Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Πώς γράφτηκε το «Αλαμπάμα» του Κώστα Βάρναλη

Στις 16 Δεκέμβρη 1974, ο μεγάλος κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναληςέφυγε από τη ζωή 90 χρόνων, γεμάτος χρόνια και πλούσιο έργο. Πενήντα χρόνια δημιουργίας χωρίς ποτέ να λιποτακτήσει από το χρέος του...
Με αφορμή την επέτειο παρουσιάζουμε ένα άγνωστο ποίημα του Βάρναλη. Το ποίημα «Αλαμπάμα» που γράφτηκε στις 15/9/58 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» όπου νοσηλευόταν ο ποιητής για επτά μήνες περίπου, δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» στις 21/9/58 και δε δημοσιεύτηκε σε καμία συλλογή.
O Βάρναλης ήταν ιδιαίτερα επιλεκτικός στο ποια ποιήματά του θα συμπεριλάβει στις συλλογές του. Δεν επεδίωξε τη συγκέντρωση όλου του έργου του. Για διάφορους λόγους άφησε πολλά ποιήματα έξω από τις συλλογές. Ακόμη και σήμερα βρίσκουμε ποιήματα του ποιητή που οι μελετητές του κατατάσσουν στην κατηγορία των «αθησαύριστων». Ποιήματα που δεν έχουν καταγραφεί μετά την πρώτη τους δημοσίευση σε περιοδικό ή εφημερίδα. Κατά καιρούς παρουσιάζονται περιπτώσεις τέτοιων ποιημάτων.
Μαζί με το «Αλαμπάμα» παρουσιάζουμε και ένα άλλο ποίημα, από τα λιγότερο γνωστά του, το «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906» που γράφτηκε ως απάντηση σε ποίημα του Καβάφη εμπνευσμένο από ένα περιστατικό ωμής βίας των Αγγλων αποικιοκρατών στην Αίγυπτο.
Στο μεν πρώτο προτρέπει τον άνθρωπο, που μπροστά στο κακό εύχεται να μην είχε γεννηθεί, όπως εκφράζεται από τους στίχους του «αμάραντου», με τα ίδια του τα χέρια να γκρεμίσει στην άβυσσο τους δράκοντες του κόσμου. Στο δεύτερο απευθύνεται στον ποιητή που γράφει μόνο για τον εαυτό του, για την προσωπική του κάθαρση. Στον ποιητή που βλέπει το άδικο μα όχι τους «αδικητάδες».
Πώς γράφτηκε το «Αλαμπάμα»
Ο απαγχονισμός ενός από τους τέσσερις ιθαγενείς καταδικασμένους, παρουσία των αγγλικών αρχών (φωτογραφία της εποχής, από το γαλλικό περιοδικό «L' Illoustration», της 28ης Ιούλη 1906)
Στις 2 Σεπτέμβρη 1958 ο ποιητής διάβασε στην «Αυγή» (τότε εφημερίδα της ΕΔΑ) την ακόλουθη σύντομη είδηση: Στο Μοντγκόμερι της πολιτείας Αλαμπάμα ένας αστυνομικός δολοφόνησε μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο έναν νεαρό νέγρο είκοσι ετών. Ισχυρίστηκε ότι ο νεαρός Γκας Φόστερ παρενοχλούσε ...από τηλεφώνου με χυδαίες εκφράσεις μια παντρεμένη λευκή κάτοικο του Μοντγκόμερι. Ο επικεφαλής της Αστυνομίας δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Επρόκειτο για δικαιολογημένη ενέργεια»!
Με αφορμή αυτό το γεγονός, θυμάται ένα από τα τραγικότερα φαινόμενα ωμής ρατσιστικής βίας που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο τρία χρόνια νωρίτερα.
