ανέβαζαν οι εξόριστοι. Αη Στράτης, Μακρόνησος, ξανά Αη Στράτης και αργότερα, στα χρόνια της χούντας Γυάρος και Λέρος είναι τα νησιά που εξορίζεται.

«Η πρώτη μου γνωριμία με την ξυλογραφία είχε γίνει το 1949 - '50 στο "Σύρμα" των πολιτών στο ΑΕΤΟ - ΕΣΑΙ στο Μακρονήσι. Είχε πέσει στα χέρια μου μια "Φιλολογική Πρωτοχρονιά" με χαρακτικά, απ' ό,τι θυμάμαι, των Κορογιαννάκη, Τάσσου, Βασιλείου, Χυτήρη και άλλων». Ακολούθησε ξανά ο Αη Στράτης. «Εκεί, οι συνθήκες ήταν κάπως καλύτερες από εκείνες της Μακρονήσου. Δε σε σκοτώνανε, δε σε βασάνιζαν, αλλά υπήρχε η πολύχρονη κράτηση. Όλη τη δεκαετία του '50 ήμουν εκεί. Στο στρατόπεδο των πολιτικών εξόριστων του Αη Στράτη, ο δάσκαλος, που μας μύησε στην τεχνική της ξυλογραφίας, στάθηκε ο ζωγράφος - χαράκτης Χρήστος Δαγκλής». Και συνεχίζει: «Στον Αη Στράτη υπήρχε πολλή αρρώστια μετά τα βασανιστήρια της Μακρονήσου. Όλοι κάναμε φοβερή οικονομία. Στέλνοντας κάρτες, δηλώναμε ότι ζούμε, ότι αντιστεκόμαστε. Οι κάρτες θα ήταν μια επαφή, θα είχαμε μια συμπαράσταση από τις οικογένειές μας και τον περίγυρο. Τα βάλαμε κάτω. Χαρτιά, πινέλα, χρώματα, δραχμές διακόσιες είκοσι. Κινήσαμε, λοιπόν, να βρούμε τον γραμματέα της Ομάδας, να μοιραστούμε μαζί του τη χαρά της ανακάλυψης, να μας δώσει χρήματα. 

Ο μπάρμπα Χρήστος, ο Γραμματέας μας, άνθρωπος θετικός, υπεύθυνος με πολύπλευρη πείρα. Οργανωτικός προπολεμικά ακόμη, στον Αη Στράτη με τον Γληνό και τον Βάρναλη. Τότε αυτός σκεφτόταν, πώς θα έκοβε χρήματα για να αγοράσουμε πινελάκια. Όμως, όπως και αν τα υπολόγιζε, λεφτά για πινελάκια δεν μπορούσε να μας δώσει. Ήταν μεγάλη πολυτέλεια. Ο σωτήρας άγγελός μας βρέθηκε στο πρόσωπο του Γιάννη Ρίτσου. Συμπλήρωσε το ποσό από την τσέπη του και σε λίγο οι πρώτες χειροποίητες κάρτες γίναν ανάρπαστες. Η πρόβλεψή μας δικαιώθηκε πανηγυρικά, με την ανταπόκριση από τα έξω και τη σημαντική οικονομική ενίσχυση της Ομάδας». Γυρίζοντας από την εξορία, ο Φαρσακίδης συζητώντας με τη μάνα του της είπε: «Σ' ευχαριστώ μάνα, που δε μου ζήτησες ποτέ να υπογράψω δήλωση για να βγω». Κι εκείνη απάντησε: «Αυτό μου 'λειπε. Ήσουν που ήσουν χοντροκέφαλος, να γύριζες και με προσκυνημένο, σκυμμένο το κεφάλι...».

Από τη μεταπολίτευση και μετά ο Γ. Φαρσακίδης τυπώνει τα έργα του, συμμετέχει σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Εκδίδει πολλά βιβλία και λευκώματα τα οποία αποτυπώνουν πλευρές της πολυτάραχης ζωής του. Το έργο του περνά τα σύνορα της πατρίδας μας. Για τη μεγάλη αγωνιστική και καλλιτεχνική προσφορά του με το ανώτατο Χρυσό Μετάλλιο της Σοβιετικής Επιτροπής Ειρήνης. Το 1984, το βιβλίο του «Η Πρώτη Πατρίδα» πήρε το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

«Ορθοστατών και ορθοβαδίζων» μέχρι τέλους. Ήταν μέλος της ΚΟΒ Εικαστικών της ΤΟ Καλλιτεχνών της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ. Όσο του το επέτρεπαν οι δυνάμεις του συμμετείχε σε δραστηριότητες του ΚΚΕ. «Μια ζωή και για πάντα, πλάι στην πιο ζωογόνα πηγή της ελληνικής κοινωνίας, το ΚΚΕ», είχε αναφέρει σε μια τελευταία δήλωσή του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη έχοντας τη βοήθεια και τη συντροφιά φίλων και συντρόφων.


Ο Κόκκινος Φάκελος και τα μέλη του αποχαιρετούμε το Γιώργο Φαρσακίδη, κομμουνιστή, αντιστασιακό, καλλιτέχνη και φίλο, με τη φωτογραφία που δείχνει κατά τη γνώμη μας, καλύτερα από όλες, το ποιος ήταν.


Εξόριστος στον Αη-Στράτη, σε μια από τις πολλές πλημμύρες του χειμώνα, ο Γιώργος Φαρσακίδης αγωνίζεται να περισώσει τη θεατρική σκηνή των εξορίστων από τα νερά.



Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Πεσόντες αξιωματικοί του ΔΣΕ στα πεδία των μαχών- Μέρος 3ο


Τελευταίο μέρος


Αναστάσιος Βολιώτης (Ξάνθος)


Γεννήθηκε το 1923, στο χωριό Ασπρόγεια της Φλώρινας. Στο επάγγελμα ήταν τσαγκάρης. Κατατάχθηκε στο ΔΣΕ, στις 08 Νοεμβρίου του 1946. Πολέμησε σε δεκάδες μάχες στο Βίτσι και το Γράμμο. Σκοτώθηκε στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1948, στο βουνό Μάλι Μάδι.



Κατίνα- Τσβέτα Ανδρεοπούλου


Γεννήθηκε το 1928 στο χωριό Βαρικό της Καστοριάς. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ στις 6 Σεπτεμβρίου του 1946. Έλαβε μέρος, αρχικά ως μαχήτρια και μετέπειτα ως αξιωματικός του ΔΣΕ σε πάνω από 90 μάχες και συγκρούσεις, στο Βίτσι, το Σινιάτσικο, το Βούρινο, το Βόιο, το Γράμμο και την Κόνιτσα. Διακρίθηκε πολλές φορές για την αυτοθυσία, το θάρρος και τις στρατιωτικές της ικανότητες. Της απονεμήθηκε δύο φορές το μετάλλιο ανδρείας του ΔΣΕ. Το 1949 ήταν λοχαγός πολιτικός επίτροπος. Σκοτώθηκε στις 13 Μάη του 1949, στο βουνό Κουλκουθούρια, ανάμεσα στα χωριά Πολυπόταμος και Τρίβουνο Φλώρινας.


Ιορδάνα Σλατνίκου


Γεννήθηκε το 1924 στα Γιαννιτσά. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ από το 1946. Έδρασε αρχικά ως απλή μαχήτρια και μετέπειτα ως ομαδάρχισσα στο Καϊμακτσαλάν, το Πάικο, το Βίτσι και το Γράμμο. Τραυματίστηκε τρεις φορές. Σκοτώθηκε στη μεγάλη μάχη του Γράμμου, το 1948.


Γερμανία Πάικου


Γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Γερμανός της Πρέσπας, το 1931. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ και πολέμησε σε πλειάδα μαχών. Τραυματίστηκε βαριά, ούσα υπαξιωματικός του ΔΣΕ, στη Φλώρινα, στις 12 Φεβρουαρίου του 1949. Αιχμαλωτίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο της Φλώρινας. Εκτελέστηκε στην ίδια πόλη. Η Γερμανία Πάικου ήταν η κοπέλα, που κρατώντας τον τηλεβόα του ΔΣΕ, στο μέτωπο του Βιτσίου, "ξυπνούσε" κάθε πρωί τους φαντάρους.



Ακολουθούν σκίτσα που απεικονίζουν τις τρεις γυναίκες που αναφέρονται παραπάνω



Κατίνα- Τσβέτα Ανδρεοπούλου.

Ιορδάνα Σλατνίκου.


Γερμανία Πάικου.



Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

Πεσόντες αξιωματικοί του ΔΣΕ στα πεδία των μαχών- Μέρος 2ο


Συνέχεια


Ντουβαλίδου Αφροδίτη

Γεννήθηκε το 1922 στο Νεστόριο της Καστοριάς. Εντάχθηκε στην ΕΑΜική αντίσταση κατά τα χρόνια της Κατοχής και μετέπειτα στο ΔΣΕ το καλοκαίρι του 1946. Αποφοίτησε από τη Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ και πήρε μέρος στη μεγάλη πορεία από τη Ρούμελη, στο Γράμμο και το Βίτσι. Πολέμησε σε δεκάδες επιχειρήσεις του ΔΣΕ στο Γράμμο, με το βαθμό της ανθυπολοχαγίνας και το 1948 τραυματίστηκε στο ύψωμα "Χάρος". Σκοτώθηκε στις μάχες του Μπίκοβικ-Βίτσι στις 11 Νοεμβρίου του 1948, με το βαθμό της ταγματαρχίνας πεζικού. Ονομάστηκε τιμημένη νεκρή, από την ΠΔΚ στις 13 Δεκεμβρίου του 1948.


Σχέδιο που απεικονίζει την Αφροδίτη Ντουβαλίδου.



