Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Η μάχη της Ηλεκτρικής: Δύο σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα


Η μάχη της Ηλεκτρικής διαδραματίστηκε στις 13 Οκτωβρίου 1944. Πρόκειται για πολύωρη ένοπλη σύγκρουση στα πλαίσια προστασίας των υποδομών της πρωτεύουσας από τους υποχωρούντες Γερμανούς κατακτητές, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ Αθήνας και τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής. Στο πλευρό του ΕΛΑΣ πολέμησαν και ένοπλοι εργάτες του Εργατικού ΕΑΜ.

Τη νύχτα της 11 Οκτωβρίου 1944 δυνάμεις του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αχρήστευσαν τρία φρεάτια υπονόμευσης με εκρηκτικά που είχαν στόχο την ανατίναξη του λιμανιού του Πειραιά. Τα εκρηκτικά είχαν τοποθετηθεί εκεί από τις γερμανικές δυνάμεις.

Την επομένη οι 60 Γερμανοί φρουροί του εργοστασίου της Ηλεκτρικής προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις με στελέχη του ΕΛΑΣ και την εργοστασιακή επιτροπή του ΕΑΜ. Η συμφωνία ήταν να μη πραγματοποιηθεί επίθεση του ΕΛΑΣ κατά των Γερμανών, με αντάλλαγμα τη μη καταστροφή των υποδομών του εργοστασίου καθώς και την απελευθέρωση των εγκλωβισμένων Ελλήνων εργατών από τους υποχωρούντες Γερμανούς. 

Οι Γερμανοί φρουροί όντως υποχώρησαν χωρίς να χτυπηθούν και ο ΕΛΑΣ ανέπτυξε φρουρά γύρω από το εργοστάσιο.

Όμως την επομένη μέρα οι Γερμανοί κατέστρεψαν εγκαταστάσεις υγρών καυσίμων της Shell στο Πέραμα ενώ η φρουρά των 60 Γερμανών της Ηλεκτρικής επέστρεφε για να καταστρέψει το εργοστάσιο. 4 Λόχοι του Ι/6 Τάγματος του ΕΛΑΣ Πειραιά κινήθηκαν εναντίον των Γερμανών ενώ ομάδες ένοπλων πολιτών του ΕΑΜ έκοβαν τηλεφωνικούς στύλους. Σε βοήθεια των μαχητών του ΕΛΑΣ ήρθαν οπλισμένοι εργάτες του εργοστασίου της Ηλεκτρικής υπό τον μηχανικό υπηρεσίας Βενιζέλο Αποστολίδη. 

Οι Γερμανοί εγκλωβίστηκαν σε κλοιό έξω από το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής. Ομάδα αστυφυλάκων υπό τον ταξίαρχο Παυσανία Κατσώτα κινήθηκε προς το Κερατσίνι προς βοήθεια των Ελλήνων αντιστασιακών, ενώ και το ΙΙ/6 Τάγμα Κοκκινιάς του ΕΛΑΣ κάλυπτε τα νώτα των αμυνομένων στη περιοχή μεταξύ Νίκαιας και Αιγάλεω.

Μετά από πέντε ώρες μάχης οι Γερμανοί νικήθηκαν, με απώλειες 11 νεκρούς, 21 τραυματίες και 24 αιχμαλώτους.

Οι παρακάτω φωτογραφίες αποτελούν σπάνιο φωτογραφικό ντοκουμέντο της Μάχης της Ηλεκτρικής

Αντάρτες του ΕΛΑΣ φωτογραφίζονται πάνω από τους 9 νεκρούς Γερμανούς της Μάχης της Ηλεκτρικής. Η φωτογραφία έχει τραβηχθεί στην περιοχή αλευρομύλων. Είναι η πρώτη και μοναδική φωτογραφία τέτοιου είδους που έχει ληφθεί από δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Αντάρτες του ΕΛΑΣ προωθούν τραυματίες Γερμανούς της Μάχης της Ηλεκτρικής στη διοίκηση του 1ου Τάγματος του ΕΛΑΣ.


Διαμαντώ Κουμπάκη


Η Διαμάντω Κουμπάκη γεννήθηκε στις 8 Φλεβάρη 1926 στον Πειραιά. Οι γονείς της ήταν ο Γιάννης Κουμπάκης και η Μαρία Τσίπση, φτωχοί κάτοικοι του Κερατσινίου. Στα 16 της οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ και πέρασε στη μάχη ενάντια στον κατακτητή. Το 1943 θα περάσει στη δράση της ΟΠΛΑ και θα οργανωθεί και στο ΚΚΕ. Δραστηριοποιήθηκε στον Πειραιά, στα Ταμπούρια, την Κοκκινιά και την Αμφιάλη. 

Τον Μάριο του 1944, σε συμπλοκή με Γερμανούς και ταγματασφαλίτες στην Αμφιάλη θα τραυματιστεί στο πόδι και το χέρι.

Στο μεγάλο μπλόκο της Κοκκινιάς στις 17 Αυγούστου 1944, την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια.

Η Κουμπάκη θα ταμπουρωθεί σε οικία που έμενε όταν έγινε ο κλοιός και θα υπερασπιστεί τη ζωή της με ένα αυτόματο όπλο, σκοτώνοντας όσους πρόλαβε πριν την σύλληψή της. Οι ταγματασφαλίτες την συνέλαβαν και τη βασάνισαν με φρικαλέο τρόπο για ώρα. Όση ώρα τη βασάνιζαν εκείνη τους έβριζε και τους απαντούσε «Σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Αργότερα, κι αφού κείτονταν ανίκανη να κινηθεί από τους πόνους της έριξαν τη χαριστική βολή. 

Τα τελευταία της λόγια ήταν: "Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες, θα τους εκδικηθούν".

Προς τιμή της μνήμης της, πλατεία στη Νίκαια φέρει το όνομα της όπου υπάρχει και προτομή της.


Φωτογραφία από πλακάτ της ΕΠΟΝ κατά την Απελευθέρωση που εικονίζει τον ηρωισμό της Διαμάντως.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Μια μικρή περιήγηση στον Κίσσαβο του Εμφυλίου


Το βουνό Κίσσαβος στη Θεσσαλία αποτέλεσε περιοχή δράσης του αντάρτικου κινήματος τόσο κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944), όσο και κατά την περίοδο του Εμφυλίου (1946-1949). Πρόκειται για ένα βουνό με καταπράσινες πλαγιές και ψηλές κορυφές, ενδεικνυόμενο για ανταρτοπόλεμο. 

Οι πρώτες συγκρούσεις στον Κίσσαβο ξεκίνησαν το 1946 οπότε και οι πρώτες Ομάδες Καταδιωκόμενων Αγωνιστών είχαν καταλάβει ήδη μεγάλος μέρος των ορεινών περιοχών του βουνού. 

Στην ευρύτερη περιοχή της Μελίβοιας και σε όλη την έκταση του Κισάβου, από την κωμόπολη Αγιά μέχρι το χωριό Καρύτσα προς Βορρά, σε απόσταση  δηλαδή μεγαλύτερη από 25 χιλιόμετρα, στη δασώδη περιοχή, οι ομάδες ανταρτών του ΔΣΕ είχαν στήσει ως το 1947 πρόχειρα οχυρά και εγκαταστάσεις στρατοπέδευσης. Στα πιο ορεινά βρίσκονταν οι νοσοκομειακές τους εγκαταστάσεις και τα έμπεδα νεοσυλλέκτων τους. 

Στην περιοχή Αρκοδοπούρι του Κισσάβου, ο ΔΣΕ είχε τοποθετήσει την επισιτιστική του επιμελητεία. Εκεί υπήρχαν οι φούρνοι του και τα σφαγεία του. Οι μάγειρες του ΔΣΕ έσφαζαν τα ζώα και τα κονσερβοποιούσαν. Έβαζαν το κρέας μέσα σε κοιλιές ζώων και τις κοιλιές αυτές, με αλάτι, τις τοποθετούσαν μέσα σε πήλινα δοχεία- πιθάρια. Η κονσέρβα αυτή δίνονταν στους μαχητές του ΔΣΕ συνήθως πριν από κάποια μάχη για να έχουν αντοχή. Ντόπιες πηγές αναφέρουν ότι στα διακόσια μέτρα βορειοδυτικά της γέφυρας Αρκοδοπουρίου βρίσκεται ένας υπερυψωμένος βράχος όπου εκεί βρίσκονταν οι φυλακές του ΔΣΕ. Στην τοποθεσία αυτή με τη λήξη του Εμφυλίου λέγεται πως βρέθηκαν πολλά κομμένα κεφάλια (πρακτική που γνωρίζουμε ότι εφαρμόζονταν από τον Εθνικό Στρατό, τη Χωροφυλακή, τα ΜΑΥ/ΜΑΔ και τις λοιπές παρακρατικές συμμορίες της Δεξιάς). 

Στην περιοχή δίπλα στο το ρέμα της Κερασιάς μπορεί κανείς να εντοπίσει μια σπηλιά. Οι ντόπιοι έχουν ονομάσει την σπηλιά αυτή "σπηλιά της Ειρήνης". Εκεί λέγεται ότι κρατούνταν από τους αντάρτες κάποια Ειρήνη Σφυρή. Η εν λόγω κοπέλα λέγεται ότι κρατήθηκε εκεί για 15 περίπου ημέρες και εκτελέστηκε μετά στην ίδια τοποθεσία.


Η σπηλιά της Ειρήνης

Ήδη το 1946, η κινητικότητα των ανταρτών στην περιοχή του Κισσάβου είναι έντονη. Παρατηρούνται οι πρώτες συμπλοκές με τις δυνάμεις του αστικού κράτους: 

«Την ίδιαν  13ην Αυγούστου 1946 τμήματα του Μηχανοκίνητου Τάγματος Χωροφυλακής συνεπλάκησαν εις την περιοχής του χωρίου Αθανάτη (Μελίβοια) του όρους Κισσάβου μετά πολυμελούς συμμορίας. Μετά τρίωρον αγώνα εξετοπίσθησαν οι Κ/Σ (κομμουνιστοσυμμορίτες) εκ τω δεσποζουσών θέσεών των και διεσκορπίσθησαν. Συνελήφθησαν 3 Κ/Σ και ετραυματίσθη είς χωροφύλαξ.»

Και από άλλη αναφορά του ΓΕΣ:

«Ο Λόχος Αγυιάς (Αγιάς) εκινήθη εκκαθαριστικώς κατά μεν την 10ην Αυγούστου 1946 επί του δρομολογίου Αγυιά-Μεγαλόβρυσι-Πετριανός-Τρεις Στάλοι-Παληοληάς-Ανατολή. Ο Λόχος ενεπλάκη σε σύγκρουση μετ' αποσπάσματος Κ/Σ και καθηλώθηκε διά διάστημα τεσσάρων ωρών. (...) Το Απόσπασμα Χωροφυλακής εκινήθη εκκαθαριστικώς επί του δρομολογίου Ραψάνη-Στόμιον-Καρύτσα-Κόκκινο Νερό-Μελίβοια-Αγυιά. Το αποτέλεσμα της επιχειρήησεως υπήρξε πενιχρόν.»

Και ακόμα: 

«Κατά νυκτερινήν ενέργειας της 22/23ην Οκτωβρίου παρά του 501 Τάγματος Πεζικού προς Μελίβοιας της περιοχής Όσσης, συνεπλάκη τούτο μετά ομάδος Κ/συμμοριτών, καθ’ ην εφονεύθησαν 3 συμμορίται και 1 τραυματισθείς συνελήφθη. Η εξερεύνησις της περιοχής Όσσης, εσυνεχίσθη μέχρι και πέραν της 31ης Οκτωβρίου παρά των τμημάτων της 3ης Ταξιαρχίας, άνευ όμως ουδενός σημαντικού γεγονότος ή αποτελέσματος.»

Τον Μάρτιο του 1947, οι επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού στον Κίσσαβο εντείνονται σε σκληρότητα και αποφασιστικότητα. Ο Δημοκρατικός Στρατός ανταπαντά με συνεχείς ελιγμούς και αιφνιδιαστικές αντεπιθέσεις. Το μέτωπο μέχρι και το καλοκαίρι του 1947, που λήγουν οι επιχειρήσεις δεν έχει ξεκαθαριστεί στο βουνό. Στις 9/3/1947 στις επιχειρήσεις με τον Εθνικό Στρατό, σκοτώθηκε ο καπετάν Κοσμάς, ΠΕ του ΔΣΕ. Το κορμί του διαπομπεύτηκε σε ορεινά χωριά του βουνού κι αργότερα μεταφέρθηκε στην Μελίβοια. 

Το 1948 αποτελεί το έτος σύστασης του Αρχηγείου Κισσάβου. Γνωστή προσωπικότητα ανάμεσα στους αντάρτες και πιθανότητα στέλεχος του ΔΣΕ της περιοχής υπήρξε ο Γεώργιος Καλδής, αντάρτης του ΕΛΑΣ και γνωστός ως "καπετάν Κέδρος" ή "Κέθρος". Συντονιστής και αρχηγός της ομάδας ανταρτών του Κισσάβου, και συγκεκριμένα προς το τέλος του εμφύλιου πολέμου, φαίνεται πως υπήρξε ο Καλδής, με ιδιαίτερη δράση στην ευρύτερη περιοχή. 

Προς το τέλος του 1949, ο ΔΣΕ Κισσάβου βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης λόγω των σοβαρών ελλείψεων σε έμψυχο υλικό, τρόφιμα, εφόδια και όπλα. Οι αντάρτες έχουν πια κατατμηθεί σε μικρές ομάδες των 5-6 αγωνιστών για να μπορούν να τρέφονται ευκολότερα και να ελίσσονται πιο αποτελεσματικά. Από τη δική του μεριά ο Εθνικός Στρατός διενεργεί μεγάλης κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις για την ολοκληρωτική εξόντωση των ανταρτών της περιοχής. 