Ηταν Αύγουστος του 1955, ο 14χρονος Emmett Till από το Ιλινόις φιλοξενούνταν στις διακοπές από συγγενείς του στο χωριό Money στο Mississippi. Ενα απόγευμα μαζί με τα ξαδέλφια του πήγαν να πάρουν γλυκά από το παντοπωλείο του χωριού. O Emmett, πληρώνοντας για τα γλυκά του, έκανε ένα κολακευτικό σχόλιο στην όμορφη, αλλά λευκή Carolyn και έφυγε σφυρίζοντας. Η Carolyn, θεωρώντας μεγάλη προσβολή το περιστατικό, το περιέγραψε σε άλλους πελάτες εκείνης της ημέρας και σύντομα η «απρέπεια» του μικρού Αφρο-αμερικάνου μαθεύτηκε στη μικρή κοινωνία του χωριού του Mississippi διανθισμένη με τις συνήθεις υπερβολές. Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας της Carolyn επέστρεψε από το ταξίδι του και έμαθε και αυτός τι είχε συμβεί. Προσβεβλημένος, συμφώνησε με τον αδελφό του «να δώσουν ένα μάθημα» στον 14χρονο «νέγρο» που τόλμησε να σηκώσει τα μάτια του στη γυναίκα του. Πήγαν στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν ο μικρός, τον πήραν βίαια και τον πήγαν στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί η Carolyn τον αναγνώρισε σαν αυτόν που της είχε σφυρίξει λίγες μέρες πριν στο μαγαζί της. Εβαλαν τον μικρό στο αμάξι και τον οδήγησαν στις όχθες του ποταμού Tallahatchie. Εκεί τα δύο αδέρφια ξυλοκόπησαν το 14χρονο αγόρι χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων τις λαβές των όπλων τους. Το παιδί μην αντέχοντας τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα 2 ενήλικων αντρών σωριάστηκε αιμόφυρτο και ενώ ήταν ακόμα εν ζωή τού ξερίζωσαν τα μάτια. Σέρνοντας τον μικρό που ψυχορραγούσε πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα στην όχθη του ποταμού έδεσαν στο λαιμό του, με αγκαθωτό σύρμα, ένα παλαιό κόπτη βαμβακιού για αντίβαρο. Στη συνέχεια τον πυροβόλησαν στο κεφάλι και τον πέταξαν στο ποτάμι. Τρεις μέρες αργότερα βρέθηκε το φριχτά παραμορφωμένο σώμα του 14χρονου αγοριού. Η αστυνομία του Mississippi έδρασε αστραπιαία. Παρέλαβε τον μικρό, τον έβαλε σε ένα ξύλινο κασόνι το σφράγισε και σχεδόν τον έθαψε την ίδια μέρα που ανακαλύφθηκε το πτώμα του. Στο μεταξύ η μητέρα του Emmett που έμαθε τι είχε συμβεί, αποφάσισε η κηδεία του παιδιού να γίνει στη γενέτειρά του. Η αστυνομία του Mississippi αναγκάστηκε να ξεθάψει τον μικρό και να στείλει με τρένο τη σορό του στο Chicago. Η Mamie Till πήγε στο σταθμό για να παραλάβει τη σορό του παιδιού. Η αστυνομία του Mississippi της απαγόρευσε να ανοίξει το φέρετρο που ήταν σφραγισμένο. Απαιτώντας να δει για τελευταία φορά τον γιο της απείλησε ότι αν δεν το άνοιγαν εκείνοι, θα το έκανε η ίδια. Το άνοιξαν. Στη θέα του άψυχου σώματος του παιδιού οι παριστάμενοι παρέλυσαν. Η Mammie κατέρρευσε. Πνίγοντας τον πόνο της αποφάσισε η κηδεία του μικρού να γίνει με ανοικτό το φέρετρο. Δέχτηκε πιέσεις από την πολιτεία του Chicago να μην το πράξει. Η ίδια αντιστάθηκε, λέγοντας: «Θέλω όλος ο κόσμος να δει τι έκαναν στο μωρό μου». Το φριχτά παραμορφωμένο σώμα του φωτογραφήθηκε και η εικόνα αυτή έκανε το γύρο του κόσμου, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή. Στο εσωτερικό της χώρας το γεγονός πυροδότησε αντιδράσεις εναντίον της καταπίεσης που δέχονταν αιώνες τώρα οι Αφρο-αμερικανοί από λευκούς συμπολίτες τους, αλλά και την επίσημη πολιτεία. Οι δύο ένοχοι Roy Bryant και ο J. W. Milam δικάστηκαν από σώμα λευκών ενόρκων και αθωώθηκαν ομόφωνα. Το γεγονός προκάλεσε νέο κύμα αντιδράσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενα χρόνο μετά την αθώωσή τους σε συνέντευξη που παραχώρησαν στο αμερικανικό περιοδικό «LOOK», σίγουροι - βάσει νόμου - ότι δε θα διωχθούν ποινικά, ομολόγησαν το έγκλημά τους χωρίς ίχνος μεταμέλειας.