Βαγγέλης Μπαρκόπουλος του Ναούμ


Γεννήθηκε το 1929 στο χωριό Ασπρόγεια Αμύνταιου και υπηρέτησε ως υπαξιωματικός του ΔΣΕ στη θέση του συνδέσμου της 18ης Ταξιαρχίας του ΔΣΕ και αργότερα στην 11η Μεραρχία. Ως σύνδεσμος άφησε ιστορία για τις τεράστιες ικανότητές του να αποφεύγει τον εχθρό, να περνά απαρατήρητος από τις θέσεις του και να κινείται σαν φάντασμα σε κάθε του αποστολή. Σκοτώθηκε στο ύψωμα Τεμέν Βαρ, πάνω από το χωριό Μπελκαμάνι, το Μάη του 1949.


Σχέδιο που απεικονίζει το Βαγγέλη Μπαρκόπουλο.



Γιώργος Τσιούρης


Γεννήθηκε στο χωριό Βελιμάχι της Αρκαδίας και εντάχθηκε ως απλός μαχητής στο ΔΣΕ. Αργότερα αναδείχθηκε σε υπαξιωματικός. Σκοτώθηκε στη θέση Καπέλη Βοδιακίου, τον Απρίλιο του 1949. Οι χωροφύλακες και παρακρατικοί που τον σκότωσαν έκοψαν το κεφάλι του και το έκαναν θέαμα στον Πύργο και στην Πάτρα.


Γιώργος Τσιούρης.


Ανδρέας Στασινόπουλος (Σπουργίτης)


Γεννήθηκε στο χωριό Ασπρόγεια Αμύνταιου. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ και υπηρέτησε ως αρχικά μαχητής και μετέπειτα υπαξιωματικός των σαμποταριστών του Βίτσι, θέση στην οποία άφησε ιστορία για τη δράση και τα επιτεύγματά του. Σκοτώθηκε στις 11 Ιουλίου του 1947 στο Κλειδί της Φλώρινας και τάφηκε στο χωριό του.


Ανδρέας Στασινόπουλος.


Αποστόλης Σιμόπουλος

Γεννήθηκε στο χωριό Ίζβορ της Γουμένιτσας, το 1922. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ και έλαβε το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Σκοτώθηκε στις 21 Ιουνίου του 1947 έξω από το χωριό Καστανούλα της Ευρυτανίας.


Αποστόλης Σιμόπουλος.



Πέτρος Μανόπουλος (Ρούζβελτ)


 Γεννήθηκε το 1929 στο χωριό Ασπρόγεια Αμύνταιου. Εντάχθηκε από τους πρώτους του χωριού στο ΔΣΕ και υπηρέτησε ως υπαξιωματικός. Σκοτώθηκε ανάμεσα στο Ραντόσι και το Κλειδί της Φλώρινας, στις 23 Μαρτίου του 1947, από βολή μυδραλίου αεροπλάνου Spitfire.


Δεξιά ο Πέτρος Μανόπουλος.



Γιώργος Κάλκος

Γεννήθηκε στο χωριό Βυσσινιά της Καστοριάς, το 1916. Εντάχθηκε από πολύ νωρίς στο ΔΣΕ, στον οποίο υπηρέτησε αρχικά ως συγκροτηματάρχης του Συγκροτήματος Πιερίων και μετέπειτα ως λοχαγός του ΔΣΕ. Σκοτώθηκε στις 16 Μαρτίου του 1947, στα Πιέρια. Μετά θάνατον ονομάστηκε από την ΠΔΚ ταγματάρχης και τιμημένος νεκρός.


Ο Γιώργος Κάλκος.



Γιάννης Σαρρής- Σαρήγιαννης

Γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Τσιτάλια Κυνουρίας. Πολέμησε στον ΕΛΑΣ και εντάχθηκε μετέπειτα στο ΔΣΕ. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του Αρχηγείου Αργολιδοκορινθίας του ΔΣΕ και μετέπειτα τοποθετήθηκε διοικητής της 22ης Ταξιαρχίας του ΔΣΠ. Υπήρξε ένας εκ των ικανότερων στελεχών του ΔΣΠ και αναδείχθηκε στο βαθμό του συνταγματάρχη. Σκοτώθηκε στις 7 Μαρτίου του 1949, κοντά στο Μιχόιο Πελοποννήσου.


Ο Γιάννης Σαρρής.




Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Πεσόντες αξιωματικοί του ΔΣΕ στα πεδία των μαχών- Μέρος 1ο



Τα ηγετικά στελέχη πολλών μεραρχιών, αρχηγείων και ταξιαρχιών του ΔΣΕ μας είναι γνωστά. Έδωσαν και αυτά τον αγώνα για την υπόθεση του λαού από τα δικά τους μετερίζια και η πένα της Ιστορία έχει καταγράψει τα ονόματα και την προσφορά τους. Αρκετές όμως μορφές των αξιωματικών και υπαξιωματικών του ΔΣΕ παραμένουν σχετικά άγνωστες, παρά το γεγονός ότι κι εκείνοι έδωσαν ότι διέθεταν στον αγώνα. Υποχρέωσή μας λοιπόν η καταγραφή των βιογραφικών στοιχείων, των περισσότερο αφανών αξιωματικών και υπαξιωματικών του ΔΣΕ, που άφησαν τη "σεμνή τους υπογραφή", στην υπόθεση του κινήματος.



Νίκος Θεοχαρόπουλος (Σκοτίδας)


Γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Κυπαρίσσι των Γρεβενών. Από το 1946 εντάχθηκε στο ΔΣΕ και έλαβε το βαθμό του διοικητή του Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας. Διετέλεσε επίσης διοικητής της 11ης και αργότερα της 10ης Μεραρχίας του ΔΣΕ. Το 1949 τοποθετήθηκε επικεφαλής του Γραφείου Επιχειρήσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ. Σκοτώθηκε στις 11 Αυγούστου 1949, κοντά στην Κρυσταλλοπηγή, στο Βίτσι. Υπήρξε ένας από τους ικανότερους και πιο προικισμένους αξιωματικούς του ΔΣΕ.


Ο Νίκος Θεοχαρόπουλος.


Μιχάλης Αποστολίδης


Γεννήθηκε στο χωριό Πολυάνεμος της Καστοριάς, το 1923. Στο ΔΣΕ εντάχθηκε με το ψευδώνυμο "Γρανίτης". Υπηρέτησε στην 14η Ταξιαρχία του ΔΣΕ και έλαβε αργότερα το βαθμό του διοικητή τάγματος. Σκοτώθηκε στις 31 Μαρτίου του 1948, στο Γράμμο.


Σκίτσο που απεικονίζει το Μιχάλη Αποστολίδη.



Γιάννης Πυροβέτσης


Γεννήθηκε το 1923, στο χωριό Ιεροπηγή της Καστοριάς. Εντάχθηκε από το 1946 στο ΔΣΕ με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και ανήλθε γρήγορα στα στρατιωτικά αξιώματα του ΔΣΕ, λόγω των εξαιρετικών του ικανοτήτων και του θάρρους του. Υπηρέτησε ως λοχαγός της 107ης Ταξιαρχίας του ΔΣΕ, έως το θάνατό του. Έπεσε μαχόμενος στη μάχη της Φλώρινας στις 12 Φλεβάρη του 1949. Οι συμπολεμιστές του τον έθαψαν στο χωριό Μπούφι (σημερινός Ακρίτας), της Φλώρινας.


Γιάννης Πυροβέτσης.



Ρώμας Πέτσος


Γεννήθηκε το 1919, στο χωριό Γκορνίτσεβο (Κέλλη) της Φλώρινας. Εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και μετέπειτα στο ΔΣΕ. Με τις ικανότητες, το θάρρος και τις πολεμικές του αρετές αναδέιχθηκε σε διοικητή του θρυλικού 426 Τάγματος Πεζικού του ΔΣΕ. Σκοτώθηκε, στις 27-28 Αυγούστου του 1949, στην Κιάφα του Γράμμου (ύψωμα 2322).


Ο Ρώμας Πέτσος (αριστερά).


Γιάννης Δούρος

Γεννήθηκε στο χωριό Σιδηροχώρι της Καστοριάς, το 1913. Εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και μετέπειτα στο ΔΣΕ, με το βαθμό του καπετάνιου λόχου και υπήρξε ένας από τους υπερασπιστές του υψώματος "Πύργος" της Κοτύλης του Γράμμου. Για να μην αιχμαλωτιστεί και όταν τα πυρομαχικά του τμήματός του είχαν εξαντληθεί, ρίχτηκε, μαζί με συναγωνιστές του, από τον "Πύργο", στις 16 Ιουλίου 1947.


Ο Γιάννης Δούρος.


Χαράλαμπος Ηλιάδης (του Ιωάννη)

Γεννήθηκε στον Πόντο το 1916. Έζησε στο χωριό Ροδώνας του Κιλκίς. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του προπολεμικού αστικού στρατού και μετέπειτα εντάχθηκε στο ΕΑΜικό κίνημα. Εντάχθηκε στις γραμμές του ΔΣΕ, τον Ιούλιο του 1946. Αναδείχτηκε για τις πολεμικές του ικανότητες σε ταγματάρχη, στο Αρχηγείο Βόιου-Γράμμου. Σκοτώθηκε στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού, στις 17 Ιουλίου του 1947, στον "Πύργο" Κοτύλης του Γράμμου. Με διάταγμα της ΠΔΚ, ονομάστηκε μετά θάνατον, σε αντισυνταγματάρχη πεζικού του ΔΣΕ.


Ο Χαράλαμπος Ηλιάδης.


Γιάννης Λούκρης


Γεννήθηκε στο χωριό Μοσχοχώρι της Καστοριάς, το 1922. Διοικητής διλοχίας του ΔΣΕ στην 18η Ταξιαρχία. Ήταν επικεφαλής του τμήματος που διενέργησε την μεγάλη ενέδρα στο δημόσιο δρόμο Βογιάτσικου- Άργους Ορεστικού, στη θέση Μύτικα, χτυπώντας αποφασιστικά κομβόι στρατιωτικών οχημάτων εφοδιασμού. Στην ενέδρα αυτή, ο Γιάννης Λούκρης έπεσε μαχόμενος ηρωικά. Ήταν 20 Απίρλη του 1948. Μετά θάνατον, η ΠΔΚ τον ονόμασε ταγματάρχη πεζικού του ΔΣΕ και ηρωικό νεκρό.