Το 1949, ο Εθνικός Στρατός εντόπισε το οχυρό του Κέδρου στον Κίσσαβο, σε απόσταση περίπου 15 χιλιόμετρα από τη Μελίβοια. Εκεί, ύστερα από ένοπλη συμπλοκή, οι αντάρτες της ομάδας του Κέδρου, επιτέθηκαν με χειροβομβίδες. Ο Κέδρος καθώς αντιλήφθηκε το γεγονός του εντοπισμού του από το Εθνικό Στρατό, έβαλε τέλος στη ζωή του. Οι κρατικές δυνάμεις εντόπισαν αργότερα το σώμα του νεκρού και απέκοψαν το κεφάλι του, το οποίο και περιέφεραν στην πλατεία της Μελίβοιας.



Η παραπάνω περιήγηση προέρχεται μερικώς και από τον εξαιρετικό ιστότοπο: http://melivoia1.blogspot.gr/2010/04/blog-post.html

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Νίκος Μπογίοπουλος: Οτσαλάν: Η “επέτειος” της ντροπής



Στις 15 Φλεβάρη 1999, πριν ακριβώς από 17 χρόνια, ο Οτσαλάν έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, με εμπλοκή της τότε ελληνικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον κ.Σημίτη.

   
Την επόμενη μέρα, κι ενώ ο ελληνικός λαός είχε σαστίσει μαθαίνοντας τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα στην ελληνική πρεσβεία στην Κένυα, τέθηκε στον τότε κυβερνητικό εκπρόσωπο μια ερώτηση που ουδέποτε είχε τεθεί μέχρι τότε σε εκπρόσωπο κυβέρνησης: «Ποιος είναι ο ορισμός που δίνει η κυβέρνησή σας στις έννοιες "φιλότιμο" και "αξιοπρέπεια";», ήταν η ερώτηση...


Η απάντηση του κ. Ρέππα, όπως και τότε έτσι και σήμερα, δεν είχε και δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι εκείνες τις μέρες η Ελλάδα είχε οδηγηθεί με την υπόθεση Οτσαλάν σε τέτοιον κατήφορο, που τίποτα δεν θεωρείτο δεδομένο. Ούτε ακόμα και το τι σημαίνουν λέξεις όπως «φιλότιμο» και «αξιοπρέπεια»...

Ο Οτσαλάν από τα χέρια της Ελλάδας είχε βρεθεί στα χέρια της τουρκικής ΜΙΤ. Και τούτο ενώ δύο μήνες πριν, τα 2/3 της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ (ανάμεσά τους και υπουργοί...), είχαν υπογράψει ψήφισμα με το οποίο καλούσαν τον Οτσαλάν να έρθει στην Ελλάδα για να βρει άσυλο...

    Δυο μέρες μετά την παράδοση του ηγέτη των Κούρδων, ο τότε πρωθυπουργός Σημίτης εξέδωσε μια μακροσκελέστατη ανακοίνωση για την υπόθεση Οτσαλάν. Το επισημαίνουμε: Εκείνη η ανακοίνωση του Κ. Σημίτη εκδόθηκε σε μια στιγμή που ο ηγέτης των Κούρδων βρισκόταν ήδη στις τουρκικές φυλακές, με - αν μη τι άλλο - εμφανέστατη την εμπλοκή και τις βαριές ευθύνες της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτήν την εξέλιξη.


Τι επέλεξε να τονίσει σε κείνη την ανακοίνωση ο κύριος Σημίτης; Επέλεξε, μιλώντας για το «κουρδικό ζήτημα», να δηλώσει: «Είμαστε κατά των ένοπλων ανταρσιών και των πράξεων τρομοκρατίας και βίας»!

«Ένοπλη ανταρσία» (!), λοιπόν, ο αγώνας του κουρδικού λαού για ελευθερία! «Τρομοκρατία και βία» η πάλη των Κούρδων για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους! Αυτά ήταν τα λόγια του κυρίου Σημίτη, μόλις δύο 24ωρα από την παράδοση του Οτσαλάν!

 Αυτά ήταν τα λόγια που ειπώθηκαν σε μια στιγμή που ολόκληρος ο ελληνικός λαός ένιωθε οργή και ντροπή. Οργή για το κατάντημα της κυβέρνησης, κατάντημα, όμως, για το οποίο η ίδια η τότε κυβέρνηση όχι μόνο δεν ένιωθε ντροπή, αλλά καυχιόταν κιόλας για την αποστολή που εκτέλεσε.    

Εξάλλου, στην ίδια εκείνη ανακοίνωση, ο κ. Σημίτης, που θέλοντας να διασώσει εαυτόν είχε θυσιάσει τρεις υπουργούς (Πάγκαλο, Παπαδόπουλο, Πετσάλνικο), ισχυριζόταν ότι:

«Κάναμε το χρέος μας με τον καλύτερο τρόπο, απέναντι στην Ελλάδα και τα συμφέροντά της, απέναντι στο κουρδικό ζήτημα και τον ίδιο τον Οτσαλάν »!

Θα το επαναλάβουμε: Εκείνη η απίστευτη ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ και του πρωθυπουργού Σημίτη είχε εκδοθεί τη στιγμή που οι εικόνες του δέσμιου Οτσαλάν έκαναν το γύρο του κόσμου!

Αν προσπαθούσαμε να γυρίσουμε πίσω το χρόνο στο κλίμα εκείνης της εποχής θα λέγαμε ότι ακόμα κι αν κάποιος (ως υπόθεση εργασίας και μόνο) δεχόταν σαν ειλικρινή την εκδοχή της ελληνικής κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ ότι δεν ευθυνόταν για την σύλληψη Οτσαλάν από την Τουρκία, το ερώτημα που ετίθετο ήταν: Μετά από εκείνη την ανακοίνωση του πρωθυπουργού Σημίτη, ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι επρόκειτο για μια «αθώα» κυβέρνηση και όχι για μια «κυβέρνηση - καταδότη», όπως φώναζαν οι διαδηλωτές στους δρόμους της Αθήνας και σε όλες τις πόλεις της χώρας;

 Μια κυβέρνηση που


  • είχε ήδη στο ενεργητικό της τα «ευχαριστώ» προς τις ΗΠΑ μετά τα Ίμια,
  • είχε συνυπογράψει την ελληνοτουρκική συμφωνία της Μαδρίτης κατ' εντολήν της Ολμπράιτ
  • είχε ήδη αποδεχτεί τη συμφωνία για τη νέα δομή του ΝΑΤΟ που δημιουργούσε νέα αρνητικά δεδομένα όσον αφορά τη «διευθέτηση» των ελληνοτουρκικών προβλημάτων του Αιγαίου,
  • είχε φερθεί με το γνωστό τρόπο στην υπόθεση των πυραύλων «S-300» μετά από απαίτηση των Αμερικανών,

    ποιος θα μπορούσε να την πιστέψει την ώρα που ο Οτσαλάν έπεφτε στα χέρια των Τούρκων;...

 Κανένας δεν πίστεψε τότε την κυβέρνηση Σημίτη. Και τούτο παρότι εκείνες τις πρώτες μέρες δεν είχε γίνει καν γνωστή η έκθεση του πρέσβη της Ελλάδας στην Κένυα. Η έκθεση, δηλαδή, που καταγραφόταν «χαρτί και καλαμάρι» ο ρόλος της κυβέρνησης στην υπόθεση Οτσαλάν .

Η έκθεση του πρέσβη, που ήρθε στο φως περίπου ένα μήνα αργότερα, ήταν αποκαλυπτική: Εκεί, στην έκθεση - ομολογία και αποκάλυψη, καταγραφόταν ότι η εντολή από την Αθήνα προς τον πράκτορα της ΕΥΠ που συνόδευε τον Οτσαλάν στην ελληνική πρεσβεία της Κένυας ήταν: «Σάββα, παιδί μου, πέτα τον έξω»! Αυτή ήταν η εντολή…

 Ας θυμηθούμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την έκθεση του Έλληνα πρέσβη στην Κένυα, του κ. Γ. Κωστούλα, που ήρθε στο φως το Μάρτη του 1999, και στα οποία γίνεται αναφορά στους χειρισμούς του «Μεγάλου τραγουδιστή», των συνεργατών του, στελεχών της ΕΥΠ και κρατικών παραγόντων, που προηγήθηκαν της σύλληψης του Οτσαλάν από τους Τούρκους.

«(...) Συνομιλία με Κιθουρίμα (σσ: Κενυάτης αξιωματούχος), περίεργο τηλεφώνημα Αμερικανού και αναχώρηση δυο επισκεπτών αναφέρονται αμέσως σε κ. Παπαϊωάννου (σσ: διευθυντής διπλωματικού γραφείου υπουργού Θ. Πάγκαλου), οποίος λέγει ότι θα τα μεταφέρει σε «μεγάλο τραγουδιστή», δηλαδή κ. υπουργό (σσ: Θ. Πάγκαλο), και αναλαμβάνει υποχρέωση "να μας τραγουδήσει, αφού ακούσει τραγούδι μεγάλου τραγουδιστή" (...).

 Περί ώρα 14.00, κ. Παπαϊωάννου επικοινωνεί με πρεσβεία και εντέλλει υπογράφοντα μεταφέρει με "δεσποινίδα Κατεχάκη", δηλαδή κ. Καλεντερίδη, σε Οτσαλάν ότι πρέπει ταχύτερο δυνατόν απομακρυνθεί από "εθνικά χρώματα". Σε ερώτησή μου "και να πάει πού;", κ. Παπαϊωάννου απαντά ως εξής:

  "Μεγάλος τραγουδιστής έχει εκνευριστεί. Κάναμε μια εξυπηρέτηση. Μην μας τη βγάζουν από τη μύτη. Να πάει σαφάρι. Να πάει όπου θέλει. Μακριά από εθνικά χρώματα" (...)

Περί 10.00, κ. Καλεντερίδης επικοινωνεί με αρχηγό του. Τελευταίος μόλις έχει πληροφορηθεί τα περί αιτήσεως ασύλου (σσ: από τον Οτσαλάν ) και εξαγριωμένος απαντά ως εξής: "Να του πεις ότι είναι ηλίθιος. Διέπραξε αθλιότητα. Αυτό που έκανε δεν είναι τίποτα. Δεν ισχύει. Να του πεις να τσακιστεί να φύγει γρήγορα και να πάει όπου θέλει. Εμείς δεν του τάξαμε τίποτα. Πέτα τον έξω, ρε Σάββα, να τελειώνομε. Σε παρακαλώ, παιδί μου" (...)

Μετ' ολίγον, κος Διακοφωτάκης απαντά σε τηλέφωνο, σε οποίο "κάποιος ονόματι Μιχάλης" ζητά κ. Καλεντερίδη. Κος Καλεντερίδης προσέρχεται και σε ανοιχτή ακρόαση λέγονται εξής:

"Σάββα άκουσέ με, είμαι ο Τζοβάρας, είναι εδώ τρεις υπουργοί και ο αρχηγός, κρέμονται τρεις υπουργοί από σένα, το καταλαβαίνεις; Να πας αμέσως και να τον πετάξεις έξω με τη βία" (...). Τζοβάρας συνεχίζει:

"Σε παρακαλώ Σάββα, πέτα τα έξω τα μ....πανα να τελειώνουμε. Μπορείς να το κάνεις. Πρόσεξε γιατί αν δεν το κάνεις, όταν έρθεις πίσω θα σε αποστρατεύσουν. Μπορείς να το κάνεις. Είναι τρεις υπουργοί εδώ» (...).

    Λίγο αργότερα, μας τηλεφωνεί κ. Παπαϊωάννου και ζητά να "ερευνήσωμε αγορά" ώστε εξευρεθούν ντόπιοι "φουσκωτοί", δηλαδή, μπράβοι, οποίοι αναλάβουν επιχείρηση βίαιης αποχωρήσεως Οτσαλάν και συνοδών του από κατοικία (...).

  Ύστερα, δεχτήκαμε τηλεφωνήματα από κ. Παπαϊωάννου και ΕΥΠ και μας έγινε γνωστό ότι Αθήνα αποφάσισε εδώ έλευση τεσσάρων "φουσκωτών", οποίοι αναλάβουν επιχείρηση βίαιης απομακρύνσεως (...)».

 Αυτά αναφέρονταν μεταξύ άλλων στην έκθεση Κωστούλα. Ωστόσο οι τότε κυβερνώντες έλεγαν ότι πήγαν τον Οτσαλάν στην ελληνική πρεσβεία στην Κένυα για να τον σώσουν. Μόνο που ο Οτσαλάν – σύμφωνα με την έκθεση - «πετάχτηκε έξω» από την ελληνική πρεσβεία. Αλλά απ ' έξω ήταν οι Τούρκοι...

  Και κάτι ακόμα: Το καλοκαίρι του 2004, στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (25/8/2004) αναδημοσιεύτηκε κείμενο της τουρκικής εφημερίδας «Ραντικάλ» στο οποίο γινόταν λόγος για την υπόθεση Οτσαλάν. Στο κείμενο υποστηριζόταν ότι:

«... ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα, Νίκολας Μπερνς, πραγματοποίησε συνάντηση με τον κ. Πάγκαλο, ο οποίος του τόνισε ότι η ελληνική πλευρά επιδιώκει μεν να απομακρύνει από τη χώρα τον Οτσαλάν, αλλά αυτό δεν κατέστη εφικτό μέχρι στιγμής. Τότε - κατά τη "Ραντικάλ" - ο Μπερνς πραγματοποίησε μια κρίσιμη επέμβαση: "Φροντίστε να αποστείλετε τον Οτσαλάν στην Κένυα και τα υπόλοιπα είναι δική μας υπόθεση", φέρεται ειπείν στον Θ. Πάγκαλο...».