Φελάχες του Ντενσουάι αμέσως μετά τις εκτελέσεις (φωτογραφία της εποχής, από το γαλλικό περιοδικό «L' Illoustration», της 28ης Ιούλη 1906)
Στο ποίημα ο Emmett Till αναφέρεται ως Εμμερυ Τιλλ (ή Χιλλ στον τίτλο). Αυτό μάλλον οφείλεται σε λανθασμένη μετεγγραφή του ονόματος στον ελληνικό Τύπο. (Συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την εποχή). Οπως και το Γκυ Φόστερ αντί ο Γκας.
Αίγυπτος, Ιούνης 1906
Για την Αίγυπτο η 27 Ιούνη 1906 είναι κάτι αντίστοιχο με τη δική μας Πρωτομαγιά του 1944: Ομαδική εκτέλεση αθώων ανθρώπων από τον κατακτητή.
Είναι αρχές καλοκαιριού του 1906. Μια ομάδα Βρετανών δραγόνων μπαίνει σε ένα μικρό χωριουδάκι, το Ντενσουάι. Αρχίζουν να πυροβολούν τα ήρεμα περιστέρια που ανέτρεφαν στους περιστερώνες τους οι φελάχοι. Βάλανε φωτιά σε έναν αχυρώνα, κάψανε ένα σπίτι και μια μητέρα 26 χρόνων. Τότε τους ρίχτηκαν οι φελάχοι με πλίνθους και ρόπαλα. Οι Αγγλοι αμυνόμενοι πλέον άρχισαν να πυροβολούν και πλήγωσαν 4 άντρες. Οι φελάχοι τους αφόπλισαν και τους ξυλοφόρτωσαν. Ενας μόνο κατόρθωσε να ξεφύγει, ο γιατρός του τάγματος, καπετάν Μπουλλ, που πληγωμένος στον κρόταφο από πέτρα κατάφερε μέσα στον καύσωνα να διανύσει όλη την απόσταση και να φτάσει στο στρατόπεδο. Οπου και πέθανε λίγο αργότερα από ηλίαση. Στο μεταξύ και οι υπόλοιποι κατάφεραν να πάρουν τα άλογά τους και να γυρίσουν πίσω. Αποθηριωμένοι οι Αγγλοι και διψώντας για εκδίκηση ξεχύθηκαν σε γειτονικό χωριό και σκότωσαν ένα φελάχο συντρίβοντάς του το κεφάλι. Οι κατοχικές αρχές με την ωμή παρέμβαση των Αγγλων, με γρήγορες διαδικασίες και προειλημμένη την απόφαση, οδήγησαν τους κατοίκους του Ντενσαυάι σε δίκη στις 24 Ιουνίου. Μια κατοχική εφημερίδα είχε προαναγγείλει το στήσιμο της αγχόνης. Ετσι το έκτακτο δικαστήριο τους δίκασε με συνοπτικές διαδικασίες. Στις 27 Ιούνη βγαίνει η απόφαση. Τέσσερις Αιγύπτιοι σε απαγχονισμό, δύο σε ισόβια καταναγκαστικά, ένας σε 15 χρόνια καταναγκαστικά, έξι σε 7 χρόνια καταναγκαστικά, τρεις σε φυλάκιση ενός χρόνου και σε δημόσια μαστίγωση και πέντε σε δημόσια μαστίγωση χωρίς φυλακή. Την επομένη το απόγευμα στο σημείο της συμπλοκής στο Ντενσουάι, οι τέσσερις καταδικασθέντες απαγχονίζονται για παραδειγματισμό.