Σκίτσο που απεικονίζει το Γιάννη Λούκρη.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Η μάχη στο Γεωργίτσι Λακωνίας



Στις 25/03/1948, το Συγκρότημα Ταϋγέτου του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου διενέργησε επίθεση ενάντια στις κυβερνητικές δυνάμεις που είχαν εγκατασταθεί και είχαν λάβει αμυντιή διάταξη στο χωριό Γεωργίτσι Λακωνίας, στο βόρειο Ταΰγετο. 

Στο χώρο του χωριού οι κυβερνητικές δυνάμεις αριθμούσαν έναν λόχο της Εθνοφυλακής και ένα ισχυρό τμήμα ΜΑΥ. Η διάταξή τους, όπως ήταν η τακτική των κυβερνητικών δυνάμεων της εποχής, ήταν διαρθωμένη σε γραμμές άμυνας. Στην περιφέρεια του χωριού είχαν κατασκευαστεί φυλάκια και μικρά οχυρά, στο κέντρο του χωριού υπήρχε δεύτερη, μικρή αμυντική διάταξη, ενώ ως σημείο υποχώρησης και άμυνας χρησιμοποιούταν το καλά οχυρωμένο γυμνάσιο του χωριού. Μετά τα πρώτα λεπτά της εκδήλωσης της επίθεσης των ανταρτών, οι κυβερνητικές δυνάμεις εγκατέλειψαν κάθε θέση άμυνας και όσοι διασώθηκαν, συγκεντρώθηκαν στο γυμνάσιο του χωριού.

Ο ΔΣΠ προχώρησε στην πολυορκία του γυμνασίου, όμως σε λίγο, διλοχία του 19ου Τάγματος Εθνοφρουράς κινήθηκε επιθετικά από το χωριό Καστανιά και καθηλώθηκε από τα πυρά της πλαγιοφυλακής του ΔΣΠ. Ωστόσο, η κατάσταση εξελίσσονταν επικίνδυνα για το Συγκρότημα Ταϋγέτου, το οποίο κινδύνευε να κυκλωθεί στο χωριό Γεωργίτσι. Έτσι, πριν καταληφθεί το γυμνάσιο, η διοίκηση του Συγκροτήματος έδωσε εντολή σύμπτυξης των τμημάτων. Η απαγκίστρωση και υποχώρηση του Συγκροτήματος Ταϋγέτου έγινε χωρίς προβλήματα.

Στο πεδίο της μάχης, οι κυβερνητικές δυνάμεις άφησαν 10 νεκρούς ΜΑΥ και εθνοφρουρούς και πολλούς τραυματίες. Από την πλευρά του ΔΣΠ νεκροί έπεσαν οι Πάνος Νίκας και Παναγιώτης Κουτσουμπός (Ταρζάν).


Αεροφωτογραφία του χωριού Γεωργίτσι Λακωνίας.


Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Η διάλυση της διλοχίας Γαλανόπουλου


Στις 3 Μάρτη του 1948, το Απόσπασμα Κανελλόπουλου-Κώνστα που είχε συγκροτηθεί ειδικά για να εκκαθαρίσει την περιοχή του δυτικού Μαινάλου από τα κυβερνητικά στρατεύματα, τα οποία είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή αυτή, χτύπησε σε ενέδρα τη διλοχία του 716ου Τάγματος, της 72ης Ταξιαρχίας του κυβερνητικού στρατού, που κινούταν στο χώρο Ανεμοδούρι- Δόριζα- Βαλτέτσι- Μαντέικα- Λυκόχια, στο νομό Αρκαδίας.

Στις 01/02/1948, η διλοχία αυτή, με επικεφαλής τον ταγματάρχη Γαλανόπουλο, κινήθηκε στη διάρκεια της νύχτας, από την κωμόπολη Ασσέα, όπου ήταν η έδρα της, προς το χωριό Λυκόχια, ενώ ταυτόχρονα άλλες κυβερνητικές δυνάμεις κινήθηκαν από τη Δημητσάνα προς την περιοχή της Στεμνίτσας και από την Καρύταινα (ένας μηχανοκίνητος λόχος), προς την περιοχή του χωριού Μουλάτσι, με στόχο να εγκλωβίσουν και να εξοντώσουν τμήματα των ανταρτών του Αρχηγείου Μαινάλου, που δρούσαν στην περιοχή αυτή.

Το Απόσπασμα Κανελλόπουλου-Κώνστα, δύναμης 280 ανταρτών (αποτελούταν από το τάγμα Ξυδέα και έναν λόχο του Αρχηγείου Μαινάλου) είχε καταλάβει θέσεις στη χαράδρα "Κομπόνας", κοντά στο δρόμο Τρίπολης-Μεγαλόπολης, αναμένοντας την ευκαιρία να επιτεθεί σε κυβερνητικά στρατιωτικά τμήματα που θα βρίσκονταν σε κίνηση, στο χώρο αυτό. Η ευκαιρία αυτή παρουσιάστηκε όταν σημειώθηκαν οι παρακάτων κινήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων.

Τη νύχτα της 1ης προς 2η Μαρτίου του 1948, η διλοχία Γαλανόπουλου κινήθηκε από την κωμόπολη Ασσέα προς το χωριό Λυκόχια, στη δασωμένη περιοχή του Μαινάλου, όπου την επομένη επιδόθηκε σε εξερεύνηση της περιοχής του χωριού αυτού και στις 03/03/1948 προχώρησε στην περιοχή των χωριών Βάγγου- Καράτουλα- Τρίλοφο. Η διοίκηση του αποσπάσματος Κανελλόπουλου-Κώνστα παρακολουθούσε τις κινήσεις αυτές της διλοχίας και αποβλέποντας στο να τη χτυπήσει σε ενέδρα κατά την επιστροφή της, στη βάση της κατέλαβε κατάλληλες θέσεις στο δρόμο Βάγγου- Αρχαμίτες- Ασσέα, στις στροφές του, σε μικρή απόσταση από την περιοχή "Τζινέικα Καλύβια", στην τοποθεσία "Κοκορέικα". Την εποχή εκείνη, ο δρόμος αυτός ήταν ημιονικός και δυτικά του περνάει το ποτάμι Ελισσώνας, η κοίτη του οποίου σχηματίζεται από απόκρημνα υψώματα, με πυκνή βλάστηση.

Σε αυτό το δρόμο μπήκε η διλοχία Γαλανόπουλου, όπου βρέθηκε αντιμέτωπη με πυκνά και ομαδικά πυρά του ΔΣΠ. Η συμπλοκή που ακολούθησε κράτησε για μικρό χρονικό διάστημα, καθώς η διλοχία δεν είχε λάβει απολύτως κανένα μέτρο προφύλαξης, με εξαίρεση μια ολιμελή εμπροσθοφυλακή χωρίς κανένα βάθος. Ο αιφνιδιασμός ήταν πλήρης. Οι άνδρες της διλοχίας πανικοβλήθηκαν και στις τάξεις τους επικράτησε σύγχυση, ιδιαίτερα δε, καθώς με τα πρώτα πυρά σκοτώθηκε και ο διοικητής της, ταγματάρχης Γαλανόπουλος. Στην ενέδρα σκοτώθηκαν 50 οπλίτες και αξιωματικοί και αιχμαλωτίστηκαν 125 ακόμη. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο ανθυπίατρος Νίκος Ζωγράφος. 

Ο ΔΣΠ κατέλαβε επίσης μεγάλο αριθμό λαφύρων. Συγκεκριμένα καταλήφθησαν: 10 οπλοπολυβόλα μπρεν, 12 αυτόματα στάγιερ, 129 τουφέκια, 3 όλμοι με τα βλήματά τους, 8000 σφαίρες, 1 ασύρματος νούμερο 18, 150 στρατιωτικές χλαίνες και μεγάλες ποσότητες τροφίμων, ιματισμού και υπόδησης.

Από τους αιχμαλώτους φαντάρους 45 προσχώρησαν στο ΔΣΠ, όντας παλιά μέλη του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ. Δώδεκα από τους αιχμαλώτους δικάστηκαν από ανταρτοδικείο και εκτελέστηκαν για εγκλήματα κατά του ελληνικού λαού και οι υπόλοιποι αφέθηκαν ελεύθεροι. Ανάμεσα σε όσους προσχώρησαν στο ΔΣΠ ήταν και ανθυπίατρος Νίκος Ζωγράφος, ο οποίος ανέλαβε αμέσως την υγειονομική υπηρεσία του ΔΣΠ. 

Από τη δική του πλευρά, ο ΔΣΠ είχε έναν νεκρό, τον Ηλία Βρυώνη και 4 ελαφρά τραυματίες.



Ο ποταμός Ελισσώνας.

Η μάχη στο Γεράκι Λακωνίας



Το Νοέμβριο του 1947, ο Δημοκρατικός Στρατός Πελοποννήσου αποφάσισε να διενεργήσει επίθεση στο χωριό Γεράκι της Λακωνίας, στο οποίο είχαν σταθμεύσει σχετικά μεγάλες δυνάμεις της Χωροφυλακής, παρέχοντας κάλυψη και ελευθερία δράσης σε ντόπιους παρακρατικούς συμμορίτες. Η επιχείρηση αυτή στόχευε στη διάλυση των δυνάμεων αυτών, την επιμελητειακή εκμετάλλευση του σταθμού Χωροφυλακής και τον εξοπλισμό των τμημάτων του ΔΣΠ.

Στις 23 Νοεμβρίου του 1947, ισχυρή δύναμη του ΔΣΠ, αποτελούμενη από το 1ο και το 2ο Συγκρότημα Ταϋγέτου και έχοντας επικεφαλής τους Θεόδωρο Πρεκεζέ και Γιώργη Κονταλώνη, προχώρησαν σε επίθεση κατά του Γερακιού Λακωνίας. Η εκεί δύναμη της Χωροφυλακής, υπό το διοικητή Δ. Μπρατίτσα, αριθμούσε περίπου 250 άνδρες. Το κτήριο της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής βρισκόταν οχυρωμένο πίσω από διπλές γραμμές άμυνας και βρισκόταν στο κέντρο της αμυντικής διάταξης του χωριού. Ο ίδιος ο χώρος του Γερακιού ήταν άρτια οχυρωμένος με τσιμεντένια αλληλοϋποστηριζόμενα πολυβολεία, ενώ η δύναμη της Χωροφυλακής διέθετε έναν βαρύ καναδικό όλμο και δύο ατομικούς όλμους μικρότερου διαμετρήματος.

Ο ΔΣΠ διενέργησε τις πρώτες πρωινές ώρες μετωπική επίθεση σε τρία κομβικά σημεία της αμυντικής διάταξης του χωριού, ενώ μικροομάδες ανταρτών, που είχαν λάβει ειδική εκπαίδευση διείσδυσαν γρήγορα στο εσωτερικό της γραμμής άμυνας του αντιπάλου και έκοψαν τα καλώδια επικοινωνίας των φυλακίων με το κτήριο της Υποδιοίκησης, προκαλώντας σύγχυση στον αντίπαλο. Σε μικρό χρονικό διάστημα, η πρώτη γραμμή άμυνας της πόλης είχε καταρρεύσει και σύντομα την τύχη της ακολούθησε και η δεύτερη, με τους αντάρτες να ανατινάζουν πολυβολεία με τη χρήση αντιαρματικών όπλων. Η μάχη είχε πια περιοριστεί γύρω από το διοικητήριο.

Η πολυορκία του κτηρίου της Χωροφυλακής συνεχίστηκε για τέσσερις ώρες, οπότε και παρήλθε το ωφέλημο του χρόνου της επιχείρησης. Παράλληλα, τα τμήματα πλαγιοφυλακής του ΔΣΠ είχαν εμπλακεί σε σύγκρουση με κυβερνητικές δυνάμεις, επικεφαλής των οποίων ήταν οι Ι. Παυλάκος και Στ. Αραπαντώνης, στην περιοχή του Έλους Λακωνίας. Έτσι, διατάχθηκε υποχώρηση των ανταρτών και απεμπλοκή από την περιοχή.

Η μάχη του Γερακιού Λακωνίας υπήρξε έως τότε το μεγαλύτερο συγκεντρωτικό χτύπημα μεγάλου εχθρικού στόχου σε κατοικημένη περιοχή της Πελοποννήσου, μετά από την επιχείρηση εναντίον της Σπάρτης, το Φεβρουάριο του 1947.

Οι απώλειες της Χωροφυλακής στο Γεράκι ήταν ιδιαίτερα μεγάλες, καθώς στο πεδίο της μάχης έπεσαν 35 χωροφύλακες, 36 τραυματίστηκαν και 4 αιχμαλωτίστηκαν. Ο ΔΣΠ είχε 5 νεκρούς και 12 τραυματίες. Ανάμεσα στους πεσόντες ήταν και ο ηρωικός διοικητής του 2ου Λόχου και μέλος του ΚΚΕ, Θωμάς Λεουτσάκος.


Θωμάς Λεουτσάκος (σύντομο βιογραφικό)

Ο Θωμάς Λεουτσάκος γεννήθηκε στο χωριό Αγριλιά της Μάνης. Δάσκαλος στο επάγγελμα και έφεδρος ανθυπολοχαγός του προπολεμικού στρατού. Έλαβε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας και τιμήθηκε με το Αριστείο Ανδρείας. Μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανοφασίστες κατακτητές πρωτοστάτησε στη δημιουργία ΕΑΜικών οργανώσεων στην περιοχή της Μάνης και στη συγκρότηση του ΕΛΑΣ, στον οποίο υπηρέτησε ως διοικητής λόχου πολυβόλων, στο 2ο τάγμα του 8ου Συντάγματος του μόνιμου ΕΛΑΣ. 

Πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά των κατακτητών και διακρίθηκε για την παλικαριά του και για τις διοικητικές του ικανότητες. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας καταδιώχτηκε για την αντιστασιακή του δράση στην περίοδο της κατοχής και ανγκάστηκε να καταφύγει στον Πάρνωνα. Υπηρέτησε στο Δημοκρατικό Στρατό ως διοικητής του 2ου λόχου του 1ου Τάγματος του συγκροτήματος Ταϋγέτου. Με διαταγή του Γενικού Αρχηγείου  του ΔΣΕ ονομάστηκε λοχαγός του ΔΣΕ . Στις 23/11/1947 σκοτώθηκε στο Γεράκι Λακωνίας .


Το Γεράκι Λακωνίας.


Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Η αυτοδιάλυση του Τάγματος Χωροφυλακής Μπεσμπέα



Μετά τη μάχη στα "Μάυρα Λιθάρια" και τη συντριβή της διλοχίας Λειβάδη, η διοίκηση του Αρχηγείου Πελοποννήσου του ΔΣΕ, ο λόχος Σαρηγιάννη και οι άλλες ομάδες που έλαβαν μέρος σε αυτή έφυγαν προς την κεντρική Πελοπόννησο. Το 3ο Συγκρότημα του ΔΣΠ παρέμεινε στην περιοχή και κινήθηκε προς το ύψωμα "Κελλί" του Ταϋγέτου, το οποίο δέσποζε στον κεντρικό όγκο του βουνού. Το 3ο Συγκρότημα εγκαταστάθηκε σε μικρό οροπέδιο της εκεί τοποθεσίας και παρέμεινε για μερικές ημέρες για τον έλεγχο της περιοχής για κινήσεις του αντιπάλου.

Επί διημέρου, καμιά κίνηση δεν παρατηρήθηκε από τη βίγλα του οροπεδίου της "Ξεροβούνας", γεγονός που σηματοδοτούσε ότι ο αντίπαλος δύσταζε να κινηθεί. Ωστόσο, δύο ημέρες μετά, ο αντίπαλος κινήθηκε στην περιοχή Αη-Λιας και "Καμπινάρι". Το 3ο Συγκρότημα ετοιμάστηκε για μάχη, όμως μερικές ώρες μετά, ο αντίπαλος κινήθηκε ξανά, υποχωρώντας αυτή τη φορά στη θέση "Λαδοκάρβελα". Η κίνηση αυτή παραξένεψε το επιτελείο του 3ου Συντάγματος, γιατί η Χωροφυλακή, παρόλη την ήττα της στα "Μαύρα Λιθάρια" εξακολουθούσε να διαθέτει το 17ο και 18ο Τάγμα, που ανέπαφα βρίσκονταν στον κεντρικό Ταϋγετο και την Καλαμάτα.

Ο ΔΣΠ είχε υποτιμήσει την επίδραση της διάλυσης της διλοχίας Λειβάδη και το αποτέλεσμά της στο ηθικό του αντιπάλου. Τί είχε συμβεί; Η Διοίκηση των κυβερνητικών δυνάμεων Πελοποννήσου είχε ήδη διατάξει τη διάλυση του Τάγματος Μπεσμπέα, καθώς λόχος του και ο ίδιος ο διοικητής του απέφυγαν να κινηθούν προς τον Ταΰγετο σε βοήθεια της διλοχίας Λειβάδη, όταν αυτή συνετρίβη στα "Μαύρα Λιθάρια". Καθώς ο διοικητής Στανωτάς, των κυβερνητικών δυνάμεων Πελοποννήσου είχε ήδη διακόψει τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενάντια στους αντάρτες του ΔΣΠ, η απορθυμία του Μπεσμπέα, θεωρήθηκε και όχι άδικα, ως "κακός οιωνός" για τη συνέχεια της όποιας απόπειρας εκκαθάρισης της περιοχής του Ταϋγέτου, ιδιαίτερα μετά από την πανολεθρία στα "Μαύρα Λιθάρια". 

Το παραπάνω, στέρησε την πρωτοβουλία στις κυβερνητικές δυνάμεις και επέδρασε καταλυτικά στην οργανωτική τους συγκρότηση. Έτσι, λήφθηκε η απόφαση για επιστροφή στην τακτική της άμυνας και σύντομα, το Τάγμα Χωροφυλακής Μπεσμπέα διαλύθηκε εξ ολοκλήρου.

Η παραπάνω κατάσταση, οδήγησε το ΔΣΠ στο να αναλάβει νέες επιθετικές πρωτοβουλίες στο χώρο και να διευρύνει την ελεύθερη περιοχή δράσης του.

Στις 04/08/1947, το Απόσπασμα Σαραντόπουλου, του Συγκροτήματος Ταϋγέτου, με δύναμη 30 ανδρών μπήκε στο χωριό Μπάλα- Άνω Μεσσηνίας και διέλυσε τμήμα ΜΑΥ που τρομοκρατούσε τη γύρω περιοχή. 

Στις 23/08/1947, αντάρτες του Συγκροτήματος Μαινάλου, με επικεφαλής τον Πέρδικα χτύπησαν το τμήμα Χωροφυλακής στην κωμόπολη Λεβίδι- Αρκαδίας. Σκοτώθηκαν 11 χωροφύλακες και πάρθηκαν πολλά λάφυρα, σε οπλισμό, ιματισμό και πυρομαχικά.

Στις 23/08/1947, το Απόσπασμα Σαραντόπουλου και ένα τμήμα του Συγκροτήματος Μαινάλου, με επικεφαλής το Ντίνο Παναγόπουλο, μπήκαν στο Λεοντάρι Μεγαλόπολης και διέλυσαν τμήμα της Χωροφυλακής, που υπέστη 3 νεκρούς σε απώλειες. Την ίδια ημέρα, άλλα τμήματα του Συγκροτήματος Μαινάλου μπήκαν στα χωριά Τουρκολέικα και Ποταμιά, ενώ μια ομάδα του Αποσπάσματος Σαραντόπουλου πέρασε στο χωριό Δερβένι Αρκαδίας και διέλυσε εκεί μια ακόμα ομάδα ΜΑΥ.



Ταϋγετος



Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Η μάχη στα "Μαύρα Λιθάρια" και η διάλυση της διλοχίας Λειβάδη



Στις 10/08/1947, το Συγκρότημα Ταΰγέτου, με παρατακτή δύναμη 180 ανδρών, ο λόχος Σαρρηγιάννη, του 3ου Συγκροτήματος, με δύναμη 70 μαχητών και μια ομάδα ανταρτών που συνόδευε τη διοίκηση του Αρχηγείου Πελοποννήσου (Βαγγέλης Ρογκάκος και Κώστας Μπασακίδης) είχαν καταλάβει θέσεις στην κορυφογραμμή του Ταϋγέτου, έχοντας συνολική δύναμη 260 μαχητών. Η δύναμη του ΔΣΠ βρισκόταν σε πλήρη ακινησία και εν αναμονή κίνησης των κυβερνητικών δυνάμεων, προκειμένου να διενεργήσουν ενέδρα. 

Οι αντάρτες του ΔΣΠ είχαν λάβει θέσεις στις τοποθεσίες "Σουστινιάτικος Ποτισώνας" και "Γραμμένη Πέτρα", ενώ ο αντίπαλος, η διλοχία Λειβάδη βρισκόταν στον περίγυρο του μοναστηριού Μαρδάκι, κοντά στη Νεδούσα Αλαγονίας, αριθμώντας 200 περίπου χωροφύλακες. Η διλοχία Λειβάδη βρισκόταν στην περιοχή για δύο ημέρες και λειτουργούσε ως εμπροθοφυλακή του 17ου και 18ου τάγματος Χωροφυλακής, που επέδραμε στην περιοχή, αναζητώντας τους αντάρτες. Επικεφαλής τους ήταν οι συνταγματάρχες Μπεσμπέας και Γεωργίου.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διέθετε ο ΔΣΠ, η ηγεσία των κυβερνητικών δυνάμεων Πελοποννήσου θα επιχειρούσε, με τα δύο αυτά τάγματα, επιχειρώντας να ανακαταλάβει στρατηγικές θέσεις του Ταϋγέτου, καθώς ο προηγούμενος διοικητής των κυβερνητικών δυνάμεων Στανωτάς, είχε εγκαταλείψει τις περιοχές αυτές φοβούμενος τον κίνδυνο επέκτασης του ΔΣΠ στην ορεινή Τριφυλλία και την Ολυμπία. Από τη δική της πλευρά, η διοίκηση του ΔΣΠ είχε λάβει αποφαση να πραγματοποιήσει συγκεντρωτικό χτύπημα σε ένα αδύνατο σημείο των κυβερνητικών δυνάμεων, αμέσως όταν αυτές θα εγκαθίσταντο στον Ταΰγετο, ιδιαίτερα εάν ο αντίπαλος επιχειρούσε να καταλάβει σημεία της κορυφογραμμής. 

Τρεις ημέρες μετά, στις 13/08/1947, η διλοχία Λειβάδη ξεκίνησε, στις 6 το πρωί να κινείται προς τον Άγιο Παντελεήμονα, σε υψόμετρο 1600 μέτρων. Οι αντάρτες του ΔΣΠ παρέμειναν σε αναμονή, έως ότου η διλοχία έφθασε στην τοποθεσία "Μαύρα Λιθάρια", οπότε και ο Κώστας Μπασακίδης έδωσε την εντολή της επίθεσης. Η διλοχία δέχτηκε αμέσως τα ομαδικά πυρά οπλοπολυβόλων του ΔΣΠ, ενώ επιχειρώντας να υποχωρήσει έπεσε στα πυρά της διμοιρίας του Δημήτρη Καστάνη, που είχε εγκατασταθεί στα νότα του αντιπάλου και πραγματοποίησε κυκλωτική κίνηση. Η δεύτερη αυτή επίθεση προκάλεσε ολοκληρωτική σύγχυση στη διλοχία Λειβάδη, οι άνδρες της οποίας άρχισαν να τρέχουν άτακτα προς την κατεύθυνση της Καλαμάτας, ενώ ο ίδιος ο διοικητής της εγκατέλειψε τους άνδρες τους, από τους πρώτους. 

Από τη μάχη στα "Μάυρα Λιθάρια", ο ΔΣΠ πήρε λάφυρα 6 οπλοπολυβόλα, 30 ατομικά όπλα, πολλά πυρομαχικά, ένα μεγάλο ασύρματο νούμερο 22, το πολεμικό άλογο του Λειβάδη και ολόκληρο το αρχείο του, που περιείχε δεκάδες τοπογραφικούς χάρτες.  Μοναδική προσπάθεια αντίδρασης στο ΔΣΕ υπήρξε από έναν λόχο του Τάγματος "Γεωργίου" που κατέλαβε τις θέσεις "Αγία Παρασκευή", σε έναν μικρό αυχένα του βουνού και ξεκίνησε να χτυπά τις θέσεις των ανταρτών με βαριά πολυβόλα, γεγονός που δεν ανησύχησε τους αντάρτες καθώς, η θέσεις τους βρίσκονταν πάνω από 3 χιλιόμετρα μακριά από τη μάχη, ενώ ο ΔΣΕ μάχονταν και σε δασωμένη περιοχή. 

Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 23 χωροφύλακες και δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν.


Τα υψώματα της Νεδούσας όπου έλαβε χώρα η μάχη.

Γιάννης Παπαδόπουλος: Ο επιμελητής του ΔΣΠ


Ο Γιάννης Παπαδόπουλος, γεννήθηκε το 1918 στο χωριό Βασιλικό Μεσσηνίας στους κόλπους μιας ευκατάστατης οικογένειας αγροτών και κτηνοτρόφων. Σπούδασε στη Σχολή Μελισσοκομίας και κατά την περίοδο της Κατοχής πρωτοστάτησε στη δημιουργία του ΕΑΜ και την ανασυγκρότηση των οργανώσεων του ΚΚΕ στην περιοχή της Τριφυλλίας και της Πυλίας. Υποστήριξε επίσης με πολλαπλά μέσα στη συγκρότηση του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, στο οποίο και κατατάχθηκε λαμβάνοντας μέρος σε δεκάδες μάχες, ενέδρες και συμπλοκές.


Γιάννης Παπαδόπουλος

Από το 1944 και μετά, τοποθετείται στη θέση του υπευθύνου επιμελητείας του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και μετά την Απελευθέρωση θα γνωρίσει, όπως χιλιάδες αγωνιστές, τις διώξεις του κράτους και του παρακράτους. Προκειμένου να γλιτώσει τη ζωή του, εγκαταστάθηκε από το 1945-1946 στην Αθήνα και στις αρχές του 1947 πέρασε παράνομα από την πρωτεύουσα, πίσω στην Πελοπόννησο για να καταταγεί στο ΔΣΠ. Τοποθετήθηκε αρχικά στο Αρχηγείο Ταϋγέτου του ΔΣΠ, όπου ανέλαβε την επιμελητειακή δουλειά, λόγω της μεγάλης του εμπειρίας. Στο ίδιο διάστημα κατάρτισε σχέδιο οργάνωσης της Επιμελητείας του ΔΣΠ, με προοδευτική φορολογία των κατοίκων των ελευθέρων περιοχών, σε είδος, ούτως ώστε να ανακουφιστεί ο ντόπιος πληθυσμός από τις τακτικές επιτάξεων, που αναγκαστικά εφάρμοζε για μικρό διάστημα ο ΔΣΠ. 

Οργάνωσε επίσης εκτεταμένο δίκτυο αποκρύψεως τροφίμων, εφοδίων, πυρομαχικών και οπλισμού, με τις ανάλογες αποθήκες και κρύπτες, όπως και υπηρεσία μεταφοράς. Παράλληλα, οργανώθηκαν συνεργεία παραγωγής προϊόντων για το ΔΣΠ, οπως ραφεία, τσαγκαράδικα, αρτοποιεία και συνεργεία κονσερβοποίησης κρέατος. Με το σχηματισμό της 3ης Μεραρχίας του ΔΣΠ, ο Γιάννης Παπαδόπουλος προήχθη στο βαθμό του ταγματάρχη και ανέλαβε υπεύθυνος της Κεντρικής Υπηρεσίας Επιμελητείας της μεραρχίας. Σκοτώθηκε το Μάη του 1949, στην περιοχή της Μεγαλόπολης, σε ενέδρα αποσπάσματος της Χωροφυλακής. 

Πορτραίτα αγωνιστών του ΔΣΠ - Μέρος 3ο



Δημήτρης Καζατζάς


Ο Δημήτρης Καζατζάς γεννήθηκε στο χωριό Αετός της Μεσσηνίας και μεγάλωσε στους κόλπους αγροτικής οικογένειας. Κατά την περίοδο της Κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ. Στα τέλη του 1943 κατατάχθηκε στο 3ο Τάγμα του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, ως διμοιρίτης αρχικά και αργότερα ως καπετάνιος λόχου. Μετά τη Βάρκιζα βγήκε κυνηγημένος στον Ταΰγετο, όπου εντάχθηκε από τους πρώτους στην Ομάδα Ενόπλων Καταδιωκόμενων Αγωνιστών του Μπασακίδη. Τον Απρίλη του 1948 ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής λόχου (Τάγμα Καμαρινού). Έλαβε μέρος σε όλες τις μεγάλες μάχες του ΔΣΠ (Καλάβρυτα, Λεχαινά, Χαλανδρίτσα, Ζαχάρω, Δημητσάνα, Πιάνα κ.ά.) και διακρίθηκε για τις στρατιωτικές και τις διοικητικές του ικανότητες, αλλά και για το μεγάλο του θάρρος. 

Δημήτρης Καζατζάς 


Στις αρχές του Φλεβάρη του 1949, μετά από μάχη του Τάγματός του στην περιοχή της Κερπίνης, όπου τμήματα του ΔΣΠ διολίσθησαν στα μετώπισθεν του αντιπάλου, ο Καζατζάς διατάχθηκε να περάσει στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, στο δάσος Καπέλη της Ηλείας αλλά όταν ο λόχος του πέρασε τον ποταμό Λάδωνα έπεσε σε ενέδρα κυβερνητικού τμήματος, κοντά στο χωριό Συριάμο, το οποίο και διέλυσε μετά από ολιγόωρη μάχη. Την επομένη συγκρούστηκε με τμήμα του κυβερνητικού στρατού στην περιοχή Ξυροκαρύταινας και έπειτα στο χωριό Βεσίνι. Στην τελευταία αυτή μάχη, ο λόχος του Καζατζά εξάντλησε τα πυρομαχικά του και για αυτό υπέστησε βαριές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες. Στη μάχη αυτή, ο Δημήτρης Καζατζάς τραυματίστηκε βαριά και πιάστηκε αιχμάλωτος. Δολοφονήθηκε το Μάρτιο του 1949, χωρίς να δικαστεί.



Άγγελος Τσάλτας



Ο Άγγελος Τσάλτας γεννήθηκε στο χωριό Λογγά Μεσσηνίας και υπήρξε προπολεμικά αγρότης και συνδικαλιστικό στέλεχος του ΑΚΕ και του ΚΚΕ. Πρωτοστάτησε στους αγώνες των αγροτών της περιοχής και ιδιαίτερα των σταφιδοπαραγωγών, κατά τη δεκαετία 1930-1940. Το 1936 κλείστηκε στις φυλακές Ακροναυπλίας, όπου παρέμεινε μέχρι την Κατοχή. Μετά τη δραπέτευσή του με άλλους αγωνιστές και στελέχη του ΚΚΕ, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του ΕΑΜ στη Μεσσηνία και υπήρξε μέλος της Επιτροπής Επαρχίας Πυλίας του ΚΚΕ. 


Άγγελος Τσάλτας

Μετά την Απελευθέρωση καταδιώχθηκε απηνώς και κατέφυγε στα βουνά της Πελοποννήσου. Συνεισέφερε τα μέγιστα στο σχηματισμό του ΔΣΠ και ονομάστηκε ταγματάρχης αναλαμβάνοντας την καθοδήγηση της Ομάδας Πολιτικών Επιτρόπων Πόλεων της Αχαΐας και Ηλείας. Σκοτώθηκε το 1949 στο Χάνι Πανόπουλου του νομού Ηλείας. Στο ΔΣΠ υπηρέτησε και ο αδελφός του Νίκος Τσάλτας, ο οποίος σκοτώθηκε στο χωριό Γούπατα Μεσσηνίας, το Φεβρουάριο του 1949.



Νίκος Ανδριανόπουλος



Γιος αγροτικής οικογένειας, ο Νίκος Ανδριανόπουλος από το χωριό Χαλβάτσο της Μεσσηνίας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Μεσσήνης του 1936 και έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, στο διάστημα 1940-1941. Κατά την Κατοχή εντάχθηκε στο ΕΑΜ, το 1942 και το καλοκαίρι του 1943 υπηρέτησε στο 9ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας κατέφυγε στον Ταΰγετο, καθώς οι παρακρατικοί και πρώην ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου είχαν ήδη δολοφονήσει τον αδελφό του. 


Νίκος Ανδριανόπουλος

Αργότερα πέρασε στο Αρχηγείο Ταϋγέτου του ΔΣΠ και προήχθη στο βαθμό του λοχαγού αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της Λαϊκής Πολιτοφυλακής Μεσσηνίας. Σκοτώθηκε το 1949 στη διάρκεια σύγκρουσης τμήματος της Πολιτοφυλακής με σαφώς μεγαλύτερες δυνάμεις του αντιπάλου. Έπεσε έχοντας εξαντλήσει και την τελευταία του σφαίρα.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Πορταίτα αγωνιστών του ΔΣΠ- Μέρος 2ο


Ηλίας Βρυώνης


Ο Ηλίας Βρυώνης καταγόταν από το χωριό Λέικα της Καλαμάτας και εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος προπολεμικά. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκε στο ΚΚΕ και το ΕΑΜ και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας πέρασε στην παρανομία για να διαφύγει των παρακρατικών συμμοριών που τον κατάτρεχαν. Εντάχθηκε στο ΔΣΕ ως καπετάνιος λόχου και διακρίθηκε για την ανδρεία και τη μαχητικότητά του.


Ηλίας Βρυώνης

Αργότερα, το Αρχηγείο Ταϋγέτου θα τον προτείνει για προαγωγή, στο βαθμό του καπετάνιου του 2ου τάγματος, το οποίο βρισκόταν υπό διαμόρφωση. Σκότωθηκε στις 04/03/1948 στη μάχη του χωριού Βάγγου Αρκαδίας, κατά την οποία ο ΔΣΠ διέλυσε ολοκληρωτικά τη διλοχία Γαλανόπουλου, η οποία ανήκε στην 72η Ταξιαρχία του κυβερνητικού στρατού. Ο Ηλίας Βρυώνης ήταν ο μοναδικός νεκρός του ΔΣΠ στη μάχη εκείνη.



Χριστόφορος Κώνστας

Ο Χριστόφορος Κώνστας γεννήθηκε το 1912 στην κωμόπολη Άρνα της Λακωνίας. Η έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου τον βρήκε έφερδο αξιωματικό και με τη διάλυση του στρατεύματος και την επιβολή της Κατοχής, ο Χριστόφορος Κώνστας επέστρεψε στην πατρίδα του και πρωτοστάτησε στη δημιουργία του ΕΑΜ στη Λακωνία. Οργανώθηκε επίσης στο ΚΚΕ, στους κόλπους του οποίου αναδείχθηκε σύντομα σε ηγετικό στέλεχος. Στα μέσα του 1944 ανέλαβε καπετάνιος του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Λακωνίας. Μετά τη Σμυφωνία της Βάρκιζας και την έκρηξη της λευκής τρομοκρατίας, αναγκάστηκε να καταφύγει παράνομος στον Πάρνωνα.

Στην περίοδο του Εμφυλίου θα αναλάβει αρχικά την καθοδήγηση της Νομαρχιακής Επιτροπής Λακωνίας, του ΚΚΕ και των ενόπλων καταδιωκόμενων αγωνιστών σε Πάρνωνα και Ταΰγετο. Από τον Άυγουστο του 1946 ανέλαβε την οργάνωση και καθοδήγηση του ΔΣΕ στη Νοτιανατολική Πελοπόννησο. Υπήρξε επίσης Β΄οργανωτικός γραμματέας της ΝΕ Λακωνίας και στα τέλη του 1947 αναδείχθηκε στο Γραφείο Περιοχής Πελοποννήσου του ΚΚΕ. Με τη συγκρότηση της 3ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, ανέλαβε καπετάνιος της 22ης Ταξιαρχίας. Σκοτώθηκε το Μάρτιο του 1949 στην περιοχή του χωριού Αχλαδόκαμπος Αρκαδίας, όταν επέστρεφε από τον Ταΰγετο στο Μαίναλο.


Κώστας Λαδάς (Λιμποβίσης)


Γεννήθηκε το 1913 στο χωριό Γαρδίκι Αρκαδίας και μεγαλώνοντας εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος. Τον Οκτώβριο του 1941 εντάχθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας αχτίδας του ΚΚΕ στην περίοδο 1941-1942. Το καλοκαίρι του 1943 θα ενταχθεί και στον ΕΛΑΣ, όπου θα υπηρετήσει ως αξιωματικός του 8ου Συντάγματος. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας θα περάσει στην παρανομία για να γλιτώσει τη ζωή του από τις παρακρατικές συμμορίες της περιοχής.


Ο Κώστας Λαδάς (Λιμποβίσης) στον ΕΛΑΣ.

Όντας παράνομος θα συνεχίσει τη δράση του ως ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ στη Μεγαλόπολη. Το καλοκαίρι του 1947 θα ενταχθεί στο ΔΣΠ, εντός του οποίου θα εξελιχθεί σε πολιτικό και στρατιωτικό στέλεχος. Τον Οκτώβριο του 1948 θα διατελέσει καπετάνιος του Αρχηγείου Μαινάλου και μετέπειτα πολιτικός επίτροπος της 55ης Ταξιαρχίας του ΔΣΠ. Αργότερα, με διαταγή του Γενικού Αρχηγείου θα λάβει το βαθμό του ταγματάρχη. Σκοτώθηκε το Νοέμβριο του 1948 στην περιοχή του χωριού Λυκόχια της Αρκαδίας.


Θανάσης Παπανικολάου (Ντουνιάς)


Ο Θανάσης Παπανικολάου γεννήθηκε στο χωριό Ζώνη της Αρκαδίας, στα 1922 και τελείωσε το Λύκειο το 1941. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ και αγωνίστηκε κατά των κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους, από τις γραμμές τους, έως το καλοκαίρι του 1943, οπότε και πέρασε στη δράση του ΕΛΑΣ, υπηρετώντας στο 11ο Σύνταγμα, ως πολιτικός επίτροπος λόχου. Μετά την υπογραφή της Βάρκιζας, κατέφυγε κυνηγημένος στο Μαίναλο, στην Ομάδα Ενόπλων Καταδιωκόμενων Αγωνιστών των Πέρδικα, Κ. Λαδά και Ντίνου Παναγόπουλου. 



Θανάσης Παπανικολάου (Ντουνιάς)

Στα τέλη του 1946 αρρώστησε βαριά από τις στερήσεις και τις κακουχίες και μεταφέρθηκε παράνομα στην Αθήνα, με τη φροντίδα της Νομαρχιακής Επιτροπής Αρκαδίας, όπου και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο. Μετά την αποθεραπεία του, επανήλθε στο ΔΣΠ στο Μαίναλο, όπου υπηρέτησε ξανά με το βαθμό του πολιτικού επιτρόπου λόχου. Αργότερα θα αναδειχθεί σε διοικητή λόχου στην 55η Ταξιαρχία του ΔΣΠ και με διαταγή του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, θα ονομαστεί υπολοχαγός. Με το διάταγμα του Υπουργείου Στρατιωτικών της ΠΔΚ, στις 24/04/1948 θα ονομαστεί λοχαγός πεζικού, επ' ανδραγαθία, για τη συμμετοχή του στη μάχη των Καλαβρύτων. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές σκοτώθηκε στις , 21/01/1949, στη μάχη του Αγίου Βασιλείου Κυνουρίας.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Πορτραίτα αγωνιστών του ΔΣΠ



Βασίλης Μπράβος


Γεννήθηκε στο Μελιγαλά Μεσσηνίας και αποφοίτησε προπολεμικά από τη Νομική Αθηνών. Κατά τα φοιτητικά του χρόνια υπήρξε οργανωμένος στην ΟΚΝΕ και μετέπειτα στελεχώθηκε στο ΚΚΕ. Τον Ιούλιο του 1941 πρωτοστάτησε στη συγκρότηση της "Νέας Φιλικής Εταιρείας" στη βόρεια Μεσσηνία, αντιστασιακή οργάνωση που υπήρξε πρόδρομος του ΕΑΜ και συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΕ. Λίγο αργότερα συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς κατακτητές και στέλνεται σε ιταλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, από τα οποία θα απλυθεί με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. 

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα θα καταταγεί στον ΕΛΑΣ, υπηρετώντας στο 9ο Σύνταγμα και αργότερα στο επιτελείο του ως γραμματέας της Επιτροπής Διαφώτισης της οργάνωσης του ΚΚΕ στο 9ο Σύνταγμα. Μετά την Απελευθέρωση βρέθηκε στη θέση του λαϊκού επιτρόπου του Ανταρτοδικείου Μεσσηνίας και το Σεπτέμβριο του 1944 δίκασε υποθέσεις συνεργατών των κατακτητών στην Καλαμάτα.


Βασίλης Μπράβος

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας καταδιώχθηκε απηνώς για την αντιστασιακή του δράση. Κατηγορήθηκε κυρίως για "φόνους" συνεργατών του εχθρού και για το λόγο αυτό πέρασε στην παρανομία, στη θέση του καθοδηγητή καταδιωκόμενων αγωνιστών της Μεσσηνίας. Με απόφαση του ΚΚΕ θα φύγει για τη Γιουγκοσλαβία και το Μπούλκες, όπου θα λάβει στρατιωτική εκπαίδευση. Θα επιχειρήσει να επιστρέψει στην Πελοπόννησο, τον Ιανουάριο του 1944, μαζί με 15 ακόμα στελέχη του ΚΚΕ, που προορίζονταν για τη στελέχωση του ΔΣΠ, όμως θα χάσει τη ζωή του στο χωριό Πενταώριο Δωρίδας, στις 24/12/1947, σε ενέδρα της Χωροφυλακής. Ο Βασίλης Μπράβος θα πέσει από τα πυρά των χωροφυλάκων μαζί με τον Γκίκα Φράγκο. Οι θύτες τους έκοψαν τα κεφάλια τους και τα περιέφεραν στο χωριό Αγία Ευθυμία. Τα ακέφαλα σώματά τους τάφηκαν στο νεκροταφείο του ίδιου χωριού.


Θωμάς Αγγελάκος


Ο Θωμάς Αγγελάκος γεννήθηκε στο χωριό Πετρίνα Λακωνίας και προπολεμικά αποφοίτησε από τη Νομική της Θεσσαλονίκης.Υπήρξε μέλος του ΚΚΕ από τα φοιτητικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη και κατά την Κατοχή διετέλεσε μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Λακωνίας του ΚΚΕ. Μετά τη Βάρκιζα πέρασε στην παρανομία και με τη συγκρότηση του ΔΣΠ τοποθετήθηκε στη θέση του πολιτικού επιτρόπου του Αρχηγείου Αχαΐας- Ηλείας, όντας μέλος και του Γραφείου Περιοχής Πελοποννήσου του ΚΚΕ. Εκτελέστηκε στις 08/02/1949, μετά από καταδίκη του, από το Στρατοδικείο Τρίπολης.



Κώστας Μουλόπουλος


Ο Κώστας Μουλόπουλος γεννήθηκε το 1915, στο χωριό Πέλαγος της Αρκαδίας και σπούδασε τη νομική επιστήμη προπολεμικά. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ στην Πελοπόννησο. Μετά την Απελευθέρωση γνώρισε διώξεις από το κράτος και το παρακράτος της εποχής και βγήκε κυνηγημένος από τις παρακρατικές συμμορίες στην παρανομία. 



Κώστας Μουλόπουλος

Υπήρξε επιτελικός συνεργάτης του Νίκου Μπελογιάννη, κατά την παραμονή του τελευταίου στην Πελοπόννησο και το Φεβρουάριο του 1948 διετέλεσε μέλος του Γραφείου Περιοχής Πελοποννήσου του ΚΚΕ και αντιπρόσωπος της ΠΔΚ στην Πελοπόννησο Στις 05/05/1949 αιχμαλωτίστηκε από τον κυβερνητικό στρατό και οδηγήθηκε στο Στρατοδικείο Τρίπολης, το οποίο τον καταδίκασε σε θάνατο. Η ποινή του εκτελέστηκε μερικές ημέρες μετά. Ο Μουλόπουλος έπεσε από το απόσπασμα με τη γροθιά υψωμένη και φωνάζοντας: "Ζήτω το ΚΚΕ". 


Γ. Ξενάκης


Ο Γ. Ξενάκης γεννήθηκε το 1909 στο χωριό Μηλιά Μεσσηνίας και υπήρξε τσαγκάρης στο επάγγελμα. Ανέπτυξε πλούσια συνδικαλιστική δράση κατά το Μεσοπόλεμο και υπήρξε υποψήφιος βουλευτής, με το ΚΚΕ στις εκλογές του 1935. Επί Μεταξικής Δικτατορίας κλείστηκε στην Ακροναυπλία, από την οποία απέδρασε με την έναρξη της τριπλής Κατοχής. Στο διάστημα 1944-1946 διετέλεσε πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Καλαμάτας και καταδιώχθηκε από τις μοναρχοφασιστικές συμμορίες. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εντάχθηκε στο ΔΣΕ και κατά την περίοδο 1948-1949 τοποθετήθηκε αντιπρόσωπος της ΠΔΚ στη Μεσσηνία.

Στις 18/09/1949 αιχμαλωτίστηκε από τις αστικές στρατιωτικές δυνάμεις και στις 19/09/1949 δολοφονήθηκε όντας αιχμάλωτος του 13ου ΕΤΠ του Εθνικού Στρατού δια λιθοβολισμού, στην πλατεία του χωριού Λαδά της Μεσσηνίας. 

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

O άλλος Ζέρβας


Και για την περίπτωση του στρατηγού του ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ Ναπολέοντα Ζέρβα, πολλά έχουν γραφεί σε δεκάδες βιβλία, αρκετά από τα οποία είναι αφειδώς συμπληρωμένα με "γενναίες" δόσεις μυθοπλασίας. Όντας επικεφαλής της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ, ο Ναπολέων Ζέρβας, μέτριας ικανότητας στρατιωτικός, αλλά ευφυής και πονηρός πολιτικός, ανέπτυξε στρατιωτική αντιστασιακή δράση, με την αδρή χρηματική, πολιτική και υλική υποστήριξη των Βρετανών πρακτόρων στην Ελλάδα, για να βρεθεί από το 1943 στη θέση του προνομιακού "συνομιλητή" των ναζιστικών αρχών κατοχής, στην Ήπειρο και τελικώς να αναπτύξει επιθετικές ενέργειες κατά του ΕΛΑΣ, σε συνδυασμό με τις γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται να αναφερθούμε στο στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα, αλλά στον ηρωικό ΕΛΑΣίτη λοχαγό και συγγενή του Ναπολέοντα Ζέρβα, Γιώργη.

Ο Γιώργης Ζέρβας γεννήθηκε στην Άρτα και ολοκληρώνοντας στρατιωτικές σπουδές, αποφοίτησε, από τη Σχολή Ευελπίδων με το βαθμό του ανθυπολοχαγού πεζικού. Πολέμησε στη διάρκεια της ιταλικής εισβολής στα αλβανικά σύνορα. Όντας αξιωματικός καριέρας, ενσυνείδητος πατριώτης και έμπειρος στρατιωτικός, σε επιχείρηση του ΕΛΑΣ ενάντια στους Γερμανούς (1943), στην περιοχή του Μακρυνόρους Αιτωλοακαρνανίας, ο Γιώργης Ζέρβας εμφανίστηκε ως απλός πολίτης στον επικεφαλής των ΕΛΑΣιτών Θανάση Μητρομάρα και του ζήτησε ένα τουφέκι για να συμμετέχει στην επιχείρηση. Λίγο αργότερα, ο Μητρομάρας θα πληροφορηθεί ότι μπροστά του βρίσκεται αξιωματικός του στρατού, με εμπειρία στον πόλεμο και θα του προτείνει να συντονίσει την επιχείρηση στο πλευρό του. Η απάντηση του Ζέρβα υπήρξε αποστομωτική:

"Μην το συζητάς καθόλου. Θα πολεμήσω τους Γερμανούς σαν απλός φαντάρος".



Ο Γιώργης Ζέρβας (πρώτος από δεξιά) στον κλωβό πειθαρχημένης διαβίωσης, στη Μακρόνησο.


Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία, το γερμανικό μηχανοκίνητο τμήμα εξουδεταιρώθηκε και ως λάφυρα πάρθηκαν ασύρματοι, οπλισμός και ρουχισμός. Με τη λήξη της επιχείρησης, ο Γιώργης Ζέρβας ζήτησε από το Μητρομάρα να καταταγεί στον ΕΛΑΣ Ηπείρου, δηλώνοντας ότι η απόφασή του είναι οριστική και αμετάκλητη. Πράγματι, με το βαθμό του λοχαγού, ο Γιώργης Ζέρβας εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ Ηπείρου και τίμησε το βαθμό και τη ήθος του δίνοντας με αυταπάρνηση δεκάδες μάχες ενάντια στους κατακτητές. 

Μετά την Απελευθέρωση συλλαμβάνεται και στέλνεται στο κολαστήριο της Μακρονήσου, όπου θα τοποθετηθεί στον κλωβό πειθαρχημένης διαβίωσης και θα υποστεί όργια ξυλοδαρμών και βασανιστηρίων χωρίς να υπογράψει δήλωση. Στις αρχές του Νοεμβρίου του 1948 προσβάλλεται από λευχαιμία και η υγεία του γρήγορα θα επιδεινωθεί ραγδαία. Εκείνος συνεχίζει να προσφέρει με αυταπάρνηση τις υπηρεσίες του στους συνεξορίστους του, παραμένοντας στο πόστο του μάγειρα και ετοιμάζοντας καθημερινά συσσίτιο για 2000 ψυχές. Οι συνεξόριστοί του, του έλεγαν μέσα στη βαρυχειμωνιά του 1949:

"Βρε Γιώργη. Βρε παιδί μου, κάτσε αφού δεν μπορείς."

Κι εκείνος απαντούσε:

"Μα δεν έχω τίποτε. Είμαι καλά."

Στα τέλη Δεκέμβρη του 1948, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε σημαντικά και οι συνεξόριστοί του, με επικεφαλής τους εξόριστους γιατρούς του κλωβού πειθαρχημένης θα τον παραδώσουν στη διοίκηση του κλωβού για άμεση και ταχεία μεταγωγή στην Αθήνα, τονίζοντας το επικίνδυνο της κατάστασης. Αντιθέτως, το αστικό κράτος της εποχής θα προτιμήσει να του προσφέρει έναν "σιωπηρό θάνατο", όπως σε εκατοντάδες άλλους εξορίστους και πολιτικούς κρατουμένους της εποχής, τσουβαλιάζοντάς τον για μέρες στα υπόγεια του τμήματος μεταγωγών της Αθήνας. Ημιθανής, ο Γιώργης Ζέρβας θα μεταχθεί τελικά στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, για να πεθάνει 2-3 μέρες μετά, σε κάποιο ράντζο.


Πηγή: Γιάνης Βασιλάς, Μακρονήσι, Φοίβος, Αθήνα 1987, 368-370.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Ο άλλος Τσακαλώτος



Για το Θρασύβουλο Τσακαλώτο πολλά έχουν γραφεί, τα περισσότερα εκ των οποίων από τον ίδιο, σε ένα ωραιοποιημένο βιβλίο, που στην εποχή του "κοσμούσε" τις βιβλιοθήκες πολλών αστικών οικογενειών που καρπώθηκαν τεράστια ποσά από το Σχέδιο Μάρσαλ και που πολλές εξ αυτών έκρυβαν συστηματικά και στα βαθύτερα ντουλάπια τους, το δωσιλογικό τους παρελθόν. Ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος είναι αδιαμφισβήτητα ο στρατηγός του αστικού στρατού, που κέρδισε τον Ελληνικό Εμφύλιο.

Υπήρξε παράλληλα ο στρατηγός που προέτρεψε τους στρατιώτες του να εκτελούν άνευ δίκης τους κομμουνιστές των Κέντρων Πληροφοριών, τους τροφοδότες του ΔΣΕ και εκτόπισε περίπου 5000 αθώους πολίτες από την Πελοπόννησο, στέλνοντάς τους στην κόλαση της Μακρονήσου, ως "συμπαθούντες", προκειμένου να εφαρμόσει τη μέθοδου του Ιμπραήμ, για δεύτερη φορά στην Πελοπόννησο.

Ωστόσο, εδώ δεν θα αναφερθούμε σε αυτόν, αλλά στον "άλλο" Τσακαλώτο, το στήριγμα του ελληνικού λαού της Πρέβεζας. 


Ο Αντώνης Τσακαλώτος.


Ο Αντώνης Τσακαλώτος, ανηψιός του Θρασύβουλου Τσακαλώτου, γεννήθηκε στην Πρέβεζα στους κόλπους μιας πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας. Τελείωσε το Σχολαρχείο και σπούδασε οικονομικά, για να διοριστεί αργότερα στην Εθνική Τράπεζα Πρεβέζης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ και υπηρέτησε το λαό της πόλης πιστά και με γενναιότητα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές και τους ντόπιους λακέδες τους. Μετά την Απελευθέρωση υπερσπίστηκε γενναία το λαό της Πρέβεζας ενάντια στους δολοφόνους του ΕΔΕΣ και μετέπειτα ενάντια στις αυθαιρεσίες των Βρετανών στην πόλη. 

Το μετάλλιο τιμής που του απένειμε η πατρίδα για τις υπηρεσίες του στο λαό της, ήταν η σύλληψη και εκτόπισή του στη Μακρόνησο, όπου βρέθηκε αρχικά στο σύρμα της ΣΦΑ και μετέπειτα στο Β΄ΕΤΟ. Στο Β΄ΕΤΟ τοποθετήθηκε στη χαράδρα των "αμετανόητων" υπό την επίβλεψη του εφέδρου ανθυπολοχαγού Γιανιά. Με το Γιανιά, ο Αντώνης Τσακαλώτος συνδεόταν με πολύχρονη φιλία. Ωστόσο, ο Γιανιάς δεν βοήθησε ούτε στο ελάχιστο τον παλιό του φίλο, ενώ ήταν στην απόλυτη δικαιοδοσία και δυνατότητά του, η προφύλαξη του παλιού του φίλου.

Αντιθέτως, ο Γιανιάς επέτρεψε στους ΑΜίτες, Καραφώτη και Κωτσκολιό να σακατέψουν με καδρόνια και άλλα βασανιστήρια τον Τσακαλώτο, σε σημείου αναισθησίας. Ήταν τέτοια τα τραύματά του, που διατάχθηκε να μεταφερθεί στο αναρρωτήριο, "πολυτέλεια" σπάνια για εξόριστους της Μακρονήσου, όπου και παρέμεινε κληνήρης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, ο Τσακαλώτος ήταν περήφανος άνθρωπος και ουδέποτε ζήτησε κάτι ή έστω απεύθυνε λόγο στο Γιανιά.

Απολύθηκε από τη Μακρόνησο, το Φεβρουάριο του 1951. 

Πηγή: Γιάνης Βασιλάς, Μακρονήσι, Φοίβος, Αθήνα 1982, 62-63.

Βασίλης Φέστας


Ο Βασίλης Φέστας γεννήθηκε το 1912 στο χωριό Αρφαρά της Μεσσηνίας και αποφοιτώντας από το Σχολαρχείο εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Κατά την περίοδο της Κατοχής αγωνίστηκε κατά των κατακτητών από τις γραμμές του ΕΑΜ και οργανώθηκε παράλληλα και στο ΚΚΕ. Μετά την Απελευθέρωση καταδιώχθηκε για την αντιστασιακή του δράση από τις παρακρατικές συμμορίες της Μεσσηνίας και στάλθηκε κατόπιν σύλληψής του στην εξορία, μαζί με τα αδέλφια του Κώστα και Γιάννη, επίσης αγωνιστές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης.

Το καλοκαίρι του 1947 και αφού απολύθηκε από την εξορία, κατατάσσεται στο ΔΣΕ και εντάχθηκε στο Αρχηγείο Ταϋγέτου. Το Μάρτιο του 1949, όταν τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου είχαν σχεδόν εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους, αναγκάστηκαν να διαχωριστούν σε μικρές ομάδες, για να ελίσσονται καλύτερα και να μπορούν να διατραφούν. Ο Βασίλης Φέστας κατέφυγε πίσω στο χωριό του, όπου, με ευθύνη συγχωριανών του, προδόθηκε και δολοφονήθηκε από μέλη τοπικής παρακρατικής συμμορίας, στις 10/03/1949.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Γιάννης Κασσάς: Ο αδικοχαμένος λοχαγός-ήρωας του ΕΛΑΣ Μεσσηνίας


Ο Γιάννης Κασσάς γεννήθηκε το 1919 στην Καλαμάτα και διατέλεσε μόνιμος ανθυπολοχαγός του προπολεμικού αστικού στρατού. Κατά την περίοδο της ιταλικής εισβολής, πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, όπου διακρίθηκε για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Με την επιβολή της τριπλής Κατοχής στην Ελλάδα, ο Γιάννης Κασσάς εντάχθηκε στο ΕΑΜ και μετέπειτα οργανώθηκε στο ΚΚΕ. 



Ο Γιάννης Κασσάς, με τη στολή λοχαγού του προπολεμικού αστικού στρατού.


Λίγο αργότερα θα υπηρετήσει στο 2ο Τάγμα του 9ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ στη Μεσσηνία, με το βαθμό του στρατιωτικού διοικητή λόχου. Ο ίδιος, όπως και οι άνδρες του θα λάβουν μέρος σε πλειάδα μαχών ενάντια στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές. Το τάγμα του Κασσά , όπως και ο ίδιος θα διακριθούν για τη δράση και την επίδοσή τους, στο πεδίο της μάχης. Παραδείγματα της υποδειγματικής τους στρατιωτικής ικανότητας υπήρξαν, η μάχη της Αρτεμισίας, κατά των Ιταλών, η μάχη στα "Χανάκια" Καλαμάτας (Απρίλιος 1944), όπου το τάγμα Κάσσα διέλυσε διλοχία Γερμανών, η μάχη του Μελιγαλά και η μάχες της Ανδρούσας και των Παραδεισίων, όπου το 9ο Σύνταγμα συνέτριψε δυνάμεις των Γερμανών και των ταγματασφαλιτών του Παπαδόγκωνα.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Γιάννης Κασσάς κατέφυγε παράνομος στην Αθήνα για να προστατευθεί από το όργιο της λευκής τρομοκρατίας στην Πελοπόννησο. Το Μάιο του 1947, ο Γιάννης Κασσάς , ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Β. Παπάζογλου και ο Ηλίας Καραμούζης, πρώην καπετάνιος του 11ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, ετοιμάζονταν να φύγουν για την Πελοπόννησο και να καταταγούν στο ΔΣΕ. Στις 19/05/1947, οι τρεις συναντήθηκαν σε ταβέρνα στην περιοχή του Χολαργού για να κανονίσουν λεπτομέρειες για την αναχώρησή τους. Εκεί, δολοφονήθηκαν από ενόπλους παρακρατικούς της περιοχής.