  Αυτά έγραφε η «Ραντικάλ» και αναδημοσιεύτηκαν στον ελληνικό Τύπο. Και, βεβαίως, δεν είναι δική μας πρόθεση να τα υιοθετήσουμε. Είναι όμως υπόθεση του καθενός να αναρωτηθεί: Υπήρξε η ευθιξία από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ντροπιαστικής υπόθεσης να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς των λόγω δημοσιευμάτων;

 Τέτοια ευθιξία απέναντι στο συγκεκριμένο δημοσίευμα, δεν υπέπεσε στην αντίληψή μας, κι αν υπήρξε ήταν προφανώς πολύ μικρότερης έντασης από την ένταση με την οποία καταγράφηκε στην συλλογική μνήμη του ελληνικού λαού εκείνο το «Σάββα, παιδί μου, πέτα τον έξω»...



Αυτή η ντροπή, αυτή η μαύρη σελίδα που γράφτηκε σαν σήμερα από τους πρώην «ταγούς» αυτού του τόπου (σσ: πολλοί εξ αυτών πρωταγωνίστησαν σε μια σειρά ακόμα δράματα που ακολούθησαν) δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Θα τους κυνηγάει για πάντα.

 Το έχουμε ξαναγράψει και θα το επαναλάβουμε: Όποιακι αν θα είναι η τελική κρίση της Ιστορίας, πρώτα και κύρια του κουρδικού λαού, για το πρόσωπό του Οτσαλάν, το γεγονός παραμένει: Από τα χέρια μιας ελληνικής κυβέρνησης, της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο Οτσαλάν βρέθηκε στα χέρια της Τουρκίας. Κι αυτό, ως στιγμιότυπο της – ελληνικής -  Ιστορίας, θα αποτελεί εσαεί κηλίδα ντροπής. Για εκείνους (τους «μεγάλους τραγουδιστές» και τις «δεσποινίδες Κατεχάκη») που δια πράξεων ή παραλείψεων πρωταγωνίστησαν σε αυτή την εξέλιξη.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Aπό το ΚΚΕ στην Ασφάλεια

Το ΚΚΕ δοκιμάστηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, οπότε γνώρισε πρώτη φορά τόσο σκληρές συνθήκες διωγμών και αντικομμουνιστικών μεθόδων. Τότε, δίπλα στους ηρωικούς νεκρούς του, τον γραμματέα της ΟΚΝΕ Χρήστο Μαλτέζο που εκπαραθυρώθηκε στις 22-11-1938, το δάσκαλο Παύλο Σταυρίδη που δολοφονήθηκε από το απόσπασμα Μπουγά στις φυλακές Ακροναυπλίας το 1937, τον Νίκο Βαλλιανάτο που εκπαραθυρώθηκε από την Ασφάλεια το 1938, τους 41 νεκρούς από την πείνα στον Αη-Στράτη και πολλούς ακόμα, δίπλα στους χιλιάδες των άγρια βασανισμένων που στάθηκαν αλύγιστοι, υπήρξαν και κάποια στελέχη που πέρασαν με το μέρος του αστικού κράτους και συγκρότησαν, με τις εντολές της Ασφάλειας, την τότε "Προσωρινή Διοίκηση", τη χαφιέδικη Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ.  

Αυτό υπήρξε ένα από τα ισχυρότερα οργανωπολιτικά πλήγματα που δέχθηκε ποτέ το ΚΚΕ με διαστάσεις που έπληξαν σοβαρά το κύρος και την υπόστασή του. 

Στο σημείο αυτό εξετάζουμε τα βιογραφικά στοιχεία μερικών από τους πιο γνωστούς συνεργάτες της Ασφάλειας και προδότες της τάξης τους.


Δημήτρης Κουτσογιάννης: Γενήθηκε το 1898 στον Πόντο. Υπήρξε καθοδηγητικό στέλεχος της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ) του ΚΚΕ, υπεύθυνος του παράνομου τυπογραφείου του Ριζοσπάστη και συνεργάζονταν με την Ασφάλεια από το 1927. Δρούσε με το ψευδώνυμο Δημητριάδης. Παρείχε στοιχεία για δεκάδες κομμουνιστές που καταδικάστηκαν επί μεταξικής δικτατορίας και οδήγησε πολλούς από αυτούς μέχρι και την Ακροναυπλία. Κατά τα Δεκεμβριανά το 1944, πιάστηκε από την ΟΠΛΑ και εκτελέστηκε. 



Μανόλης Μανωλέας: Γεννήθηκε το 1900 στη Σάμο με το όνομα Αντώνης Κρητικός. Υπήρξε υποψήφιος και βουλευτής Πειραιά του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ) το 1932 και το 1936. Με την δικτατορία του Μεταξά κρατήθηκε, κατά σειρά, στις φυλακές Ανάφης, Αίγινας και Κέρκυρας, στην Ακτίνα Θ' μαζί με τον Ζαχαριάδη. Το Δεκέμβρη του 1938 στην Κέρκυρα υπέγραψε δήλωση αποκήρυξης του Κομμουνισμού και αποφυλακίστηκε. Σημαντικό ρόλο στην απόφασή του αυτή λέγεται ότι έπαιξε ο φριχτός θάνατος λίγες μέρες πριν του Χρήστου Μαλτέζου.

Μετά την αποφυλάκιση εντάχθηκε στην ΕΟΝ και συνεργάστηκε με τις αρχές ασφαλείας. Με εντολή του Μανιαδάκη μαζί με άλλους πρώην κομμουνιστές που είχαν ενταχθεί στην Ασφάλεια συγκρότησε στα τέλη του 1939 την Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ, το συνδεδεμένο με τις αρχές "καθοδηγητικό" όργανο του ΚΚΕ, με σκοπό να εξαρθρωθεί ο πραγματικός παράνομος μηχανισμός του ΚΚΕ και να συλληφθούν τα μέλη του ΚΚΕ που αγνοούσαν το ρόλο της ΠΔ.

Το 1940 ο Μανωλέας από κοινού με άλλα στελέχη της Ασφάλειας, της χωροφυλακής και άλλα δεξιά και ακροδεξιά στοιχεία συγκρότησαν την Εθνική Σοσιαλιστική Πανελλήνια Οργάνωση (ΕΣΠΟ) στα πρότυπα άλλων ναζιστικών και φασιστικών κομμάτων. Η ΕΣΠΟ δεν κατόρθωσε να αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα. Από το 1943 και μετά ο Μανωλέας συνεργάστηκε με τις γερμανικές ναζιστικές αρχές στο κατοχικό ραδιόφωνο και το Γραφείο Τύπου της γερμανικής πρεσβείας, ενώ διάφορα αντικομμουνιστικά και αντιεαμικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν στον κατοχικό τύπο. Η δοσιλογική δράση του τον κατέστησε στόχο της ΟΠΛΑ, η οποία τον εκτέλεσε τον Γενάρη του 1944 έξω από το τραμ στην οδό Θησέως στην Καλλιθέα.




Τηλέμαχος Μήτλας: Γεννήθηκε στα Τρίκαλα Θεσσαλίας και οργανώθηκε από τα νιάτα του στο ΚΚΕ. Έφθασε μέχρι και στο ΠΓ του κόμματος. Κατά την μεταξική δικτατορία συνελήφθη από την Ασφάλεια Αθηνών και σύντομα αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί τους. Ο Μήτλας απέδρασε από τη φυλακή του με σκηνοθετημένη απόδραση από την Ασφάλεια. Τους παρέδοσε ένα μεγάλο κομμάτι του αρχείου του ΚΚΕ και κατέδοσε στοιχεία που οδήγησαν σε πολλές συλλήψεις κομματικών στελεχών. Βοήθησε στην συγκρότηση της ΠΔ του ΚΚΕ μαζί με τον Μανωλέα.








Μιχάλης Τυρίμος: Γεννήθηκε το 1908 στη Λέσβο. Το 1926 εντάχθηκε στο ΚΚΕ και δημιούργησε ο ίδιος την Οργάνωση Λέσβου της ΟΚΝΕ. Εργαζόταν ως μισθωτός στον ιδιωτικό τομέα. Το 1929 φυλακίστηκε λόγω του Ιδιωνύμου και ένα χρόνο αργότερα θήτευσε, μαζί με άλλους εξόριστους κομμουνιστές στον πειθαρχικό ουλαμό Καλπακίου. Από το 1931 αναλαμβάνει διάφορες καθοδηγητικές θέσεις στο ΚΚΕ ενώ στέλνεται και για σπουδές στις κομματικές σχολές ΚUΤV (Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής).

Τον Μάρτη του 1934 στο 5ο Συνέδριο του ΚΚΕ εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής. Δύο χρόνια αργότερα, το 1936 ο Τυρίμος εκλέχθηκε βουλευτής Λέσβου του ΚΚΕ με το Παλλαϊκό Μέτωπο ενώ ανέλαβε και τη διεύθυνση του Ριζοσπάστη. Ως βουλευτής ο Τυρίμος ζήτησε τη δημιουργία Εφετείου στη Λέσβο, ωστόσο ο αγώνας του διακόπηκε από το ξέσπασμα της μεταξικής δικτατορίας.

Μετά το ξέσπασμα της μεταξικής δικτατορίας, ο Τυρίμος πέρασε στην παρανομία. Συνελήφθη το 1938 και μεταφέρθηκε στις φυλακές της Αίγινας. Αργότερα, το 1939, οι μεταξικές αρχές τον μετέφεραν στις φυλακές της Κέρκυρας, στην Αχτίνα Θ' στην οποία κρατούνταν πλήθος κορυφαίων στελεχών του ΚΚΕ. Μετά από μερικές μέρες από τη μεταφορά του, κατά τις οποίες απέφυγε κάθε επικοινωνία με τα υπόλοιπα στελέχη - τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους κυρίως με σήματα μορς- ο Τυρίμος υπέγραψε δήλωση αποκήρυξης του Κομμουνισμού, και ζήτησε να περάσει στην υπηρεσία του μεταξικού καθεστώτος.

Ο Τυρίμος τέθηκε επικεφαλής της επιχείρισης διώξης του Κομμουνισμού και αποτέλεσε τον κυριότερο σύμβουλο του Μανιαδάκη. Επιπλέον στα τέλη του 1939 ανέλαβε την ευθύνη για το σχηματισμό του νέου -υπό τη διεύθυνση της Ασφάλειας- καθοδηγητικού κέντρου του ΚΚΕ, της Προσωρινής Διοίκησης, η οποία είχε στόχο να προκαλέσει σύγχυση στους κόλπους των Κομμουνιστών, να οδηγήσει στη σύλληψη τα ελεύθερα στελέχη του ΚΚΕ που αγνοούσαν το ρόλο της ΠΔ και να εξαρθρώσει τον πραγματικό παράνομο καθοδηγητικό μηχανισμό του ΚΚΕ.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Τυρίμος κλήθηκε από αξιωματικούς της Ασφάλειας να συμμετάσχει στην συγκρότηση της νεοϊδρυθείσας ΕΣΠΟ, αλλά παρά την αρχική συμμετοχή του, γρήγορα διαχώρισε τη θέση του. Αργότερα συμμετείχε στην υπηρεσία πληροφοριών του Τσιγάντε. Παράλληλα συνδέθηκε και με κύκλους του ΕΔΕΣ. Το καλοκαίρι του 1944 κλήθηκε από αξιωματικούς της Ασφάλειας στην Εύβοια, όπου συμμετείχε στη συγκρότηση των τοπικών Ταγμάτων Ασφαλείας. 

Αμέσως μετά την Απελευθέρωση συνελήφθη από την Πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ, και οδηγήθηκε στην καθοδήγηση του ΚΚΕ. Εκεί έγραψε λεπτομερείς εκθέσεις για τη στάση του την περίοδο 1936-1944. Τον Γενάρη του 1945, λίγο πριν τη Συνθήκη της Βάρκιζας, εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ ως δωσίλογος και προδότης.


Γιάννης Μιχαηλίδης: Υπήρξε μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ που μεταφέρθηκε στις Φυλακές Κερκύρας από τη μεταξική δικτατορία. Ο Μιχαηλίδης εκεί θα λάβει κομματική εντολή για να υπογράψει δήλωση ούτως ώστε να ελευθερωθεί, να ξανασυνδεθεί με τα παράνομα μέλη του κόμματος και να ξεκαθαρίσει το κόμμα από τους πράκτορες που δρούσαν στους κόλπους του. Ωστόσο, στη προσπάθεια σύνδεσης του με τον παράνομο μηχανισμό ο Μιχαηλίδης μπλέκεται στα δίχτυα της Ασφάλειας. Ο ίδιος αργότερα θα αρνηθεί την συνεργασία του με την Ασφάλεια. Το 1944 συλλαμβάνεται από την ΟΠΛΑ δικάζεται και αθωώνεται. 




Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Αφιέρωμα στο αγροτικό κίνημα της Ελλάδας (1910 -1936)


Αφιερωμένο στους μαχόμενους αγρότες σήμερα


Κιλελέρ 1910

Το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία ξεκίνησε με την ένταξή της περιοχής στην ελληνική επικράτεια το 1881. Η ελλειμματική παραγωγή του νεοσύστατου κράτους σε σιτηρά αδυνατούσε να θρέψει τον πληθυσμό και να επιτρέψει την εκβιομηχάνιση της χώρας, επομένως ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα με την προσάρτηση της σιτοπαραγωγού Θεσσαλίας.

Επί Τουρκοκρατίας οι κολίγοι της Θεσσαλίας είχαν τη νομή της γης που καλλιεργούσαν, των οικιών και τον βοσκότοπων και δεν επιτρεπόταν να εκδιωχθούν από αυτή, ενώ σε αντάλλαγμα οι τσιφλικάδες είχαν δικαίωμα εισπράξεως των προσόδων επί των μεγάλων εκτάσεων.

Εν όψει της προσάρτησης, οι Τούρκοι φεουδάρχες πούλησαν τις εκτάσεις σε Έλληνες εμπόρους της Κωνσταντινούπολης ή των παροικιών, οι οποίοι αποδείχθηκαν χειρότεροι δυνάστες. Σε αντίθεση με το οθωμανικό, το αστικό νομοθετικό πλαίσιο του ελληνικού κράτους στερούσε από τις καλλιεργητικές συμβάσεις τον ισόβιο και κληρονομικό χαρακτήρα τους και επέτρεπε τον εκδίωξή των αγροτών.

Πλέον οι κολίγοι είχαν ιδιαίτερα επαχθείς οικονομικές υποχρεώσεις. Έπρεπε να δίνουν στο τσιφλικά το 1/3 ή το 1/2 της παραγωγής καθώς και άλλα προϊόντα, ενοίκιο για τη βοσκή των ζώων τους και να στέλνουν μια γυναίκα για ζύμωμα. Υφίσταντο ταπεινώσεις όπως το μαστίγωμα ή ο βιασμός των γυναικών τους, ενώ διέμεναν σε τρώγλες.

Οι αγρότες αντέδρασαν έντονα, απαιτώντας είτε την επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος είτε τη δυνατότητα απαλλοτριώσεων. Η αρνητική στάση του Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος δεν ήθελε να απαλλοτριώσει τη γη χάνοντας τους ξένους επενδυτές, οδήγησε σύντομα σε πιο οργανωμένες δράσεις.

Στην αυγή του 20ού αιώνα δημιουργήθηκαν οι πρώτοι αγροτικοί σύλλογοι σε Λάρισα, Καρδίτσα και Τρίκαλα και ξεκίνησαν κινητοποιήσεις, συλλαλητήρια, ψηφίσματα σε Κυβέρνηση, Βουλή και Βασιλιά κλπ. Η δύναμη του κινήματος ενισχύθηκε από τη δολοφονία του αγροτιστή Μαρίνου Αντύπα από όργανο των τσιφλικάδων το 1907, τις απεργίες των Βολιωτών καπνεργατών, το κίνημα στο Γουδί και τις παλαιότερες αγροτικές εξεγέρσεις επί σταφιδικής κρίσης.

Το 1910 το κίνημα έφτασε στο αποκορύφωμά του, όταν το προγραμματισμένο πανθεσσαλικό συλλαλητήριο της Λάρισας εξελίχθηκε σε αιματηρή εξέγερση. Όλα ξεκίνησαν από το χωριό Κιλελέρ, όπου 200 χωρικοί θέλησαν να επιβιβασθούν σε τρένο χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο για να μεταβούν στη Λάρισα. Μετά την άρνηση του επιβαίνοντος διευθυντή των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, οι αγρότες ξεκίνησαν να λιθοβολούν το συρμό καθώς απομακρυνόταν.

Ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, ομάδα 800 χωρικών σταμάτησε το τρένο. Στις συμπλοκές που ακολούθησαν, στρατιωτικοί που επέβαιναν στο συρμό πυροβόλησαν τον όχλο, σκοτώνοντας 2-4 αγρότες και τραυματίζοντας άλλους. Τα επεισόδια συνεχίστηκαν στο χωριό Τουλάρ με 2 νεκρούς και 15 τραυματίες, ενώ όταν τα νέα έφτασαν στη Λάρισα οι συμπλοκές μεταξύ διαδηλωτών και στρατού επεκτάθηκαν με 2 ακόμα νεκρούς μετά την επέμβαση του ιππικού.

Αργότερα πραγματοποιήθηκε ειρηνικά το συλλαλητήριο και διαβάστηκε το ψήφισμα της συγκέντρωσης, με το οποίο οι αγρότες ζητούσαν άμεση υποβολή και ψήφιση του νομοσχεδίου για την απαλλοτρίωση, την αύξηση των κονδυλίων του Γεωργικού Ταμείου και εξέφρασαν την οδύνη τους «για την άδικον επίθεσιν κατά του φιλήσυχου και νομοταγούς λαού, ής θύματα υπήρξαν άοπλοι και αθώοι λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας».

Πολλοί ήταν οι συλληφθέντες και προφυλακιστέοι διαδηλωτές, όλοι όμως αθωώθηκαν στις 23 Ιουνίου του ίδιου έτους. Η εξέγερση κέρδισε τη συμπάθεια του ελληνικού λαού, εντείνοντας τις πιέσεις για επίλυση του ζητήματος και φουντώνοντας το αγροτικό κίνημα σε ολόκληρη τη χώρα.

Μετά τα πρώτα νομοθετικά μέτρα που έλαβε ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέρ των κολίγων το 1911 ακολούθησαν και άλλες κινητοποιήσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με τις πιέσεις των αστών και τις διεκδικήσεις των μικρασιατών προσφύγων οδήγησαν στην αγροτική μεταρρύθμιση του 1917-1922, με τις πρώτες απαλλοτριώσεις από την κυβέρνηση Πλαστήρα.


Ο ματωμένος Μάης του 36 στη Θεσσαλονίκη

Τα αιματηρά γεγονότα του Μάη του 1936 στην Θεσσαλονίκη ξέσπασαν, με αφορμή την απεργία του καπνεργοστασίου «Κομέρσιας». Οι εργάτες είχαν υποβάλει τα αιτήματά τους στον εργοδότη και όταν αυτός τα απέρριψε, κατέλαβαν το εργοστάσιο, κλείστηκαν μέσα σε αυτό και με πανό και μαύρες σημαίες στα παράθυρα ζητούσαν συμπαράσταση των άλλων εργοστασίων. Σε λίγες μέρες κηρύσσεται πανκαπνεργατική απεργία κι από τις δύο συνομοσπονδίες και σωματεία, των συντηρητικών από τη μια και της Ενωτικής – που καθοδηγούσε το ΚΚΕ – από την άλλη.

Το βράδυ της 9ης Μάη του 1936 ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς έδωσε διαταγή ένα σύνταγμα στρατού από τη Λάρισα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη και μοίρα του στόλου να καταπλεύσει στο λιμάνι της πόλης προς αντιμετώπιση των εργατών που βρίσκονταν σε απεργία. Ταυτόχρονα, προέβη σε δηλώσεις με τις οποίες δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνειών αναφορικά με τις προθέσεις του: «Κατέστη φανερόν - τόνισε - ότι οι σκοποί οι επιδιωκόμενοι από τους διευθύνοντας την απεργιακήν κίνησιν είναι πολιτικοί, ανατρεπτικοί. Αν ήσαν οικονομικοί θα εδέχοντο οι ιθύνοντες τας δύο εργατικάς ομοσπονδίας την λύσιν, την οποίαν η κυβέρνησις επέβαλε εις τους καπνεμπόρους, και η οποία όχι μόνον καθορίζει κατώτατον ημερομίσθιον 90 δραχμών, αλλά προβλέπει και περί μέσου ημερομισθίου 100 περίπου δραχμών... Η κυβέρνησις δε θα εμποδίση βεβαίως το δικαίωμα της απεργίας από εκείνους οι οποίοι το έχουν, αλλά δε θα επιτρέψη διατάρραξιν της τάξεως. Οσοι το επιχειρήσουν, θα συναντήσουν το κράτος του νόμου».


Το πόσο σεβόταν το δικαίωμα της απεργίας ο Μεταξάς αλλά και τι εσήμαινε το κράτος του νόμου, οι εργάτες της Θεσσαλονίκης το ένιωσαν στο πετσί τους εκείνες τις μέρες. Το διαπίστωσε επίσης ολόκληρος ο ελληνικός λαός λίγους μήνες αργότερα, όταν επιβλήθηκε το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου με ηγέτη του τον Ιωάννη Μεταξά. Αν αξίζει όμως μια παρατήρηση για την προαναφερόμενη δήλωση του, τότε οφείλουμε να σημειώσουμε πως αυτή η δήλωση είναι μια δήλωση καρμπόν που εκφέρεται, πανομοιότυπα, πάντοτε από τα χείλη του εκάστοτε πρωθυπουργού ή υπουργού, στο πλαίσιο του αστικού καθεστώτος - με δικτατορική ή κοινοβουλευτική μορφή διακυβέρνησης - όταν αυτό το καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπο με εργατικές - λαϊκές κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτές είναι πετυχημένες. Ας εξετάσουμε όμως αναλυτικότερα το θέμα μας κι ας δούμε πώς φτάσαμε στην απεργία των εργατών στη Θεσσαλονίκη το Μάη του '36, αλλά και στις απειλές, λόγω και έργω, του επίδοξου δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του '30, στην Ελλάδα, χαρακτηρίζεται από οξύτατες κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που τελική κατάληξη θα έχουν την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας. Επρόκειτο για μια πορεία που δεν ήταν αναπόφευκτη αν κρίνουμε από τη σκοπιά των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού, αλλά ούτε και εύκολη αν εξετάσουμε τα πράγματα από τη σκοπιά των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Προς αυτή την κατεύθυνση ευνοούσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού 1929 - 1933, η χρεοκοπία του αστικού κοινοβουλευτισμού και η άνοδος του φασισμού, έμμεσα ή άμεσα, η κυριαρχία δηλαδή των πιο αντιδραστικών τμημάτων της χρηματιστικής ολιγαρχίας ως απάντηση των αστικών τάξεων σε αυτή την κρίση αλλά και για την αντιμετώπιση του ανερχόμενου εργατικού - επαναστατικού κινήματος.

Στο εξεταζόμενο διάστημα και πριν ο Μεταξάς εγκαθιδρύσει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, η Ελλάδα γνώρισε σημαντικές αλλά αποτυχημένες απόπειρες επιβολής δικτατορικού καθεστώτος από τον χώρο του Κέντρου (Κίνημα Πλαστήρα το 1933, το Κίνημα των Βενιζελικών της 1ης Μάρτη 1935), ενώ ο άλλος πόλος του αστικού πολιτικού κόσμου, η λεγόμενη δεξιά και ακροδεξιά δουλεύοντας πιο μεθοδικά κατάφερε να επιτύχει την παλινόρθωση της μοναρχίας το Φθινόπωρο του 1935, αλλά και να θέσει ισχυρά θεμέλια για μια επιτυχημένη επιβολή πραξικοπήματος.

Το 1935 παρουσιάζεται επίσης σοβαρή ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος που συνοδεύεται από παλλαϊκά συλλαλητήρια. Σε 200.000 φτάνουν οι απεργοί εργάτες μέχρι τον Οκτώβρη του χρόνου εκείνου, χωρίς να υπολογίζονται οι μήνες Μάρτης - Απρίλης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των αγώνων, που αγκαλιάζουν όλα σχεδόν τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, είναι η αποφασιστικότητα και το πείσμα των εργαζόμενων μαζών, που φτάνουν ακόμη και σε ανοιχτή σύγκρουση με τους εργοδότες και την αστυνομία. Το 1935 σημαδεύεται επίσης με το ματοκύλισμα δεκάδων εργατών και αγροτών.


Με την αυγή του 1936, ο ελληνικός λαός έζησε κορυφαία ιστορικά γεγονότα. Στις 26 Γενάρη η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές. Η Βενιζελική παράταξη - το λεγόμενο Κέντρο - που κατέβηκε στις εκλογές με 5 διαφορετικά κόμματα (Κόμμα Φιλελευθέρων, Δημοκρατικός Συνασπισμός, Πανδημοκρατική Ενωσις Κρήτης, Αγροτικό Σοφιανόπουλου και Νεοφιλελεύθεροι) συγκέντρωσε συνολικά 574.655 ψήφους και 142 έδρες. Η αντιβενιζελική παράταξη - η λεγόμενη Δεξιά και ακροδεξιά - πήρε μέρος στις εκλογές με τα κόμματα Λαϊκό, Λαϊκή Ριζοσπαστική Ενωσις, Κόμμα Ελευθεροφρόνων (Μεταξάς) και Εθνικόν Μεταρρυθμιστικόν Κόμμα και συγκέντρωσε 602.840 ψήφους και 143 έδρες. Το ΚΚΕ, που δημιούργησε με το Αγροτικό Κόμμα του Βογιατζή το Παλλαϊκό Μέτωπο, σημείωσε επιτυχία καθώς συγκέντρωσε 73.411 ψήφους και εξέλεξε 15 βουλευτές. 

Η επιτυχία αυτή αποκτούσε ξεχωριστή σημασία, δεδομένου ότι κανένα κόμμα δε συγκέντρωνε την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και το Παλλαϊκό Μέτωπο μπορούσε να παίξει ένα είδος ρυθμιστικού ρόλου κάτι και το οποίο έγινε με την υπογραφή, στις 19/2/1936, του γνωστού συμφώνου Σκλάβαινα - Σοφούλη. Βάσει των όρων της συμφωνίας, το Παλλαϊκό Μέτωπο αναλάμβανε την υποχρέωση να ψηφίσει τους Φιλελεύθερους για το προεδρείο της Βουλής και να δώσει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση που θα σχημάτιζε ο Σοφούλης. 

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση θα ακύρωνε αναδρομικά τη διάταξη του εκλογικού νόμου που αφαιρούσε τα εκλογικά δικαιώματα από όσους είχαν καταδικαστεί για παράβαση του «ιδιώνυμου», θα καταργούσε τις επιτροπές ασφάλειας, θα έδινε αμνηστία στον Ν. Ζαχαριάδη, στον Β. Βερβέρη και στον Β. Νεφελούδη, καθώς και σε όλους τους πολιτικούς κατάδικους, τους φυλακισμένους και τους εξόριστους, θα διέλυε όλες τις φασιστικές οργανώσεις, θα καθιέρωνε σαν μόνιμο εκλογικό σύστημα την αναλογική, θα ελάττωνε, μέσα σε δυο μήνες, την τιμή του ψωμιού, θα απαγόρευε την προσωποκράτηση για οφειλές προς το Δημόσιο μέχρι τρεις χιλιάδες δραχμές, θα καθιέρωνε πεντάχρονο χρεοστάσιο χωρίς όρους για τα χρέη των αγροτών στις τράπεζες και στους ιδιώτες και θα προχωρούσε στην άμεση εφαρμογή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Τελικά, αυτό το σύμφωνο δεν τηρήθηκε με ευθύνη του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Θ. Σοφούλη που υπαναχώρησε, υποστηρίζοντας μαζί με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα τη λύση Δεμερτζή.
Η υπαναχώρηση των Φιλελευθέρων ήταν επιβεβλημένη από τα ταξικά συμφέροντα που υπηρετούσε ο χώρος του Κέντρου, δεδομένου ότι ήταν τέτοιες οι συνθήκες εκείνη την περίοδο που η συμμαχία με το Παλλαϊκό Μέτωπο ευνοούσε το λαϊκό κίνημα, η πάλη του οποίου γνώριζε πραγματική έκρηξη. Στους πρώτους μήνες του '36, το απεργιακό κίνημα της εργατικής τάξης αλλά και των μεσαίων στρωμάτων σημείωσε πρωτοφανή άνοδο απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας. 

Μόνο στο τρίμηνο Γενάρη - Μάρτη απήργησαν πάνω από 200 χιλιάδες εργάτες, ενώ σε μια σειρά πόλεις (Δράμα, Καβάλα, Σέρρες, Ξάνθη κλπ.) πραγματοποιήθηκαν πετυχημένες απεργίες με τοπικού χαρακτήρα αιτήματα. Στο ίδιο χρονικό διάστημα οι αγρότες μιας σειράς επαρχιών (Ηρακλείου, Δωρίδας κλπ.) συγκροτούσαν συλλαλητήρια, ενώ οι επαγγελματίες των πόλεων κατέβαιναν σε απεργίες. Σ' αυτές τις παλλαϊκές κινητοποιήσεις το «παρών» έδωσε και η σπουδάζουσα νεολαία. Ολόκληρο το πρώτο δεκαήμερο του Μάρτη, οι φοιτητές των πανεπιστημίων και όλων των άλλων σχολών βρίσκονταν σε απεργία, απαιτώντας πανεπιστημιακές και γενικότερα δημοκρατικές ελευθερίες.

Τη μεγάλη άνοδο των εργατικών και λαϊκών αγώνων φανερώνει και η αντίδραση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Ο απολογισμός της κρατικής τρομοκρατίας σε βάρος των λαϊκών μαζών, για τους μήνες Γενάρη, Φλεβάρη, Μάρτη και Απρίλη του 1936 που έδωσε στη δημοσιότητα η στατιστική υπηρεσία της οργάνωσης ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ είναι αποκαλυπτικός5. Το Γενάρη του '36, σε ολόκληρη την Ελλάδα έγιναν 117 συλλήψεις, 18 φυλακίσεις, 37 εξορισμοί, 33 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 38 βασανισμοί, 13 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 1 αστυνομική έρευνα, 4 διαλύσεις σωματείων και 3 κατασχέσεις.

Το Φλεβάρη έγιναν 129 συλλήψεις, 91 φυλακίσεις, 6 εξορισμοί, 23 τραυματισμοί, 2 δολοφονίες, 17 βασανισμοί, 3 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 14 αστυνομικές έρευνες και 3 κατασχέσεις.

Το Μάρτη έγιναν 198 συλλήψεις, 225 φυλακίσεις, 12 εξορισμοί, 17 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 36 βασανισμοί, 5 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 2 αστυνομικές έρευνες και 1 κατάσχεση.

Τον Απρίλη του '36 έγιναν 198 συλλήψεις, 32 φυλακίσεις, 44 εξορισμοί, 35 τραυματισμοί, 1 δολοφονία, 34 βασανισμοί, 15 απαγορεύσεις συνεδρίων και συγκεντρώσεων, 19 αστυνομικές έρευνες και 470 κατασχέσεις.

Το σκηνικό, που δείχνει με ποια κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα φτάσαμε στα γεγονότα του Μάη στη Θεσσαλονίκη ολοκληρώνεται, αν προσθέσουμε τις πολιτικές εξελίξεις σε κεντρικό επίπεδο.

Στις 5 Μάρτη του 1936 ο Βασιλιάς Γεώργιος - χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση από τα αστικά κόμματα - διόρισε τον Ιωάννη Μεταξά στη θέση του υπουργού των Στρατιωτικών. Επίσης, καθολική ήταν από τον μονάρχη και τον αστικό πολιτικό κόσμο η στήριξη της κυβέρνησης Δεμερτζή, στην οποία ο Μεταξάς κατείχε και τη θέση του αντιπροέδρου. Λίγες βδομάδες αργότερα, στις 27 Απρίλη του ιδίου έτους, και αφού ο Δεμερτζής είχε αποδημήσει εις κύριον, τα αστικά κόμματα έκαναν το Μεταξά πρωθυπουργό, δίνοντάς του ψήφο εμπιστοσύνης και τρεις μέρες αργότερα η Βουλή αποφάσισε τη διακοπή των εργασιών της μέχρι το τέλος Σεπτέμβρη, δίνοντας στον μετέπειτα δικτάτορα και στην κυβέρνηση του ημιδικτατορικές εξουσίες. Αποτέλεσμα ήταν, από τα τέλη Απρίλη του '36 να εγκαθιδρυθεί στη χώρα ένα ιδιότυπο καθεστώς που αργότερα πολύ εύστοχα ονομάστηκε «καθεστώς της 3 1/2 Αυγούστου». 

Σε καθεστώς, λοιπόν «3 1/2 Αυγούστου» - που ήθελε να γίνει «4η Αυγούστου» - έγιναν τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης. Ας τα παρακολουθήσουμε.

Τετάρτη 29 Απρίλη 1936. Δώδεκα χιλιάδες καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης - εκ των οποίων περίπου το 70% γυναίκες - αυτή τη μέρα δεν πιάνουν δουλιά, αλλά κατεβαίνουν σε απεργία, ύστερα από απόφαση του συνδικαλιστικού τους φορέα, της Πανελλήνιας Καπνεργατικής Ομοσπονδίας (ΠΚΟ). Κυριότερο αίτημά τους έχουν την αύξηση των ημερομισθίων στις 120 - 135 δραχμές με την εφαρμογή της σύμβασης του 1924. 

Η απεργία ξεκινάει από τις 9.30 το πρωί. Τα καπνομάγαζα κλείνουν και οι απεργοί κατευθύνονται αρχικά στα γραφεία της Ομοσπονδίας και στη συνέχεια στον κινηματογράφο «Πάνθεον», όπου έχουν συγκέντρωση, για να συζητήσουν και να αποφασίσουν τα μέτρα που πρέπει να λάβουν για την περιφρούρηση του αγώνα τους. Εξω από τον κινηματογράφο, η αστυνομία με ισχυρές δυνάμεις δείχνει τα δόντια της, έτοιμη, ανά πάσα στιγμή να επιδοθεί στο ...θεάρεστο έργο της.

Οι απεργοί αγνοούν την προκλητική αστυνομική παρουσία, εκλέγουν Κεντρική Επιτροπή Αγώνα και στις 12.30 το μεσημέρι η Επιτροπή κάνει παράσταση στον γενικό Διοικητή Μακεδονίας Κ. Πάλλη με το υπόμνημα των αιτημάτων των καπνεργατών. Την ίδια μέρα ξεσπά η απεργία στο Βόλο και τις Σέρρες.

Πολύ γρήγορα, η απεργία επεκτείνεται και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Την Πέμπτη 30 Απρίλη στην απεργία κατεβαίνουν τα Σωματεία καπνεργατών στην Καβάλα και στη Δράμα. Το Σάββατο 2 Μάη θα προστεθούν τα Σωματεία Αγρινίου, Κομοτηνής, Σάμου, Σιδηροκάστρου, Προσοτσάνης, Νιγρίτας, Ξάνθης, Λαγκαδά, Σιάτιστας, Καρδίτσας, Πειραιά κ.ά. Την Τρίτη 5 Μάη - 7η μέρα της απεργίας, κατεβαίνουν σε συμπαράσταση στη Θεσσαλονίκη οι κλωστοϋφαντουργοί, οι χαρτεργάτες, οι τσαγκαράδες και οι λαστιχάδες. Στις 6 Μάη το μεσημέρι μέλη φασιστικών οργανώσεων τους οποίους χρησιμοποιεί το κράτος πυροβολούν και τραυματίζουν τον καπνεργάτη Κώστα Σαμιώτη 20 χρονών.


Την επομένη, 7 Μάη, το Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης καλεί την εργατική τάξη σε επιφυλακή για 24ωρη απεργία συμπαράστασης. Εν τω μεταξύ, η εργατική τάξη της Ελλάδας συμπαραστέκεται στους απεργούς. Οι πιο μαζικές ομοσπονδίες του Ηλεκτρισμού, Δέρματος, Οικοδόμων, Επισιτισμού, Ιματισμού, Κουρέων, Αρτεργατών, Φυματικών, το Ενωτικό Εργατικό Κέντρο Αθήνας, με τηλεγραφήματά τους προς τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας τονίζουν ότι αν δε λυθούν τα δίκαια αιτήματα των Καπνεργατών, των τσαγκαράδων και υφαντουργών και σε περίπτωση που εφαρμοστούν τα τρομοκρατικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν, η εργατιά όλης της χώρας θα κατέβει σε πανελλαδική απεργία. Αυτή τη μέρα φτάνει στη Θεσσαλονίκη, επιστρέφοντας από το Βελιγράδι, ο πρωθυπουργός της χώρας και μετέπειτα δικτάτορας Ι. Μεταξάς, ο οποίος σε κοινή σύσκεψη που είχε με τον Γενικό Διευθυντή και τον Σωματάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού δίνει το «πράσινο φως» για την καταστολή της απεργίας.

Σε λίγες ώρες, η συμπρωτεύουσα θα ζούσε μια από τις ηρωικότερες και τραγικότερες σελίδες της ιστορίας της.

Στις 8 Μάη, λίγο πριν το μεσημέρι, εφτά χιλιάδες απεργοί της Θεσσαλονίκης κατευθύνθηκαν προς τη γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος, για να απαιτήσουν την άμεση επίλυση των αιτημάτων τους. Δυνάμεις έφιππης και πεζής χωροφυλακής προσπάθησαν να τους σταματήσουν, χωρίς όμως να το πετύχουν. Τότε άρχισαν να πυροβολούν κατά του άοπλου πλήθους, που ύστερα από το πρώτο σοκ ανασύνταξε τις δυνάμεις του κι άρχισε να στήνει οδοφράγματα. Την ίδια ώρα, άλλη διαδήλωση από τρεις χιλιάδες περίπου εργάτες, που κατευθυνόταν επίσης προς το διοικητήριο, δέχτηκε κι αυτή επίθεση από τους χωροφύλακες. Οι εργάτες κατάφεραν να σπάσουν τις ζώνες των χωροφυλάκων και να ενωθούν με τους συναδέλφους τους στα οδοφράγματα.

Μέσα σε λίγη ώρα τα νέα είχαν φτάσει σε κάθε σημείο της πόλης κι ο κόσμος κατέβαινε από τις συνοικίες προς το κέντρο για να βοηθήσει τους αγωνιζόμενους εργάτες. Οι αρχές τρομοκρατήθηκαν. Ο Διοικητής της φρουράς Θεσσαλονίκης έδωσε διαταγή στο στρατό να χτυπήσει τους διαδηλωτές αλλά οι φαντάροι δεν υπάκουσαν. Τρεισήμισι ώρες κράτησαν οι οδομαχίες και τελικά οι διαδηλωτές υποχώρησαν. Πολλοί εργάτες είχαν τραυματιστεί αλλά η αγανάκτηση το λαού ήταν στο κατακόρυφο. Το βράδυ, πολλά σωματεία της Θεσσαλονίκης (αυτοκινητιστές, λιμενεργάτες, οικοδόμοι, τροχιοδρομικοί κ.ά.) κήρυξαν απεργία. Η κυβέρνηση σε απάντηση προχώρησε στην έκδοση διατάγματος επιστράτευσης των τροχιοδρομικών και των σιδηροδρομικών και διέταξε το Γ΄ Σώμα Στρατού να λάβει εξαιρετικά μέτρα προς εξασφάλιση της τάξης.

«Η αστυνομία - έγραφε ο «Ριζοσπάστης» αναφερόμενος στα γεγονότα της 8ης Μαΐου - έδειξε σήμερα καθαρά πως παίζει το ρόλο του υπηρέτη του καπνεμπορικού και του άλλου κεφαλαίου. Με αγριότητα και βανδαλισμούς επιτέθηκε κατά των άοπλων καπνεργατών και καπνεργατριών, των υφαντουργών, των μικρών κοριτσιών (12 ως 15 χρόνων) και τους ματοκύλισε. Επί 3 1/2 ώρες η Θεσσαλονίκη βρισκότανε χτες σε κατάσταση μάχης, μεταξύ των δυνάμεων της αστυνομίας και ενός μέρους της εργατικής τάξης. Η στάση της αστυνομίας έχει εξεγείρει όλο το λαό».


Την επομένη, 9 Μαΐου, η απεργία στη συμπρωτεύουσα είχε γενικευτεί. Μαζί με τους εργάτες κατέβηκαν σε απεργία διαμαρτυρίας και οι επαγγελματίες, οι βιοτέχνες και οι φοιτητές. «Την πρωίαν της 9ης Μαΐου - γράφει ο Γρ. Δαφνής - απήργησαν εις ένδειξιν αλληλεγγύης οι λιμενεργάται, αρτεργάται, μυλεργάται, εργάται πλεκτηρίων και άλλων κλάδων, έτσι που το σύνολο των απεργούντων εργατών εις Θεσσαλονίκην ανήλθε εις 25.000 περίπου. Οι δε έμποροι και επαγγελματίαι έκλεισαν τα καταστήματά των. Ολόκληρος δηλαδή ο λαός της Θεσσαλονίκης, ο εργαζόμενος, ενεφανίζετο ηνωμένος εις την κατά των κυβερνητικών μέτρων διαμαρτυρίαν».

Ετσι οι χωροφύλακες από νωρίς το πρωί άρχισαν τις επιθέσεις εναντίον εργατικών συγκεντρώσεων. Η πρώτη σοβαρή σύγκρουση έγινε μεταξύ χωροφυλακής και απεργών αυτοκινητιστών στην οδό Εγνατίας. 

Οι χωροφύλακες χτύπησαν στον ψαχνό και σε λίγο έπεσε ο πρώτος νεκρός απεργός: ήταν ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. «Το πλακόστρωτο και οι γύρω δρόμοι βάφονται με αίμα. Παντού ακούγονται αγκομαχητά των πληγωμένων και οι κατάρες του πλήθους ενάντια στους φονιάδες. 

Γίνεται διαδήλωση με το νεκρό εργάτη πάνω σε μια πόρτα μπροστά προς το Διοικητήριο, από το οποίο απουσιάζει ο Διοικητής, όχι, όμως και οι χωροφύλακες που το φυλάνε πάνοπλοι. Την ίδια ώρα οι καμπάνες σε όλες τις συνοικίες κτυπάν συναγερμό, ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους και κατηφορίζει προς το Κέντρο. Πορείες με υψωμένες τις γροθιές ενώνονται με τους απεργούς, ενώ κόκκινα λάβαρα βαμμένα από το αίμα των δολοφονημένων εργατών ανεμίζουν. Οι πρώτοι νεκροί: Β. Σταύρου, Ιντο Σενόρ, Γ. Πανόπουλος, Αγλαμίδης, Σαλβατόρ Ματαράσο, Δημ. Λαϊλάνης, Σ. Διαμαντόπουλος, Γιάννης Πιτάρης, Ευθύμης Μάνος, Μανώλης Ζαχαρίου, Αναστασία Καρανικόλα».

Οι μαζικές δολοφονίες διαδηλωτών αντί να κάμψουν τη λαϊκή αντίσταση, τη θεριεύουν προκαλώντας νέα κύματα οργής και αγανάκτησης. Ολη η πόλη έχει ξεσηκωθεί ενώ οι στρατιώτες παραβαίνουν τις διαταγές, αρνούνται να σηκώσουν όπλο κατά του λαού και συγκρούονται με τους χωροφύλακες.

Το μεσημέρι ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού διατάσσει τους χωροφύλακες να κλειστούν στα αστυνομικά τμήματα, δίνει εντολή σε αξιωματικούς του στρατού να αναλάβουν τη Διοίκηση των αστυνομικών τμημάτων, και βγάζει ανακοίνωση που απαγορεύει κάθε συγκέντρωση ακόμα και λίγων ατόμων σε κλειστό ή ανοιχτό χώρο, ενώ κλείνει και τα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός αυτό αντί να δράσει καταπραϋντικά οξύνει ακόμη περισσότερο τα πνεύματα. Στις 5 μ.μ. πραγματοποιείται νέα λαϊκή συγκέντρωση στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου χωρίς να υπάρξουν επεισόδια. Οι συγκεντρωμένοι εκδίδουν ψήφισμα το οποίο λέει:

«Απας ο λαός της Θεσσαλονίκης συγκεντρωθείς εις παλλαϊκήν συγκέντρωσιν και ακούσας των ρητόρων, αποφασίζει:

1) Εκφράζει τον αποτροπιασμόν και την αγανάκτησίν του διά τους δολοφόνους.

2) Διαδηλώνει τη συμπάθειάν του προς τους αγωνιζόμενους απεργούς.

Και ζητεί: 1) Παραίτησιν της κυβερνήσεως.

3) Αμεσον σύλληψιν του διευθυντού της Αστυνομίας Ντάκου και την αντικατάστασιν του Γενικού Διοικητού Πάλλη.

4) Επίλυση όλων των αιτημάτων των απεργών και ακύρωσιν της αποβολής του φοιτητή Καββαδία.

5) Απελευθέρωσιν όλων των συλληφθέντων.

6) Απόδοσιν των θυμάτων εις τα εργατικά Σωματεία προς κήδευσιν.

7) Να επιτραπεί αύριον η τέλεσις παλλαϊκού μνημοσύνου.

Δηλώνει:

ότι θα συνεχίσει την απεργίαν μέχρις της πλήρους επιλύσεως όλων των αιτημάτων και αναθέτει εις τον Διοικητήν του Γ. Σ. Στρατού τη διαβίβασιν του παρόντος ψηφίσματος εις την κυβέρνησιν».

Το βράδυ της 9ης Μαΐου ο λαός της Θεσσαλονίκης είναι η πραγματική εξουσία στην πόλη. «Οι αρχές είχαν ουσιαστικά καταλυθεί. Οι συνοικισμοί όλοι είχαν καταληφθή από τους διαδηλωτάς», γράφει ο επιμελητής του ημερολογίου του Ιωάννη Μεταξά, Π. Σιφναίος. 

Και ο Γρ. Δαφνής συμπληρώνει: «Τη νύκτα της 9ης προς 10η Μαΐου, ούτε ο Γενικός Διοικητής, ούτε ο Σωματάρχης, ούτε καμία άλλη αρχή ημπορούσε να ασκήση εξουσίαν! Ητο εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο λαός της Θεσσαλονίκης ήτο κύριος της καταστάσεως». Μπρος σε αυτή την κατάσταση ο Μεταξάς δεν έκρυψε τον τρόμο του και διέταξε - όπως προαναφέραμε - να κινηθεί το Σύνταγμα Λαρίσης προς τη Θεσσαλονίκη και μοίρα του Στόλου να καταπλεύσει προς την πόλη. 

Ηθελε προφανώς να σπείρει τον τρόμο και να δείξει πως ήταν αποφασισμένος για όλα, αλλά τα πράγματα δεν οδηγήθηκαν σε νέα σύγκρουση δεδομένου ότι η απεργία λύθηκε με συμβιβασμό που επιτεύχθηκε σε κεντρικό επίπεδο στον οποίο συνέβαλε και η Ενωτική ΓΣΕΕ με επικεφαλής τον Κ. Θέο.

Χωρίς αμφιβολία τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης σηματοδοτούσαν μια περίοδο στην πολιτική ζωή της χώρας όπου το κέντρο βάρους των εξελίξεων, έστω και ελαφρά, μετατοπιζόταν από τα κέντρα συνωμοσίας στις οργανώσεις του λαού. 

Το ΚΚΕ μάλιστα, εναπόθετε - και δίκαια έπραττε - όλες τις ελπίδες για προοδευτικές εξελίξεις στη χώρα σ' αυτό το γεγονός. Την Ελλάδα, έλεγε, «ο παλλαϊκός απελευθερωτικός αγώνας θα τη σώσει». Ομως αυτό που για το ΚΚΕ ήταν σωτηρία της χώρας, προκαλούσε πανικό σε κάποιους άλλους. Η είσοδος του λαού στο προσκήνιο των πολιτικών εξελίξεων ήταν ένα γεγονός που όπως γράφει ο Ανδρικόπουλος «δεν πέρασε απαρατήρητο από τις στήλες του Τύπου - βενιζελικού και αντιβενιζελικού - που άρχισε να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου». Η αστική τάξη και οι πολιτικοί εκπρόσωποί της είχαν την εμπειρία να καταλάβουν πως ο λαός στο προσκήνιο ήταν η μέγιστη και η κύρια απειλή για τα συμφέροντά τους. Επρεπε να λάβουν τα μέτρα τους. 

Και τα έλαβαν λίγο αργότερα με την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.





Ακούστε








Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Mίκης Θεοδωράκης για την επικαιρότητα

Με κείμενο – παρέμβαση που δημοσιεύει στην προσωπική του ιστοσελίδα, o Μίκης Θεοδωράκης τονίζει ότι η Ελλάδα ζει τις συνέπειες της ανυπαρξίας πολιτικής εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ και δηλώνει ότι έχει φτάσει η «ώρα μηδέν» για τον τόπο.


Αναλυτικά η δήλωσή του:


«Εδώ και καιρό ζούμε τις συνέπειες της ανυπαρξίας πολιτικής από την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ανυπαρξία πολιτικής που σιγά-σιγά και σταθερά μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση.
Ποια είναι αυτή:

Η χώρα έχει απομονωθεί με την κατάληψη των τελωνείων στα σύνορα με όλες τις όμορες χώρες και έχει παραλύσει από τα δεκάδες μπλόκα αλλά και από την γενική απεργία όλων ανεξαρτήτως των κλάδων της κοινωνικής ζωής, ενώ οι αγρότες με τα εκατοντάδες τρακτέρ ανακοίνωσαν την απόφασή τους να κατεβούν στην Αθήνα, στην πλατεία Συντάγματος.
Είναι φανερό ότι φτάσαμε πλέον στην ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ ανεξάρτητα από τις κινήσεις της Κυβέρνησης που προς το παρόν παρακολουθεί αδρανής τις εξελίξεις αδύναμη, σαν να μην υπάρχει.

Σήμερα για πρώτη φορά αποφάσισε να βγει από τη νάρκη της αλλά αντί να δώσει κάποια λύση εκτονώνοντας την κατάσταση, δήλωσε ότι δεν θα επιτρέψει την κάθοδο των τρακτέρ στην Αθήνα προσπαθώντας έτσι να αποτρέψει την σύγκρουσή της με τους αγρότες που όπως φαίνεται αυτή τη φορά είναι αποφασισμένοι για όλα, αφού τους έχουν φτάσει στο σημείο να παλεύουν για τα πλέον στοιχειώδη δικαιώματά τους. Μια σύγκρουση για την οποία αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η κυβέρνηση. Ο «διάλογος» που προτείνει τώρα είναι στάχτη στα μάτια των αγροτών, αφού τις αποφάσεις δεν τις παίρνει η κυβέρνηση αλλά οι Θεσμοί.

Βεβαίως μια σύγκρουση όποιας μορφής και με όποια αποτελέσματα θα είναι πλήγμα δεινό σε μια καταρρέουσα χώρα. Και είναι βέβαιο ότι θα μας οδηγήσει όχι μόνο σε βαθύτερη κρίση αλλά παράλληλα και σε μια ακόμα βαθύτερη αλλαγή της ψυχολογίας του Ελληνικού Λαού, ο οποίος πιστεύω ότι συνειδητοποιεί πλέον σε ευρύτατη κλίμακα την ορθότητα των προβλέψεων και των θέσεών μας για το αδιέξοδο στο οποίο μας έχει οδηγήσει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Η διχαστική δήλωση του κ. Τσίπρα που μας χωρίζει σε καλούς και κακούς Έλληνες αποδεικνύει ότι έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα. Αφού για κείνον «κακοί» προφανώς είναι η Δεξιά κι όμως την ίδια στιγμή ο ίδιος και η κυβέρνησή του έχουν αναδειχθεί σε αρχιερείς της Νεοφιλελεύθερης Δεξιάς πολιτικής που εφαρμόζουν κατ’ εντολήν των ξένων Θεσμών. Και τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσουν ακριβά οι ίδιοι την ολέθρια πλάνη τους. Δεδομένου ότι ο Ελληνικός Λαός έχει την αρετή να μην υποτάσσεται τελικά. Και έχει έρθει πλέον η ώρα αυτή του «τελικά», η ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ που είναι η γενικευμένη σύγκρουση της Κυβέρνησης με τον Ελληνικό Λαό του οποίου η αιχμή είναι σήμερα οι Έλληνες αγρότες στο σύνολό τους και η απόφασή τους να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.

Φτάσαμε λοιπόν στο σήμερα, όπου η ίδια η ζωή ανάγκασε τους Έλληνες να συγκροτήσουν ένα ανθρώπινο ακέφαλο μεν όμως ενιαίο μέτωπο πάλης. Η δύναμη που εκπέμπει ο παλλαϊκός ξεσηκωμός του Λαού όλων των κλάδων με επί κεφαλής τους αγρότες είναι τόσο μεγάλη που είναι κρίμα (ακόμα και στην περίπτωση που η Κυβέρνηση και οι Θεσμοί υποχωρήσουν κάπως) να έχουν ως κέρδος λίγα ψιχία. Ο Λαός μας δεν αξίζει μια τέτοια εξέλιξη που σε βάθος χρόνου θα τον οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη κρίση.

Αντίθετα αν με την απελπισία αλλά και τη θέληση που τον οδηγούν σ’ αυτόν τον γενικό ξεσηκωμό είχε φροντίσει να διεκδικήσει αυτά που του ανήκουν ως μια ενιαία δύναμη και με κοινούς στόχους στρατηγική τακτική αλλά και προοπτική, θα μπορούσε να κερδίσει πολλαπλάσια.
Γιατί είναι οι ίδιες οι διεθνείς δυνάμεις που μας αναγκάζουν να έχουμε όχι τρεις ή τέσσερις αλλά μόνο δύο εθνικές πολιτικές. Την πολιτική που ακολουθεί τις εντολές των Θεσμών και την πολιτική που υποστηρίζει τη σύγκρουση με τους Θεσμούς.

Δυστυχώς η συγκρότηση αυτού του Ενιαίου Μετώπου Πάλης που δεν θα διαπραγματευόταν απλώς για λίγα ψίχουλα παραπάνω αλλά θα είχε ως στόχο την κατάκτηση των ουσιαστικών δικαιωμάτων του Ελληνικού Λαού δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα.

Γι’ αυτό το λόγο η ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ δεν έχει φτάσει μόνο για την Κυβέρνηση αλλά κυρίως για τον Λαό. Και αυτή είναι η μεγάλη Τραγωδία.

Αθήνα, 10.2.2016
Μίκης Θεοδωράκης»



Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Έφυγε από τη ζωή ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος

Μία ημέρα πριν από τα γενέθλια του, την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου, άφησε την τελευταία του πνοή ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος. 

Πολυπράγμων – καθώς εκτός από πανεπιστημιακός δάσκαλος και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1984, είχε αντιστασιακή δράση, ενώ διετέλεσε επίσης υπουργός Παιδείας και υπήρξε υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας - βαθύς γνώστης όχι μόνο της Φιλοσοφίας την οποία δίδασκε, αλλά και της Ιστορίας μεταξύ άλλων, ξεχώριζε για τον ήπιο τρόπο που εκφραζόταν και την ευγένεια του, αν και έπαιρνε ως σχεδόν την τελευταία στιγμή θέση στο δημόσιο διάλογο για πολλά ζητήματα. 

Γεννημένος στη Σμύρνη το 1913, ξεριζώθηκε λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής και εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στην Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές αλλά και πανεπιστημιακές του σπουδές στη Νομική, στις οποίες αρίστευσε. 

Ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής και κατόπιν (1945) πρόεδρος του Ελληνοσβιετικού Συνδέσμου Νέων, ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος εξορίστηκε στη Μακρόνησο από το 1947 έως το 1950.

Στη Μακρόνησο όταν του ζητήθηκε να αποκηρύξει τον κομμουνισμό, ο Δεσποτόπουλος απάντησε: 

"Δεν είμαι κομμουνιστής, όμως τους κομμουνιστές τους σέβομαι. Σέβομαι επίσης και τον εαυτό μου και ιδέες δεν αποκηρύσσω".

Το παραπάνω του στοίχισε 4 χρόνια στο κολαστήριο.

Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος υπήρξε ξένος εταίρος της Pουμανικής Aκαδημίας και της Aκαδημίας της Mασσαλίας και είχε τιμηθεί με ανώτερες διακρίσεις από τους Προέδρους της Δημοκρατίας Eλλάδας, Γαλλίας και Iταλίας, ενώ μεταξύ άλλων ασχολήθηκε και με την κριτική λογοτεχνίας, και ειδικότερα με εκείνη της ποίησης έχοντας πολλές φορές συμπαραστάτη του στις αναζητήσεις του, τόσο τον δίδυμο αδελφό του Αλέξανδρο – καθηγητή Πολιτικής Ιστορίας  - όσο και τη σύζυγό του, Όλγα Τσακατίκα. 

Η κηδεία του θα γίνει την Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου, στις 13.00 από το νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου. 

Του ευχόμαστε καλό ταξίδι συνοδεία με τον Νίκο Ξυλούρη που κι αυτός έφυγε σαν σήμερα

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

O Nίκος Ζαχαριάδης στο Νταχάου - Μέρος 2ο



Ας εξετάσουμε τώρα κομμάτι- κομμάτι το κατηγορητήριο του Νίκου Ζαχαριάδη

Καταρχήν, σε βιογραφικό σημείωμα που ο Νίκος Ζαχαριάδης κατέθεσε το 1945 στο ΚΚΕ για τη δράση του στο Νταχάου και τη Βιέννη, το ΠΓ του ΚΚΕ σχολίασε τότε τα εξής:

"Το Πολιτικό Γραφείο (...) άκουσε την έκθεση του σ. Νίκου Ζαχαριάδη για όλο το διάστημα της φυλάκισής του και ενέκρινε ομόφωνα τη δράση και τη στάση του σ. Ζαχαριάδη στα χρόνια αυτά."

Αυτό φυσικά, κανείς θα μπορούσε να το ερμηνεύσει ως πολιτικό σημείο των καιρών, όμως αποτελεί μια πρώτη ένδειξη. 

Στην υπεράσπιση του ονόματός του κατά την 7η Ολομέλεια, ο Νίκος Ζαχαριάδης άκουσε την μαρτυρία του αυστριακού συντρόφου και πρότεινε να ρωτηθούν ως μάρτυρες για τη στάση του στη Γκεστάπο της Βιέννης και στο Νταχάου στελέχη και άλλων κομμάτων που υπήρξαν συγκρατούμενοί του. Ζήτησε την μαρτυρία του αυστριακού Γκέρμαν Μιτερέκερ και του Λάουσε Σεπ (Πέπι), των Τσέχων Φρανς Ζούπκα, μέλους της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και Λάντισλας Κοπσίβα και του Γερμανού κομμουνιστή Όσκαρ Χίνκελ. Ζήτησε επίσης τη μαρτυρία του Γάλλου Ρόζενπλατ, μέλους της ΚΕ του ΚΚ Γαλλίας. 

Κανένας τους δεν αμφισβήτησε ποτέ τη στάση και τη δράση του.

Ο Φρανς Ζούπκα έγραψε σχετικά: "Θυμάμαι, με πολλή περηφάνια μιλούσε πάντα για τους αγώνες των Ελλήνων ανταρτών και τους έθετε πάνω από όλους. Ήταν πεπεισμένος ότι στην Ελλάδα η εργατική τάξη είναι ικανή από μόνη της να νικήσεις και ότι στην Ελλάδα μετά την ήττα του φασισμού μπορεί να γίνει μόνο δικτατορία του προλεταριάτου. Δεν θεωρούσε σαν αναγκαίο και ούτε πίστευε στη δυνατότητα δημιουργίας πλατειού αντιφασιστικού μετώπου όλων των προοδευτικών δυνάμεων."

Ο Λάντισλας Κοπσίβα αναφέρει στη μακροσκελή του έκθεση: "Από όσα εγώ ξέρω ο σύντροφος Ζαχαριάδης στο στρατόπεδο του Νταχάου σε όλο το διάστημα φέρθηκε σαν υπεύθυνο κομμουνιστικό στέλεχος και Έλληνας πατριώτης, αφοσιωμένο στην υπόθεση της εργατικής τάξης και τη νίκη του κομμουνισμού."

Ο Όσκαρ Χίνκελ είπε τα παρακάτω όπως τα αναφέρει η έκθεση του Ζήση Ζωγράφου: "Τον θεωρούσαμε αυθεντία. Ιδεολογικά και πολιτικά ήταν ο πιο ικανός. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να ξεκαθαριστούν οι αρχές του Μαρξισμού-Λενινισμού. Τον γνώρισα προσωπικά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τον σεβόμουνα πολύ. Για αυτό έδωσα και το όνομά του στον γιο μου. Λέω ακόμα για μια φορά ότι για μένα τότε ήταν υπόδειγμα. (...)"

Ανάλογα στοιχεία παρουσιάζει και η μαρτυρία του Παναγιώτη Καραπιπέρη, μηχανικού που κρατήθηκε με τον Ζαχαριάδη στο Νταχάου (δόθηκε το 2014 στον δημοσιογράφο-συγγραφέα Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη για τη Μηχανή του χρόνου).

Λέει λοιπόν ο Καραπιπέρης για τη συνάντηση με τον Ζαχαριάδη που του έσωσε τη ζωή:

"Έπειτα με πήγαν στο λουτρό. Όταν γδυνόμουν, κάποιος Γερμανός με ερώτησε όταν άκουσε το όνομά μου αν γνώριζα έναν κομμουνιστή αρχηγό. Εγώ δεν ήξερα γερμανικά. Όταν όμως άκουσα το όνομα «Ζαχαριάδης Νίκος» κούνησα καταφατικά το κεφάλι. Όταν λοιπόν βγήκα από το λουτρό βλέπω τον Νίκο Ζαχαριάδη. Με ρώτησε.... 

– Είσαι Έλληνας;
– Ναι του είπα. Βαδίζοντας με ρώτησε. 
– Αρρώστιες πέρασες; 
– Ναι, ελονοσία. 
– Δεν θα πεις ελονοσία. Αν ακούσουν «ελονοσία», που στη γερμανική γλώσσα λέγεται «μαλάρια» τότε… Τις βλέπεις εκείνες τις παράγκες που είναι με συρματόπλεγμα, περιτυλιγμένες. Έχουν κλειστά παράθυρα, δηλαδή παντζούρια. Θα σε ρίξουν μέσα εκεί δίχως άλλη εξέταση. Αν θα πας εκεί, δεν θα φύγεις ποτέ, θα γίνεις πειραματόζωο. Γι’ αυτό μην πεις ελονοσία. 
– Να πω κρυολόγημα; 
– Ναι ,κρυολόγημα. 
– Αλήθεια, τι δουλειά έκανες πριν;
– Δούλευα σε συνεργείο αυτοκινήτων. 
– Ωραία, θα πεις αούτο σλόσε… 
– Όντως δήλωσα αυτό. Το θυμάμαι καλά..."

Κατά τις εργασίες της 7ης Ολομέλειας φυσικά δεν παρουσιάστηκε κανένα κείμενο που να στοιχειοθετεί επιστολή του Ζαχαριάδη στην ελληνική Ασφάλεια.

Επιστέγασμα των παραπάνω αποδεικτικών αποτελεί η ίδια η κατάθεση του Νίκου Ζαχαριάδη στην Γκεστάπο Βιέννης:

Προς τη Μυστική Κρατική  Αστυνομία.
Βιέννη.

Κύριε ανακριτά.
   
Επειδή δεν είμαι ικανοποιημένος από τον τρόπον πού γίνεται η ανάκριση με τη μεταφράστρια κάνω τη δήλωση μου αυτή πού θεωρώ και μόνη έγκυρη. 
    
ΙΙρώτ' απ' όλα διαμαρτύρομαι για τη μεταφορά μου στη Γερμανία, τη θεωρώ παράνομη και ζητώ την άμεση επιστροφή μου στην πατρίδα μου.
    
Στα ζητήματα πού μου θέσατε για πρόσωπα και οργανωτικά ζητήματα του ΚΚΕ, δεν έχω να απαντήσω τίποτε.
    
Σχετικά με την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ έχω να πω τα παρακάτω: βασικό και κύριο στοιχείο στην πολιτική γραμμή του ΚΚΕ είναι ή απόλυτη και ασυμφιλίωτη αντίθεση και πάλη του ενάντια στη Φασιστική (εθνικοσοσιαλιστική) θεωρία, πολιτική και πράξη. Το ΚΚΕ τάχθηκε, πάλεψε και παλεύει ενάντια στην εθνικοσοσιαλιστική βία και κατάχτηση της Ελλάδας και για την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας και ακεραιότητας. Το ΚΚΕ πάλεψε πάντα ενάντια σε κάθε προσπάθεια υποδούλωσης είτε εξάρτησης της χώρας από το ξένο κεφάλαιο σε οποιαδήποτε ξένη δύναμη και αν ανήκει. Το ΚΚΕ δεν αναγνωρίζει καμιά εδαφική μεταβολή πού η γερμανική κατάχτηση πραγματοποίησε στην Ελλάδα, δεν θα αναγνωρίσει καμιά μελλοντική τέτοια μεταβολή και θα παλέψει με όλα τα μέσα για την ματαίωση της, για την απελευθέρωση της χώρας απ' την ξένη κατάχτηση και για την ακεραιότητα της. Το ΚΚΕ θεωρεί σαν βασικό στοιχείο της πολιτικής του την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης από κάθε ξενική απειλή, πού προβάλλει τελευταία άμεσα.

Παρακαλώ όπως στη μετάφραση της δήλωσης αυτής παρευρεθώ  και εγώ.
  
Βιέννη Φυλακές Γκεστάπο 18.6.41.
   
Ν.   Ζαχαριάδης Γραμματέας της Κ.Ε. και μέλος της Εκτελεστικής   Επιτροπής   της   Κ.Δ.

Σε συνέχεια, η ανάκριση του Ζαχαριάδη συνεχίστηκε ως εξής:

Ερώτ.: Ώστε εξακολουθείτε νάστε κομμουνιστής;
Απάντ.:  Ούτε συζήτηση.
Ερώτ.: Αν σας αφήσουμε λεύτερο, θα συνεχίσετε την πάλη ενάντια στον εθνικοσοσιαλισμό;
Απάντ.:  Αυτό είναι   αυτονόητο.


Ας δούμε όμως και τα στοιχεία που φέρουν στο φως οι σύγχρονοι επικριτές του:

Σταύρος Αβδούλος: Ο προσεκτικός αναγνώστης ξεφυλλίζοντας τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου και συγκεκριμένα τις 327-329 όπου παρατίθεται βιβλιογραφία 2 περίπου σελίδων διαπιστώνει εύκολα ότι ο Αβδούλος δεν παραθέτει σκόπιμα καθόλου βιβλιογραφία για την κράτηση του Ζαχαριάδη στο Νταχάου, μα ούτε και τις υπάρχουσες μαρτυρίες, για να μπορεί έτσι να λασπολογεί εκ του ασφαλούς, εκμεταλλευόμενος την άγνοια των αναγνωστών.

Κι εμείς λοιπόν έχουμε πλήρως την ελευθερία να θεωρήσουμε την παραπάνω άποψη ως άκυρη και λασπολογική, αφού άλλωστε ο κ. Αβδούλος εκεί ακριβώς στοχεύει.

Έλλη Παππά: Η Έλλη Παππά είναι γνωστή περίπτωση. Προφανώς στο βιβλίο της κάνει έξυπνα έναν ισχυρισμό τον οποίο δεν τεκμηριώνει. Επίσης το γεγονός ότι έδωσε εντολή στο Μουσείο Μπενάκη να δημοσιεύσει μόνο μετά το θάνατό της τα βιβλία αυτά, της προσφέρει και τη δυνατότητα αποφυγής του διαλόγου. Δεν είναι όμως η Έλλη Παππά που χαρακτήρισε τον ήρωα Νίκο Βαβούδη ως προδότη και συνεργάτη της Ασφάλειας;  Δεν είναι η Έλλη Παππά που αποκαλούσε τη Ρόζα Ιμβριώτη αντικομματικό και επικίνδυνο στοιχείο; Δεν είναι η Έλλη Παππά που κατηγορούσε πάλι εικάζοντας τον Ζαχαριάδη για τον θάνατο του Μπελογιάννη; Δεν είναι η Έλλη Παππά για την οποίο πληθώρα συγκρατούμενών της έχουν γράψει ωκεανούς μελάνης για την απαράδεκτη και διαλυτική στάση της στις φυλακές;

Όπως και να έχει τα παραπάνω είναι στην καλύτερη περίπτωση απόψεις (αν όχι λάσπη). Απόψεις και όχι ντοκουμέντα.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης υπήρξε λοιπόν αθώος όλων των παραπάνω αισχρών κατηγοριών. Αθώος απέναντι σε μια σκευωρία που στήνονταν από τη Χρουτσοφική ηγεσία σε βάρος του. Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι μόνο κατά την 11η Ολομέλεια του 1967, ξεκαθαρίζεται ότι ο Ζαχαριάδης δεν υπήρξε ποτέ πράκτορας κανενός άλλου παρά μόνο της εργατικής τάξης.

Για τη δράση του στο Νταχάου σημειώνει στο βιογραφικό του το 1945: "Εκεί η πολιτική μου απασχόληση ήταν α) Να οργανώσω τους Γερμανούς κομμουνιστές κομματικά… β) Η πάλη για την καθαρότητα της γραμμής και πάλης μας: 1) Στο ζήτημα της πραχτικής δουλειάς (σαμποτάζ, βλάβες, κλπ., με όλες τις δυνατότητες, στους χιτλερικούς), 2) στο θεωρητικό-πολιτικό τομέα σωστή τοποθέτηση κατά των Αγγλοαμερικανών στον πόλεμο (αναφέρω ειδικά τα σημεία αυτά γιατί και στα δυο ήρθα σε σύγκρουση με τους συντρόφους που καθοδηγούσαν τους Αυστριακούς κομμουνιστές, που ήταν και οι καλύτεροι, οι πιο πολλοί και πιο καλά οργανωμένοι στο Νταχάου. Οι Αυστριακοί σύντροφοι… είχαν βαθιές σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες σχετικά με τους Αγγλοαμερικάνους και το ρόλο τους".

Ο Νίκος Ζαχαριάδης ηγήθηκε του ΚΚΕ σε συνθήκες σκληρής ταξικής πάλης, διώξεων, εκτελέσεων, δράσης κρατικών εγχώριων και ξένων μυστικών υπηρεσιών κατά του ΚΚΕ, ακόμα και σε συνθήκες διάβρωσης του κομματικού μηχανισμού του. Λαϊκός ηγέτης, με επαναστατική επαγρύπνηση (π.χ. ορθά εντοπίζει την σοσιαλδημοκρατική ροπή των κομμουνιστών της Αυστρίας, ήδη από το Νταχάου και τους ασκεί κριτική), ταχύτητα ανάληψης πρωτοβουλιών και σθένος στην υπεράσπιση της γνώμης του.

Πρωτοπόρα και επαναστατική ήταν η θέση του για τις ιμπεριαλιστικές διαθέσεις των ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας και ανάλογα πρωτοπόρα και επαναστατική ήταν και η θέση του για την ανάγκη οργάνωσης των Γερμανών και Αυστριακών κομμουνιστών σε επαναστατική κατεύθυνση ακόμα και μέσα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ασφαλώς ως άνθρωπος και πολιτική προσωπικότητα δεν υπήρξε αλάθητος. Υπήρξε όμως θύμα της δεξιάς οπορτουνιστικής στροφής του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Ο εξορισμός του στο Σοργκούτ της Σιβηρίας, που είχε ως συνέπεια την αυτοκτονία του υπήρξε ο πιο ακραία άδικος επίλογος στην πολιτική και προσωπική του δράση.


Βιβλιογραφία

Συλλογικό έργο, Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμος Β, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2012.

Βαγγέλης Παπανίκος, Ο Νίκος Ζαχαριάδης στο Νταχάου, μαρτυρία μιας εποχής, Φιλίστωρ, Αθήνα 1999.

Christoph U.Schminck-Gustavus, ΝΤΑΧΑΟΥ, Έλληνες κρατούμενοι και ο Νίκος Ζαχαριάδης, Μαρτυρίες και τεκμηρίωση, Φιλίστωρ, Αθήνα 2004.


Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, Έλληνες κρατούμενοι στο Νταχάου, Μαρτυρία Δημήτρη Σωτηριάδη, Φιλίστωρ, Αθήνα 2002.


O Nίκος Ζαχαριάδης στο Νταχάου - Μέρος 1ο



Πολλά είναι αυτά που έχουν ειπωθεί, γραφεί και υποτεθεί για την περίοδο που γ.γ. του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης βρέθηκε φυλακισμένος της Ναζιστικής Γερμανίας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου. 

Στο άρθρο μας αυτό θα εξετάσουμε τα ντοκουμέντα που προκύπτουν από την περίοδο εκείνη και θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τη δράση του εκεί.


Με την εισβολή των Γερμανικών στρατευμάτων και την εκ μέρους τους ανάληψη της διοίκησης των φυλακών ο Ζαχαριάδης και εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι παραδόθηκαν στη γερμανική Γκεστάπο στις 27 Απριλίου. Ο Ζαχαριάδης έχοντας ταυτοποιηθεί ως γ.γ. του ΚΚΕ, μεταφέρθηκε αρχικά στο Τατόι και από εκεί αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη, στο Βελιγράδι και τέλος στη Βιέννη στις φυλακές "Λέζελ". Έξι μήνες αργότερα, στις 30 Νοεμβρίου του 1941 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, όπου έμεινε κρατούμενος μέχρι τη λήξη του πολέμου, τον Μάιο του 1945. Μετά από ιατρικές φροντίδες γύρισε στην Ελλάδα στις 29 Μαΐου του 1945.

Στα πλαίσια της δεξιάς στροφής του ΚΚΕ που εκφράστηκε στην 6η Ολομέλεια και η οποία ακολούθησε τη δεξιά στροφή του ΚΚΣΕ (20ο Συνέδριο), ο Νίκος Ζαχαριάδης ως υπέρμαχος των ορθών μαρξιστικών θέσεων και πρακτικών κατηγορήθηκε βάναυσα για συνεργασία με τους Ναζί. Ο Ζαχαριάδης κατηγορήθηκε όχι μόνο από την αστική τάξη και τους εκφραστές της, αλλά και από τους πολιτικούς του αντιπάλους και για συνεργάτης των Γερμανών (υποτίθεται ότι λειτουργούσε ως κάπο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης), και μάλιστα ως αποδεικτικό στοιχείο χρησιμοποιήθηκε και το πλαστογραφημένο γράμμα του συγκρατούμενού του Κοσμά Τζίφου.

Ας δούμε όμως αρχικά σε τι συνθήκες κρατήθηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης.

Στο στρατόπεδο Νταχάου αυτό οι ναζιστικές αρχές συγκέντρωναν και βασάνιζαν, αρχικά  αντιστασιακούς και κομμουνιστές Γερμανούς και αργότερα αιχμαλώτους κάθε ηλικίας, Εβραίους και διάφορες άλλες πληθυσμιακές ομάδες ή μειονότητες από τις χώρες που καταλάμβαναν. Το Νταχάου και τα "θυγατρικά" του στρατόπεδα χρησιμοποιήθηκαν αρχικά κυρίως για τον εγκλεισμό και την ανάκριση πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος και δεν ήταν στρατόπεδο εξόντωσης με την έννοια που υπήρξε το Άουσβιτς. 

Αν και το Νταχάου δεν ήταν στρατόπεδο εξόντωσης, καταγράφηκαν 31.000 θάνατοι κρατουμένων, κύρια λόγω των πολύ κακών συνθηκών διαβίωσης αλλά και εκτελέσεων από δεσμοφύλακες. Δεν είναι, επίσης, καταγεγραμμένα όλα τα θύματα των ιατρικών πειραμάτων που εκτελούνταν εκεί με προϊστάμενο το Δρα Sigmund Rascher, μέλος των Waffen-SS (Ενόπλων SS), που έκανε έρευνες για λογαριασμό της πολεμικής αεροπορίας. 

Προς το τέλος του πολέμου, οι συνθήκες διαβίωσης χειροτέρευσαν σημαντικά, καθώς δεν υπήρχαν και τα σχετικά εφόδια, ενώ οι Ναζί μετέφεραν εκεί συνεχώς κρατούμενους από τα στρατόπεδα που βρίσκονταν σε κατεχόμενες χώρες, φοβούμενοι είτε την απελευθέρωση είτε τη δραπέτευσή τους. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα το θάνατο περίπου 15.000 ατόμων την περίοδο αυτή, ενώ συνεχίζονταν και οι εκτελέσεις αιχμαλώτων πολέμου από αποσπάσματα.

Όπως εύκολα ένας αντικειμενικός παρατηρητής μπορεί να καταλάβει το στρατόπεδο Νταχάου υπήρξε, όπως και τα άλλα, μια επίγεια κόλαση.

Κατά τη διάρκεια της 7ης Ολομέλειας του ΚΚΕ στις 9 έως 13 Απριλίου 1964, εξετάστηκε το ζήτημα της παραμονής του Νίκου Ζαχαριάδη στο Νταχάου και στην Γκεστάπο Βιέννης μετά από εκθέσεις που τον κατηγορούσαν για συνεργασία με τον εχθρό. Ο ίδιος ο Ζαχαριάδης ζήτησε να εξετασθούν διεξοδικά οι καταγγελίες και να εξαχθεί εμπεριστατωμένο πόρισμα από την ολομέλεια. 

Ας δούμε τι γράφονταν τότε για τον Νίκο Ζαχαριάδη

Η 7η Ολομέλεια διατύπωσε την άποψη ότι ο Ζαχαριάδης στο Νταχάου "Διατύπωσε και διέδιδε διάφορες θεωρίες αντίθετες με τη γενική γραμμή του αντιφασιστικού αγώνα που διεξήγαγαν οι υποδουλωμένοι κάτω από το χιτλερικό ζυγό λαοί της Ευρώπης, προπαγάνδιζε τυχοδιωκτικές και προβοκατόρικες ενέργειες."

Έγινε επίσης προσπάθεια να τεκμηριωθούν οι ισχυρισμοί αυτοί με αναφορά σε προφορικές μαρτυρίες από συγκρατούμενους Γερμανούς και Αυστριακούς συντρόφους.

Αναφέρεται επίσης μαρτυρία Αυστριακού συντρόφου που αναφέρει: " Ο Ζαχαριάδης ήταν της γνώμης ότι πρέπει ανάμεσα στους κρατούμενους να καλλιεργήσουμε την αντίληψη ότι η χιτλερική Γερμανία είναι απλώς ένας αδύνατος και δευτερεύον αντίπαλος και ότι ο κύριος εχθρός είναι ο αγγλικός ιμπεριαλισμός. (...) Επίσης ο Ζαχαριάδης έλεγε ότι υπερτιμούμε το γερμανικό φασισμό, ότι είναι αδύναμος και ότι αρκούσε μια ώθηση για να εξαπολύσουμε την προλεταριακή επανάσταση στη Γερμανία. Το συμπέρασμα του από την άποψη αυτή είναι ότι θα μπορούσε να εξαπολυθεί μια εξέγερση των κρατουμένων του Νταχάου, και για αυτό καθήκον της μυστικής καθοδήγησης του στρατοπέδου ήταν να οργανώσει και να εξαπολύσει αυτή την εξέγερση."

Σύμφωνα πάντα με την ίδια επιστολή- μαρτυρία η θέση αυτή θεωρήθηκε προβοκατόρικη και οπορτουνιστική και ο Ζαχαριάδης τοποθετήθηκε σε άλλη ομάδα δουλειάς που "δεν θα μπορούσε να κάνει ζημιά".

Στο πόρισμα της 7ης Ολομέλειας, ο Ζαχαριάδης κατηγορείται επίσης και για κάποια επιστολή την οποία υποτίθεται πως έστειλε στην Ασφάλεια της Ελλάδας από το Νταχάου για να πολεμήσει το ΚΚΕ και τη Σοβιετική Ένωση, στην οποία βέβαια ο Ζαχαριάδης προβάλλονταν ως ξεκάθαρα εχθρικό και διαλυτικό στοιχείο. 

Πέρα από αυτά και έως σήμερα, υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς- αγωνιστές της εποχής που στηλιτεύουν το Νίκο Ζαχαριάδη και τον κατηγορούν για τη στάση του στο Νταχάου. 

Μια άποψη προέρχεται από τον Σταύρο Αβδούλο, και το βιβλίο του Νίκος Ζαχαριάδης:

"ο Αρχηγός μας όταν γύρισε από το Νταχάου μετά από μια τετράχρονη κράτηση σ’ αυτό το άντρο των SS ήταν υγιέστατος και καλοθρεμμένος λες και επέστρεψε από την εξοχή. Κανένα σημάδι ταλαιπωρίας» (σελ.292)., «εύλογα δημιουργεί πολλές υποψίες για φιλικές σχέσεις του κρατουμένου με τους δεσμοφύλακές και για πολλά άλλα… αυτή η ανοχή τους γεννά πολλά ερωτηματικά (σελ 290)."

Μια δεύτερη, που προχωρά σε πιο ακραίες θέσεις, προέρχεται από τα κείμενα της Έλλης Παπά, που δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό της: 

"Δεν μπορώ να πω αν ήταν πράκτορας ή όχι ο Ζαχαριάδης. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως, αν ένας πράκτορας είχε καταλάβει τη θέση του γενικού γραμματέα του Κόμματος, τι περισσότερο θα έπραττε για να συντρίψει το κίνημα;".


Συνεχίζεται..


Φωτογραφίες

Η ταυτότητα του Νίκου Ζαχαριάδη στο Νταχάου

Φωτογραφία του Νίκου Ζαχαριάδη από τη Γκεστάπο Βιέννης.