Το Φλεβάρη του 1908 ο Καβάφης με αφορμή αυτό το γεγονός γράφει το ποίημα «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906 2μ.μ.». Βάζει ως τίτλο την ημερομηνία 27 Ιούνη, ημέρα της έκδοσης της απόφασης και όχι της εκτέλεσης ή της συμπλοκής. Ο Καβάφης θέλει να στηλιτεύσει την άδικη απόφαση. Σαν μια δική του συγγνώμη για αυτό που συνέβη «παίρνει δι' ελέου και φόβου την των τοιούτων παθημάτων κάθαρρσιν». Μα αυτός ήταν ο Καβάφης. Αρνητής της αδικίας, μα ποτέ του οδηγός.
Επαναστάτης - οδηγητής
Ο Βάρναλης είναι μαστιγωτής της αδικίας και των «Αδικητάδων». Στο δικό του ομότιτλο ποίημα εστιάζει στο γεγονός, στην αιτία και στον ένοχο. Γνώστης της αιτίας. Παντού και πάντα οι «αδικητάδες» θέλουνε «δικά τους/ τα περιστέρια, τα καλύβια, την πατρίδα». Και για να τα έχουν χρειάζονται τη βία. Στον Καβάφη υπενθυμίζει αργότερα, με άλλο του ποίημα («Ελεύθερος κόσμος» μια σάτιρα της «Πόλις» του Καβάφη, 1968), «"ο ελεύθερός σου κόσμος" είναι εδώ/ κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού». Σε αυτόν τον κόσμο «Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω/ φτηνά πουλιέται το κρέας το ανθρωπίσο».
Σατιριστής του κοινωνικού κακού, της μοιρολατρίας, της παραίτησης, της ηττοπάθειας προτρέπει τον Καβάφη και κάθε καταπιεσμένο, «Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκαιο νόμο/ δεν είναι εκεί που πας. Να αλλάξεις δρόμο». Να ακολουθήσουν το δρόμο της υπεράσπισης της ζωής, του πολιτισμού και της ελευθερίας. Αυτόν που οδηγεί στην αλλαγή της κοινωνίας.
Γράφει ο ίδιος: «Το σπουδαίο δεν είναι το τι γράφει και τι έγραψε κανείς μα το "γιατί γράφει" και "για ποιους"...».
Αφυπνιστής, θέλει να ξυπνήσει «το θύμα, το ψώνιο». Να καταλάβει ότι η δύναμη είναι στα χέρια του. Μόνο έτσι «θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς». Προτρέπει τους Σκλάβους πολιορκημένους: «Aν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς». Και «Μ' αυτά τα χέρια μας στα βάθη της αβύσσου/ Να τους γκρεμοτσακίσουμε τους δράκοντες του κόσμου!».
Επαναστάτης - οδηγητής. Με το έργο του αναδεικνύει την εργατική τάξη ως τη δύναμη που μπορεί και πρέπει να ανατρέψει την τάξη των εκμεταλλευτών και τους θεσμούς της, αλλά και θα οικοδομήσει μια νέα, ανώτερη μορφή κοινωνία, την κομμουνιστική.


Ο 14χρονος Εμιτι Τιλ και δίπλα το κατακρεουργημένο, από τους λευκούς βασανιστές του, σώμα στο φέρετρο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου